Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 10. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 10. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 24 Ιανουαρίου 2018

Κέιτ ΝτιΚαμίλο, Το σχέδιο της Ρέιμι



Μετάφραση: Αργυρώ Πιπίνη, Μεταίχμιο, Αθήνα 2017



Η δεκάχρονη Ρέιμι Κλαρκ περνά ένα δύσκολο καλοκαίρι στην Αμερική της δεκαετίας του '70: ο ασφαλιστής πατέρας της έχει εγκαταλείψει την ίδια και τη μητέρα της φεύγοντας με μια άλλη γυναίκα κι ο κόσμος του κοριτσιού καταρρέει. Στην προσπάθειά της να προσελκύσει το ενδιαφέρον του και να τον ξαναφέρει στην οικογενειακή εστία, η Ρέιμι βάζει στόχο να κερδίσει τον διαγωνισμό Νεαρή Μις Λάστιχα Κεντρικής Φλόριντα, γι’ αυτό και ξεκινά μαθήματα περιστροφής ραβδιού. Εκεί θα συναντήσει δυο από τις αντιπάλους της στον διαγωνισμό: την ασθενική Λουιζιάνα Ελεφάντε, κόρη των διάσημων Ιπτάμενων Ελεφάντε, και τη ζόρικη Μπέβερλι Ταπίνσκι, που δε σηκώνει μύγα στο σπαθί της. 

Βιώνοντας διαφορετικές μορφές απώλειας –η Ρέιμι, εκτός από τον πατέρα της, χάνει μια αγαπημένη γειτόνισσα αλλά και τον δάσκαλό της στη ναυαγοσωστική, η Μπέρβερλι έχει μια δύσκολη όσο και επώδυνη σχέση με τη μητέρα της, η ορφανή από γονείς και πάμφτωχη Λουιζιάνα ζει με τον μόνιμο φόβο ότι οι κοινωνικές υπηρεσίες θα την πάρουν από τη γιαγιά της–, τα τρία τόσο διαφορετικά κορίτσια θα γνωριστούν σιγά σιγά και μέσα από μια σειρά περιπετειών που θα σημαδέψουν ανεξίτηλα το καλοκαίρι τους, θα χτίσουν μια σχέση στενής φιλίας. Μιας φιλίας που θα κάνει τη Ρέιμι Κλαρκ να δει με άλλο μάτι τον κόσμο, έστω κι αν χρειαστεί να λοξοδρομήσει από το αρχικό της σχέδιο.

Η Κέιτ ΝτιΚαμίλο, σε τρίτο πρόσωπο, αφηγείται αθόρυβα και χωρίς εξάρσεις, μιλά με απλότητα για τα μεγάλα και τα δύσκολα, δεν εκβιάζει τις εξελίξεις κι ακολουθεί την κεντρική της ηρωίδα σε φαινομενικά σκόρπιες σκέψεις, αναμνήσεις κι ασύνδετα γεγονότα, τα οποία όμως κάποια στιγμή θα αποδειχτεί ότι διόλου τυχαία δεν αναφέρθηκαν. Ακόμα κι η πιο μικρή λεπτομέρεια, τοποθετημένη στη ροή της αφήγησης σε ανύποπτο χρόνο και θέση, έχει την ξεχωριστή της σημασία. Το ίδιο ισχύει και για τις μικρές περιπέτειες κλιμακούμενης δραματικής και συναισθηματικής έντασης των τριών κοριτσιών, που λειτουργούν ως πρελούδιο της μεγάλης, τελικής περιπέτειας, η οποία θα οδηγήσει στο συγκλονιστικό και άκρως συγκινητικό τέλος του μυθιστορήματός της.

Ένα τέλος τρυφερό όσο και απρόσμενο, αφού όλα μπαίνουν στη θέση τους με τρόπο εντελώς διαφορετικό από το αναμενόμενο. Η δικαιοσύνη αποδίδεται, η ελπίδα παραμένει ζωντανή, η ηρωίδα του βιβλίου, πιο ώριμη και κατασταλαγμένη, ατενίζει αλλιώς τον κόσμο, υπό το φως μιας φιλίας σφυρηλατημένης στα δύσκολα και γι’ αυτό ικανής να αντέξει για πάντα. 

Κλείνοντας, να αναφέρω ότι ο τίτλος του πρωτοτύπου, Raymie Nightingale εμπνευσμένος από την πρωτοπόρο της νοσηλευτικής Φλόρενς Νάιτινγκεϊλ, πρότυπο της Ρέιμι έχει πολύ εύστοχα, κατά τη γνώμη μου, αντικατασταθεί στην ιδιαίτερα προσεγμένη ελληνική μετάφραση από Το σχέδιο της Ρέιμι. Έναν τίτλο ο οποίος αποτυπώνει με ευκρίνεια τη σφοδρότητα της επιθυμίας της ηρωίδας, αλλά και λειτουργεί ως ειρωνική υπόμνηση για τον αναγνώστη όταν η Ρέιμι μοιάζει να χάνει τον αρχικό της στόχο. 


Τρίτη 5 Δεκεμβρίου 2017

Μαρίζα Ντεκάστρο, Ένας κόσμος σε κίνηση



Επιστημονική επιμέλεια: Μανώλης Πατηνιώτης, Αριστοτέλης Τύμπας, Εκδόσεις Καλειδοσκόπιο, Αθήνα 2017



1821: Μια χρονολογία εμβληματική για την ελληνική ιστορία. Όπως το 1789 για τη γαλλική, άλλες χρονολογίες για άλλους λαούς. Είναι όμως μονάχα αυτό η ιστορία – εμβληματικές χρονολογίες συνδεδεμένες με μάχες, επαναστάσεις και βαρύνουσας σημασίας πολιτικά γεγονότα, αποκομμένα από την υπόλοιπη πραγματικότητα, από το πριν, το μετά και το τώρα που τα περιβάλλουν; Αυτόνομα νησάκια στη μέση του πουθενά του ιστορικού χώρου και χρόνου, ανεπηρέαστα από διεθνείς εξελίξεις, μικρές ή μεγάλες ανακαλύψεις στον χώρο του πνεύματος, των επιστημών, της τεχνολογίας; Οπωσδήποτε όχι, μας ξεκαθαρίζει η Μαρίζα Ντεκάστρο στο βιβλίο της Ένας κόσμος σε κίνηση, που κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες από τις εκδόσεις Καλειδοσκόπιο. Κι αν κάθε εποχή σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό συνδιαμορφώνεται από πλήθος γεγονότων, η περίοδος με την οποία επιλέγει να καταπιαστεί η συγγραφέας, το πριν και το μετά του 1821, δηλαδή από τα τέλη του 18ου ως τα τέλη του 19ου αιώνα, αποτελεί το ιδανικό πεδίο για το εγχείρημά της, αφού στη διάρκειά της οι ταχύτητες στον πλανήτη μοιάζουν να αλλάζουν με τρόπο εντυπωσιακό, ο κόσμος μας να μικραίνει κι οι κατακτήσεις του ανθρώπου να μεγαλώνουν. 

Ένας κόσμος σε κίνηση, λοιπόν, και μάλιστα σε πάρα πολλά επίπεδα: ιδέες, επαναστάσεις, πόλεμοι, αλλά κι εξερευνήσεις, εξελίξεις στις μεταφορές, στην τεχνολογία, στην ιατρική. Όπως και αλλαγές στη συνήθως υποτιμημένη καθημερινότητα: στις βιοτικές, διατροφικές κι ενδυματολογικές συνήθειες, στις επαγγελματικές επιλογές, στα ενδιαφέροντα των ανθρώπων, στην εκπαίδευση, στη ζωή των μικρών παιδιών. Ένας κόσμος σε κίνηση, αλλά όχι αναγκαστικά σε μία μόνο κατεύθυνση. Τα γεγονότα άλλοτε εξωθούν, συμπαρασύρουν το ένα το άλλο κι άλλοτε λειτουργούν ως δυνάμεις αντίρροπες και, αναπόφευκτα, αλληλοσυγκρουόμενες – και στις δυο περιπτώσεις πάντως δρομολογώντας την αλλαγή.

Ένας κόσμος σε κίνηση, αποτυπωμένος, όπως του αρμόζει, με τρόπο κάθε άλλο παρά στατικό, αφού το ανά χείρας βιβλίο, παρά το πλήθος και την ποικιλία των πληροφοριών που παρέχει στον αναγνώστη, κατορθώνοντας να του δώσει μια πανοραμική εικόνα γεγονότων κι εξελίξεων, δεν κουράζει, περνώντας με άνεση από τη μεγάλη εικόνα στο ειδικό και στο συγκεκριμένο, από τα γεγονότα σε παγκόσμια κλίμακα στα επιμέρους κέντρα των εξελίξεων, από τον παγκόσμιο χάρτη στα τεκταινόμενα στη γειτονιά μας. Στην αποτροπή της αναγνωστικής πλήξης συμβάλλει και η διάταξη του υλικού, με την προσθήκη και εναλλαγή χαρτών και πλήθους εικόνων ποικίλης προέλευσης, που ζωντανεύουν και δίνουν ενδιαφέρουσες προεκτάσεις στο ταξίδι στον χρόνο.

Με αυτό τον τρόπο η συγγραφέας και οι συνεργάτες της κατορθώνουν τελικά να αποτυπώσουν, μέσα από μια εξαιρετικά κοπιώδη, φαντάζομαι, διαδικασία σύνθεσης, ένα πλήθος εξελίξεων και μετασχηματισμών τόσο δυναμικών ώστε το τότε να αγγίζει με τρόπο εντυπωσιακό το σήμερα, όπως γίνεται ευδιάκριτο, για παράδειγμα, στην παράθεση βιβλίων που εκδόθηκαν τον 19ο αιώνα – αρκετά εκ των οποίων κλασικά πλέον αναγνώσματα, που διαμόρφωσαν κι εξακολουθούν να διαμορφώνουν αναγνωστικές συνειδήσεις. Και τόσο καθοριστικών που, παρ’ όλες τις διαφορετικές επιμέρους ταχύτητες, τις ιδιαιτερότητες τόπων και πολιτισμών, επηρεάζουν με τρόπο καθολικότερο απ’ όσο νομίζουμε εθνικές μοίρες και διαδρομές, όπως αποκαλύπτει, μεταξύ άλλων, και η νηφάλια πραγμάτευση στα δυο τελευταία κεφάλαια δυο ζητημάτων με εκ διαμέτρου αντίθετο συναισθηματικό φορτίο για τον Έλληνα αναγνώστη: της εμπορίας αρχαιοτήτων και του κινήματος του φιλελληνισμού. Η θεώρηση και των δυο τους υπό ένα ευρύτερο πρίσμα –του πρώτου σε συνάρτηση με το παγκοσμίως διαδεδομένο «σπορ» της αρχαιοκαπηλίας στη διάρκεια του 19ου και όχι μόνο αιώνα, και του δεύτερου σε σχέση με το κίνημα του Ρομαντισμού– επιτρέπει στον νεαρό αναγνώστη να τα κατανοήσει και να τα προσεγγίσει με μεγαλύτερη ψυχραιμία και ευρύτητα βλέμματος.   

Πρόκειται, εν κατακλείδι, για ένα χορταστικό βιβλίο γνώσεων, που δε φιλοδοξεί να αποτελέσει ένα απλό θησαύρισμα εγκυκλοπαιδικών πληροφοριών, αλλά να ψηλαφήσει αιτίες και διασυνδέσεις, να ανοίξει διάλογο ανάμεσα στο γενικό και στο επιμέρους, να λειτουργήσει ως έναυσμα για ένα συναρπαστικό ταξίδι στον πολύμορφο κι αποκαλυπτικό κόσμο του παρελθόντος και, τελικά, νομίζω, ως παράδειγμα για τον τρόπο με τον οποίο οφείλουμε να γνωρίζουμε αυτό το παρελθόν στα παιδιά.     

Τρίτη 17 Οκτωβρίου 2017

Κάθριν Άπλγκεϊτ, Ο φίλος μου ο Κρένσο

Μετάφραση: Σέβυ Σπυριδογιαννάκη, Εκδόσεις Ψυχογιός, Αθήνα 2016

 

 

Ο Τζάκσον, ένα αγόρι που πρόκειται να πάει Πέμπτη Δημοτικού, περνάει δύσκολες στιγμές: ο άνεργος μουσικός μπαμπάς πάσχει από χρόνια ασθένεια, ενώ η μαμά, απολυμένη καθηγήτρια, παλεύει από δω κι από κει για τα προς το ζην. Τα χρήματά τους ωστόσο δε φτάνουν όχι μόνο για το ενοίκιο, αλλά ούτε καν για το φαγητό τους. Και δε θα είναι η πρώτη φορά που ο Τζάκσον, η αδελφή του κι ο σκύλος τους ίσως χρειαστεί να μείνουν στο μίνι βαν της οικογένειας. Καθώς ο Τζάκσον θυμάται την προηγούμενη εμπειρία τους ως περιπλανώμενων αστέγων στο αυτοκίνητό τους, τρία χρόνια πριν, ανακαλεί και την πρώτη γνωριμία του με τον Κρένσο. Έναν τεράστιο γάτο. Που όμως δεν είναι άλλο από ένας φανταστικός φίλος. Όταν η οικογένεια ξαναβρίσκει στέγη, ο γάτος χάνεται για ένα διάστημα. Και θα ξανακάνει την εμφάνισή του όταν η πείνα και το φάσμα της έξωσης θα ξαναχτυπήσουν την πόρτα τους.

Μέσα από την ολοζώντανη αφήγηση του αγοριού πρωταγωνιστή της ιστορίας της, η βραβευμένη με Newbery Medal Κάθριν Άπλγκεϊτ περιγράφει τις δύσκολες συνθήκες μέσα στις οποίες προσπαθούν να επιβιώσουν πολλές αμερικανικές και όχι μόνο οικογένειες. Το μενού περιλαμβάνει τα πάντα: μια οικογένεια που κοιμάται στοιβαγμένη σε ένα αυτοκίνητο, βιβλιοθήκες που λειτουργούν ως χώροι ανάπαυσης και στοιχειώδους προσωπικής φροντίδας, πεινασμένα παιδιά σε διαδρόμους σούπερ μάρκετ να κοιτούν με λαχτάρα τους προνομιούχους συμμαθητές τους ή να παίζουν «μπολ κορν φλέικς» προσποιούμενα ότι έχουν φαγητό, χειρονομίες ελεημοσύνης από αγνώστους, σταδιακό ξεπούλημα κάθε περιουσιακού στοιχείου από τους γονείς.

Κι όμως, αν κάτι δεν αισθάνεται ο αναγνώστης, αιχμαλωτισμένος από τη λιτή, συγκρατημένα απελπισμένη κι ωστόσο σε κάποια σημεία υποδόρια χιουμοριστική αφήγηση του αγοριού, αυτό είναι οίκτος ή συμπόνια. Δε σου το επιτρέπει η ματιά του Τζάκσον, ένα κράμα παιδικότητας και πρώιμης ωριμότητας, φροντίδας για τους άλλους και μοναχικότητας, στωικότητας και ελεγχόμενης απελπισίας. Δεν είναι λίγα αυτά που τον βασανίζουν: πέρα από τη διαρκή πείνα και τον κίνδυνο απώλειας στέγης, είναι και ο φόβος ότι ένας ενδεχόμενος νέος γύρος περιπλανήσεων θα του στερήσει την καλύτερή του φίλη και το σχολείο που πηγαίνει. Αλλά και το ότι αδυνατεί συναισθηματικά να διαχειριστεί, αυτός, ένας άνθρωπος των δεδομένων, την ύπαρξη του Κρένσο, του παράξενου φανταστικού φίλου, που μάλιστα επανεμφανίζεται στο αγόρι σε μια ηλικία που τα παιδιά δεν έχουν πια φανταστικούς φίλους. Πάνω απ’ όλα, τον απασχολεί η αδυναμία του να καταπνίξει μέσα από εκλογικευτικές και εξωραϊστικές σκέψεις τον θυμό του για την κατάστασή του και για το ότι οι ίδιοι του οι γονείς επιμένουν να υποβαθμίζουν τα προβλήματά τους μέσα από επιδερμικά χιουμοριστικές προσεγγίσεις. Καθώς η απόγνωσή του, μυστική, άγνωστη στον περίγυρό του, όπως κι η κατάσταση της οικογένειάς του, φουντώνει μέσα του, οδηγώντας τον σε πράξεις απελπισίας που πυροδοτούν κύματα τύψεων και πανικού, ο Κρένσο, αφανής σε μεγάλο βαθμό στην ιστορία, είναι εκείνος που θα του δώσει τη λύση, έτσι ώστε να βγάλει από μέσα του ό,τι τον πονάει. Μια ψυχολογική λύση που θα συνδυαστεί με μια ανακουφιστική, αν και πρόσκαιρη εύρεση νέας στέγης, που θα αποτρέψει για την ώρα τα χειρότερα, σε ένα ανοιχτό τέλος που καθιστά πιθανά όλα τα ενδεχόμενα για την οικογένεια του παιδιού.

Ίσως είναι αυτή η αβεβαιότητα για το μέλλον, σε συνδυασμό με μια αδρή, αφοπλιστικά ρεαλιστική αφήγηση που σου κόβει την ανάσα και μαζί σε παρασύρει, φέρνοντάς σε πρόσωπο με πρόσωπο με τις συνθήκες ανέχειας και αβεβαιότητας τις οποίες βιώνει ο αφηγητής, που καθιστά τόσο δύσκολο τον αποχωρισμό σου από αυτόν. Τον αφήνεις μ’ ένα κράμα τρυφερότητας και θαυμασμού, με την ελπίδα ότι κάπου, κάποτε θα τον συναντήσεις, σ’ ένα μέλλον πιο φωτεινό για κείνον. Ίσως και με την πίστη ότι δεν μπορεί να αξίζει σε αυτό το στοργικό, φιλοσοφημένο και τόσο ζυμωμένο μέσα στις δυσκολίες παιδί τίποτα λιγότερο από αυτό. Ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί και από μικρούς και από μεγάλους. Όχι μονάχα γιατί θα φέρει στη σκέψη του αναγνώστη αντίστοιχες καταστάσεις που βιώνουν πολλοί άνθρωποι και στη δική μας χώρα. Αλλά κι επειδή η ανθρωπιά της συγγραφέα κι η αφηγηματική αρτιότητα του κειμένου δεν ενδίδουν στιγμή στο μελόδραμα και στον επιδερμικό, επικαιρικό διδακτισμό.