Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Sif. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Sif. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 15 Νοεμβρίου 2014

Birgitta Sif, Η Εύη όλο χορεύει και χορεύει


Μετάφραση: Φίλιππος Μανδηλαράς, Εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2014

 
Ανακάλυψα την Birgitta Sif πέρσι, μέσα από τις σελίδες του εκπληκτικού Όλιβερ. Και έπαθα, όπως και πολλοί άλλοι ανυποψίαστοι αναγνώστες της, φαντάζομαι, την πλάκα μου. Τόσα συναισθήματα κλεισμένα σε λιγοστές λέξεις. Τόση δράση στριμωγμένη σε ανεπιτήδευτες εικόνες σαν σκαριφήματα. Κι ο τρόπος που ο «διαφορετικός», ιδιαίτερος ήρωας του βιβλίου βρίσκει διέξοδο στη μοναξιά του σχεδόν υπαγορεύεται, μην πούμε επιβάλλεται, απ’ τον ακριβή συνδυασμό του λιτού κειμένου με την αθόρυβη κι ωστόσο ανατρεπτικά δραστική παρουσία της εικόνας.  

Φέτος η Sif μάς ξαναεπισκέπτεται με μιαν άλλη εσωστρεφή, μοναχική ηρωίδα. Είναι η Εύη που λατρεύει τον χορό. Έχει τον ρυθμό μέσα της. Κι ωστόσο, όταν αισθάνεται πως οι άλλοι τη βλέπουν να χορεύει, νιώθει τέτοια ντροπή ώστε φτάνει να εγκαταλείψει την αγαπημένη της ασχολία. Είναι όμως τόσο εύκολο να αφήσεις να χαθεί ό,τι περισσότερο αγαπάς; Το τραγούδι ενός μικρότερου κοριτσιού στο πάρκο θα ξυπνήσει ξανά στην Εύη την αγάπη για τον χορό, που πια θα συμπαρασύρει, εκτός απ’ την ίδια, κι όποιον βρίσκεται τριγύρω της.

Γι’ άλλη μια φορά η Birgitta Sif αφηγείται τόσο μέσα από τον λόγο της όσο και τις εικόνες της. Αλλά και πάλι η λειτουργία αυτών των δυο δεν είναι ταυτόσημη, καθώς οι δεύτερες συνυπάρχουν με τον πρώτο με τρόπο ειρωνικά αλληλοϋπονομευτικό: Αν οι λέξεις απηχούν τα συναισθήματα της ηρωίδας, η εικόνα και πάλι εμφανίζει μιαν άλλη, πολύ διαφορετική εκδοχή, αυτή της εξωτερικής πραγματικότητας. Για παράδειγμα, όσο κι αν, στις πρώτες σελίδες του κειμένου, η Εύη αισθάνεται ότι όλος ο κόσμος την παρακολουθεί όταν χορεύει κι αυτό της γεννά συστολή, η εικόνα τη διαψεύδει: οι άνθρωποι τριγύρω της μοιάζουν μάλλον απορροφημένοι ο καθένας στα δικά του, παρά επικεντρωμένοι στον χορό της. Αυτό στην πορεία αλλάζει. Καθώς η Εύη ξεπερνά την ντροπή της, η προσοχή κάποιων συγκεκριμένων, επιλεγμένων άλλων τείνει να γίνει, εκτός από πραγματική, και κινητήρια δύναμή της, που μετατρέπει το κέφι της για χορό σε μεταδοτική συνήθεια.

Η Sif, από το πουθενά, μέσα από εικόνες που και πάλι σου γεννούν την ψευδαίσθηση ότι δεν είναι άλλο από βιαστικά σκαριφήματα, κατορθώνει να χτίσει έναν μαγευτικό κόσμο, γεμάτο χρώμα, κίνηση, κέφι και αισιοδοξία. Η φύση συμμετέχει ενεργά στην ιστορία, με το σμήνος των πολύχρωμων πουλιών να συντροφεύουν παντού την Εύη, συμβάλλοντας αποφασιστικά στη μεταστροφή της, σ’ ένα βιβλίο που θα πείσει κάθε ντροπαλό του κόσμου τούτου πως η ζωή παραείναι όμορφη για να σπαταληθεί στη μοναξιά ενός κλειστού δωματίου.   

Τετάρτη 16 Οκτωβρίου 2013

Birgitta Sif, Όλιβερ

Μετάφραση: Αντώνης Παπαθεοδούλου, Εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2013 (από 3 ετών)

 
 
 

 

Ο Όλιβερ είναι ένα παιδί που αισθάνεται διαφορετικό και μόνο. Έτσι απλά. Κι ας έχει τριγύρω του ένα σωρό ανθρώπους. Κι ας τρέχει ο κόσμος στους δικούς του χρόνους και ρυθμούς. Ο Όλιβερ, εσωστρεφής, απόμακρος, επινοεί φίλους –τα ψεύτικα ζωάκια του– και ζει μαζί τους ένα σωρό παράτολμες περιπέτειες σε μακρινούς, παραμυθένιους κόσμους, που δεν είναι άλλοι απ’ τις γωνιές του σπιτιού του και της αυλής του μεταπλασμένες κατά το κέφι της φαντασίας του. Σε μια απ’ αυτές τις περιπέτειες θα γνωρίσει ένα άλλο, εξίσου διαφορετικό και μόνο παιδί. Κι η γνωριμία αυτή θα σηματοδοτήσει μια νέα αρχή.
 
Η Birgitta Sif, συγγραφέας και εικονογράφος, μας μιλάει για την παιδική μοναξιά και για την ικανότητα του παιδικού μυαλού να αποδρά από αυτή αλλάζοντας σχήμα και διαστάσεις ακόμα και στα πιο ασήμαντα αντικείμενα του περιβάλλοντός του μέσα από ένα βιβλίο στο οποίο κείμενο και εικόνα παίζουν μεταξύ τους ένα ενδιαφέρον παιχνίδι: Το πρώτο αποτυπώνει το εσωτερικό τοπίο του Όλιβερ. Τον κόσμο της φαντασίας του. Η δεύτερη την αντικειμενική πραγματικότητα. Από το πρώτο ήδη σαλόνι. «Ο Όλιβερ ένιωθε λίγο διαφορετικός» λέει το κείμενο. Τι σόι διαφορετικός; αναρωτιέσαι κι αναζητάς εναγωνίως στην εικόνα κάποιο αλλόκοτο πλάσμα ανάμεσα στους «φυσιολογικούς». Κάπου στο πλήθος διακρίνεις έναν πιτσιρικά με γυαλιά. Τίποτα το φοβερό. Γυρνάς σελίδα, αναζητάς τη φύση αυτής της διαφορετικότητας. Τη ρίζα αυτής της μοναξιάς. Κι εδώ δε βρίσκεις σπουδαία πράγματα. Το θέμα άλλωστε δεν είναι πόσο διαφορετικός είναι ο Όλιβερ αλλά το πόσο διαφορετικός νιώθει. Το κείμενο ωστόσο επιμένει: Τώρα σε εξωθεί να αναζητήσεις την οπτική εκδοχή των εξωτικών, ριψοκίνδυνων περιπετειών του παιδιού στην εικόνα. Εκείνη, πάλι, σε προσγειώνει στα απλά υλικά απ’ τα οποία τροφοδοτείται η παιδική φαντασία. Αλλά και επιμένει να κάνει νύξεις σ' ένα αισιόδοξο τέλος, καθώς εδώ κι εκεί μες στο βιβλίο ανακαλύπτουμε ένα άλλο παιδί να περιδιαβαίνει εξίσου μόνο στα ίδια μέρη με τον Όλιβερ. Άραγε θα βρεθούν οι δυο τους; Η κλιμάκωση θα έρθει όταν το κείμενο αλλάξει ρότα, αρχίζοντας σταδιακά να ρέπει προς την πραγματικότητα της εικόνας: εκείνη της μελαγχολικής διάθεσης του παιδιού. Ο μικρός θα αποδράσει απ’ αυτή χάρη σε μια καινούρια περιπέτεια, η οποία, παρότι θα επιχειρήσει μια μικρή βουτιά στη φαντασία, τούτη τη φορά θα είναι αληθινή. Και μάλιστα η πιο όμορφη που έχει ζήσει στην ως τώρα ζωή του.
 
Τον Όλιβερ τον πρωτοδιάβασα χτες το μεσημέρι μες στο μετρό και μου ’ρθε να βάλω τα κλάματα. Άνοιξα, βλέπετε, ανυποψίαστη ένα παιδικό εικονογραφημένο βιβλίο και βρέθηκα πρόσωπο με πρόσωπο με την πραγματικότητα ενός μικρού παιδιού που αισθάνεται διαφορετικό και μόνο. Μαζί του είδα να σουλατσάρει στις σελίδες η Χαρά του Τριβιζά παρέα με το Γκουντούν της. Κι ο δικός μου παιδικός εαυτός – τα ατέλειωτα μεσημέρια με τους μυστικούς κόσμους πίσω απ’ τα παρτέρια της αυλής, μια μικρή γούβα που παρίστανε το απόκρημνο φαράγγι, τη μαγική κρυψώνα κάτω απ’ τη σκάλα, τα μοναχικά παιχνίδια τένις με τον τοίχο. Και μαζί η περιστασιακή ή διαρκής μοναξιά κάθε παιδιού σ’ αυτό τον κόσμο, παρέα με τις φανταστικές ιστορίες που γεννά για να νικήσει την πλήξη.
 
Αν πάντως ο ολοκληρωτικός εγκλεισμός, η άτακτη φυγή σε έναν εξωπραγματικό κόσμο καταλήγει από παρηγοριά βάσανο κι απελπισία, η Birgitta Sif επιμένει ως το τέλος πως η παιδική φαντασία όχι μόνο «διορθώνει» τη ζόρικη πραγματικότητα αλλά είναι κι ένας δρόμος για να ανακτήσει το παιδί επαφή με τον αληθινό κόσμο. Αυτό υποδηλώνει άλλωστε ο τρόπος με τον οποίο ο Όλιβερ ανακαλύπτει την εξίσου μοναχική Ολίβια. Σε ανάλογο κλίμα κινείται και το ανοιχτό τέλος της ιστορίας: Τα δυο παιδιά, έχοντας βρει το ένα το άλλο κάνουν μια νέα αρχή, στήνοντας παρέα μια παράσταση για το κοινό τους, εκείνους τους άψυχους, φανταστικούς φίλους, που δεν εγκαταλείπουν ακόμα και τώρα που βρήκαν ο ένας τον άλλο. Σκηνοθετούν άραγε τη δική τους πραγματική ιστορία ή σαλπάρουν παρέα σ’ ένα νέο φανταστικό ταξίδι; Κοιτάζοντας το τελευταίο σαλόνι, αδυνατώ αλλά και δε θέλω να πω με βεβαιότητα τι απ’ τα δυο συμβαίνει. Όπως δυσκολεύομαι και να πω από τι ακριβώς υλικό είναι πλασμένος ο λίγο διαφορετικός Όλιβερ, η λίγο διαφορετική Ολίβια, ο λίγο διαφορετικός καθένας από μας. Είμαστε άραγε οι ιστορίες που ζούμε; Εκείνες που επινοούμε; Ή μήπως εντέλει ένα κράμα και των δυο;

ΥΓ.: Υπάρχει και κάποιος μικρός, άοκνος, οικειοθελώς παρατηρητής της ζωής του Όλιβερ. Κάποιος που, αν και όχι ανθρώπινος, επιλέγει να τον ακολουθήσει από την πρώτη ως την τελευταία σελίδα. Αναζητήστε τον.