Σάββατο 30 Ιουνίου 2018

Μαρίνα Μιχαηλίδου-Καδή, Περιμένοντας τη βροχή

Εικονογράφηση: Ρένια Μεταλληνού, Εκδόσεις Καλέντη, Αθήνα 2017

 

Οι συνεχόμενες βροχοπτώσεις των προηγούμενων ημερών μού έφεραν πάλι στο μυαλό ένα βιβλίο για το οποίο εδώ και καιρό ήθελα να γράψω. Γιατί μπορεί αρκετοί από μας να μην πολυχάρηκαν για τις μπόρες που μας επιφύλαξε ο Ιούνης, στο Περιμένοντας τη βροχή της Μαρίνας Μιχαηλίδου-Καδή όμως, δυο παιδιά, ο Μάρκος κι η Νεφέλη, ζουν σ’ έναν κόσμο απ’ τον οποίο η βροχή κι οι ευεργετικές της συνέπειες έχουν χαθεί. Ο καταγάλανος ουρανός είναι το συνώνυμο της ξηρασίας, της στέρησης, της απόγνωσης. Αναζητώντας ελπίδα και παρηγοριά στο παρελθόν, σε συνήθειες συνδεδεμένες με τους –φευγάτους πια– παππούδες τους, τα δυο παιδιά θα ψηλαφίσουν ερμηνείες και με τις μικρές τους δυνάμεις θα γυρέψουν λύσεις.

Η Μαρίνα Μιχαηλίδου-Καδή φτιάχνει μια αφαιρετική, ατμοσφαιρική ιστορία όπου το συναίσθημα κυλά υποδόρια και το ζήτημα της ξηρασίας θίγεται χωρίς διδακτική διάθεση, συνδεόμενο αθόρυβα όσο και τρυφερά με τη μνήμη, που συντηρείται ολοζώντανη στα παιχνίδια, στις συνήθειες και στις αξίες που έχουν κληροδοτήσει στους ήρωες του βιβλίου οι παλιότερες γενιές. Η μικρή βαρκούλα, μια απλή κατασκευή από χαρτί που λατρεύουν να φτιάχνουν όλα τα παιδιά και που απαντάται σχεδόν σε όλους τους λαούς της Μεσογείου, γίνεται ο μίτος που συνδέει παρόν και παρελθόν, πραγματικότητα και όνειρο – και τελικά ο φορέας της ελπίδας και της αισιοδοξίας στο υπερβατικό και λυτρωτικό τέλος.

Η Ρένια Μεταλληνού μάς χαρίζει μια πολύ ενδιαφέρουσα εικονογράφηση, στην οποία οι συνθήκες ξηρασίας αποτυπώνονται με μακριά μανίκια και μουντά χρώματα –κι ας είναι καταγάλανος ο ουρανός–, δηλωτικά της ανθρώπινης απόγνωσης, την ώρα που η παρουσία του νερού τονίζεται με ζωηρά χρώματα και πιο καλοκαιρινή αμφίεση, ενδεικτικά και τα δυο της λύτρωσης που φέρνει στους πάντες η ξαφνική βροχή. Και, φυσικά, πανταχού παρούσες στο βιβλίο πανέμορφες χάρτινες βαρκούλες σε ποικιλία σχεδίων και χρωμάτων!

 

Δευτέρα 25 Ιουνίου 2018

Άντι Μάλιγκαν, Σκύλος

Μετάφραση: Πετρούλα Γαβριηλίδου, Εκδόσεις Ψυχογιός, Αθήνα 2018

 

 

 

Ο νεαρός Τομ περνά δύσκολα, βρισκόμενος αντιμέτωπος με ένα σωρό προβλήματα: το διαζύγιο των γονιών του –με τη μαμά να έχει φύγει από το σπίτι–, σοβαρές οικονομικές δυσκολίες, εχθρικό περιβάλλον στο νέο, υψηλών απαιτήσεων σχολείο του, στο οποίο μάλιστα κόπιασε να εισέλθει ως υπότροφος. Μόνη του παρηγοριά ο Σπάιντερ, ο σκυλάκος που φτάνει ανέλπιστα στα χέρια του μια μέρα και που καταλήγει να γίνει ο μοναδικός του φίλος. Ως τη στιγμή που ο Σπάιντερ τα κάνει μαντάρα, παίρνοντας την άγουσα κι αφήνοντας πίσω του μόνο και απελπισμένο το αγόρι. Σκύλος και παιδί χάνονται. Η προσπάθειά τους να ξαναβρούν ο ένας τον άλλο θα αποτελέσει ένα ταξίδι αυτογνωσίας, συνειδητοποίησης και ωρίμανσης και για τους δυο.

Άλλη μια ιστορία για τη σχέση ενός παιδιού με το κατοικίδιό του, θα πείτε. Όχι ακριβώς. Ο Σκύλος του Άντι Μάλιγκαν δεν είναι μια απλοϊκή, γλυκανάλατη ιστοριούλα, αλλά ένα σύνθετο μυθιστόρημα, του οποίου ο συγγραφέας επιλέγει να αφηγηθεί ένα μεγάλο μέρος από την πλευρά όχι του ανθρώπου αλλά του σκύλου. Αν η προσέγγιση αυτή φαντάζει παρακινδυνευμένη ή, έστω, παράταιρη, η πραγματικότητα διαψεύδει αυτούς τους φόβους: Ο Άντι Μάλιγκαν κατορθώνει να μας δώσει ένα σφιχτά δομημένο, συναρπαστικό μυθιστόρημα, που κρατάει αμείωτο το αναγνωστικό ενδιαφέρον, ακριβώς χάρη σε αυτό του το εύρημα, που προσφέρει μια διαφορετική, απρόσμενη όσο κι ενδιαφέρουσα ανάγνωση του κόσμου, ιδωμένου μέσα από τη ματιά του σκύλου.

Και δεν είναι μόνο ο σκύλος. Τα ζώα στο βιβλίο του Μάλιγκαν διαλέγονται μεταξύ τους, παρατηρούν τους ανθρώπους, ερμηνεύουν ή παρερμηνεύουν κατά το δοκούν συμπεριφορές και κουβέντες, κάποτε στοχάζονται με φιλοσοφική –ή, έστω, αμπελοφιλοσοφική– διάθεση. Αλλά και εκδηλώνουν αντιφατικές συμπεριφορές, υπαγορευμένες από τη φύση τους και την ανάγκη της επιβίωσης σε έναν αδυσώπητα σκληρό κόσμο. Ο απονήρευτος και σε αναζήτηση ταυτότητας σκύλος θα συναντήσει στον δρόμο του μια φαινομενικά πρόθυμη να τον βοηθήσει αράχνη η οποία ωστόσο βασανίζει ανελέητα τα θύματά της, μια αλλοπρόσαλλη γάτα που προσπαθεί να φέρει στην επιφάνεια τα… γατίσια χαρακτηριστικά του, μια αλεπού διχασμένη ανάμεσα στον ρόλο του θηρευτή και του θηράματος κι έναν ψύλλο που, όσο κι αν του απομυζά το αίμα, μοιάζει τελικά να είναι πιστός φίλος. 

Κι ενόσω ο Σπάιντερ βρίσκεται αντιμέτωπος με τη σκληρή πραγματικότητα της φύσης, εκεί όπου το καλό και το κακό συνυπάρχουν, οι ρόλοι εναλλάσσονται με ιλιγγιώδη ταχύτητα, η ετερότητα μπορεί να αποδειχτεί θανάσιμο αμάρτημα αλλά και η ομοιότητα δεν εξασφαλίζει τίποτα, ο φίλος του ο Τομ έχει αποδυθεί σε έναν αγώνα αναζήτησης του χαμένου του σκύλου, παλεύοντας ταυτόχρονα με το δικό του, αφιλόξενο ανθρώπινο περιβάλλον. Το οποίο, όσο κι αν δε χαρακτηρίζεται από την ωμή βία του φυσικού κόσμου, κρύβει κι αυτό κινδύνους, διφορούμενα συναισθήματα, ασταθείς ρόλους. Όπως και κατοικείται από ενδιαφέροντες χαρακτήρες – με προεξάρχοντα τον νοικάρη του Τομ, τον Φιλ, ένα είδος μεγαλύτερου αδερφού για το αγόρι. Αλλά και κυοφορεί συγκρούσεις. Στο μάτι του κυκλώνα μιας τέτοιας σύγκρουσης θα ξαναβρεθούν οι δυο φίλοι, σε ένα συγκλονιστικό φινάλε που επαναπροσδιορίζει συμπεριφορές και στάσεις αλλά και καθορίζει σχέσεις.

Ο Σκύλος είναι μια περιπετειώδης ιστορία ενηλικίωσης, συμφιλίωσης και αποδοχής μέσα από δύσκολα και παρακινδυνευμένα μονοπάτια. Μπορεί να μη δίνει λύσεις σε όλα τα προβλήματα των ηρώων, αποπνέει ωστόσο αισιοδοξία και την πίστη πως το καλό μπορεί να νικήσει. Συγκινητικό δίχως να του λείπει το χιούμορ, τρυφερό χωρίς να στερείται σκληρών περιγραφών, το μυθιστόρημα του Μάλιγκαν, μεταφρασμένο με συνέπεια από την Πετρούλα Γαβριηλίδου, δύσκολα θα αφήσει τον αναγνώστη του να το αφήσει από τα χέρια του.

Δευτέρα 18 Ιουνίου 2018

Kimberly Brubaker Bradley, Ο πόλεμος που έσωσε τη ζωή μου


Μετάφραση Στέλλα Κάσδαγλη, Εκδόσεις Παπαδόπουλος, Αθήνα 2018



Τι ωραίο όταν ένα βιβλίο κατορθώνει, μέσα από μία ευρηματική και καλοδουλεμένη ιστορία, με εξελισσόμενους, στρογγυλούς χαρακτήρες, ενδιαφέρουσα δράση, ζυγισμένες ανατροπές, όχι μόνο να σε βάλει στο κλίμα μιας περασμένης εποχής αλλά και να θίξει με καίριο, ουσιώδη τρόπο ζητήματα που απασχολούν και τις σύγχρονες κοινωνίες. Αυτά σκεφτόμουν διαβάζοντας το εξαιρετικό βιβλίο της Kimberly Brubaker Bradley για το οποίο γράφω σήμερα, ένα μυθιστόρημα που κεντρίζει το ενδιαφέρον του αναγνώστη ήδη από τον τίτλο – Ο πόλεμος που έσωσε τη ζωή μου. Τι σόι παράδοξος και ακατανόητος πόλεμος είναι αυτός; Τι ακριβώς θέλει να πει ο ποιητής – ή έστω η ποιήτρια;

Το μυθιστόρημα της Brubaker Bradley μας μεταφέρει στη Βρετανία του Β Παγκοσμίου Πολέμου και μας συστήνει τη δεκάχρονη Έιντα, ένα παιδί με στρεβλοποδία, έγκλειστο σε ένα ασφυκτικό λαϊκό δωμάτιο, κακοποιημένο ψυχικά και σωματικά από τη μητέρα του, στερημένο από κάθε κοινωνική παράσταση ή δεξιότητα, από το δικαίωμα στη μόρφωση, από το δικαίωμα στη ζωή. Το κορίτσι, κατά τη διάρκεια της εκκένωσης του Λονδίνου από παιδιά για λόγους ασφαλείας, κατορθώνει να δραπετεύσει στην αγγλική εξοχή μαζί με τον μικρότερο αδερφό της και να βρει τη θαλπωρή και την αποδοχή στο σπίτι μιας μοναχικής και δύστροπης γυναίκας, της Σούζαν. Αυτή η τελευταία, αν και αποκομμένη από τον κόσμο, κουβαλώντας το βάρος μιας μεγάλης απώλειας, θα ανακαλύψει στο μεγάλωμα των δυο παιδιών έναν σκοπό και θα χτίσει σταδιακά μια σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης και αγάπης μαζί τους. Εκείνα, από την πλευρά τους, βρίσκοντας για πρώτη φορά τα χρειώδη για μια αξιοπρεπή διαβίωση, την αποδοχή και το ενδιαφέρον που έχουν στερηθεί ακόμα και στο στοιχειωδέστερο επίπεδο, και μέσα από τη λυτρωτική επαφή με τη φύση και τα πλάσματά της, θα μπορέσουν να παλέψουν με τους εσωτερικούς τους δαίμονες, τους φόβους, τις προκαταλήψεις αλλά και τη φρίκη του επερχόμενου πολέμου, συνειδητοποιώντας αλήθειες, υφιστάμενα απώλειες αλλά κατορθώνοντας, έστω κι έπειτα από κοπιώδη προσπάθεια, να σταθούν στα πόδια τους και να επιβιώσουν.

Τα δυο αδέρφια, βέβαια, δεν ακολουθούν τις ίδιες ψυχικές διαδρομές. Η αφηγήτρια, η Έιντα, χωρίς καμία επαφή με το εξωτερικό περιβάλλον, το σχολείο, την κοινωνική πραγματικότητα ως τη στιγμή που εγκαταλείπει το άθλιο διαμέρισμα της μητέρας της, πεπεισμένη πως η ίδια φταίει για την αναπηρία της, θα μπορέσει, όχι χωρίς πισωγυρίσματα, αμφιβολίες, αμφισβητήσεις, βαθύ εσωτερικό πόνο, να πιστέψει στις δυνάμεις της, να μάθει, να απενοχοποιηθεί, να αυτενεργήσει. Η ίδια, παρά την καχυποψία που νιώθει απέναντι στη Σούζαν, φαίνεται να αποδέχεται ταχύτερα το γεγονός πως η απομάκρυνση από τη μητέρα της θα είναι σωτήρια για κείνη, κάτι με το οποίο αδυνατεί να συμφιλιωθεί ο μικρότερος αδερφός της, που εκδηλώνει εξαρχής την άρνησή του με εξαιρετικά βίαια συμπτώματα. Αν οι δρόμοι που ακολουθούν τα δυο παιδιά δεν είναι ακριβώς παράλληλοι, εκείνοι των δυο γυναικών που εμπλέκονται στο μεγάλωμά τους –της φυσικής μητέρας και της Σούζαν– μοιάζουν εκ διαμέτρου αντίθετοι. Κι οι δυο δείχνουν να ξεκινούν από παρόμοια αφετηρία –δε φαίνεται να τις αφορά ιδιαίτερα το να κάνουν και να μεγαλώσουν παιδιά–, ωστόσο, αν η πρώτη αποδεικνύεται κυνικά ανεύθυνη και αδιάφορη, η δεύτερη, εμφορούμενη αρχικά από την αίσθηση του καθήκοντος και από ανθρωπιστικά συναισθήματα, στην πορεία εμπλέκεται συναισθηματικά με την Έιντα και τον Τζέιμι.

Όπως προείπα, το φόντο είναι η αγγλική επαρχία στη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Αναπόφευκτα η Brubaker Bradley μιλά για τη φρίκη του πολέμου, ο οποίος κάθε άλλο παρά διακοσμητικό ρόλο παίζει στο βιβλίο της. Έχοντάς τον πάντα κατά νου μάλιστα χτίζει αβίαστα όσο και μεθοδικά την πλοκή της. Όσο τα σύννεφά του μοιάζουν να βρίσκονται μακριά –με μόνα στοιχεία που παραπέμπουν σε αυτόν να είναι ο αεροδιάδρομος κοντά στο σπίτι, το δελτίο στα τρόφιμα, τα Επίκαιρα κτλ.–, εστιάζει κυρίως στα μικρά ή μεγάλα ορόσημα της καθημερινότητας των δυο παιδιών, που τους επιτρέπουν βαθμιαία να εξελιχθούν και να ωριμάσουν. Όταν ο πόλεμος με τη μορφή της απτής απειλής, της απώλειας, του ίδιου του θανάτου τούς χτυπήσει την πόρτα, η Έιντα θα έχει σε τέτοιο βαθμό προχωρήσει, ώστε όχι μονάχα να είναι σε θέση να παρασταθεί στον πόνο άλλων ανθρώπων αλλά να γίνει, από έγκλειστη και ανεπιθύμητη, κανονική ηρωίδα.

Αλλά ο πόλεμος είναι μία μόνο, αν και ιδιαίτερης σημασίας, παράμετρος της ιστορίας. Χωρίς να γίνεται μελό αλλά και αποφεύγοντας την ωραιοποίηση, η συγγραφέας επιλέγει μέσα σε αυτό το ιστορικό φόντο να μιλήσει για την παιδική παραμέληση, θέτοντας με ξεκάθαρο, σκληρό τρόπο το εξαιρετικά επίκαιρο ερώτημα περί του ποιος δικαιούται να λέγεται και να είναι γονιός. Και, φυσικά, παρακολουθεί τη βασανιστική, κοπιώδη πορεία ενός παραμελημένου παιδιού, το οποίο, μέσα από αλλεπάλληλες ανατροπές που κόβουν την ανάσα προς το τέλος του βιβλίου, όχι μονάχα θα δει να σώζεται η δική του ζωή, αλλά και θα κατορθώσει αυτό το ίδιο να σώσει τις ζωές άλλων ανθρώπων. Σκληρό και μαζί παρηγορητικά αισιόδοξο, συναρπαστικό και αθόρυβα πολυεπίπεδο, ωραία μεταφρασμένο από τη Στέλλα Κάσδαγλη, το μυθιστόρημα της Brubaker Bradley είναι ένα βιβλίο που πραγματικά αξίζει να διαβαστεί.