Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2018

Μάκης Τσίτας, Και βγάζω το καπέλο μου...


Εικονογράφηση: Ντανιέλα Σταματιάδη, Κόκκινη Κλωστή Δεμένη, Πάτρα 2018



Πολλές και πολύ ενθουσιώδεις κριτικές έχουν γραφτεί το τελευταίο διάστημα για το Και βγάζω το καπέλο μου…, το βιβλίο που έγραψε ο Μάκης Τσίτας, εικονογράφησε η Ντανιέλα Σταματιάδη και εξέδωσε η Κόκκινη Κλωστή Δεμένη. Και δικαίως, καθώς, πράγμα όχι εντελώς αυτονόητο, πρόκειται για ένα βιβλίο που δικαιολογεί και με το παραπάνω τα διθυραμβικά σχόλια που το συνοδεύουν: τολμηρό χωρίς να είναι μελοδραματικό, ανατρεπτικό χωρίς να εκβιάζει τις εντυπώσεις, λιτό κι απέριττο όπως κάθε έργο που έχει επίγνωση της αρτιότητάς του. Κι επιπλέον, ένα βιβλίο που μας αναγκάζει να σκεφτούμε με σοβαρότητα ζητήματα ουσιώδη, που έχουν να κάνουν με τα όρια, τις θεματικές και τη διαχείρισή τους.

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή: Ένας κύριος για τον οποίο δεν ξέρουμε και πολλά -βοηθούν σε αυτό το καπέλο, τα γυαλιά, το κασκόλ και το παλτό του– ξεκινάει για την πρωινή του βόλτα. Καταλήγει σε ένα πάρκο, όπου προθυμοποιείται να παίξει με μια ανέμελη παρέα μικρών παιδιών. Για τη χαρά του παιχνιδιού, γίνεται ο κακός λύκος στο «Λύκε, λύκε, είσαι εδώ;», το παιχνίδι που παίζουν εκείνη την ώρα τα παιδιά. Μόνο που στην πορεία, κι ενώ βήμα βήμα, χάριν και πάλι του παιχνιδιού, εγκαταλείπει τη μεταμφίεσή του, αποδεικνύεται πως ο καλόβολος κύριος είναι όντως ο κακός λύκος του παραμυθιού που θέλει να βλάψει τα παιδιά. Ευτυχώς για κείνα, συλλαμβάνεται πριν τους κάνει κακό. Αφήνοντας όμως πίσω τη μεταμφίεση, που εν είδει σκυτάλης θα παραλάβει κάποιος άλλος λύκος…

Τολμηρό το θέμα, δύσκολο και άβολο. Ξεπερνώντας ωστόσο τα στεγανά του όποιου εύπεπτου διδακτισμού, ο συγγραφέας στήνει χωρίς πολλά λόγια μια ιστορία πολυεπίπεδη και ευφυή, που υποδηλώνει μακρά θητεία στη γραφή και βαθιά γνώση της αφήγησης και των κανόνων της. Γιατί, σε πείσμα της αφελούς εντύπωσης ότι είναι πανεύκολο να γράψεις μια σύντομη ιστορία γαντζωμένος με νύχια και με δόντια από ένα εύρημα ή προεκτείνοντας περίπου εκβιαστικά μια σχηματική πλοκή ως το αναγκαίο ηθικό δίδαγμα, ο Τσίτας κατορθώνει μέσα σε λιγοστές γραμμές να στήσει μια πυκνή και συναρπαστική πλοκή: πατώντας στην παραμυθική παράδοση, αλλά διαχειριζόμενός την αριστοτεχνικά μέσα από το σταδιακό πέρασμα από τη φωτεινή, ανέμελη αρχή στο σκοτεινό, ζοφερό φινάλε· προλαβαίνοντας να μας χαρίσει μια διπλή ανατροπή – την πρώτη με την αποκάλυψη της ταυτότητας του λύκου, τη δεύτερη με την παράδοση της σκυτάλης στον επόμενο, αφήνοντας ορθάνοιχτο το τέλος της ιστορίας του· βάζοντας τον άφαντο ως εκείνη τη στιγμή παντογνώστη αφηγητή του να παρέμβει με έναν ανέμελο αυτοσαρκασμό από το πουθενά για να μας δηλώσει πως ξεχάστηκε τελείως και δε μας ενημέρωσε εγκαίρως πως ο κυριούλης με την καμπαρτίνα είναι τελικά ο γνωστός κακός λύκος των παραμυθιών· και, τελικά, μιλώντας για το απολύτως υπαρκτό κακό χωρίς να ζαχαρώνει τα λόγια του, με τόλμη αλλά και υποδόριο χιούμορ, δίχως να σπέρνει τον πανικό ή να εκβιάζει διδαχές και στρογγυλές λύσεις.

Η Ντανιέλα Σταματιάδη, από την πλευρά της μας χαρίζει μια εκπληκτική από κάθε άποψη εικονογράφηση. Ατμοσφαιρική και ελλειπτική, τόσο ώστε να μην αποκαλύπτει ό,τι το κείμενο επιμένει να μας κρύβει. Αλλά και τολμηρά υπαινικτική, χρωματίζοντας εμφατικά, για να μην πω κραυγαλέα, ό,τι οι λέξεις αποσιωπούν, ή έστω λένε μισό. Μια εικονογράφηση όχι απλώς ωραία, αλλά σε ανοιχτό διάλογο με το κείμενο, το οποίο συμπληρώνει και σχολιάζει ευφυώς.


Λέγοντας πως το Και βγάζω το καπέλο μου… είναι απλώς ένα τολμηρό και εξαιρετικά ενδιαφέρον από θεματική άποψη εικονογραφημένο βιβλίο, το αδικούμε κατάφωρα, αφού έτσι θα παραβλέψουμε την άρτια δομή του και την ευφυή αφηγηματικά και εικονογραφικά διαχείρισή του. Που, νομίζω, ανεβάζει τον πήχη ψηλά. Και αποδεικνύει πως κάθε βιβλίο, ανεξαρτήτως έκτασης, μπορεί να είναι απλή αλλά και διόλου απλοϊκή υπόθεση.


Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2018

Jean-Pierre Siméon - Olivier Tallec, Να ένα ποίημα που γιατρεύει ψάρια


Μετάφραση: Αργυρώ Πιπίνη, Μικρή Σελήνη, Αθήνα 2018



Ο μικρός Άρθουρ φοβάται πως το ψάρι του ο Λίον βαριέται τόσο πολύ ώστε θα πεθάνει από πλήξη και βάζει σκοπό να το γιατρέψει. Η βιαστική μαμά του, όταν ζητά τη συμβουλή της, του απαντά πως ένα ποίημα θα ήταν μια χαρά γιατρικό. Τι όμως είναι ποίημα; αναρωτιέται ο Άρθουρ και, μια κι η μαμά είναι ήδη φευγάτη και το σπίτι του δε μοιάζει ικανό να δώσει ικανοποιητική απάντηση στο ερώτημά του, βγαίνει στη γειτονιά κι αρχίζει να ρωτά από δω κι από κει. Κάπως έτσι ξεκινά το Να ένα ποίημα που γιατρεύει ψάρια, ένα υπέροχο βιβλίο που μας χάρισε πριν από λίγες μέρες η Μικρή Σελήνη, σε ευρηματικό, ποιητικό κείμενο του Jean-Pierre Siméon, ντυμένο με τις πανέμορφες εικόνες του Olivier Tallec και μεταφρασμένο άψογα από την Αργυρώ Πιπίνη. 

Πολύ κόσμο ρωτάει στη βόλτα του ο Άρθουρ, με πρώτο και καλύτερο τον μονίμως ερωτευμένο Λολό, τον ιδιοκτήτη του ποδηλατάδικου, που όχι, δεν απαντά στον μικρό πως «η ποίησις είναι ανάπτυξι στίλβοντος ποδηλάτου», αλλά ταυτίζει το ποίημα με την απέραντη ευτυχία του ερωτευμένου. Η κυρία Ροντύ, η φουρνάρισσα, πάλι, έχει άλλη άποψη, το ίδιο κι ο γερο-Μαχμούντ από την έρημο κι ο Αριστοφάνης το καναρίνι: για καθέναν από αυτούς το ποίημα κρύβει τη μυστική νοστιμιά, την κρυφή ένταση, το απωθημένο όνειρο της δικής τους μοναδικής εμπειρίας, της δικής τους ανάγκης κι επιθυμίας. Αν για τους μη ειδικούς η ποίηση ορίζεται με βάση το βίωμα, για την κάπως πιο θεωρητική γιαγιά του μικρού η ποίηση είναι εκείνη που με τρόπο μαγικό γυρίζει τις λέξεις τα μέσα έξω, μεταμορφώνοντας τον κόσμο. Και για τον ποιητή; Τι πάει να πει ποίημα για εκείνον που το γράφει; Ποιος άραγε ξέρει… Και ποιος ακόμα γνωρίζει αν κι ο ίδιος ο ποιητής έχει επίγνωση της ποιητικής του ιδιότητας… Ή πόσο παράδοξα μπορεί να είναι τα υλικά που επιστρατεύει - πόσο ποιητική, λόχου χάρη, μπορεί να είναι ακόμα κι η ίδια η σιωπή... Γιατί, τελικά, όσο υποκειμενικό ζήτημα είναι η προσέγγιση της ποίησης από την πλευρά του αναγνώστη, άλλο τόσο προσωπική, βιωματική και μοναδική είναι κι η ίδια η ποιητική έκφραση. Το ποίημα, λέει ο Γιώργος Σεφέρης, «μην το καταποντίζεις στα βαθιά πλατάνια/ θρέψε το με το χώμα και το βράχο που έχεις», κι αυτό μοιάζουν να το ξέρουν πολύ καλά όλοι οι συνομιλητές του Άρθουρ. Ακόμα κι ο άρρωστος φίλος του, το ψάρι του ο Λίον.

Ο Olivier Tallec ντύνει το κείμενο του Siméon με μπόλικο χρώμα και άφθονη φαντασία. Έντονες αποχρώσεις, ονειρικά τοπία, σουρεαλιστικές εικόνες, ζωηρές χρωματικές αντιθέσεις από σαλόνι σε σαλόνι αποτυπώνουν τη μοναδική άποψη καθενός από τα πρόσωπα που συμβουλεύεται ο Άρθουρ, και μαζί τις καταβολές τους, τα όνειρα, τις επιθυμίες τους, την ψυχική τους κατάσταση, τονίζοντας, κραυγάζοντας μάλλον, την ομορφιά του κόσμου, της δημιουργίας και, κυρίως, της σύνθεσης πολλών διαφορετικών οπτικών ικανών να κάνουν απτό, κατανοητό, οικείο και στον μικρό και στον μεγάλο αναγνώστη το μεγάλο μυστήριο της ποιητικής δημιουργίας. Γιατί το Να ένα ποίημα που γιατρεύει ψάρια είναι ένα βιβλίο χωρίς ηλικιακές ταμπέλες και όρια. Όπως, νομίζω, κάθε ωραίο βιβλίο.