Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 8. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 8. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 2 Δεκεμβρίου 2019

Maja Lunde, Το πνεύμα του χιονιού


Εικονογράφηση: Lisa Aisato, μτφρ. Χριστίνα Σωτηροπούλου, Εκδόσεις Κλειδάριθμος, Αθήνα 2019



Πρώτα η έκπληξη: Ένα βιβλίο που το σχήμα του κι η πολύχρωμη εικονογράφησή του σε προϊδεάζουν ότι πρόκειται για εικονογραφημένο που απευθύνεται σε μικρά παιδιά, μέχρι που παρατηρείς τον όγκο του –παρά κάτι διακόσιες σελίδες– και το πυκνογραμμένο του κείμενο – στην ουσία ένα μυθιστόρημα που αριθμεί 24 ολόκληρα κεφάλαια. Ασυνήθιστο εγχείρημα για τα ελληνικά δεδομένα, σύμφωνα με τα οποία χρώμα, σχήμα κτλ. διαμορφώνονται αυστηρά με βάση ηλικιακά και μόνο κριτήρια. Δεν είναι όμως αυτό το μόνο ασυνήθιστο στο Πνεύμα του χιονιού.

Η Maja Lunde φτιάχνει μια χριστουγεννιάτικη ιστορία που, παρότι πλημμυρισμένη στο χιόνι και στα χριστουγεννιάτικα στολίδια, κρύβει στον πυρήνα της μια οδυνηρή απώλεια: Ο Κρίστιαν, ο αφηγητής, κατεξοχήν παιδί των Χριστουγέννων, βρίσκεται τις παραμονές των φετινών Χριστουγέννων αποκομμένος από τη γιορταστική ατμόσφαιρα. Στο σπίτι του επικρατεί σιωπή, καθώς οι γονείς του αποφεύγουν να μιλήσουν για την πρόσφατη απώλεια της μεγάλης του αδερφής, ο καλύτερός του φίλος μοιάζει να μην τον καταλαβαίνει στο ελάχιστο κι ο ίδιος φοβάται ότι ίσως τα Χριστούγεννα να μην έρθουν τούτη τη χρονιά για την οικογένειά του. Όλα αυτά ως τη μέρα που γνωρίζει στην πισίνα όπου κολυμπά τη μικρή κοκκινομάλλα Χέντιβιχ. Στο ζεστό, όμορφο σπιτικό της ο Κρίστιαν θα ξαναβρεί κάτι από τη χαμένη χριστουγεννιάτικη μαγεία, στο πρόσωπο του κοριτσιού θα συναντήσει τη συμπαράσταση, την κατανόηση αλλά και την παιδική ανεμελιά που του είχαν λείψει. Ώσπου στο σπίτι της Χέντβιχ εμφανίζεται από το πουθενά ένας μυστηριώδης ηλικιωμένος άντρας. Τι σκοπό έχει; Τι μυστικά κρύβει; Ακολουθώντας τον, ο Κρίστιαν θα μπορέσει να συμπληρώσει το παζλ μιας παλιάς ιστορίας.

Η Lunde με μαεστρία χτίζει ένα εξαιρετικά ισορροπημένο κείμενο που, παρά το βαρύ του θέμα, δεν επιτρέπει στον αναγνώστη να το αφήσει από τα χέρια του ώσπου να φτάσει στην τελευταία σελίδα. Σε αυτό συμβάλλει τόσο η αμεσότητα των διαλόγων όσο και το κλίμα μυστηρίου με το οποίο επενδύει την ιστορία της η συγγραφέας. Και, φυσικά, η αριστοτεχνική ακροβασία ανάμεσα στο άσπρο και στο μαύρο, στο γιορταστικό κλίμα και στο αίσθημα της απώλειας, στον ρεαλισμό και στη μεταφυσική αύρα. 

Φυσικά, τίποτα δε θα ήταν ίδιο για τον αναγνώστη αν έλειπε η πολύχρωμη, ατμοσφαιρική εικονογράφηση της Lisa Aisato, που ζωντανεύει εξαιρετικά τα πρόσωπα και τα σκηνικά και δίνει τον συναισθηματικό τόνο με τα άλλοτε θερμά κι άλλοτε ψυχρά χρώματά της. Ξαναγυρνάω εδώ σε όσα έλεγα στην πρώτη παράγραφο για να προσθέσω ότι το σχήμα του βιβλίου και το είδος της εικονογράφησής του λειτουργούν, όπως αποδεικνύεται, καταλυτικά στην αναγνωστική εμπειρία: Χρώματα κι εικόνες αγκαλιάζουν κυριολεκτικά το κείμενο που θαρρείς ξεπηδά μέσα από αυτές, βυθίζοντας τον αναγνώστη στον κόσμο, εξωτερικό αλλά κι εσωτερικό, που χτίζει η Lunde

Η αναγνωστική αυτή εμπειρία είναι από μόνη της λόγος ικανός να διαβαστεί το Πνεύμα του χιονιού. Αλλά όχι κι ο μόνος, αφού το λυτρωτικό του, αν και όχι ζαχαρωμένο, τέλος έχει να πει πολλά στον μικρό αλλά και στον μεγάλο αναγνώστη για τον τρόπο που διαχειριζόμαστε το παρελθόν, τη μνήμη, την απώλεια, όπως και για το χρέος μας απέναντι σε κείνους που έφυγαν αλλά και, κυρίως, σε κείνους που έμειναν πίσω.

Παρασκευή 8 Ιουνίου 2018

Piotr Socha, Μέλισσες

 Κείμενα: Wojciech Grajkowski, μετάφραση - επιμέλεια έκδοσης Μαριάννα Ψύχαλου, Μικρή Σελήνη, Αθήνα 2018




Πόσο εύκολο είναι για ένα βιβλίο γνώσης να αιχμαλωτίσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη –μικρού και μεγάλου–, ακόμα κι αν το αντικείμενο με το οποίο καταπιάνεται δε μοιάζει να είναι ακριβώς το αγαπημένο του; Όχι και πολύ, γενικώς μιλώντας. Ή τουλάχιστον έτσι θα έλεγα πριν ξεφυλλίσω ένα από τα ωραιότερα βιβλία του είδους που έπεσαν στα χέρια μου τον τελευταίο καιρό: τις Μέλισσες των Piotr Socha και Wojciech Grajkowski, που μας χάρισε η Μικρή Σελήνη. Ένα από κάθε άποψη εκπληκτικό βιβλίο, που δεν είναι απλώς ένας εξαντλητικός οδηγός πάνω σε οτιδήποτε έχει να κάνει με το συμπαθές έντομο, αλλά κι ένα υποδειγματικής μεθοδολογίας και αισθητικής βιβλίο γνώσης.

Και ξεκινάω από αυτό το τελευταίο: Οι Μέλισσες δεν είναι ένα βιβλίο που προσεγγίζει στεγνά, ακαδημαϊκά τη φυσιολογία, τη ζωή και τις συνήθειες των μελισσών. Είναι ένα διαθεματικό ταξίδι στη ζωολογία, στην ιστορία, στη μυθολογία, στην κουλτούρα, στη μαγειρική, στην αρχιτεκτονική, στην τεχνολογία, στην ιατρική. Μια διαδρομή στον χώρο και στον χρόνο. Ένα μοναδικής έμπνευσης συναπάντημα του Άγιου Αμβρόσιου με τον Γουίνι, του ελληνικού δωδεκάθεου με την αιγυπτιακή και τη σλαβική παράδοση, των Πολωνών, των Αιθιόπων και των Ασιατών μελισσοκόμων. Τέχνες και τεχνικές, έθιμα και συνήθειες, γεύσεις και αρώματα, δοξασίες και θρύλοι, όλα χωράνε σε αυτό το απίθανο βιβλίο που παντρεύει με αρμονικό τρόπο επιστημονικά πεδία και φαινομενικά ετερόκλητες πληροφορίες, με κοινό πάντα άξονα τις μέλισσες. Ένα βιβλίο αρχιτεκτονημένο έξοχα σαν κερήθρα, με πλευρές που εφάπτονται τόσο άψογα μεταξύ τους ώστε να μην αφήνουν ούτε μια τοσηδά χαραμάδα πλήξης να εισχωρήσει ανάμεσα σ’ αυτό και στον αναγνώστη του: με τις ενότητες να διαδέχονται η μια την άλλη με μια ισορροπία, ένα μέτρο και μια αλληλουχία σπάνιας ευφυΐας.

Και με την υψηλής ακρίβειας εικονογράφηση του Piotr Socha, που αναδεικνύεται μοναδικά και από το μεγάλο μέγεθος του βιβλίου, να μην πέφτει στην παγίδα του ακαδημαϊσμού αλλά να συμπυκνώνει με ζωντάνια και χιούμορ πλήθος πληροφοριακού υλικού χωρίς να κουράζει, αλλά ούτε και να εκπίπτει σε απλουστευτικές λύσεις. Κάθε σαλόνι είναι ένας ή, συχνά, πολλοί κόσμοι. Μια αφορμή για ένα νέο ταξίδι, για τη γνωριμία με μια άλλη, όχι πάντα αναμενόμενη, παράμετρο του θέματος «μέλισσες». Κάθε σαλόνι είναι μια εικαστική περιπέτεια που μπορεί να σου φάει ώρες ατελείωτες εξερεύνησης και πάλι να αισθάνεσαι τη διαδρομή μέσα της ατελή και λειψή.

Οι Μέλισσες είναι ένα βιβλίο-πρότυπο για όσους δεν πιστεύουν σε στεγανά και κλειστούς ορίζοντες, για όσους θεωρούν τη γνώση ένα αέναο ταξίδι περιπλάνησης στον κόσμο, ένα ταξίδι αναζήτησης της ομορφιάς, της αρμονίας, της ανεξάντλητης δημιουργικής χαράς χωρίς συντεχνιακά συρματοπλέγματα, χωρίς αποκλεισμούς, χωρίς παρωπίδες. Δε θα χρειαστεί παραπάνω από ένα ξεφύλλισμα για να πεισθείτε. Και να κολλήσετε όπως εγώ.     

Τετάρτη 17 Αυγούστου 2016

Γεωργία Γαλανοπούλου, Ο Βόρακας, ο Κόρακας και η Σονάτα της Φανής


Εικόνες: Βαγγέλης Παυλίδης, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2015






Σε μια κάποτε όμορφη πόλη, τώρα γκρίζα και μουντή, τα παιδιά αναζητούν σε έναν παλιό θρύλο την εξήγηση για την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει ο τόπος. Κι ο θρύλος αυτός θα οδηγήσει ένα από αυτά, το πιο περίεργο –και μάλλον και το πιο γενναίο–, να γυρέψει απαντήσεις στα ερωτήματά του πηγαίνοντας στο στοιχειωμένο καράβι που γέρνει ρημαγμένο στο άδειο λιμάνι. Εκεί θα ανταμώσει τον υπαίτιο της δυστυχίας, τον τρομακτικό Βόρακα, και μαζί τον υποτακτικό του, τον δουλοπρεπή Κόρακα. Μέσα από τις αφηγήσεις αρχικά του Βόρακα και του Κόρακα στη συνέχεια, ο μικρός θα ανακαλύψει πώς η αυξανόμενη κι ακόρεστη απληστία του πρώτου έφερε σταδιακά την καταστροφή του φυσικού πλούτου, την καταστρατήγηση κάθε έννοιας δικαίου, αλλά και την προσωπική του δυστυχία και ανασφάλεια, και μαζί το ψέμα, την αδικία, τη μισανθρωπία, τον αυταρχισμό και την άγνοια, οδηγώντας μια ολόκληρη κοινωνία στον μαρασμό. Τι κι αν η Φανή, του δίκιου η φωνή, πασχίζει να νουθετήσει τον αχόρταγο Βόρακα; Άλλοτε αδιαφορώντας για τα λόγια της κι άλλοτε λοιδορώντας, απειλώντας τη ή χειροδικώντας σε βάρος της, εκείνος θα την κάνει να πάρει των ομματιών της και να χαθεί από την πόλη, αφαιρώντας από τους κατοίκους της κάθε ελπίδα και προοπτική.  

Αυτοί οι δυο, ο Βόρακας και η Φανή, αποτελούν ένα ενδιαφέρον δίπολο χαρακτήρων που ενσαρκώνουν μια σειρά από εύγλωττα ορατές όσο κι αντιθετικές αξίες. Αν ο πρώτος, δύσμορφος και τρομακτικός, όπως αποδίδεται εικονογραφικά, είναι η αιτία για όλα τα δεινά της πόλης, ακολουθούμενος μάλιστα από έναν εξίσου άχαρο βοηθό, τον Κόρακα, η δεύτερη, μικροσκοπική, ροδαλή, σχεδόν διάφανη, είναι η προσωποποίηση του δίκιου. Με ένα άλλο πουλί, το αηδόνι με τη μελωδική φωνή, να συνθέτει τη σονάτα της που θα σημάνει την επιστροφή της ελπίδας στη ρημαγμένη πόλη. Πάνω σε αυτό το δίπολο και σε ό,τι κατ’ επέκταση εκπροσωπεί, σκότος και φως, μουντάδα και χρώμα, βασίζει την εικονογράφησή του ο Βαγγέλης Παυλίδης. Με τα πρώτα να κυριαρχούν στις περισσότερες σελίδες, χωρίς να λείπουν κάποιες, συνήθως μικρές, άλλοτε εκτενέστερες, και πάντως σκόπιμα παράταιρες, εισβολές φωτεινών, χρωματιστών μορφών, που δηλώνουν εμφατικά την αντίθεση ανάμεσα σε όσα πρεσβεύουν από τη μια ο Βόρακας κι από την άλλη η Φανή και τα παιδιά της πόλης.
  
Η συγγραφέας, από την πλευρά της, επιλέγει –για λόγους τόσο πρακτικούς, αφού η Φανή απουσιάζει από το αφηγηματικό παρόν, όσο και, νομίζω, αφηγηματικής σκοπιμότητας– να αφήσει τους δυο «κακούς», Βόρακα και Κόρακα, να διηγηθούν τα γεγονότα στο μικρό αγόρι. Μια επιλογή που, σε συνδυασμό με την κυριαρχία του έμμετρου λόγου και τη χρήση μιας αρκετά ευρηματικής ομοιοκαταληξίας, αναδεικνύει σε όλο τους το μεγαλείο την αφοπλιστική ωμότητα και τον κυνισμό του αμετανόητου Βόρακα και τη θρασύδειλη στάση του τσιρακιού του, του Κόρακα, χαρίζοντας ταυτόχρονα στον αναγνώστη αποφορτιστικά χιουμοριστικές στιγμές μέσα από απρόσμενα παντρέματα λέξεων και ανατρεπτικούς διαλόγους. Από το –κυρίως έμμετρο– κείμενο δε λείπουν μικρές, ευχάριστες ανάπαυλες πεζού λόγου, που όχι μόνο δεν ανακόπτουν τον χειμαρρώδη ρυθμό της αφήγησης, αλλά και της προσδίδουν ένα διαφορετικό αφηγηματικό βάρος –κυρίως μέσα από τη δραματική χρήση της επανάληψης στην αρχή– αλλά και χρονικό βάθος, προτρέποντας τον αναγνώστη να σταθεί για λίγο και να αγναντέψει το έμμετρο κείμενο, που εξάλλου δε φείδεται στοιχείων τα οποία παραπέμπουν στη λαϊκή παράδοση, από την απόσταση που ταιριάζει σε μακρινό θρύλο. 

Κλείνοντας, να επισημάνω ότι η ιστορία της Γεωργίας Γαλανοπούλου, αν και ευτυχής ως προς την κατάληξή της, με την καίρια παρέμβαση μιας επίμονης αλλά και συγκροτημένης πνευματικά νέας γενιάς, φωνάζει μια αλήθεια που συνήθως αποφεύγουμε να πούμε, ειδικά όταν απευθυνόμαστε στα παιδιά: Ότι η έννοια του δικαίου δεν είναι δεδομένη και αυτονόητη ποτέ και πουθενά. Ούτε αρκεί η επίκλησή του ή οι δημόσιοι οδυρμοί κι ολολυγμοί περί του αυτονόητου της ύπαρξής του. Όσο δυνατή κι αν είναι μια φωνή βοώντος εν τη ερήμω, μια φωνή που δε συνοδεύεται από ενεργό συμμετοχή εκείνων που επιμένουν να κάθονται παθητικά κλαίγοντας τη μοίρα τους χωρίς να σηκώνουν ούτε το μικρό τους δαχτυλάκι για να διεκδικήσουν το αυτονόητο, θα έρθει η μέρα που, απαυδισμένη, όχι μόνο θα σωπάσει αλλά και θα χαθεί. Κι ίσως τότε η αντίστροφη πορεία, από το άδικο και το κακό προς το δίκιο και το καλό, να είναι μακροχρόνια και επίμοχθη, απαιτώντας, πέρα από ευχολόγια και καλές προθέσεις, επίγνωση αλλά κι ενσυναίσθηση, υπομονή αλλά και θυσίες – όλα όσα τελικά υπαγορεύει αλλά και προϋποθέτει αυτή η μαγική λέξη που λέγεται «σεβασμός».