Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Polaris. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Polaris. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 27 Νοεμβρίου 2017

Από τον Χαμένο Παράδεισο ως το... κατώφλι της κόλασης

  • Δημήτρης Μαμαλούκας, Η μεγάλη ληστεία της χρηματαποστολής, εικόνες Γιώργος Σγουρός, Κέδρος, Αθήνα 2016
  • Δημήτρης Μαμαλούκας, Η απαγωγή του τραπεζίτη Ο'Μπράιαν, εικόνες Γιώργος Σγουρός, Κέδρος, Αθήνα 2017 
  • Αγγελική Ράδου, Ο Έντγκαρ και το μυστικό του θαμμένου φορέματος, εξώφυλλο Α. Παπαδάτος, Polaris, Αθήνα 2015
  • Αγγελική Ράδου, Το ξύπνημα του Γκόλεμ, εξώφυλλο Α. Παπαδάτος, Polaris, Αθήνα 2016  




Σήμερα καταπιάνομαι με δυο αρκετά διαφορετικές μεταξύ τους σειρές βιβλίων μυστηρίου, που, με δύο ως τώρα βιβλία στο ενεργητικό της η καθεμιά, έχουν κατορθώσει να χτίσουν συμπαγείς και ελκυστικούς μυθιστορηματικούς κόσμους και να μας κάνουν να περιμένουμε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τη συνέχεια. Αναφέρομαι στους 4 ξεχωριστούς ντετέκτιβ του Δημήτρη Μαμαλούκα, που απευθύνονται σε παιδιά ηλικίας από εννέα ετών και πάνω, και στις Σκοτεινές ιστορίες του νεαρού Πόε της Αγγελικής Ράδου, που θα προσελκύσουν το ενδιαφέρον παιδιών στην εφηβεία και ενηλίκων.



Αυτό που ευθύς εξαρχής εντυπωσιάζει στα βιβλία του Μαμαλούκα είναι πως η δράση τους εκτυλίσσεται εκτός Ελλάδας, σε μια φανταστική μικρή πόλη των ΗΠΑ που φέρει το πολλά υποσχόμενο όνομα Χαμένος Παράδεισος. Το μιλτωνικής έμπνευσης όνομα της πόλης, παρέα με τα λοιπά τοπωνύμια –Μαύρο Δάσος, Κίτρινος Ποταμός, Γεφύρι της Ελπίδας, Γεφύρι της Λησμονιάς, Σαρκ Σίτι, Νύχι της Αρκούδας κτλ.- συνθέτουν το ιδανικό σκηνικό μυστηρίου και περιπέτειας. Η πόλη, βγαλμένη θαρρείς από τον δικό μου χαμένο τηλεοπτικό παράδεισο της δεκαετίας του ’80, διαθέτει τραπεζίτη, έναν μάλλον καλόβολο κι ελαφρώς αφελή σερίφη, τοπική εφημερίδα κι όλα τα καλά.

Στο πρώτο βιβλίο της σειράς, Η μεγάλη ληστεία της χρηματαποστολής, οι 4 ξεχωριστοί ντετέκτιβ αναλαμβάνουν να λύσουν το μυστήριο μιας μεγάλης ληστείας που φαίνεται να έχει μπερδέψει εντελώς την τοπική αστυνομία. Έτσι, γνωριζόμαστε με τέσσερα φαινομενικά κανονικά παιδιά, από τα οποία μόνο το ένα έχει μια μακρινή σχέση με τη χώρα μας, αφού κουβαλάει ένα δυσκολοπρόφερτο ελληνικό όνομα. Βέβαια, όπως αποδεικνύεται στην πορεία, οι τέσσερις πιτσιρικάδες δεν είναι εντελώς συνηθισμένοι, αφού, χάρη σε μια μυστηριώδη σφαίρα που ανακαλύπτουν τυχαία στο δάσος, αποκτούν υπερφυσικές ικανότητες, οι οποίες πάντως κάνουν την εμφάνισή τους κατά περίπτωση, βοηθώντας κάποιες μόνο φορές στη λύση των μυστηρίων. Κάτι που συνειδητοποιούμε στη δεύτερη ιστορία της σειράς, όπου τα τέσσερα παιδιά κατορθώνουν να λύσουν το μυστήριο της εξαφάνισης του πλούσιου τραπεζίτη Ο’Μπράιαν χωρίς η βοήθεια της μυστηριώδους σφαίρας να είναι καταλυτική. Άλλος πολύτιμος αρωγός τους και στις δυο υποθέσεις ο καθηγητής Μακ Λουκ, αρκούντως μυστηριώδης ώστε να μας κάνει να ελπίζουμε ότι θα τον συναντήσουμε ως πρωταγωνιστή σε κάποια από τις μελλοντικές υποθέσεις των 4 ξεχωριστών ντετέκτιβ.



Τα δυο πρώτα βιβλία της σειράς, χάρη στην αμεσότητα του ύφους τους και τη γρήγορη εξέλιξη της καλοστημένης πλοκής τους, κρατούν ως το τέλος αμείωτο το ενδιαφέρον των μικρών αναγνωστών. Ο συγγραφέας, γνώστης των κανόνων του αστυνομικού μυθιστορήματος, δε φλυαρεί άνευ λόγου, δεν επιμένει σε ανούσιες λεπτομέρειες, αποφεύγει την τυποποίηση και χτίζει παράλληλα με την αφήγηση ένα γοητευτικό σύμπαν που είναι σίγουρο ότι κρατάει καλά φυλαγμένες πολλές εκπλήξεις για το μέλλον. Κάτι που καθιστά σαφές και το εν μέρει ανοιχτό τέλος του δεύτερου βιβλίου της σειράς. 

Η εκφραστική εικονογράφηση του Γιώργου Σγουρού εξοικειώνει τους αναγνώστες με τους χαρακτήρες και το σκηνικό, ενώ οι ιδιαίτερα κατατοπιστικοί χάρτες στην αρχή και των δυο βιβλίων τούς επιτρέπουν να ακολουθήσουν νοερά τις διαδρομές των πρωταγωνιστών. 




Μακριά από τη χώρα μας διαδραματίζονται και οι Σκοτεινές ιστορίες του νεαρού Πόε, διά χειρός Αγγελικής Ράδου, η οποία επιλέγει την Αγγλία, και ειδικότερα το Λονδίνο της νεανικής ηλικίας του Έντγκαρ Άλαν Πόε ως σκηνικό των σκοτεινών της ιστοριών. Εκκινώντας από βιογραφικά στοιχεία του «άρχοντα του μακάβριου», όπως η ορφάνια του κι η νοσταλγία για τη νεκρή μητέρα του, η Ράδου εμπλέκει τον δωδεκαετή ήρωά της σε μυστηριώδεις ιστορίες στις οποίες κυριαρχούν το μακάβριο, ο μεταφυσικός τρόμος και η μαγεία. 

Στο πρώτο βιβλίο της σειράς, Ο Έντγκαρ και το μυστικό του θαμμένου φορέματος, ο Έντγκαρ, μαθητής οικοτροφείου, καλείται να εξιχνιάσει τον μυστηριώδη θάνατο ενός κοριτσιού με τη βοήθεια δυο ανέλπιστων συμμάχων: ενός φαντάσματος που γυρεύει μια ιστορία να χωρέσει και της δεκάχρονης Ελίφ, η οποία φαίνεται να διαθέτει ασυνήθιστες ικανότητες. Αυτή η τελευταία θα είναι και το κεντρικό πρόσωπο του δεύτερου βιβλίου της σειράς, που φέρει τον τίτλο Το ξύπνημα του Γκόλεμ, αφού το παρελθόν το δικό της όσο και της μητέρας της θα θέσουν σε κίνδυνο τη ζωή του ίδιου του Έντγκαρ αλλά και μιας σειράς άλλων προσώπων.



Καλή γνώστρια, όπως φαίνεται, όχι μόνο της λογοτεχνίας του Πόε αλλά και του τόπου και της εποχής που επιλέγει να περιγράψει, η συγγραφέας χτίζει ιστορίες στις οποίες κυριαρχούν οι ατμοσφαιρικές αλλά και συνεπείς πραγματολογικά περιγραφές, που αποτυπώνουν με ζωντάνια το κλίμα της εποχής ισορροπώντας με μαεστρία ανάμεσα στο πραγματικό και στο φανταστικό. Το βρόμικο, ομιχλώδες Λονδίνο, με τα παζάρια και τις κακόφημες γειτονιές του, μετατρέπεται σε ένα σκηνικό αέναου τρόμου, αφού σε κάθε γωνιά, σε κάθε σοκάκι μπορεί να ελλοχεύει το σκοτάδι κι ο θάνατος. 
 
Η λύση σε ιστορίες όπως αυτές ποτέ δε γίνεται να είναι εντελώς αναίμακτη και ειδυλλιακή. Μπορεί όμως να αποκαλύψει αλήθειες στους ήρωες ή να αποδώσει, έστω και με παράδοξο τρόπο, δικαιοσύνη. Το κακό ωστόσο έχει τόσα πρόσωπα ώστε να επανέρχεται με απρόσμενους τρόπους καθιστώντας λιγότερο πληκτική τη ζωή των ηρώων. Η ελαφρά μετατόπιση του κέντρου βάρους από τον Έντγκαρ στην Ελίφ στο δεύτερο βιβλίο της σειράς αλλά και το εν μέρει ανοιχτό τέλος του επιτρέπουν στους αναγνώστες να τρέφουν ισχυρές προσδοκίες για ό,τι πρόκειται να διαβάσουν στο μέλλον.



Τρίτη 23 Ιουλίου 2013

Χρήστος Μπουλώτης, Η παράξενη αγάπη του αλόγου και της λεύκας

Ζωγραφιές Φωτεινή Στεφανίδη, Polaris, Αθήνα 2011 (από 6 ετών)

 




Ένα από αυτά τα βιβλία που φοβάσαι να τ’ αγγίξεις μην τυχόν και χαλάσεις κάτι από την ομορφιά τους. Μια ιστορία για την αγάπη που γεννιέται σ’ ένα λιβάδι ανάμεσα σε μια πανέμορφη μοναχική λεύκα κι ένα περήφανο άλογο, μια αγάπη που αναδύεται μέσα από την κοινή μοναξιά τους, η οποία θα είναι και η αφορμή για να προσέξουν το ένα την εκθαμβωτική ομορφιά του άλλου. Πλάσματα τελείως αλλιώτικα, το δέντρο και το ζώο θα βρουν κοινούς κώδικες, θα μοιραστούν γνώσεις, εμπειρίες, συναισθήματα και αισθήσεις. Ως την ημέρα που το άλογο εξαφανίζεται, καθώς ο ιδιοκτήτης του δεν έχει πια δουλειές στο χωράφι που γειτονεύει με το λιβάδι της λεύκας. Ο χωρισμός είναι αφόρητος και το άλογο θα βρει τρόπο να ξαναβρεθεί κοντά στην αγαπημένη του. Μα όταν η κακία κι ο φθόνος θα θέσουν σε κίνδυνο την ίδια τη ζωή της λεύκας, η ανθρωπιά θα είναι αυτή που θα διασώσει την αγάπη, κι εκείνη με τη σειρά της θα αγγίξει το θαύμα, χωρίς πάντως να απαρνηθεί το βασικό της χαρακτηριστικό, την πλήρη αποδοχή της διαφορετικότητας του άλλου.

Ειπωμένη ήρεμα κι αβίαστα σαν παραμύθι, η ιστορία του Χρήστου Μπουλώτη αργά, σταθερά, συνειδητά θραύει στερεότυπα και σχήματα, πετυχαίνοντας μια σειρά από ανέλπιστες ανατροπές των αναγνωστικών μας προσδοκιών: Πρώτα απ’ όλα, είναι ο τρόπος που γεννιέται η αγάπη δέντρου και ζώου, αργός και κοπιώδης. Όσο κι αν είναι μεγάλη η ομορφιά της λεύκας, όσο κι αν είναι πανέμορφο το λευκό άλογο, θα χρειαστεί να δώσουν προσοχή, να νοιαστούν το ένα για το άλλο για να αγαπηθούν. Βέβαια, κι η ίδια αυτή η ομορφιά φθείρεται, παύει κάποια στιγμή να υφίσταται – αλλά αυτό δεν κάνει καμία διαφορά, καθώς εκείνος που αγαπάει κατορθώνει να διακρίνει το ωραίο πέρα από την προφάνεια της εμφάνισης. Όσο για το κακό, μπορεί, τηρώντας τα προσχήματα, να είναι «κακομούτσουνο», ωστόσο ο κόσμος που πλάθει ο Μπουλώτης δεν ορίζεται από το απλουστευτικό δίπολο καλό-κακό. Οι ήρωές του έχουν κι αυτοί τις ψυχολογικές διακυμάνσεις τους και φτάνουν στην προσωπική τους αλήθεια με τον ίδιο τρόπο που κι η αγάπη, όπως προείπαμε, δεν κεραυνοβολεί αλλά κατακτιέται. Έτσι, ο ιδιοκτήτης του αλόγου μπορεί αρχικά να βάζει με το νου του να κόψει τη λεύκα, αλλά, έχοντας ακουστά την ικανότητα των λουλουδιών να μιλάνε, αφουγκράζεται τις πονεμένες κραυγές του δέντρου και συγκινείται απ’ την ιστορία του. Ένα μικρό θαύμα ανθρωπιάς. Και δεν είναι το μόνο: Τα θαύματα που γεννιούνται στο λιβάδι το οποίο στεγάζει αυτή την παράξενη αγάπη είναι μικρά αλλά συνιστούν γιγαντιαίες προσωπικές υπερβάσεις. Όπως το δέντρο που κατορθώνει να περπατήσει για χάρη του αγαπημένου του αλόγου. Κι αν οι από μηχανής θεοί δε λείπουν, πρόθυμοι να κάνουν πιο απλή τη ζωή των δυο αγαπημένων μεταμορφώνοντάς τους και τους δυο σε άλογα ή σε λεύκες, η ιστορία μας αποφεύγει να ακολουθήσει τις πεπατημένες βατραχιών που έγιναν πρίγκιπες ή γοργόνων που απέκτησαν πόδια, εμμένοντας στην ουσία της σχέσης των δυο αγαπημένων: αυτό που αγάπησαν ο ένας στον άλλο ήταν η διαφορά και ταυτόχρονα η μοναδικότητά τους. Περιορίζοντας έτσι νεράιδες και φεγγάρια, πλάσματα της φαντασίας, στο ρόλο του έκθαμβου παρατηρητή. Κι επιβεβαιώνοντας καθ’ ολοκληρίαν το «παράξενο» αυτής της αγάπης: με την έννοια όχι μονάχα του αλλόκοτου, του ακατανόητου, αλλά και του σπάνιου, του θαυμαστού.

Αυτό ακριβώς το «παράξενο» με τη διπλή του έννοια έρχεται να αποτυπώσει στις ζωγραφιές της η Φωτεινή Στεφανίδη. Αποδίδοντας το μεταφυσικό ως προϊόν, ή προέκταση, του φυσικού, του παράδοξα αυτονόητου της αγάπης ζώου και δέντρου. Οπτικοποιώντας το θαύμα κι εντάσσοντάς το αβίαστα, με τον ίδιο τρόπο που επιτάσσει και η αφήγηση, στο καθημερινό σύμπαν των δυο αγαπημένων. Ζωγραφίζοντας έναν κόσμο όπου της πραγματικότητας υπερίπτανται αμέριμνα το αφανές και το άρρητο, το μαγικό και το μυστικό, το μυθικό και το αρχέγονο, όχι ως περαστικοί ταξιδιώτες αλλά ως συστατικά της στοιχεία και μαζί στοχαστικοί παρατηρητές της. Και με την αδιάλειπτη παρουσία ενός ιπτάμενου βιβλίου να υπενθυμίζει την κατεξοχήν φύση της ιστορίας.

Με κάποιον τρόπο, ο δύσκολος δρόμος που διαλέγουν να πορευτούν τα δυο αυτά υπέροχα πλάσματα, το άλογο κι η λεύκα, φαντάζει γοητευτικός όχι μονάχα γιατί υποδηλώνει τη βαθιά αυτογνωσία τους και τη συνειδητότητα των επιλογών τους, αλλά και γιατί αντικατοπτρίζει μια καλλιτεχνική αντίληψη που, μακριά από απλουστεύσεις, μανιέρες, συνταγές και σπασμωδικές κραυγές, τολμά την ανατροπή χωρίς να την εκβιάζει, αγκαλιάζει το θαύμα χωρίς να αρνιέται την πραγματικότητα, αποφεύγει τη σχηματικότητα και την απλοϊκότητα χωρίς να επιζητά την εκζήτηση. Και μάλιστα σαν να μη μεσολάβησαν λέξεις, εικόνες, φθόγγοι, χρωστικές, κάθε λογής κώδικες κι υλικά, ανάμεσα στην αρχική πρόθεση και στην υλοποίησή της.


Όταν θέλησα να γράψω για το βιβλίο,
πήγα να το αναζητήσω στο δωμάτιο της κόρης μου
και δεν μπόρεσα να αντισταθώ στον πειρασμό να το φωτογραφίσω
με αυτό το φοβερό σελιδοδείκτη!