Δευτέρα, 30 Οκτωβρίου 2017

David Litchfield, Ο Αρκούδος και το Πιάνο



Μικρή Σελήνη, Αθήνα 2017




Τα δάση είναι τόποι θαυμάτων. Μικρών και μεγάλων. Σαν κι αυτό που συντελείται όταν το αρκουδάκι που πρωταγωνιστεί στο βιβλίο για το οποίο γράφω σήμερα συναντιέται καταμεσής του δάσους με ένα αλλόκοτο αντικείμενο: ένα πιάνο. Μαγεμένο από τον ήχο του, αρχίζει να το περιεργάζεται και, μέρα με τη μέρα, χρόνο με τον χρόνο, να ανακαλύπτει τα μυστικά του και να ξεδιπλώνει το ταλέντο του. Αυτό το ταλέντο που, αφού κάνει τον μεγάλο πια αρκούδο διάσημο στο δάσος, θα τον οδηγήσει στη μεγάλη πόλη, όπου θα ανακαλύψει καινούριες μουσικές, καινούριες εικόνες και έναν άλλο κόσμο. Και θα γίνει ακόμα πιο διάσημος. Ως την ημέρα που η νοσταλγία θα τον ξαναφέρει στο δάσος, με την καρδιά γεμάτη λαχτάρα κι αγωνία: Άραγε οι φίλοι του θα τον θυμούνται ακόμα; Ή μήπως θα έχουν θυμώσει μαζί του και δε θα θέλουν να τον ξαναδούν;  

Ένα εικονογραφημένο βιβλίο του David Litchfiled που απλώς λάτρεψα για τα πάντα: Για την αβίαστη αφήγησή του που με απλότητα περιγράφει τη συγκλονιστική συνάντηση του μικρού, ανυποψίαστου παιδιού με το κρυφό του ταλέντο, αυτό που αποκαλύπτεται στα πιο αναπάντεχα μέρη, στις πιο απίθανες στιγμές, φτιάχνοντας μες στο μυαλό του νέου ανθρώπου κόσμους, γεννώντας του επιθυμίες για ταξίδια και μια ακατανίκητη ανάγκη να ακολουθήσει τα όνειρά του. Για την τρυφερότητα με την οποία περιγράφει τη νοσταλγία του αρκούδου για τον τόπο του όταν πια γίνεται διάσημος, αλλά και τη συνάντησή του με τους παλιούς του φίλους, χωρίς απατηλά και διχαστικά ψευτοδιλήμματα του τύπου «φιλία ή δόξα», «πατρίδα ή ξενιτιά». Οι φίλοι οι αληθινοί, λέει ο Litchfield, θα είναι πάντα εκεί να μας περιμένουν, θα χαίρονται με τη χαρά μας, θα γιορτάζουν την επιτυχία μας. Δε θα σταθούν εμπόδιο αλλά αθόρυβοι αρωγοί στα όνειρά μας. Τι πιο απενοχοποιητικό, τι πιο αισιόδοξο κι ελπιδοφόρο θα μπορούσε να πει κανείς για να δώσει φτερά σε ένα παιδί;

Κι όλα αυτά δοσμένα μέσα από υπέροχες εικόνες με έντονο το στοιχείο του βάθους, όπου η μυστηριακή μαγεία του δάσους εναλλάσσεται με τα λαμπερά φώτα και τις πολυάνθρωπες σκηνές της μεγάλης πόλης, εκεί που η ζωή του διάσημου αρκούδου αποκτά κινηματογραφικές διαστάσεις. Στα δυο τελευταία σαλόνια ειδικά, το δάσος, ντυμένο με λάμψεις φωτός, μετατρέπεται σε ένα αέναο σκηνικό θαυμάτων, έναν τόπο συνάντησης της παλιάς και της νέας ζωής του αρκούδου, υπό τη στοργική σκέπη του εκκωφαντικού ταλέντου και της βαθιάς, αληθινής φιλίας.

Ένα υπέροχο εικονογραφημένο βιβλίο από τη Μικρή Σελήνη, έναν εκδοτικό οίκο που, σε δύσκολους καιρούς, μας εντυπωσιάζει με τις προσεγμένες και πλήρεις ουσίας επιλογές του.   

Τετάρτη, 25 Οκτωβρίου 2017

Γιώργος Παναγιωτάκης, Λέσχη Αλλόκοτων Πλασμάτων, Βιβλίο 1, Το μυστικό καταφύγιο

Εικονογράφηση: Μυρτώ Δεληβοριά, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2017






Πάντα όταν διαβάζω το πρώτο από μια σειρά βιβλίων σκέφτομαι πόσο ιδιαίτερη διαδικασία πρέπει να συνιστά η συγγραφή του: Πώς άραγε θα μπορέσει ο συγγραφέας να συστήσει τους χαρακτήρες του στο κοινό του, να στήσει πειστικά το σκηνικό του, χωρίς παράλληλα να χάσει το τρένο της δράσης; Ο Γιώργος Παναγιωτάκης, στο πρώτο βιβλίο της σειράς Λέσχη Αλλόκοτων Πλασμάτων που κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες κατορθώνει να αποφύγει αυτό τον σκόπελο, καθώς χαρακτήρες και πλοκή συναντιούνται μέσα από ένα δυναμικό ξεκίνημα καταιγιστικής δράσης, που μάλιστα κατορθώνει να αιχμαλωτίσει διπλά το ενδιαφέρον μας: από τη μια κάνοντάς μας να θέλουμε να μάθουμε τι θα γίνει στη συνέχεια, από την άλλη χτίζοντας βήμα βήμα τις προσωπικότητες των κεντρικών ηρώων, δίνοντάς μας στοιχεία για το παρελθόν τους και συστήνοντάς μας με τον χώρο της δράσης.

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή: η ιστορία περιστρέφεται γύρω από τις περιπέτειες μιας ομάδας παιδιών με παράδοξες –και άσχετες μεταξύ τους– ιδιότητες, που στέλνονται σε ένα πολύ ιδιαίτερο σχολείο το οποίο θα τα βοηθήσει να τις καλλιεργήσουν σε ένα περιβάλλον αποδοχής και αρμονικής συνύπαρξης. Τόσο η μετάβασή τους σε αυτό το μέρος όσο και η διαμονή τους εκεί θα σημαδευτούν από περιπέτειες και νέες προκλήσεις, βοηθώντας τα να γνωριστούν καλύτερα τόσο με τον κόσμο που τα περιβάλλει όσο και με τον εαυτό τους.

Ο συγγραφέας, ενσωματώνοντας το παράδοξο με τον πλέον φυσιολογικό τρόπο σε ένα αρχικά ρεαλιστικό πλαίσιο, παλαντζάρει με άνεση μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, εμβαθύνοντας σταδιακά στη δεύτερη, με τη χρήση μιας σειράς από ενδιαφέροντα υλικά: με έναν τίτλο που εύλογα ανακαλεί τη Λέσχη Αλλόκοτων Επαγγελμάτων του Τσέστερτον, ονόματα προσώπων και τοπωνύμια ποικίλης προέλευσης –να σημειώσω ότι, όπως και στην Αλάστρα, η Περσική Αυτοκρατορία έχει την τιμητική της με τον Δαρείο Μεγάβαζο, αν και την παράσταση κλέβει η εκρηκτική Μήδεια Κρακατόα– και με τις παράδοξες ιδιότητες των χαρακτήρων του, που, πέρα από το ότι συνιστούν ειδοποιά στοιχεία τους, συμβάλλουν στην εξέλιξη αλλά και στη λύση της πλοκής. 

Μια Αλάστρα, λοιπόν, θα έλεγε κανείς, με κάτι από Αταξίες στην τάξη; Οπωσδήποτε όχι. Η Λέσχη Αλλόκοτων Πλασμάτων έχει τη δική της, ξεχωριστή υπόσταση. Αν στην Αλάστρα πραγματικό και φανταστικό συνιστούν δυο διακριτούς κόσμους, εδώ συμφύρονται, τη στιγμή που η περιπέτεια –όχι μόνο σε επίπεδο δράσης, αλλά και εσωτερική, υπαρξιακή– αντικαθιστά τη χιουμοριστική ελαφράδα των Αταξιών. Κι επιπλέον: Μπορεί να είμαστε ακόμα στο πρώτο βιβλίο, ωστόσο, πέρα από τις συστάσεις και τον πρώτο γύρο δράσης, διάσπαρτα στο κείμενο ένα σωρό ερωτήματα, λειψά προσωπικά στοιχεία, πληγές έτοιμες να κακοφορμίσουν, σκοτεινές σκιές του παρελθόντος γυρεύουν απαντήσεις - να άλλη μια βασική διαφορά με τις Αταξίες, εδώ οι γραμμές των ιστοριών μοιάζουν να έχουν συνέχεια. Αναπόφευκτα, επιβάλλεται όταν γράφει κανείς το πρώτο βιβλίο μιας τέτοιου είδους σειράς να έχει και λίγο στο μυαλό του το δεύτερο. Περιμένουμε εναγωνίως.

ΥΓ.: Ατμοσφαιρικό εξώφυλλο, διακριτικές αλλά εντός κλίματος οι βινιέτες της Μυρτώς Δεληβοριά, που εμπλουτίζει με τα σκίτσα της τη μαθητική έκθεση που γεφυρώνει ευρηματικά τα δυο σκέλη της πλοκής στη μέση περίπου του βιβλίου.       



Τρίτη, 17 Οκτωβρίου 2017

Κάθριν Άπλγκεϊτ, Ο φίλος μου ο Κρένσο

Μετάφραση: Σέβυ Σπυριδογιαννάκη, Εκδόσεις Ψυχογιός, Αθήνα 2016

 

 

Ο Τζάκσον, ένα αγόρι που πρόκειται να πάει Πέμπτη Δημοτικού, περνάει δύσκολες στιγμές: ο άνεργος μουσικός μπαμπάς πάσχει από χρόνια ασθένεια, ενώ η μαμά, απολυμένη καθηγήτρια, παλεύει από δω κι από κει για τα προς το ζην. Τα χρήματά τους ωστόσο δε φτάνουν όχι μόνο για το ενοίκιο, αλλά ούτε καν για το φαγητό τους. Και δε θα είναι η πρώτη φορά που ο Τζάκσον, η αδελφή του κι ο σκύλος τους ίσως χρειαστεί να μείνουν στο μίνι βαν της οικογένειας. Καθώς ο Τζάκσον θυμάται την προηγούμενη εμπειρία τους ως περιπλανώμενων αστέγων στο αυτοκίνητό τους, τρία χρόνια πριν, ανακαλεί και την πρώτη γνωριμία του με τον Κρένσο. Έναν τεράστιο γάτο. Που όμως δεν είναι άλλο από ένας φανταστικός φίλος. Όταν η οικογένεια ξαναβρίσκει στέγη, ο γάτος χάνεται για ένα διάστημα. Και θα ξανακάνει την εμφάνισή του όταν η πείνα και το φάσμα της έξωσης θα ξαναχτυπήσουν την πόρτα τους.

Μέσα από την ολοζώντανη αφήγηση του αγοριού πρωταγωνιστή της ιστορίας της, η βραβευμένη με Newbery Medal Κάθριν Άπλγκεϊτ περιγράφει τις δύσκολες συνθήκες μέσα στις οποίες προσπαθούν να επιβιώσουν πολλές αμερικανικές και όχι μόνο οικογένειες. Το μενού περιλαμβάνει τα πάντα: μια οικογένεια που κοιμάται στοιβαγμένη σε ένα αυτοκίνητο, βιβλιοθήκες που λειτουργούν ως χώροι ανάπαυσης και στοιχειώδους προσωπικής φροντίδας, πεινασμένα παιδιά σε διαδρόμους σούπερ μάρκετ να κοιτούν με λαχτάρα τους προνομιούχους συμμαθητές τους ή να παίζουν «μπολ κορν φλέικς» προσποιούμενα ότι έχουν φαγητό, χειρονομίες ελεημοσύνης από αγνώστους, σταδιακό ξεπούλημα κάθε περιουσιακού στοιχείου από τους γονείς.

Κι όμως, αν κάτι δεν αισθάνεται ο αναγνώστης, αιχμαλωτισμένος από τη λιτή, συγκρατημένα απελπισμένη κι ωστόσο σε κάποια σημεία υποδόρια χιουμοριστική αφήγηση του αγοριού, αυτό είναι οίκτος ή συμπόνια. Δε σου το επιτρέπει η ματιά του Τζάκσον, ένα κράμα παιδικότητας και πρώιμης ωριμότητας, φροντίδας για τους άλλους και μοναχικότητας, στωικότητας και ελεγχόμενης απελπισίας. Δεν είναι λίγα αυτά που τον βασανίζουν: πέρα από τη διαρκή πείνα και τον κίνδυνο απώλειας στέγης, είναι και ο φόβος ότι ένας ενδεχόμενος νέος γύρος περιπλανήσεων θα του στερήσει την καλύτερή του φίλη και το σχολείο που πηγαίνει. Αλλά και το ότι αδυνατεί συναισθηματικά να διαχειριστεί, αυτός, ένας άνθρωπος των δεδομένων, την ύπαρξη του Κρένσο, του παράξενου φανταστικού φίλου, που μάλιστα επανεμφανίζεται στο αγόρι σε μια ηλικία που τα παιδιά δεν έχουν πια φανταστικούς φίλους. Πάνω απ’ όλα, τον απασχολεί η αδυναμία του να καταπνίξει μέσα από εκλογικευτικές και εξωραϊστικές σκέψεις τον θυμό του για την κατάστασή του και για το ότι οι ίδιοι του οι γονείς επιμένουν να υποβαθμίζουν τα προβλήματά τους μέσα από επιδερμικά χιουμοριστικές προσεγγίσεις. Καθώς η απόγνωσή του, μυστική, άγνωστη στον περίγυρό του, όπως κι η κατάσταση της οικογένειάς του, φουντώνει μέσα του, οδηγώντας τον σε πράξεις απελπισίας που πυροδοτούν κύματα τύψεων και πανικού, ο Κρένσο, αφανής σε μεγάλο βαθμό στην ιστορία, είναι εκείνος που θα του δώσει τη λύση, έτσι ώστε να βγάλει από μέσα του ό,τι τον πονάει. Μια ψυχολογική λύση που θα συνδυαστεί με μια ανακουφιστική, αν και πρόσκαιρη εύρεση νέας στέγης, που θα αποτρέψει για την ώρα τα χειρότερα, σε ένα ανοιχτό τέλος που καθιστά πιθανά όλα τα ενδεχόμενα για την οικογένεια του παιδιού.

Ίσως είναι αυτή η αβεβαιότητα για το μέλλον, σε συνδυασμό με μια αδρή, αφοπλιστικά ρεαλιστική αφήγηση που σου κόβει την ανάσα και μαζί σε παρασύρει, φέρνοντάς σε πρόσωπο με πρόσωπο με τις συνθήκες ανέχειας και αβεβαιότητας τις οποίες βιώνει ο αφηγητής, που καθιστά τόσο δύσκολο τον αποχωρισμό σου από αυτόν. Τον αφήνεις μ’ ένα κράμα τρυφερότητας και θαυμασμού, με την ελπίδα ότι κάπου, κάποτε θα τον συναντήσεις, σ’ ένα μέλλον πιο φωτεινό για κείνον. Ίσως και με την πίστη ότι δεν μπορεί να αξίζει σε αυτό το στοργικό, φιλοσοφημένο και τόσο ζυμωμένο μέσα στις δυσκολίες παιδί τίποτα λιγότερο από αυτό. Ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί και από μικρούς και από μεγάλους. Όχι μονάχα γιατί θα φέρει στη σκέψη του αναγνώστη αντίστοιχες καταστάσεις που βιώνουν πολλοί άνθρωποι και στη δική μας χώρα. Αλλά κι επειδή η ανθρωπιά της συγγραφέα κι η αφηγηματική αρτιότητα του κειμένου δεν ενδίδουν στιγμή στο μελόδραμα και στον επιδερμικό, επικαιρικό διδακτισμό.  
     

Τρίτη, 10 Οκτωβρίου 2017

Ισάουρα Λι, ΥΠΕΡΗΡΩΕΣ

Εικονογράφηση: Κριστιάν Ιναράχα, μετάφραση Έλενα Μανδήλα, Κέδρος, Αθήνα 2017

Μια εξαιρετική σειρά για νήπια που με κέρδισε αμέσως με το χιούμορ, τη σπιρτάδα, την απλότητα και την παντελή απουσία διδακτισμού που τη χαρακτηρίζει. 

Περιστατικά απλά και καθημερινά από τη ζωή ενός πιτσιρικά, που ακουμπάνε ζητήματα όπως η μοναξιά, η απεξάρτηση από την πιπίλα, το άστρωτο κρεβάτι, το λούτρινο τερατάκι του ή το ενοχλητικό καινούριο αδερφάκι, μετατρέπονται σε συναρπαστικές, ξεκαρδιστικές περιπέτειες μέσα από ανατροπές και λύσεις και μια αφοπλιστικά άμεση και αυθόρμητη πρωτοπρόσωπη αφήγηση. Χωρίς πολλά λόγια ή νηπιακές ενδοσκοπήσεις. Με συναισθήματα που δεν περιγράφονται αλλά είναι παραπάνω από εμφανή στα ευτράπελα καθημερινά γεγονότα που αφηγείται με παιδική αφέλεια ο μικρός υπερήρωας. Το πανταχού παρόν «υπέρ», ως πρώτο συνθετικό λέξεων όπως «υπερστολή», «υπερβοηθός», ακόμα και «υπερτσίσα», εκτός από το αυθόρμητο γέλιο που προξενεί δίνοντας επικές διαστάσεις στις πιο καθημερινές και διόλου ηρωικές πράξεις και συμπεριφορές, ενισχύει τη θετική εικόνα του παιδιού τόσο για τον εαυτό του όσο και για τον κόσμο γύρω του. 

Εικονογράφηση χιουμοριστική και γεμάτη ενέργεια, με πρόσωπα που συνδυάζουν κόμικ με παιδική ζωγραφιά και που θα προσελκύσουν αμέσως το ενδιαφέρον των παιδιών αλλά και των ενηλίκων.