Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ανεργία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ανεργία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 17 Οκτωβρίου 2017

Κάθριν Άπλγκεϊτ, Ο φίλος μου ο Κρένσο

Μετάφραση: Σέβυ Σπυριδογιαννάκη, Εκδόσεις Ψυχογιός, Αθήνα 2016

 

 

Ο Τζάκσον, ένα αγόρι που πρόκειται να πάει Πέμπτη Δημοτικού, περνάει δύσκολες στιγμές: ο άνεργος μουσικός μπαμπάς πάσχει από χρόνια ασθένεια, ενώ η μαμά, απολυμένη καθηγήτρια, παλεύει από δω κι από κει για τα προς το ζην. Τα χρήματά τους ωστόσο δε φτάνουν όχι μόνο για το ενοίκιο, αλλά ούτε καν για το φαγητό τους. Και δε θα είναι η πρώτη φορά που ο Τζάκσον, η αδελφή του κι ο σκύλος τους ίσως χρειαστεί να μείνουν στο μίνι βαν της οικογένειας. Καθώς ο Τζάκσον θυμάται την προηγούμενη εμπειρία τους ως περιπλανώμενων αστέγων στο αυτοκίνητό τους, τρία χρόνια πριν, ανακαλεί και την πρώτη γνωριμία του με τον Κρένσο. Έναν τεράστιο γάτο. Που όμως δεν είναι άλλο από ένας φανταστικός φίλος. Όταν η οικογένεια ξαναβρίσκει στέγη, ο γάτος χάνεται για ένα διάστημα. Και θα ξανακάνει την εμφάνισή του όταν η πείνα και το φάσμα της έξωσης θα ξαναχτυπήσουν την πόρτα τους.

Μέσα από την ολοζώντανη αφήγηση του αγοριού πρωταγωνιστή της ιστορίας της, η βραβευμένη με Newbery Medal Κάθριν Άπλγκεϊτ περιγράφει τις δύσκολες συνθήκες μέσα στις οποίες προσπαθούν να επιβιώσουν πολλές αμερικανικές και όχι μόνο οικογένειες. Το μενού περιλαμβάνει τα πάντα: μια οικογένεια που κοιμάται στοιβαγμένη σε ένα αυτοκίνητο, βιβλιοθήκες που λειτουργούν ως χώροι ανάπαυσης και στοιχειώδους προσωπικής φροντίδας, πεινασμένα παιδιά σε διαδρόμους σούπερ μάρκετ να κοιτούν με λαχτάρα τους προνομιούχους συμμαθητές τους ή να παίζουν «μπολ κορν φλέικς» προσποιούμενα ότι έχουν φαγητό, χειρονομίες ελεημοσύνης από αγνώστους, σταδιακό ξεπούλημα κάθε περιουσιακού στοιχείου από τους γονείς.

Κι όμως, αν κάτι δεν αισθάνεται ο αναγνώστης, αιχμαλωτισμένος από τη λιτή, συγκρατημένα απελπισμένη κι ωστόσο σε κάποια σημεία υποδόρια χιουμοριστική αφήγηση του αγοριού, αυτό είναι οίκτος ή συμπόνια. Δε σου το επιτρέπει η ματιά του Τζάκσον, ένα κράμα παιδικότητας και πρώιμης ωριμότητας, φροντίδας για τους άλλους και μοναχικότητας, στωικότητας και ελεγχόμενης απελπισίας. Δεν είναι λίγα αυτά που τον βασανίζουν: πέρα από τη διαρκή πείνα και τον κίνδυνο απώλειας στέγης, είναι και ο φόβος ότι ένας ενδεχόμενος νέος γύρος περιπλανήσεων θα του στερήσει την καλύτερή του φίλη και το σχολείο που πηγαίνει. Αλλά και το ότι αδυνατεί συναισθηματικά να διαχειριστεί, αυτός, ένας άνθρωπος των δεδομένων, την ύπαρξη του Κρένσο, του παράξενου φανταστικού φίλου, που μάλιστα επανεμφανίζεται στο αγόρι σε μια ηλικία που τα παιδιά δεν έχουν πια φανταστικούς φίλους. Πάνω απ’ όλα, τον απασχολεί η αδυναμία του να καταπνίξει μέσα από εκλογικευτικές και εξωραϊστικές σκέψεις τον θυμό του για την κατάστασή του και για το ότι οι ίδιοι του οι γονείς επιμένουν να υποβαθμίζουν τα προβλήματά τους μέσα από επιδερμικά χιουμοριστικές προσεγγίσεις. Καθώς η απόγνωσή του, μυστική, άγνωστη στον περίγυρό του, όπως κι η κατάσταση της οικογένειάς του, φουντώνει μέσα του, οδηγώντας τον σε πράξεις απελπισίας που πυροδοτούν κύματα τύψεων και πανικού, ο Κρένσο, αφανής σε μεγάλο βαθμό στην ιστορία, είναι εκείνος που θα του δώσει τη λύση, έτσι ώστε να βγάλει από μέσα του ό,τι τον πονάει. Μια ψυχολογική λύση που θα συνδυαστεί με μια ανακουφιστική, αν και πρόσκαιρη εύρεση νέας στέγης, που θα αποτρέψει για την ώρα τα χειρότερα, σε ένα ανοιχτό τέλος που καθιστά πιθανά όλα τα ενδεχόμενα για την οικογένεια του παιδιού.

Ίσως είναι αυτή η αβεβαιότητα για το μέλλον, σε συνδυασμό με μια αδρή, αφοπλιστικά ρεαλιστική αφήγηση που σου κόβει την ανάσα και μαζί σε παρασύρει, φέρνοντάς σε πρόσωπο με πρόσωπο με τις συνθήκες ανέχειας και αβεβαιότητας τις οποίες βιώνει ο αφηγητής, που καθιστά τόσο δύσκολο τον αποχωρισμό σου από αυτόν. Τον αφήνεις μ’ ένα κράμα τρυφερότητας και θαυμασμού, με την ελπίδα ότι κάπου, κάποτε θα τον συναντήσεις, σ’ ένα μέλλον πιο φωτεινό για κείνον. Ίσως και με την πίστη ότι δεν μπορεί να αξίζει σε αυτό το στοργικό, φιλοσοφημένο και τόσο ζυμωμένο μέσα στις δυσκολίες παιδί τίποτα λιγότερο από αυτό. Ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί και από μικρούς και από μεγάλους. Όχι μονάχα γιατί θα φέρει στη σκέψη του αναγνώστη αντίστοιχες καταστάσεις που βιώνουν πολλοί άνθρωποι και στη δική μας χώρα. Αλλά κι επειδή η ανθρωπιά της συγγραφέα κι η αφηγηματική αρτιότητα του κειμένου δεν ενδίδουν στιγμή στο μελόδραμα και στον επιδερμικό, επικαιρικό διδακτισμό.  
     

Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2013

Το δικό μου αγαπημένο χριστουγεννιάτικο βιβλίο

Έριχ Κέστνερ, Η τάξη που πετάει, εικονογράφηση: Βάλτερ Τρίερ, μετάφραση: Κίρα Σίνου, απόδοση στίχων: Ρένα Καρθαίου, Μετόπη, Αθήνα 1981, 2η έκδοση Ψυχογιός, Αθήνα 1989 [εξαντλημένη] (από 9 ετών)



Παραμονές των περσινών Χριστουγέννων έγραφα εδώ για τα δικά μου χριστουγεννιάτικα διαβάσματα, κι ανάμεσά τους για το αγαπημένο μου χριστουγεννιάτικο βιβλίο. Ένα βιβλίο που δεν απέκτησα ποτέ: Το είχα δανειστεί από τη βιβλιοθήκη του σχολείου μου στα δέκα μου και έκτοτε δεν το ξανάπιασα στα χέρια μου. Η ανάμνηση όμως της συγκίνησης που μου είχε προξενήσει έμενε στη σκέψη μου παραπάνω από ζωντανή. Φέτος, τριάντα χρόνια αργότερα, αποφάσισα να επιχειρήσω το crash test: Πώς προσλαμβάνει, αλήθεια, μια ενήλικη το βιβλίο που είχε αγαπήσει παιδάκι;

Το εγχείρημα δεν υπήρξε εύκολο. Όχι για τους λόγους –αμιγώς αναγνωστικούς– που φαντάζεστε. Αλλά επειδή η Τάξη που πετάει του Έριχ Κέστνερ είναι εξαντλημένη στα ελληνικά. Και κανείς από τους γνωστούς και φίλους μου δε διέθετε κάποιο αντίτυπο. Όπως και κανένα βιβλιοπωλείο. Σε βιβλιοθήκες δεν πρόλαβα να ψάξω. Βλέπετε, μια καλή νεράιδα βρήκε πρώτη το βιβλίο και έσπευσε να μου το στείλει (ήταν η έκδοση του Ψυχογιού). Οι δυσκολίες έλαβαν τέλος κάπου εκεί. Γιατί, διαβάζοντας την Τάξη που πετάει, ίσως να μην μπόρεσα να ξαναβρώ ανάμεσα στις σελίδες της τη δεκάχρονη αναγνώστρια που το πρωτοαγάπησε, ένιωσα πάντως την ίδια, μπορεί και μεγαλύτερη, συγκίνηση με τότε.

Να σας πω συνοπτικά την ιστορία: Η Τάξη που πετάει είναι ο τίτλος ενός θεατρικού έργου που ανεβάζει παραμονές Χριστουγέννων μια ομάδα αγοριών στο οικοτροφείο τους, προτείνοντας μια ολωσδιόλου πρωτότυπη μέθοδο διδασκαλίας του μαθήματος της γεωγραφίας! Γύρω από αυτό το κομβικό γεγονός ο συγγραφέας στήνει μια πλοκή που περιλαμβάνει την κόντρα της παρέας των παιδιών με τους μαθητές ενός άλλου σχολείου, την ιδιαίτερη σχέση που αναπτύσσουν με έναν από τους καθηγητές τους, αλλά και την αναβίωση μιας παλιάς φιλίας χάρη στη συνδρομή τους, την ώρα που οι προσωπικές και οικογενειακές δυσκολίες δύο παιδιών έρχονται να ανατρέψουν σχέδια διακοπών, αλλά και να φωτίσουν τις άσχημες οικονομικοκοινωνικές συνθήκες της μεσοπολεμικής Γερμανίας, αποκαλύπτοντας έναν κόσμο φτώχειας, απελπισίας και κοινωνικής αδικίας.

Η γραφή του Κέστνερ αποτυπώνει με ειλικρίνεια και κοινωνική ευαισθησία την πραγματικότητα των παιδιών, χωρίς να λείπουν η φαντασία, το χιούμορ κι η αισιοδοξία, που έρχονται να παραμερίσουν το λεπτό κι ωστόσο εμφανές πέπλο μελαγχολίας που καλύπτει την ιστορία. Η πίστη στη δύναμη της ανθρωπιάς και της φιλίας είναι διάχυτη - και μάλιστα οι δυο χαμένοι φίλοι που ξαναβρίσκονται σε ώριμη πια ηλικία μοιάζουν να παραδίδουν τη σκυτάλη στους δυο ξεχωριστούς πιτσιρικάδες που τους βοήθησαν να ξανασυναντηθούν. Οι χαρακτήρες (ο έξυπνος πλην φτωχός Μάρτιν, ο πλούσιος πλην δειλός Ούλι, ο καλόβολος μποξέρ Ματίας, ο κλειστός, μυστικοπαθής «πραγματιστής» Σεμπάστιαν, ο εγκαταλειμμένος απ’ τους γονείς του Τζόνι, με το άφθονο συγγραφικό ταλέντο, ο μποέμ μουσικός που κουβαλάει μια βαθιά πληγή, ο δάσκαλος-σύμβολο ανθρωπιάς) δεν είναι ούτε σχηματικοί ούτε στατικοί: έχουν γωνίες και φωτοσκιάσεις, εξελίσσονται, δοκιμάζουν τα όριά τους, μας εκπλήσσουν. Κι όσο για το συγγραφέα-αφηγητή, αυτός μπαίνει αβίαστα στην ιστορία και συνδιαλέγεται με τους ήρωές του όχι από παιγνιώδη διάθεση, αλλά επειδή τυχαίνει να ξέρει καλά πως η παιδική ηλικία δεν είναι ένα παραδείσιο νησί χαμένο στο πουθενά, αλλά ένα κομμάτι της ζωής μας με τις δικές του πίκρες κι αγωνίες, ανεξίτηλα χαραγμένες μέσα μας.

Εκδομένη το 1933, παραμονές της ανόδου του ναζισμού, η Τάξη που πετάει δεν μπόρεσε παρά να κάνει το σημερινό, ενήλικο εαυτό μου να δαγκωθεί διακρίνοντας πίσω απ’ τις γραμμές της τη φτώχεια και την ανεργία στη Γερμανία, αλλά και διαβάζοντας για τα όνειρα οικογενειακής ευτυχίας που πλάθει ο Τζόνι ή το πώς οραματίζεται ο Μάρτιν τη ζωή τη δική του και των γονιών του σε δέκα χρόνια. Δέκα χρόνια, λέει ο πατέρας του. Πολλά μπορούν να έχουν συμβεί μέχρι τότε. Δε θα χρειαστεί να περάσει μια δεκαετία: Την ίδια εκείνη χρονιά, το 1933, ο Κέστνερ θα δει τα βιβλία του να καίγονται στις ναζιστικές πυρές. Λίγα χρόνια αργότερα η χώρα του θα σύρει την ανθρωπότητα σ’ έναν καταστροφικό παγκόσμιο πόλεμο. Αναπόφευκτα αναρωτήθηκα: Άραγε πόσα από εκείνα τα τίμια, καθαρά αγόρια της ιπτάμενης τάξης του μπόρεσαν να επιβιώσουν απ’ το μακελειό, κρατώντας μέσα τους ζωντανό κάτι από τον αγνό εαυτό των παιδικών τους χρόνων; Η λογοτεχνία ίσως να μην μπορεί να δώσει απάντηση σ’ αυτό. Μπορεί ωστόσο να κάνει το φως εκείνης της όμορφης, γεμάτης ελπίδα νιότης να ταξιδέψει ως το 2013 κι ακόμα παραπέρα, έστω κι αν η νιότη αυτή έχει από καιρό σβήσει, σαν τα μακρινά αστέρια που χαζεύει στο χριστουγεννιάτικο ουρανό ο μικρός Μάρτιν, ο χαρισματικός ήρωας της Τάξης που πετάει.


Αυτά για φέτος. Ραντεβού του χρόνου.