Κυριακή 28 Απριλίου 2013

Αγαθή Δημητρούκα, Πάσχα στη Γλυκομηλίτσα

Εικονογράφηση Σίλβια Μπαροντσέλλι, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2009 (απο 6 ετών)

 



Ο Αντώνης, ήρωας του παλιότερου βιβλίου της Αγαθής Δημητρούκα Το μαρούλι της καλοσύνης, φεύγει μόνος από την Αθήνα για να περάσει τις πασχαλινές διακοπές στη Γλυκομηλίτσα, στο σπίτι της γιαγιάς του. Εκεί θα ξανασυναντήσει τους αγαπημένους του φίλους, θα ξεσηκώσει το χωριό με τα παιχνίδια και τις τρέλες του, θα περάσει παρέα με τη γιαγιά ήσυχα και νυσταλέα βράδια στην εκκλησία, θα πάρει μια γερή γεύση από τα έθιμα της Μεγάλης Εβδομάδας και περιχαρής θα υποδεχτεί προς το τέλος της τους γονείς του για να γιορτάσουν όλοι μαζί το Πάσχα.

Μια απλή ιστορία πασχαλινής απόδρασης, που ωστόσο κατορθώνει να χωρέσει περίπου τα πάντα: ένα σύντομο μάθημα ελληνικής γεωγραφίας, πινελιές από την πασχαλινή εθιμοτυπία ενσωματωμένες αβίαστα στην καθημερινότητα των διακοπών του Αντώνη, αλλά και τη λαχτάρα του πιτσιρικά που κάνει το πρώτο του ταξίδι ολομόναχος –αρκετά ασυνήθιστη πάντως γονεϊκή επιλογή στις μέρες μας–, τον ενθουσιασμό και τη δίψα για περιπέτεια που γεννάει στο παιδί της πόλης ο κόσμος του χωριού, ήδη παραμυθένιος από μόνος του στα μάτια του, αλλά και το εύλογο αίσθημα προσμονής που απορρέει από την απόφαση του ήρωα στο προηγούμενο βιβλίο στο οποίο πρωταγωνίστησε: Θα μπορέσει η τσίκνα του οβελία να κατανικήσει τη δεδηλωμένη χορτοφαγία του Αντώνη;

Αβίαστη αφήγηση, διανθισμένη με σκόρπιες φρασούλες από την ακολουθία της Μεγάλης Πέμπτης, ικανές να δώσουν τον τόνο της ημέρας χωρίς να παιδέψουν τους μικρούς αναγνώστες, όπως και με αναφορές στη δημώδη παράδοση, αλλά και στον Γκάτσο και τον Ξαρχάκο, στον Θέμελη και τον Κουγιουμτζή. Κι ένας αφηγηματικός ρυθμός θαρρείς απόλυτα συντονισμένος με την ήρεμη ανάσα του μικρού παιδιού που έχει αποκοιμηθεί στο στασίδι του στα μισά της ακολουθίας της Σταύρωσης, χορτασμένο από παιχνίδι και περιπέτεια μες στο απόλυτο πασχαλινό φόντο – το μικρό ελληνικό χωριουδάκι που τέτοιες μέρες όλοι αποζητάμε.

Καλό Πάσχα!

Τετάρτη 24 Απριλίου 2013

Γιώργος Λεμπέσης, Θ' αυγό

Εικονογράφηση: Φραγκίσκος-Χρήστος Ράλλης, Εκδόσεις Ψυχογιός, Αθήνα 2012 (από 7 ετών)

 
 


 
 
Παραμονές του Πάσχα, ο μικρός Ανέστης, παρέα με τη γιαγιά του, επισκέπτεται το κοτέτσι και επιλέγει μόνος του το αυγό που θα τσουγκρίσει την Κυριακή. Κι επειδή δε θέλει το αυγουλάκι του να μοιάζει με κανένα άλλο, το βάφει μόνος του με τις νερομπογιές του, το βαφτίζει Θανάση, επιμένει ότι το άκουσε να μιλάει και κατόπιν το εγκαταλείπει στα στοργικά χέρια της γιαγιάς, που με τη σειρά της το αποθέτει στην αυγοθήκη. Ο Θανάσης ασφυκτιά στριμωγμένος παρέα με τ’ άλλα αυγά κι αναζητά απελπισμένος διέξοδο, ξεκινώντας αργά τη νύχτα της Ανάστασης ένα μακρύ ταξίδι αναζήτησης κι αυτογνωσίας ανάμεσα στα αποφάγια και στα παρατημένα σκεύη του αναστάσιμου τραπεζιού. Στη νυχτερινή αυτή περιπλάνησή του θα βρεθεί αντιμέτωπος με την αγνωμοσύνη και την αδιαφορία των ματαιόδοξων, με την άσκοπη βία των θρασύδειλων, με το φόβο και τη μοναξιά των αδύναμων και άτολμων, αλλά θα γνωρίσει και την ήρεμη θυμοσοφία και μεγαλοψυχία των αληθινά σπουδαίων. Και μαζί, ο μικρός, άμαθος Θανάσης θα συνειδητοποιήσει τις δικές του μυστικές δυνάμεις κι αρετές: την τόλμη, το αίσθημα αλληλεγγύης και δικαιοσύνης, την επινοητικότητα και την προσήλωση στο στόχο. Η νύχτα της Ανάστασης θα τον κάνει πιο σοφό, πιο ώριμο, πιο έτοιμο να αντικρίσει την αληθινή ζωή. Κι όταν εκείνη του φανερωθεί την επόμενη μέρα με τον πιο αναπάντεχο και μαζί συγκινητικό τρόπο, ο τετράχρονος Ανέστης, τσουγκρίζοντάς τον με το αυγό του παππού του, θα βρεθεί έκπληκτος να κοιτάζει έναν άλλο Θανάση, φιλικό, τρυφερό, χαριτωμένο κι ολοζώντανο. 

Ένα βιβλίο που ήδη από το λογοπαίγνιο του τίτλου μάς υπόσχεται ανατροπές με όχημα μια σουρεαλιστική φαντασία για την οποία το απίθανο φαντάζει απλώς αυτονόητο: παιδιά που συνομιλούν με αυγά, τσουρέκια που γίνονται με το έτσι θέλω οχήματα, κι ένα θαύμα ζωής που επέρχεται μ’ έναν τρόπο αρκετά εξωπραγματικό και μάλλον μεταφυσικό. Τι τα θέλετε, όταν η κινητήρια δύναμη της πλοκής είναι η σφοδρή επιθυμία ενός μικρού παιδιού να δώσει ζωή στο πασχαλινό αυγό του, ο συγγραφέας δεν μπορεί να κάνει τίποτε άλλο από το να την ικανοποιήσει ακολουθώντας χωρίς ενδοιασμούς και στρογγυλέματα τα χνάρια της παιδικής φαντασίας.

Χιούμορ, λογοπαίγνια, πινελιές θυμοσοφίας –σε ορισμένες περιπτώσεις αρκετά ζόρικες για τις ηλικίες στις οποίες απευθύνεται το βιβλίο, όπως και κάποιες παρομοιώσεις, περισσότερο κατανοητές σε ενήλικο κοινό–, κι ένα έξυπνο εύρημα, το οποίο φανερώνεται ήδη από τον τίτλο και συγκροτεί τον πυρήνα της πλοκής, οδηγώντας τη σταδιακά στην κλιμάκωση και στο ευτυχές τέλος. Κι αν σ' αυτό το φινάλε η πασχαλινή εθιμοτυπία τσαλακώνεται κάπως από το αναπάντεχο της έλευσης του άλλου Θανάση, ας μην ξεχνάμε ότι μιλάμε για την κατεξοχήν γιορτή της ζωής – κι όχι μονάχα εκείνης που νικάει το θάνατο, αλλά και της νέας που ανατέλλει σε πείσμα των αντιξοοτήτων, όπως και της άλλης, της άγουρης, της άδολα παιδικής, που επιμένει να κάνει πραγματικότητα ακόμα και τα πιο παλαβά όνειρά της!

Πέμπτη 18 Απριλίου 2013

Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, Το Πάσχα της νόνας Χελώνας

Εικονογράφηση: Γιώργος Σγουρός, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2011(4) (από 5 ετών)


 

Ετούτη τη φορά η Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου μάς σερβίρει τον γνωστό αισώπειο μύθο του λαγού και της χελώνας αρκετά πειραγμένο, ειδικά προσαρμοσμένο στις ανάγκες του Πάσχα: Ο λαγός, ο αιώνιος επιπόλαιος, φαιδρός, εγωκεντρικός, ανιστόρητος τύπος, αρχίζει πάλι να κοκορεύεται ισχυριζόμενος ότι έχει εξασφαλίσει τα πιο ανθεκτικά αυγά, με τα οποία θα κατατροπώσει κάθε πιθανό αντίπαλο στις πασχαλινές αυγομαχίες. Οι κομπασμοί του φτάνουν στα αυτιά της γρια-χελώνας, η οποία, παρέα με τα εγγόνια της, αποφασίζει να του (ξανα)δώσει ένα καλό μάθημα. Εμφανίζεται λοιπόν πασχαλιάτικα με τα δικά της υποτιθέμενα αυγά, βαμμένα πολύχρωμα και μισοχωμένα στο έδαφος, και κερδίζει τον υπερφίαλο λαγό. Μόνο που τούτη τη φορά, σε αντίθεση με τη μακρινή της πρόγονο, την ηρωίδα του Αισώπου, η γρια-χελώνα παίζει πονηρά, με την αθώα πάντως πρόθεση να στήσει στο λαγό μια διδακτική φάρσα. Και, για να τον παρηγορήσει, οργανώνει για χάρη του στο φινάλε ένα χορτοφαγικό πασχαλινό τσιμπούσι που θα τον βοηθήσει να ξεπεράσει την πίκρα της ήττας.

Μια πασχαλινή ιστορία που αντλεί από εξαιρετικά γόνιμο έδαφος, με πρώτο και καλύτερο το πάντρεμα του λαγού, κατεξοχήν ζώου συνδεδεμένου με το Πάσχα, με τον αισώπειο μύθο. Εδώ βέβαια ο δεύτερος αναπλάθεται χαλαρά και δημιουργικά, με την αυθεντική εκδοχή του να ενσωματώνεται στην πλοκή λειτουργώντας στο μυαλό των πρωταγωνιστών εν είδει ιστορικού προηγούμενου. Κι αν η ιστορία συνήθως επαναλαμβάνεται ως φάρσα, στο Πάσχα της νόνας Xελώνας ούτε τα γεγονότα ευτελίζονται ούτε η ισχύς του διδάγματος αποδυναμώνεται, απλώς στο κείμενο είναι διάχυτη μια μάλλον χιουμοριστική παρά τιμωρητική διάθεση. Κι όλα αυτά με φόντο την πασχαλινή φύση, της οποίας ο ρόλος δεν είναι μόνο διακοσμητικός, αλλά και λειτουργικής σημασίας για την πλοκή: άλλοτε μέσα από την πολυχρωμία των λουλουδιών που δίνουν τις χρωστικές τους στη χελώνα για να βάψει τα αυγά της, άλλοτε μέσα από την εν είδει μοτίβου επαναλαμβανόμενη αναφορά στα πουλιά, στα ζώα και στα έντομα της άνοιξης, που έτσι ανάγονται σε ένα είδος «χορού» (αρχαιοελληνιστί) ή παρέας χαρούμενων πανηγυριωτών (επί το δημωδέστερον). Σε ανάλογο πνεύμα και η εικονογράφηση του Γιώργου Σγουρού, που συμβάλλει ενεργά στο τελικό ευτυχές αποτέλεσμα, παρασύροντάς μας σε ένα μαγευτικό ταξίδι σε καταπράσινα λιβάδια διάσπαρτα από ολάνθιστα πολύχρωμα λουλούδια.

Αν σε ένα πρώτο επίπεδο η μοντέρνα αυτή εκδοχή της ιστορίας του λαγού και της χελώνας αναδεικνύει την αξία της ιστορικής μνήμης αλλά και της συγχώρεσης και της μεγαθυμίας, σε ένα δεύτερο –και κατά τη γνώμη μου πιο γοητευτικό– το Πάσχα της νόνας Xελώνας καθιστά σαφές ότι το λογοτεχνικό έργο –για παιδιά ή ενήλικες δεν κάνει διαφορά– δεν είναι ένα καλομαγειρεμένο φαγητό ξεσηκωμένο βήμα βήμα από κάποιον τσελεμεντέ, αλλά ένα δημιουργικό πεδίο σύνθεσης – ένα υφαντό φτιαγμένο από πολλές διαφορετικές κλωστές, αντιπροσωπευτικές διαφορετικών παραδόσεων, εποχών, μορφών, καταβολών. Όσο για το ταίριασμά τους και την ποιότητα της ύφανσης, αυτά εναπόκεινται στην καλή θέληση, στο κέφι και στη φαντασία του τεχνίτη!

Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, Πασχαλιά και Πασχαλίτσα

Εικονογράφηση: Γιώργος Σγουρός, Εκδόσεις Ψυχογιός, Αθήνα 2009 (από 5 ετών)




«Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός» μεταφράζει ο Σεφέρης τον Έλιοτ. Κι ένας τέτοιος σκληρός Απρίλης, αυτός ο ίδιος που γεννάει μέσ’ απ’ την ξεραμένη γη τις πασχαλιές, με μια ξαφνική του μπόρα, στερεί από ένα ζουζουνάκι τη μητέρα του. Το μικρό έντομο βρίσκει απάγκιο σε μια πασχαλιά κι εκείνη αποφασίζει να το υιοθετήσει. Κάποια από τα πλάσματα της φύσης θα επιχειρήσουν να σβήσουν τη χαρά του μικρού ορφανού επισημαίνοντας τις διαφορές του με την πασχαλιά, το παράδοξο της σχέσης τους ή επιχειρώντας να το πάρουν από κοντά της. Η θετή του μητέρα, από την άλλη, ακλόνητη στην απόφασή της, βρίσκει κάθε φορά τον τρόπο να το παρηγορήσει αντιτείνοντας στα επιχειρήματα των άλλων τη θέρμη των συναισθημάτων, που νικούν διαφορές κι ανομοιότητες. Και στο φινάλε, καθώς φτάνει το Πάσχα, επιλέγει να βαφτίσει με το υποκοριστικό του ονόματός της, Πασχαλίτσα, το μικρό έντομο, επισφραγίζοντας έτσι τη σχέση γονιού-παιδιού.

Μια ιστορία υιοθεσίας με πρωταγωνιστές αρκετούς εκπροσώπους της ανοιξιάτικης, πασχαλινής φύσης. Μπορεί για κάποιους από αυτούς το Πάσχα να είναι μονάχα αφορμή για να στολιστούν και να καμαρώσουν, ωστόσο για την πασχαλιά η σημασία της γιορτής αποκτά απτό χαρακτήρα όταν καλείται να αναλάβει τη φροντίδα ενός ορφανού. Μια απόφαση που θα ενδυναμωθεί μέσα από αντιξοότητες, επικρίσεις και μομφές, θα βρει ανταπόδοση και θα επιτρέψει και στην ίδια, οδηγημένη αρχικά από το ένστικτο, να φτάσει σταδιακά στη συνειδητοποίηση ότι η αλήθεια των αισθημάτων στέκει πέρα και πάνω από στρογγυλέματα, μισόλογα και απλουστεύσεις, ακόμα κι αν βρίσκεται αντιμέτωπη με υφέρπουσες μορφές ρατσισμού και την άρνηση του δικαιώματος στη διαφορετικότητα.

Ένα βιβλίο με πασχαλινή αύρα αλλά όχι στενά ή αφοριστικά πασχαλινό. Δομημένο αφηγηματικά πάνω στο τρίπτυχο Πάσχα-Πασχαλιά-Πασχαλίτσα –λογοπαίγνιο διόλου κενό νοήματος αλλά δηλωτικό της συγγραφικής πρόθεσης να συνδεθεί η γιορτή της αγάπης με την απόφαση μιας θετής μάνας να χαρίσει αφειδώς αγάπη σ’ ένα ξένο, ανώνυμο παιδί· ιστορημένο με μια γλώσσα γεμάτη ήρεμη αυτοπεποίθηση, με αβίαστες αν και στιγμιαίες ποιητικές πινελιές εμπνευσμένες από την ανοιξιάτικη φύση· και με μια εικονογράφηση που στέκεται απόλυτα στο ύψος του κειμένου.

Σάββατο 13 Απριλίου 2013

Μαρία Παπαγιάννη - Εύα Θάρλετ, Μια άλλη μέρα θα νικήσεις εσύ!

Εκδόσεις Πατάκη - Minedition, Αθήνα 2013 (από 3 ετών)



 

 
Δυο μικροί κάστορες, ο Άρης κι ο Πέτρος, μεγαλώνουν μαζί, κι ωστόσο είναι τόσο αλλιώτικοι. Ο Άρης, με ό,τι κι αν καταπιαστεί, κατορθώνει να το κάνει καλύτερα και γρηγορότερα από τον Πέτρο. Είναι πάντα ο νικητής. Ο Πέτρος αδημονεί για τη στιγμή που θα μπορέσει κι αυτός να πει στον αδερφό του «Σε πέρασα». Μόνο που, όταν έρθει η ώρα να στεφθεί αυτός νικητής, η νίκη του θα περάσει σε δεύτερη μοίρα, καθώς θα χρειαστεί να στηρίξει και να παρηγορήσει τον αδερφό του, που έχει βρεθεί σε εξαιρετικά δύσκολη θέση. Οι ρόλοι αντιστρέφονται, ο ευάλωτος κι ανίσχυρος της υπόθεσης είναι πια ο Άρης, την ίδια ώρα που ο Πέτρος θα κατορθώσει να παραμερίσει τη μικροψυχία κι αλαζονεία του νικητή και να επιδείξει θάρρος, δύναμη και επινοητικότητα που θα γεμίσει θαυμασμό και αγάπη τον αδερφό του.

Το Μια άλλη μέρα θα νικήσεις εσύ! δεν είναι μια ιστορία για νικητές και χαμένους, αλλά για το δικαίωμα καθενός να ορίζει με διαφορετικό τρόπο τις προτεραιότητές του στη ζωή. Ο Πέτρος, όταν πικραμένος αναρωτιέται πότε θα νικήσει κι αυτός σε κάποιο παιχνίδι ή άθλημα, δεν έχει πιθανόν αντιληφθεί ότι ο λόγος για τον οποίο δεν κερδίζει δεν είναι μόνο το ότι υπολείπεται σε δεξιότητες ή ταλέντα σε σχέση με τις συγκεκριμένες δραστηριότητες, αλλά και το γεγονός ότι δεν είναι τόσο ανταγωνιστικός, δεν επιθυμεί τόσο σφοδρά τη νίκη όσο ο αδερφός του. Μέσα του πρυτανεύουν άλλες αξίες, άλλες ανάγκες, που ενδεχομένως και να υποκρύπτουν τελείως διαφορετικές δεξιότητες οι οποίες δεν έχουν αναδυθεί ακόμη στην επιφάνεια. Κι αυτό επιβεβαιώνεται όταν του δίνεται η ευκαιρία να κερδίσει στο παιχνίδι: δεν πατάει επί πτωμάτων, καθώς η αδερφική αγάπη αλλά και το αίσθημα ευθύνης έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα γι' αυτόν. Την κρίσιμη ώρα το γκρίζο, αφανές παιδί μετατρέπεται, σαν έτοιμο από καιρό, σε ήρωα. Κι η αξία αυτής της νίκης είναι πολλαπλάσια εκείνων του Άρη στα παιδικά τους παιχνίδια, αφού συνοδεύεται από την υπέρβαση προσωπικών αδυναμιών και επιθυμιών, αλλά και από την ουσιαστική ωρίμανση του Πέτρου, που συνειδητοποιεί ότι η ζωή είναι γεμάτη από μικρούς και μεγάλους αγώνες επιβίωσης, υπέρβασης δυσκολιών και αντιξοοτήτων. Για να δικαιωθεί έτσι και η μαμά των δυο μικρών, αυτή που, χωρίς να απαξιώνει τις νίκες του ενός, του φαινομενικά ισχυρού, επιμένει να υποστηρίζει και να γεμίζει ελπίδα τον άλλο, τον φαινομενικά αδύναμο, μιλώντας ταυτόχρονα στα παιδιά της για τις λύπες και τις χαρές της καθημερινότητας, για τις μικρές και μεγάλες νίκες και ήττες της αληθινής ζωής.
 
Η Μαρία Παπαγιάννη και η Εύα Θάρλετ, σε μια αγαστή συνεργασία, διδάσκουν τη χάρη της απλότητας μέσα από τις λιτές γραμμές μιας ιστορίας και μιας εικονογράφησης που δε χρειάζονται περιττά στολίδια για να μπορέσουν να βρουν κατευθείαν στόχο στις καρδιές των μικρών αναγνωστών τους. Ένα εξαιρετικό βιβλίο, ικανό να ανοίξει μια χαραμάδα αλήθειας και αυτογνωσίας στο γυάλινο κόσμο άσκοπων νικών στον οποίο πολλοί από μας έχουμε εγκλωβίσει τα παιδιά μας.

Κυριακή 7 Απριλίου 2013

Lane Smith, Είναι βιβλίο

Μετάφραση: _*, Εκδόσεις Καλειδοσκόπιο, Αθήνα 2013 (από 5 ετών)




Χάρηκα όταν είδα μεταφρασμένο στα ελληνικά το Είναι βιβλίο του Lane Smith, όχι μόνο γιατί πρόκειται για ένα από αυτά τα εξαιρετικά βιβλία που ωστόσο αναρωτιέσαι αν θα βρεθεί κάποιος παράτολμος εκδότης να τα φέρει στην ελληνική αγορά, αλλά κι επειδή είναι ένα βιβλίο που πραγματεύεται τη φύση του ίδιου του βιβλίου.

Πρωταγωνιστές μια βιβλιόφιλη μαϊμού κι ένας γάιδαρος πωρωμένος με την τεχνολογία. Ο δεύτερος, με το λάπτοπ ανά χείρας, αδυνατεί να κατανοήσει τι σόι μαραφέτι είναι το βιβλίο στο οποίο είναι βυθισμένη η μαϊμού. Προσπαθεί μάλιστα να το προσεγγίσει μέσα από μια σειρά ερωτήσεις που έχουν να κάνουν με την ορολογία και τις εφαρμογές της πληροφορικής: σκρολάρω, μπλογκάρω, τουιτάρω και τα ρέστα. Η μαϊμού, πάλι, επιμένει να απαντάει μονότονα στις ερωτήσεις του πως όχι, αυτό που κρατάει είναι βιβλίο, δεν κάνει τίποτα απ’ όλα αυτά. Δεν μπαίνει ωστόσο στον κόπο να δώσει ορισμό. Το βιβλίο είναι βιβλίο, πάει και τελείωσε. Αυτό που βλέπεις, αυτό που κρατάς, φτιαγμένο από σελίδες, γεμάτο γράμματα και εικόνες. Τρανταχτή απόδειξη μια σελίδα από το Νησί των Θησαυρών, ένα κλασικό έργο που, χωρίς να προστρέξει ποτέ σε τεχνολογικά εφέ, ενθουσίασε και συγκίνησε γενιές ατέλειωτες αναγνωστών. Και λοιπόν; Αυτό είναι όλο; απορεί ο γαϊδαράκος. Κι αν ένα βιβλίο είναι πια τόσο σημαντικό, πώς και δε χρειάζεσαι κωδικούς ή ψευδώνυμα για να γίνεις κοινωνός της μαγείας του; Γεμάτος περιέργεια, πιάνει αυτό το αλλόκοτο αντικείμενο στα χέρια του. Και δεν το αφήνει ώσπου να το τελειώσει. Αν και, ακόμα και τότε, δεν είναι απόλυτα σίγουρο ότι έχει πλήρως αντιληφθεί περί τίνος ακριβώς πρόκειται…

Ένα ευφυές παιδικό βιβλίο, που μέσα από μια απλή αλλά εξαιρετικά εκφραστική και εύγλωττη εικονογράφηση κι έναν σχεδόν σχηματικό διάλογο ανάμεσα σε δυο ζωάκια με διαφορετικές καταβολές κι ενδιαφέροντα αντιπαραθέτει τον κόσμο του έντυπου βιβλίου με εκείνον των νέων τεχνολογιών. Από τη μια ο φορητός υπολογιστής, με τη σωρεία των δυνατοτήτων και των εφαρμογών, από την άλλη ένα απλό βιβλίο. Ο συγγραφέας, αποφεύγοντας συνειδητά να δώσει ορισμό του τι εστί βιβλίο, πρακτικά εξηγώντας τι ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ βιβλίο, πετυχαίνει να κινητοποιήσει τη σκέψη του αναγνώστη, να τον κάνει να αναλογιστεί από πού απορρέει η μαγεία της ανάγνωσης: το αίσθημα αναμονής που σε πλημμυρίζει καθώς τελειώνεις το διάβασμα μιας σελίδας για να πας στην επόμενη, τα αναπάντεχα παιχνίδια της αφήγησης, τις ανατροπές, τις εκπλήξεις, όλα αυτά που σε περιμένουν κρυμμένα μες στις τυπωμένες αράδες.

Σε ένα άλλο επίπεδο, εμφανής είναι ο προβληματισμός του συγγραφέα-εικονογράφου απέναντι στο φαινόμενο υπερβολικής εξοικείωσης με την τεχνολογία και της συνακόλουθης αποξένωσης από τα βιβλία. Ο γαϊδαράκος μας, για παράδειγμα, είναι κολλημένος στο φορητό υπολογιστή του, ξεμυαλισμένος με την απειρία των δυνατοτήτων που έχει μπροστά του, αλλά παντελώς αποκομμένος από τον κόσμο της ανάγνωσης. Ενδεχομένως σε κάποιο κοντινό μέλλον οι αφελείς και παντελώς εξωφρενικές ερωτήσεις του να ακούγονται εύλογες, καθώς για μια μερίδα του πληθυσμού η τάση αποξένωσης από το βιβλίο είναι ισχυρή.

Κατά τη γνώμη μου, η αντιπαράθεση των δυο κόσμων αποτελεί ψευδοπρόβλημα. Η εξέλιξη της πληροφορικής μάς έχει χαρίσει μια σειρά από εξαιρετικά ευεργετικές και χρήσιμες εφαρμογές που έχουν σημαντικά απλοποιήσει την εκδοτική διαδικασία, ενθαρρύνοντας ταυτόχρονα τη φιλαναγνωσία. Πρόβλημα συνιστά όχι η αξιοποίηση της τεχνολογίας προς όφελος της ανάγνωσης αλλά η μετάλλαξη του εργαλειακού της χαρακτήρα σε υποκατάστατο ψυχαγωγίας, παρέας, ακόμα και ζωής. Είναι βέβαια προφανές ότι το ηλεκτρονικό βιβλίο στερεί τους βιβλιόφιλους από ένα μέρος της χαράς που εισπράττουν αγγίζοντας και ξεφυλλίζοντας ένα τυπωμένο βιβλίο, ακόμα κι αφουγκραζόμενοι το θρόισμα των σελίδων του. Το ότι ο συγγραφέας παίρνει τόσο ισχυρή θέση υπέρ του έντυπου βιβλίου  συνιστά μια γραμμή άμυνας απέναντι σε μια σαρωτική, απειλητική γι’ αυτό νέα πραγματικότητα. Και πράγματι το Είναι βιβλίο, με την αφαιρετική, μινιμαλιστική λογική του, κατορθώνει τελικά να αναδείξει το αυτονόητο μιας μαγείας και την αυθεντικότητα μιας συγκίνησης που δε χρειάζονται τη συνδρομή τεχνολογικών μέσων για να λειτουργήσουν μέσα μας, αφού είναι απλά κατασκευασμένες από μια μηχανή που συνδυάζει μοναδικά λογική κι ευαισθησία, φαντασία και μεράκι: το ανθρώπινο μυαλό.    

[Και τώρα, αν μου επιτρέπετε, μια που μπλογκάρω κι εγώ εδώ και κάτι μήνες, θα ποστάρω αυτό το κείμενο, για να μπορέσετε κι εσείς να το διαβάσετε με την ησυχία σας σκρολάροντας. Ό,τι κι αν κάνουμε πάντως πληκτρολογώντας και κλικάροντας μανιασμένα, είναι σίγουρο πως θα ήταν άνευ λόγου αν δε μας είχε γεννήσει την ανάγκη αυτή ένα ακόμα υπέροχο ΒΙΒΛΙΟ.]

Για μια ματιά στα ενδότερα του βιβλίου, πατήστε εδώ.

* Η μη αναγραφή ονόματος μεταφραστή -και κατ' επέκταση επιμελητή- με προβλημάτισε αρκετά, γίνεται δε ακόμα πιο αισθητή τόσο λόγω της βαρύτητας του τίτλου όσο και επειδή πρόκεται για μια κατά τα λοιπά φροντισμένη έκδοση.

Κυριακή 31 Μαρτίου 2013

Λίνα Μουσιώνη, Ένας ασπρόμαυρος ζωγράφος

Εικόνες: Κατερίνα Βερούτσου, Μεταίχμιο, Αθήνα 2011 (από 8 ετών)




Τι προκύπτει όταν ένας ταλαντούχος φωτογράφος αιχμαλωτίζει σ’ ένα κλικ της μηχανής του τη μορφή και μαζί την καρδιά μιας πανέμορφης Αφρικανής πριγκίπισσας που λατρεύει το χρώμα; Ένα παιδί ζωγράφος φυσικά. Ένα παιδί που κουβαλάει στα γονίδιά του το καλλιτεχνικό αισθητήριο του μπαμπά, τη λατρεία της μαμάς για το χρώμα… Ή μήπως όχι; Ε, μάλλον όχι, αν κρίνουμε από την ιστορία του Ασπρόμαυρου Φίλμους, ήρωα του βιβλίου της Λίνας Μουσιώνη. Ο οποίος, σε αντίθεση με τους γονείς του, απεχθάνεται το χρώμα και ζωγραφίζει μονάχα ασπρόμαυρα. Απελπισμένη, η κυριαρχική μαμά τον τρέχει σε γιατρούς γυρεύοντας μάταια λύση στο πρόβλημα. Στο φινάλε αποδεικνύεται ότι ο μικρός έχει σε τέτοιο βαθμό μπαφιάσει από την κραυγαλέα πολυχρωμία του κόσμου που έχουν δημιουργήσει γι’ αυτόν οι γεννήτορές του ώστε επιλέγει μέσα από τις ζωγραφιές του να δημιουργήσει έναν άλλο, ασπρόμαυρο. Αυτό βέβαια που χάνουν οι τρελαμένοι γονείς μες στην πρεμούρα τους να γιατρέψουν την απέχθεια του Ασπρόμαυρου για το χρώμα είναι πως ο γιος τους είναι ένας εξαιρετικά ταλαντούχος ζωγράφος. Κι όταν κατορθώνουν να δουν πέρα από το προφανές, αφήνουν το παιδί τους να εκφραστεί με τον τρόπο του κι επιλέγουν να διοχετεύσουν τη λατρεία τους για το χρώμα σε δικές τους δημιουργικές ενασχολήσεις.

Ένα βιβλίο για τις πολλές εκδοχές της καλλιτεχνικής έκφρασης, αλλά και για τη διαφορετικότητα και το δικαίωμα ενός παιδιού να μην είναι απλώς άθροισμα ή σύνθεση αυτού που αντιπροσωπεύουν οι γονείς του. Για την υποχρέωση των τελευταίων να βάζουν κάποιες φορές τους εαυτούς τους στη θέση των βλασταριών τους, συνειδητοποιώντας ότι κι οι πιο τολμηρές νεανικές επαναστάσεις τους καταντάνε βραχνάς για τους άλλους όταν μεταλλάσσονται σε απόλυτες, επιβεβλημένες αλήθειες. Η μητέρα του Ασπρόμαυρου είναι μια επαναστάτρια που λατρεύει την περιπέτεια και το καινούριο, γι' αυτό κι επιλέγει να παντρευτεί έναν Ευρωπαίο φωτογράφο, αναζητώντας να εξερευνήσει το διαφορετικό και μαζί άγνωστες πτυχές ή δυνατότητες του ίδιου της του εαυτού οι οποίες παραμένουν εγκλωβισμένες στο ασφυκτικό περιβάλλον της ομοιογενούς πολιτιστικά κοινωνίας στην οποία έχει μεγαλώσει. Ωστόσο, όταν γίνεται μάνα, επιδιώκει να φυλακίσει το παιδί της στη δική της μοναδική αλήθεια και αισθητική, παραβλέποντας το γεγονός ότι κι εκείνο, μέσα από την άρνηση του κόσμου της, στην ουσία κάνει τη δική του επανάσταση, χαράζει το δικό του διακριτό μονοπάτι. Η επιλογή του μικρού βέβαια είναι κάπως αλλόκοτη, αφού συνήθως το ασπρόμαυρο αντιπροσωπεύει τη μονοτονία και τους περιορισμένους ορίζοντες, ενώ η πολυχρωμία ταυτίζεται με την ποικιλία, την ελευθερία, την ομορφιά. Αρκεί, όπως αποδεικνύει η περίπτωση του Ασπρόμαυρου, να μην είναι επιβεβλημένη άνωθεν.

Η συγγραφέας αφηγείται την ιστορία της με κέφι και ταξιδιάρικη διάθεση: επιλέγει για σκηνικό Αφρική και Ευρώπη, με αναφορές στα ήθη και στους πολιτισμούς τους, πλάθει χαρακτήρες με ονόματα ευφάνταστα, συχνά εμπνευσμένα από χρώματα και υλικά, συνυφασμένα με τέχνες και χώρες, αν και, ομολογώ, σε μια δυο περιπτώσεις κάπως τραβηγμένα, και καταλήγει σε ένα τέλος ανοιχτό, όπως ταιριάζει σ’ ένα κείμενο που θέλει να πρεσβεύει το δικαίωμα στην επιλογή μέσα από πολλές δυνατότητες. Το μέλλον του Ασπρόμαυρου Φίλμους προβάλλει σε τέσσερις διαφορετικές κι εξίσου αβέβαιες εκδοχές, που μας ταξιδεύουν σε διαφορετικές γωνιές του πλανήτη μας – και απ’ τις οποίες εκδοχές μονάχα η μία είναι ασπρόμαυρη. Οι άλλες τρεις διαθέτουν χρώμα, και μάλιστα έντονο, υπενθυμίζοντάς μας ότι η σπουδαία τέχνη δεν καταλαβαίνει από αισθητικούς φραγμούς κι ότι το ωραίο μπορεί να έχει πολλές εκφάνσεις, ακόμα και χρωματικές – κι εδώ νομίζω ότι διακρίνω μια νύξη στις χρωματικές περιόδους γνωστών ζωγράφων.

Η εκπληκτική εικονογράφηση της Κατερίνας Βερούτσου αποτυπώνει οπτικά την ιστορία του Ασπρόμαυρου ταξιδεύοντάς μας σε τόπους και πολιτισμούς, βουτώντας σε τέχνες και τεχνοτροπίες, όχι απλώς υπηρετώντας το κείμενο αλλά απόλυτα ταυτισμένη μαζί του. Και είναι πραγματικά αξιοσημείωτο το πώς συγγραφέας και εικονογράφος, εκκινώντας θεματικά από την ιστορία ενός ασπρόμαυρου ζωγράφου, κατορθώνουν να μας χαρίσουν μια τόσο καλειδοσκοπική αναπαράσταση του υπέροχα ετερόκλητου κόσμου μας, προτρέποντας τους μικρούς αναγνώστες να αναζητήσουν την ομορφιά και την προσωπική έκφραση μέσα από ανοιχτούς ορίζοντες και ρήξεις με πολιτιστικά θέσφατα και ακολουθώντας πολλούς και πολύ διαφορετικούς αλλά εξίσου γοητευτικούς δρόμους.
Για να δείτε εικόνες από αυτό το βιβλίο και όχι μόνο, μπορείτε να πάτε μια βόλτα από το μπλογκ της σπουδαίας Κατερίνας Βερούτσου      

Πέμπτη 28 Μαρτίου 2013

Tàssies, μου έκλεψαν το όνομά μου

Μετάφραση: Δημήτρης Ψαρράς, ΕΨΥΠΕ, Αθήνα 2011




 
Ένα συγκλονιστικό βιβλίο. Μια ιστορία σχολικού εκφοβισμού και βίας ειπωμένη σκληρά, ειλικρινά, ωμά. Ο αφηγητής είναι το θύμα: ο καλός μαθητής, το ήσυχο παιδί, εκείνος που δεν μπλέκει σε καβγάδες και φασαρίες. Στοχοποιημένος από μια ομάδα συμμαθητών του, εγκαταλειμμένος απ’ όλους –το τρομαγμένο πλήθος αυτών που δεν ανακατεύονται γενικώς, ξέρετε, εκείνων των συμπαθητικών, καλόβολων τύπων που νομιμοποιούν το έγκλημα διά της τίμιας, αξιοπρεπούς, ατσαλάκωτης σιωπής τους–, μόνος. Έχει χάσει –ή μάλλον του έχουν κλέψει– το κέφι του για το σχολείο, το κέφι του για τη ζωή, το ίδιο του το όνομα, το κατεξοχήν προσδιοριστικό στοιχείο της μοναδικότητάς του. Κι όταν στον καθρέφτη δεν αναγνωρίζει καν τον εαυτό του, η ιδέα της φυγής μέσω της αυτοκτονίας δεν απέχει πολύ από την πραγματοποίηση. Τι τον σώζει τελικά απ’ το απονενοημένο διάβημα; Εμείς. Εγώ, εσείς, κάποιοι άλλοι που ακούσαμε την ιστορία του. Που τον πονέσαμε, τον καταλάβαμε, τον αισθανθήκαμε. Που του θυμίσαμε ότι είναι άνθρωπος, ότι έχει όνομα και υπόσταση. Πάνω απ’ όλα, ότι δεν είναι μόνος.

Σκοτεινά, μουντά χρώματα από τον Tàssies, ομοιόμορφες στολές –η εκπαίδευση στην πιο ισοπεδωτική, κανονιστική εκδοχή της, ήδη εκφοβιστική από μόνη της –, κεφάλια απρόσωπα, καθώς η σουρεαλιστική επιλογή του συγγραφέα-εικονογράφου να βάλει στη θέση τους μήλα απαλείφει την προφάνεια των εκφράσεων κι επιτρέπει στα σώματα να αφηγηθούν παραστατικά την ιστορία φρίκης και μοναξιάς που βιώνει το παιδί πρωταγωνιστής. Σε δυο μονάχα περιπτώσεις βλέπουμε πρόσωπα: στη μέση περίπου του βιβλίου, όταν αποκαλύπτονται οι μορφές θύτη και θύματος, και στο τέλος, όταν ο αφηγητής, ύστερα απ’ την εξομολόγησή του σε μας, μας απευθύνεται επιτέλους ανακουφισμένος τείνοντάς μας χείρα γνωριμίας. Στο προηγούμενο μόλις δισέλιδο έχει αποτυπωθεί εικαστικά η σκέψη του να αυτοκτονήσει. Λόγια εγκλωβισμένα σ’ ένα μικρό λευκό παραθυράκι - το κενό που χάσκει απειλητικό και άγνωστο μπροστά στα μάτια του. Αντιστρέφοντας την οπτική, απ’ τη δική μας πλευρά ιδωμένο, το ίδιο αυτό παραθυράκι φαντάζει ένα κομμάτι ελεύθερης ανάσας, μια στάλα ουρανού. Κι είναι αυτή η διαφορετική οπτική των πραγμάτων που του προσφέρουμε η οποία σώζει τελικά τον επίδοξο αυτόχειρα.                                   

                                     

Συνήθως δεν καταθέτω προσωπικές σκέψεις, πολλώ δε μάλλον ηθικοδιδακτικού χαρακτήρα, όταν παρουσιάζω βιβλία. Κι ούτε με θεωρώ κατάλληλη να μιλήσω για τη σχολική βία και τον εκφοβισμό. Οι εμπειρίες μου απ’ την εκπαίδευση είναι απειροελάχιστες και μακρινές, τα δε παιδιά μου είναι ακόμη μικρά. Θέλω απλώς να σταθώ σε αυτό το χιλιοειπωμένο ότι σε μεγάλο βαθμό για το πρόβλημα ευθύνεται η κοινωνία στην οποία ζούμε. Δε διαφωνώ. Αυτό ωστόσο που βολικά ξεχνάμε όλοι μας είναι ότι αυτή η ρημάδα η κοινωνία στην οποία με τόση άνεση φορτώνουμε καθετί στραβό είμαστε εμείς οι ίδιοι και κύτταρό της οι δικές μας οικογένειες. Ανήκοντας σε μια γενιά γονιών που ήδη από τη νιότη της δε φημίστηκε για τις επαναστάσεις και τις ρήξεις της αλλά πάσχισε απελπισμένα και μάλλον άχαρα να ταυτιστεί με τσιτάτα και συνθήματα άλλων εποχών, τη βλέπω με θλίψη να ποτίζει τα παιδιά της με το ίδιο δηλητήριο που φαρμάκωσε και τη δική της παιδικότητα. Μασκαρεύοντας τη δική της μετριότητα και απαιδευσιά πίσω από κορνιζαρισμένα πτυχία. Αποδίδοντας κάθε ήττα ή αποτυχία της στις παθογένειες του επάρατου συστήματος. Φορτώνοντας κάθε απωθημένο όνειρό της στα δύσμοιρα παιδιά της. Μανάδες που παρηγορούνται για όλους τους συμβιβασμούς της ζωής τους παίρνοντας εκδίκηση απ’ το σύμπαν μέσω του νταή γιου. Ανασφαλείς πατεράδες που μετράνε το αντριλίκι του παιδιού τους ανάλογα με τις φάπες με τις οποίες ο λεβέντης τους φιλοδώρησε πλάσματα πιο αδύναμα απ’ αυτόν. Άνθρωποι ανεκτικοί ως εκεί που αντέχει ο καθωσπρεπισμός τους. Δημοκρατικοί και προοδευτικοί ως εκεί  που κυριαρχεί η δική τους μοναδική άποψη. Άνθρωποι που κατά βάθος προτιμάνε να είναι το παιδί τους «κωλόπαιδο παρά ευαίσθητο».
 
Προ ημερών είχαμε εθνική γιορτή, κι εμένα πάντα τέτοιες μέρες με πιάνει μελαγχολία, γιατί σκέφτομαι τα γελοία δράματα που παίζονται στα ανά την Ελλάδα σπίτια για το ποιος θα κρατήσει τη σημαία. Είμαι σίγουρη ότι όλοι έχετε ακούσει ιστορίες απύθμενου μίσους μεταξύ συμμαθητών που κάποτε φτάνουν στη στοχοποίηση και στη βία λόγω μικροδιαφορών στις σχολικές βαθμολογίες τους. Με υποβολέα πάντα μια υστερική μάνα ή έναν μονομανή πατέρα. Με αναφορά όχι την προσωπική επιλογή, ιδιαιτερότητα ή μοναδικότητα αλλά τον εξοβελισμό του όποιου τυπικά ή συμπτωματικά «καλύτερου» άλλου.

Δε θέλω να συνεχίσω. Μια κουβέντα μόνο: Το πρόβλημα με τη βία, ψυχολογική, σωματική, δεν ξέρω τι άλλο, είναι ότι παράγει βία. Κι όταν αφήνεις/προτρέπεις/βάζεις το παιδί σου, έστω κι ασυνείδητα, έστω και με, υποτίθεται, τις πιο αθώες προθέσεις, έστω και για λόγους «αυτοάμυνας», για  να το γλιτώσεις από τα χειρότερα, να παίξει στο δίπολο θύμα-θύτης, στην πραγματικότητα ποτέ δεν ξέρεις πού θα κάτσει η μπίλια, αν όχι τώρα, πάντως κάποια στιγμή στο μέλλον.

Τρίτη 19 Μαρτίου 2013

Χριστίνα Φραγκεσκάκη, Μαραλά, η μάνα των παραμυθιών

Εικονογράφηση: Κατερίνα Χαδουλού, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2013 (από 5 ετών)

 
 
 
Ένα βιβλίο για τον τρόπο που ήρθαν στον κόσμο οι ιστορίες, για το πέρασμα από το μύθο στην αφήγηση, από τον προφορικό λόγο στον γραπτό.
Μια ιστορία που ξεκινάει τον πολύ παλιό καιρό, σε μια εποχή σκοτεινή και μαζί μυθική, με πρωταγωνίστρια μια γυναίκα συνομήλικη της γης, τη Μαραλά. Το όνομά της συρραφή από ήχους, χωρίς κάποιο συγκεκριμένο νόημα. Η Μαραλά, μορφή πρωτόγονη και μαζί μαγική, σχεδόν σαμανική, αρχετυπική και πανανθρώπινη, φαίνεται να συμπυκνώνει μες στη μοναξιά της κάθε ανθρώπινη γνώση, κάθε ανθρώπινη ιστορία. Οι χαρακιές στο πρόσωπό της δηλωτικές της ηλικίας της, παρόμοιας με την ηλικία της ίδιας της γης. Συνυφασμένες με τις χαρακιές στο πρόσωπο της γης, αλλά και με τις βαθιές αυλακιές της ανθρώπινης μνήμης. Η συλλογική μνήμη και γνώση προσωποποιημένη.
Η Μαραλά επικοινωνεί με τη φύση, δίνει και παίρνει απ’ αυτή, έχοντας αναπτύξει με τα πλάσματά της μια σχέση βαθιάς αγάπης και τρυφερότητας. Οι άνθρωποι λείπουν απ’ τη ζωή της, ως τη μέρα που ο σκληρός πάγος της μοναξιάς σπάει απ’ τον αιφνίδιο ερχομό ενός κοριτσιού με κόκκινα μαλλιά. Το κόκκινο χρώμα των μαλλιών της σηματοδοτεί την ορμή της νιότης, αλλά και τη θέρμη, τη ζεστασιά που λιώνει τους πάγους οι οποίοι κρατούν τους ανθρώπους μακριά τον ένα απ’ τον άλλο, φέρνοντας ταυτόχρονα τον κόσμο ολόκληρο προ των πυλών μιας νέας εποχής. Η ώρα που εμφανίζεται το κορίτσι, όταν χαράζει η μέρα, είναι κι αυτή δηλωτική της έλευσης του καινούριου κι ελπιδοφόρου. Αλλά και τ’ όνομά της, Ροδινή, σε αντίθεση με το όνομα της Μαραλά, δεν είναι ένα απλό άθροισμα συλλαβών κενών νοήματος, μα προϊόν λογικής διεργασίας και αιτιακών συνδέσεων, προσδιοριστικό του χρόνου του ερχομού της.
Η συνάντηση της Μαραλά με τη Ροδινή θα αποτελέσει την αφετηρία μιας περιόδου αρμονικής συνύπαρξης και μαθητείας. Η απερχόμενη γενιά μεταδίδει τη γνώση της στη νεότερη κι εκείνη την εξελίσσει, την ίδια ώρα που το πανανθρώπινο αρχίζει να μπολιάζεται με το ατομικό. Μ’ αυτό τον τρόπο οι παλιές ιστορίες της γριάς αποκτούν σταδιακά μέσ’ απ’ τα χέρια της μικρής πλέξη, ύφανση, από ήχοι γίνονται γράμματα, από σκόρπιοι μύθοι μεταλλάσσονται σε καταγεγραμμένες αφηγήσεις. Η Ροδινή θα είναι εκείνη που θα αναλάβει και το δύσκολο έργο της διασποράς των ιστοριών της Μαραλά σ’  όλο τον κόσμο. Στο εγχείρημά της δε θα είναι μόνη. Πουλιά κι αέρηδες, δέντρα και λουλούδια, οι παλιοί φίλοι της γριάς Μαραλά, θα τη συνδράμουν. Μάλλον γιατί στις ανά τον κόσμο ιστορίες αναγνωρίζουν πάντα την κοινή μακρινή καταγωγή, την αρχέγονη μήτρα που τις γέννησε όλες.
Γοητευτικό κείμενο, που με ποιητική διάθεση επιχειρεί να μυήσει τα παιδιά στις απαρχές της αφήγησης και της γραφής. Χωρίς εμμονική χρήση των συμβολισμών, ούτε διάθεση για ιστορικές αναδρομές και καταγραφές. Με μια ύφανση η οποία έχει πετύχει να συνδυάσει τις αδρές γραμμές του μύθου με την τολμηρή εικονοποιία, τη λιτότητα των συμβόλων με την ποίηση των λέξεων. Και είναι συχνά αυτές οι λέξεις που γίνονται οι γέφυρες οι οποίες μας γλιτώνουν από κακοτοπιές και γκρεμούς, οδηγώντας μας πέρα από ανυπέρβλητα εμπόδια που θα ‘βαζε στο δρόμο μας μια ρεαλιστική, μίζερα πραγματιστική αφήγηση. Οι λέξεις, που, ειπωμένες ή γραμμένες, δεν έχουν πάψει μέσα στο πέρασμα του χρόνου να κουβαλάνε κάτι από τη μαγεία και το αρχέγονο μυστήριο των προαιώνιων καιρών, της εποχής που ζούσε η γριά μάνα των παραμυθιών.
Άλλωστε, για να γράψει κανείς ένα βιβλίο σαν κι αυτό, μάλλον θα πρέπει να έχει θητεύσει κι ο ίδιος με κάποιον τρόπο στο μεγάλο σχολείο της Μαραλά. Και να πιστεύει βαθιά ότι και το δικό του υφαντό από λέξεις δεν είναι άλλο από μιαν ακόμα εκδοχή κάποιας απ’ τις ιστορίες που χώρεσαν κάποτε στο σακούλι της μικρής Ροδινής για να αποικίσουν ύστερα ολόκληρο τον κόσμο.

Σάββατο 2 Μαρτίου 2013

Παναγιώτα Πλησή, Δεν είμαι τέρας, σου λέω!

Εικονογράφηση: Σοφία Παπαδοπούλου, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2011 (από 9 ετών)

 

Σας έτυχε ποτέ να σας δώσουν παιδί με οδηγίες χρήσης; Αν όχι, δείτε τι συνέβη στην ηρωίδα της Παναγιώτας Πλησή που από τη μια στιγμή στην άλλη βρέθηκε να φροντίζει το γιο του γείτονα, ο οποίος της έδωσε μεν το σχετικό τεφτέρι με τις οδηγίες, μόνο που αυτή, αφηρημένη ούσα, το ξέχασε σε μια τσέπη. Αποτέλεσμα: χρειάστηκε να ανακαλύψει ολομόναχη, από μέρα σε μέρα και χωρίς τη βοήθεια manual, ένα παιδί αλλιώτικο από τ’ άλλα. Ένα αγόρι που δεν καταλαβαίνει από μεταφορικές εκφράσεις, δεν του αρέσουν οι εκπλήξεις και οι αλλαγές, δε θέλει να το πιάνουν, μιλάει με τις ώρες για το ίδιο θέμα χωρίς να βάζει πουθενά τελεία, προτιμάει τη μοναξιά από τους φίλους και δυσκολεύεται να μιλήσει για τα συναισθήματά του. Αλλά κι ένα αγόρι που λατρεύει την τάξη, είναι συνεπές στις συμφωνίες του, διαθέτει εκπληκτική μνήμη και αφοπλιστική –έως και ενοχλητική– ειλικρίνεια. Αυτός είναι ο Αγάπιος, ένα παιδί με σύνδρομο Άσπεργκερ, που, ακούσια, θα αναστατώσει την καθημερινότητα της αφηγήτριας Παναγιώτας, θα της δημιουργήσει φασαρίες στη δουλειά της και θα τη φέρει αρκετές φορές αντιμέτωπη με οριακές καταστάσεις.
Το βιβλίο, γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο, είναι ένα ταξίδι γνωριμίας με το σύνδρομο δίχως manual και επιστημονικές εξηγήσεις. Μια βουτιά στον κόσμο του Αγάπιου χωρίς δίχτυ ασφαλείας, με μόνο οδηγό την καθημερινότητα που μοιράζεται η αφηγήτρια με τον φιλοξενούμενό της διανθισμένη με ικανή δόση χιούμορ. Χωρίς πάντως καμία διάθεση για μελόδραμα ή για διδακτισμό. Και με την -έστω σταδιακά επερχόμενη- επίγνωση ότι πρόκειται για μια κατάσταση που ήρθε για να μείνει με όλα τα κακά της αλλά και τα καλά της. Η εικόνα του μικρού συμπληρώνεται σαν ένα παζλ, κομμάτι το κομμάτι, από σελίδα σε σελίδα, κάποτε απρόβλεπτα, κάποτε τυχαία, κάποτε με ελλείψεις και κενά. Κι όπως ακριβώς ένα κομμάτι του παζλ στη λάθος θέση μπορεί να χαλάσει την αρμονία του συνόλου, έτσι και μια λάθος κίνηση απ’ την πλευρά του περιβάλλοντός του μπορεί να καταστρέψει άρδην ακόμα και την πιο γαλήνια στιγμή του Αγάπιου.
Αν και το κείμενο φαντάζει πλασμένο με απλά υλικά, είναι εντυπωσιακή η σαφήνεια με την οποία μια σειρά από επιλογές της συγγραφέα υπηρετούν τις προθέσεις της: Έτσι, για παράδειγμα, το πρόσωπο της αφηγήτριας, της Παναγιώτας, φιλοτεχνημένο με έντονα χιουμοριστική και αυτοϋπονομευτική διάθεση, λειτουργεί ως αντίρροπη, εξισορροπητική δύναμη απέναντι στο χαρακτήρα του Αγάπιου. Αν την κοιτάξουμε προσεκτικά, διαπιστώνουμε ότι η Παναγιώτα δεν είναι κι ο πιο συνηθισμένος άνθρωπος του κόσμου: διαθέτει κάμποσες παραξενιές, όχι αντίστοιχες με εκείνες του φιλοξενούμενού της, πάντως αξιοσημείωτες: δουλεύει τα Σαββατοκύριακα και κάθεται τις καθημερινές, γράφει ποιητικές συλλογές για φάλαινες και ελέφαντες, φοράει αστεία παντελόνια, είναι αρκετά αφηρημένη. Έτσι, η Παναγιώτα αποδεικνύεται ιδανική στο να κατανοήσει, έστω και σταδιακά, και να δεχτεί τη διαφορετικότητα του παιδιού, ενώ η αφηρημάδα της και ο φευγάτος χαρακτήρας της ενισχύουν το κάπως τραβηγμένο εύρημα στο οποίο στηρίζεται όλη η πλοκή: την απώλεια του χαρτιού με τις οδηγίες. Ταυτόχρονα, μέσα από τις παραξενιές της ηρωίδας της, η συγγραφέας έχω την αίσθηση ότι θέτει, έστω και έμμεσα αλλά πάντως εύγλωττα, το ερώτημα περί του τι εστί φυσιολογικό, κανονικό, σύνηθες, νορμάλ. Είναι άραγε μόνο ο Αγάπιος περίεργος και διαφορετικός; Όλοι εμείς οι υπόλοιποι είμαστε εντελώς κανονικοί και πανομοιότυποι;
Αντίστοιχα, τα αφηγηματικά και υφολογικά χαρακτηριστικά του κειμένου ορίζονται από τις ιδιαιτερότητες του Αγάπιου. Έτσι, η αφήγηση είναι παρατακτική, χωρίς εξάρσεις και τρομερές εκπλήξεις. Τα γεγονότα διαδέχονται το ένα το άλλο χωρίς υποκείμενες αιτιακές συνδέσεις, αφού κάτι τέτοιο ούτε στο χαρακτήρα του Αγάπιου ταιριάζει ούτε θα υπηρετούσε τη συγγραφική πρόθεση που έχει να κάνει με την αποτύπωση των χαρακτηριστικών ενός παιδιού με σύνδρομο Άσπεργκερ. Στην ιστορία μας εξάλλου όλα, όπως τονίζει η συγγραφέας, ξεκινάνε απ’ την αρχή, έχουν δηλαδή μια κανονική, γραμμική πορεία. Επιπλέον, «Μετά το Σάββατο έρχεται πάντα η Κυριακή», όπως σπεύδει να μας ενημερώσει ένας τίτλος κεφαλαίου. Στον κόσμο του Αγάπιου, βλέπετε, δε χωράνε άλλες επιλογές πέρα από τις απολύτως συνήθεις και προδιαγεγραμμένες. Όλα ακολουθούν πιστά ένα πρόγραμμα, μια αναμενόμενη, προκαθορισμένη σειρά.
Κι όλα αυτά χωρίς ούτε μια φορά να γίνει ευθεία αναφορά στο σύνδρομο. Υπάρχει μόνο μια στιγμή που η αφήγηση πάει να κάνει την έκπληξη, που τα χαρτιά ανοίγουν και τα πράγματα πάνε να ειπωθούν με τ’ όνομά τους. Μόνο που κι αυτό γίνεται σ’ ένα τοπίο πέρα από την πραγματικότητα. Στον κόσμο του ονείρου. Εκεί που η αφηγήτρια μπορεί να εκφράσει απρόσκοπτα και χωρίς λογοκρισία τις απορίες της. Εκεί που ο Αγάπιος μπορεί να μιλήσει ανοιχτά για τους φόβους του. Εκεί που ακόμα κι οι μισές ψήφοι μετράνε κι η όποια σκέψη, έστω και πικρή, γίνεται να διαγραφεί αυτοστιγμεί με το πέρασμα απ’ τον ύπνο στον ξύπνο.
Αλλά και σ’ αυτή την περίπτωση το ερώτημα «Αγάπιε, είσαι τέρας;», αν και θα απαντηθεί, έστω και με παράδοξο τρόπο, μένει μετέωρο ως το φινάλε. Ένα φινάλε που δεν είναι ούτε  εντυπωσιοθηρικό, ούτε εφετζίδικο, ούτε δακρύβρεχτο ή ευτυχές. Οι ισορροπίες αποκαθίστανται και η αποχώρηση του παιδιού από το σπίτι της Παναγιώτας είναι ήπια, ανώδυνη, μέρος μιας προγραμματισμένης διαδικασίας. Κανένα θαύμα δεν καραδοκεί πουθενά. Καμιά μαγική λύση δεν περιμένει στη γωνία. Ο Αγάπιος δε θεραπεύεται, δεν αλλάζει, δε γίνεται κάτι άλλο από αυτό που ήδη έχουμε γνωρίσει.
Όσο για μας, υπονοεί τελικά το βιβλίο, αν κάτι μπορούμε να προσφέρουμε στον Αγάπιο και στον κάθε Αγάπιο που θα βρεθεί στο δρόμο μας, αυτό είναι η επιλογή μας να τον αποδεχτούμε όπως ακριβώς είναι. Χωρίς κλάψες, χωρίς ελεήμονα ή «φιλάνθρωπη» διάθεση. Αλλά με τον ίδιο τρόπο που αξιώνουμε κι οι ίδιοι απ’ αυτόν να δεχτεί εμάς, τους τόσο αλλόκοτους, διαφορετικούς κι ακαταλαβίστικους.