Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τριβιζάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τριβιζάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2012

Ευγένιος Τριβιζάς, Τα Χριστούγεννα της Λούλας Στρουμπουλούλας - Οι περιπέτειες μιας τετράπαχης γαλοπούλας

Εικονογράφηση: Ράνια Βαρβάκη, Εκδόσεις Ψυχογιός, Αθήνα 2012 (από 5 ετών)

 
 
Το ιστολόγιο μπαίνει σε χριστουγεννιάτικο mood. Δεν έχει άλλωστε και πολλά περιθώρια διαφυγής: κάτι το ημερολόγιο που σε λίγο θα δείχνει Δεκέμβρη, κάτι ο σκουντούφλης καιρός, κάτι οι, έστω περιορισμένης έκτασης, στολισμοί στις βιτρίνες των μαγαζιών, κάτι οι προετοιμασίες για τη χριστουγεννιάτικη σχολική γιορτή της πρωτότοκης, όπως και να το κάνεις, τα Χριστούγεννα είναι καθ’ οδόν και μαζί τους κουβαλάνε σωριές βιβλία. Βέβαια, εγώ δεν είμαι διόλου χριστουγεννιάτικος τύπος. Ούτε καν γιορτινός τύπος. Από παιδί το έχω. Όλη αυτή η αναμονή του προδιαγεγραμμένου, οι ετοιμασίες, οι στολισμοί, τα γιορτινά ντυσίματα με παρέπεμπαν πάντοτε σ’ ένα τεράστιο πάρτι-έκπληξη χωρίς την έκπληξη. Αυτή η αμήχανη στάση με ακολούθησε και στην ενήλικη ζωή μου. Βέβαια, ο ερχομός των παιδιών τα άλλαξε, όπως είναι ευνόητο, όλα. Θέλοντας και μη, έγινα κι εγώ τύπος γιορτινός και χριστουγεννιάτικος, κι αν τολμάω, ας κάνω κι αλλιώς. Επειδή όμως κάτι απ’ το παλιό μου δέρμα δε λέει να φύγει από πάνω μου, αποφάσισα να παρουσιάσω εδώ μέσα χριστουγεννιάτικα βιβλία που επιλέγουν να υιοθετήσουν απρόβλεπτες, παράδοξες ή αναπάντεχες οπτικές, διασώζοντας, κατά τη δική μου τουλάχιστον γνώμη, το πραγματικό νόημα της γιορτής.

Ξεκινάω λοιπόν σήμερα με τα Χριστούγεννα του απόλυτου θύματος: της γαλοπούλας! Η οποία έχει όνομα κι επώνυμο: είναι η Λούλα Στρουμπουλούλα, το τροφαντό πουλερικό του ζεύγους Ζαρζαφούτη, το οποίο τη θρέφει στον κήπο του με στόχο να την κάνει γεμιστή τα Χριστούγεννα, σ’ ένα πλουσιοπάροχο τσιμπούσι που θα παραθέσει σε φίλους και γνωστούς. Η Λούλα, μικρή και απονήρευτη καθώς είναι, εκλαμβάνει τη στάση των ιδιοκτητών της ως δείγμα γενναιοδωρίας, αγάπης και φροντίδας. Όταν λοιπόν η φίλη της η Μπιζού η γάτα, που την έχουμε συναντήσει κι αλλού στον παραμυθένιο κόσμο του Τριβιζά, της ανοίξει τα μάτια αποκαλύπτοντάς της τα δολοφονικά σχέδια του ζεύγους, η γαλοπούλα μας θα κάνει ό,τι περνάει απ’ το χέρι της για να αποτρέψει το μοιραίο: θ’ αρχίσει γυμναστική για να χάσει κιλά, θα διαπράξει δολιοφθορές στην κουζίνα του σπιτιού, θα επιχειρήσει να μεταμφιεστεί για να τους ξεγελάσει, ωστόσο οι μέρες περνούν και τα Χριστούγεννα φτάνουν. Κι όταν, κυνηγημένη από έναν έξαλλο κύριο Ζαρζαφούτη, ο οποίος επιθυμεί διακαώς να τη δει με συνοπτικές διαδικασίες στο φούρνο, θα καταλήξει πανικόβλητη στη σοφίτα του σπιτιού, το παλιό σεντούκι του πειρατή Λαλαπλούτς Πρασινογένη, στο οποίο θα προστρέξει για βοήθεια, όχι μονάχα θα της σώσει τη ζωή αλλά και θα φέρει στο φως ένα μυστικό που θα στείλει χριστουγεννιάτικα τους ιδιοκτήτες της σ’ ένα μακρινό κυνήγι θησαυρού στα πέρατα της οικουμένης…

Τυπικός Τριβιζάς, παράδοξος, ανατρεπτικός, άκρως διασκεδαστικός. Μια απλή αντιστροφή της οπτικής, το χριστουγεννιάτικο τραπέζι ιδωμένο από την πλευρά του υποψήφιου εδέσματος, αρκεί για να στηθεί μια ιστορία γεμάτη σασπένς, ένταση αλλά και χιούμορ. Εξαντλητικοί διάλογοι ανάμεσα στη γαλοπούλα και στη γάτα, η οποία λειτουργεί εν είδει συμβουλάτορα, διαρκείς επαναλήψεις, που παρατείνουν την αγωνία και υπογραμμίζουν το αίσθημα πανικού κι απελπισίας της Λούλας, λογοπαίγνια, ευφάνταστα ονόματα και επώνυμα, με την παρήχηση σε κάποιες περιπτώσεις να επιτείνει το κωμικό αποτέλεσμα, όλες οι τεχνικές που έχουμε συναντήσει και σε άλλα βιβλία του συγγραφέα έρχονται να μας προσφέρουν ένα χορταστικό όσο κι εναλλακτικό χριστουγεννιάτικο πιάτο.

Ο Τριβιζάς βέβαια δε γράφει απλώς βιβλία ψυχαγωγικού χαρακτήρα. Όπως και αλλού, έτσι κι εδώ είναι ανελέητος απέναντι στον καθωσπρεπισμό, στην κοινωνική υποκρισία και στο εφήμερο και επιφανειακό της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Έτσι, η μεταστροφή στη συμπεριφορά του ζεύγους Ζαρζαφούτη απέναντι στη γαλοπούλα όταν χάρη σ’ αυτή μαθαίνουν για το χαμένο θησαυρό του πειρατή Λαλαπλούτς Πρασινογένη μπορεί σε ένα πρώτο επίπεδο να φαντάζει ως απόρροια ευγνωμοσύνης, αλλά υποκρύπτει κι έντονη ανυπομονησία και απληστία: Τι να το κάνεις το ψητό πουλερικό όταν στην άλλη άκρη του κόσμου σε περιμένουν αμύθητοι θησαυροί; Όσο για τους φίλους της οικογένειας, που καταφτάνουν για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι φορτωμένοι με ό,τι ακριβό ρούχο και πολύτιμο κόσμημα διαθέτει η γκαρνταρόμπα τους, συνιστούν τη γελοιογραφική εκδοχή μιας αστικής τάξης που πασχίζει να κρύψει την κενότητά της πίσω από μια επίδειξη πλούτου η οποία ξεπερνάει κατά πολύ τα όρια του κιτς.

Η εικονογράφηση της Ράνιας Βαρβάκη, εκτός του ότι μας χαρίζει μια αξιολάτρευτα στρουμπουλή γαλοπούλα σ’ έναν πολύχρωμο, ολάνθιστο κήπο, συμμερίζεται τόσο τη σατιρική διάθεση του συγγραφέα απέναντι στο ζεύγος Ζαρζαφούτη και στον κύκλο του, όσο και την πρόθεσή του να στήσει έναν κόσμο στον οποίο το αυτονόητο και το παράδοξο συνυπάρχουν σαν να μην τρέχει τίποτα.

Κλείνοντας, νομίζω πως ο βασικός λόγος για τον οποίο αγάπησα ιδιαίτερα τη Λούλα έχει να κάνει με το ότι κατόρθωσε να τινάξει στον αέρα αυτό που έλεγα στην αρχή, το πάρτι-έκπληξη χωρίς την έκπληξη, χαρίζοντας σ’ αυτούς τους αιμοβόρους, καθωσπρέπει και τόσο προβλέψιμους Ζαρζαφούτηδες την απόλυτη περιπέτεια. Με τον ίδιο τρόπο που κι ο απρόβλεπτος δημιουργός της βγάζει μικρούς και μεγάλους αναγνώστες από τον κόσμο του καθημερινού και του τετριμμένου χαρίζοντάς τους συναρπαστικά ταξίδια σε ανεξερεύνητα τοπία της φαντασίας.

(Μετά το τέλος της ιστορίας, ακολουθεί, κατά την προσφιλή συνήθεια του Τριβιζά, σειρά δημιουργικών δραστηριοτήτων, αρκετές από τις οποίες εμάς μας φάνηκαν ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες.)
 

Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2012

Η μοναξιά της εξουσίας, του πλούτου και του τρόμου

  • Ζωή Βαλάση, Το ψηλότερο μπαλκόνι του κόσμου, εικονογράφηση Πέτρος Ζαμπέλης, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2006

  • Ευγένιος Τριβιζάς, Οι χελώνες του βαρώνου, εικονογράφηση Ναταλία Καπατσούλια, Καλέντης, Αθήνα 2002

  • Thomas Docherty, Big Scary Monster, Templar Publishing 2009

  •  

Πριν από λίγο καιρό έγραφα σε μια ανάρτηση για τη μοναξιά της διαφορετικότητας, για τη σκληρότητα με την οποία συχνά κοινωνικά κυρίαρχες ομάδες αντιμετωπίζουν τον αδύναμο, τον ξένο, αυτόν που κουβαλάει διαφορετικές νοοτροπίες κι αντιλήψεις. Μόνο που στη μοναξιά φτάνει κανείς κι από άλλους δρόμους, εκούσια ή ακούσια. Η αλαζονεία, η φιλαργυρία, η τρομοκράτηση των άλλων αποτελούν ιδανικές ατραπούς προς αυτή την κατεύθυνση. Οι ήρωες των τριών βιβλίων που παρουσιάζω είναι πολύ διαφορετικοί μεταξύ τους, όπως κι ο τρόπος με τον οποίο διαχειρίζονται τις ιστορίες τους οι συγγραφείς τους. 
 

Η μοναξιά και η αλαζονεία της εξουσίας: Ζωή Βαλάση, Το ψηλότερο μπαλκόνι του κόσμου (από 4 ετών)

 
Η ιστορία ενός ανόητου άρχοντα, ανίκανου, άχρηστου, τεμπέλη και πλεονέκτη, που αποφασίζει να φτιάξει τον ψηλότερο πύργο με το ψηλότερο μπαλκόνι του κόσμου. Αφού ρημάζει το σύμπαν γύρω του, γκρεμίζοντας σπίτια και ξεριζώνοντας δέντρα, βάζοντας έναν ανθρώπινο στρατό να χτίσει την υψηλή του κατοικία, όταν τη βλέπει τελειωμένη, αποφασίζει να ανέβει μαζί με τους αυλικούς του στο ψηλότερο μπαλκόνι της για να εποπτεύσει άνωθεν τον κόσμο. Κι ενώ κάτω χαμηλά έχει αρχίσει το γλέντι και το τσιμπούσι απ' τους υπηκόους του, σκαλί σκαλί αρχίζουν να σημειώνονται οι πρώτες αποσχιστικές τάσεις στην ακολουθία του. Ο άρχοντας βέβαια συνεχίζει απτόητος την άνοδο, σαρώνοντας στο πέρασμά του όποιο πλάσμα τού φαίνεται πως μπορεί να ανηφορίσει με μεγαλύτερη ευκολία από αυτόν. Όταν φτάνει επιτέλους στο μπαλκόνι του, ξέπνοος και τσακισμένος απ' την κούραση, συνειδητοποιεί ότι έχει απομείνει μόνος. Όλοι οι σύμβουλοι κι οι λογογράφοι του έχουν ξεμείνει εξαντλημένοι στα μισά του δρόμου, κι όσο για το ακροατήριό του, είναι τόσο χαμηλά, κάτω στην αυλή του πύργου, που δεν τον ακούει. Μόνος, πεινασμένος κι εξοργισμένος, θα δεχτεί το τελειωτικό χτύπημα από ένα χελιδόνι που έχει φτιάξει τη φωλιά του πάνω απ' το ψηλό μπαλκόνι του, που στέκεται δηλαδή πιο ψηλά από τον ίδιο.
 
Η αλαζονεία κι η μοναξιά της εξουσίας σε όλο της το μεγαλείο. Ένας απόλυτος μονάρχης, αυταρχικός, βάναυσος, μεγαλομανής. Κληρονομικώ δικαιώματι φυσικά: κανείς δεν τον επέλεξε για το μυαλό του, για τις ικανότητές του, για τα ταλέντα του. Μόνο που, όσο αυτός βουλιάζει στην κρίση μεγαλείου που τον οδηγεί σε έργα εντυπωσιοθηρικής παραφροσύνης, ξεμακραίνει κι από τον κόσμο γύρω του, χάνει επαφή -όποια επαφή μπορούσε να έχει τέλος πάντων- με το λαό του, ακόμα και με τους αυλικούς του, κι όχι μονάχα βυθίζεται στην πιο σκληρή μοναξιά, αλλά στο φινάλε συνειδητοποιεί και το μάταιο του εγχειρήματός του. Δίκαιη τιμωρία, θα πείτε. Μάλλον. Όταν η ανοησία, η εξουσιομανία και ο ανθρώπινος παραλογισμός φτάνουν στο μη περαιτέρω, δεν έχεις και πολλούς λόγους να μην αισθανθείς ικανοποίηση για το πάθημα ενός τέτοιου δυνάστη.
 
Το βιβλίο της Βαλάση, με την εικονογράφηση του Πέτρου Ζαμπέλη να μας ταξιδεύει στη μακρινή εποχή του παραμυθιού στην οποία εκτυλίσσεται η ιστορία της, έφτασε στα χέρια μας από κάποιο ξαδερφάκι που πια μεγάλωσε. Πλέον είναι εξαντλημένο. Το κλείσιμο των Ελληνικών Γραμμάτων φαίνεται πως πήρε μαζί του το Ψηλότερο μπαλκόνι. Όπως κι ένα σωρό άλλα βιβλία. Θα μου πείτε: Τι νόημα έχει να μας μιλάς για εξαντλημένα βιβλία, που δεν μπορούμε να βρούμε πουθενά; Δεν ξέρω, μάλλον είναι η επιθυμία μου να αντισταθώ με τις μικρές μου δυνάμεις στη φθορά του χρόνου και στη λήθη, που συχνά είναι τόσο αχάριστες κι οι δυο απέναντι στο μόχθο του συγγραφέα.   

 

Η μοναξιά κι η ματαιότητα του πλούτου: Ευγένιος Τριβιζάς, Οι χελώνες του βαρώνου (από 4 ετών)

 
Ο βαρώνος του Τριβιζά είναι βαθύπλουτος, γι' αυτό και απέραντα δυστυχής. Η δυστυχία του απορρέει από το φόβο που του προξενεί το ενδεχόμενο να τον ληστέψουν ή να τον εξαπατήσουν. Τα βράδια δεν κοιμάται από τους εφιάλτες. Ακόμα κι όταν μετατρέπει τον πύργο του σε απόρθητο φρούριο, η υποψία ότι φίλοι, συγγενείς και υπηρέτες μπορεί να μηχανορραφούν σε βάρος του τον κάνει να διώξει από κοντά του τους πάντες. Ύστερα τα βάζει με τα συστήματα ασφαλείας, που μπορεί να αποδειχτούν ανεπαρκή, κι έτσι κλειδαμπαρώνει τα πλούτη του στο ανθεκτικότερο και μεγαλύτερο χρηματοκιβώτιο του κόσμου. Αλλά και πάλι, η σκέψη και μόνο ότι οι ύπουλοι κακοποιοί που τον επιβουλεύονται μπορεί να αναγκάσουν τον ίδιο να τους παραδώσει τους θησαυρούς του τον κάνει να κλειστεί κι αυτός στο χρηματοκιβώτιο. Περνάνε έτσι τα χρόνια μες στη μοναξιά και την αγωνία, κι όταν μια Πρωτοχρονιά ένας διαρρήκτης κατορθώνει να παραβιάσει το χρηματοκιβώτιο, βλέποντας το ταλαιπωρημένο πρόσωπο του βαρώνου, αισθάνεται λύπη και συμπάθεια γι' αυτό το βασανισμένο άνθρωπο. Ο εγκλεισμός του βαρώνου τού θυμίζει τη δική του κράτηση στη φυλακή. Γίνονται φίλοι, το ρίχνουν στο παιχνίδι, στο τέλος ο βαρώνος τού χαρίζει κάμποσα από τα πλούτη του. Η φυγή του διαρρήκτη  πλημμυρίζει το βαρώνο με απέραντη μοναξιά κι έτσι αποφασίζει να αφήσει το χρηματοκιβώτιο και, σημαίνοντας προσκλητήριο με τους συναγερμούς του, να ανοίξει το σπίτι του σε όλο τον κόσμο.
 
Η προσέγγιση του Τριβιζά είναι πιο αισιόδοξη από εκείνη της Βαλάση, αφού ο ήρωάς του αντιλαμβάνεται, πάντοτε στα μέτρα και με τον τρόπο που υπαγορεύει ο παράδοξος κόσμος που χτίζει ο συγγραφέας, το μάταιο και οδυνηρό του εγκλεισμού και της μοναξιάς του. Η μεταστροφή του παίρνει αρκετό χρόνο -μια δεκαετία- να σημειωθεί και αφορμή της γίνεται η επίσκεψη του διαρρήκτη. Αφενός αποδεικνύοντας το μάταιο κάθε μέτρου ασφαλείας, αφετέρου επιβεβαιώνοντας στο βαρώνο, έναν άνθρωπο ταλαιπωρημένο, μόνο, αποστεωμένο από τη μακρά περίοδο του εγκλεισμού, ότι είναι ώρα να κάνει το μεγάλο βήμα διώχνοντας φόβους, αγωνίες, ανασφάλειες. Επιτέλους ζώντας. Ο διαρρήκτης, από την άλλη, μπορεί να βγάζει ένα ανθρώπινο πρόσωπο, αλλά αποκομίζει και κάποια κέρδη από το βαρώνο, όχι κλέβοντάς τον, αλλά δεχόμενος πρόθυμα τα δώρα του, ως αντάλλαγμα για τη χαρά της ανθρώπινης επαφής που του πρόσφερε. Με αυτό τον τρόπο, όλοι στο φινάλε είναι ευτυχισμένοι, πάνω απ' όλους εμείς για τη χαρά της αναγνωστικής απόλαυσης, που συνοδεύεται ιδανικά από τη γεμάτη κέφι κι αισιοδοξία πολύχρωμη εικονογράφηση της Ναταλίας Καπατσούλια.
 
 
Η μοναξιά και η απρόβλεπτη μεταστροφή του τρόμου: Thomas Docherty, Big Scary Monster (από 3 ετών)
 
Το μεγάλο τρομακτικό τέρας στέκεται στην κορυφή ενός βουνού και, εκμεταλλευόμενο το μέγεθος και την αποκρουστική του όψη, τρομάζει οτιδήποτε κινείται γύρω του. Με τον καιρό, οι υπόλοιποι κάτοικοι του βουνού αρχίζουν να του κρύβονται, κι όταν η πλήξη του γίνεται αφόρητη, στρέφει το βλέμμα του κάτω στην κοιλάδα. Βλέποντας από μακριά ένα πλήθος από μικροσκοπικά ζωάκια, αρχίζει να κατηφορίζει το βουνό με στόχο να τα κατατρομοκρατήσει κι αυτά. Μόνο που, καθώς τα πλησιάζει, πανικόβλητο συνειδητοποιεί πως ό,τι από μακριά φάνταζε μικροσκοπικό από κοντά είναι τεράστιο και κατ΄επέκταση τρομακτικό. Το κυριεύει ο φόβος και το βάζει στα πόδια. Φτάνοντας όμως στα παλιά του λημέρια, ανακαλύπτει πως έχει απομείνει ολομόναχο και βάζει τα κλάματα. Η έκπληξη που του επιφυλάσσουν τα ζωάκια του βουνού επιφέρει τη ριζική μεταστροφή του.
 
Το τέρας του βουνού δεν είναι εγγενώς κακό, απλώς το παράταιρο μέγεθός του και η αποκρουστική του όψη έχουν γεννήσει μέσα του την εντύπωση ότι ο τρόμος είναι ο ασφαλέστερος τρόπος επιβολής και κατ' επέκταση αποδοχής. Το γεγονός άλλωστε ότι απλώς τρομάζει τους άλλους χωρίς να ασκεί πραγματική βία υποδηλώνει την ισχυρή του ανασφάλεια, τη χαμηλή του αυτοεκτίμηση και την αδυναμία του να βρει έναν εναλλακτικό κώδικα επικοινωνίας. Ακόμα και η κάθοδός του από το βουνό δεν υπαγορεύεται από καταστροφική διάθεση, αλλά από την επιθυμία του να θεραπεύσει τη μοναξιά και την πλήξη του, αλλά και από τη σιγουριά του ότι και πάλι θα έχει να κάνει με πλάσματα πολύ μικρότερα και πιο αδύναμα από το ίδιο. Η ανατροπή των ισορροπιών προκύπτει από την ανατροπή των συσχετισμών σε ό,τι αφορά το μέγεθος: Ο τρόμος γίνεται παιχνίδι στα χέρια κάποιου άλλου, ο οποίος από μακριά φάνταζε μικροσκοπικός κι αδύναμος, και το τέρας μας νιώθει στο πετσί του πώς είναι να γίνεσαι έρμαιο των επιθυμιών πλασμάτων πιο ισχυρών από σένα. Το τέλος της ιστορίας είναι αισιόδοξο και γεμάτο ελπίδα, αφήνοντάς μας να καταλάβουμε ότι σε ορισμένες περιπτώσεις ο φαινομενικά κακός είναι καλύτερος απ' ό,τι δείχνει, χρειάζεται όμως κι ένα νεύμα αποδοχής για να δείξει την καλή του πλευρά.
 
Το βιβλίο δεν κυκλοφορεί στα ελληνικά. Το κείμενό του βέβαια είναι τόσο απλό ώστε το καθιστά εύκολα μεταφράσιμο. Προσωπικά, δε θα με πείραζε να βλέπω συχνότερα τέτοια βιβλία στην ελληνική αγορά - κι ας έμενε άστεγη μια κάποια πριγκίπισσα ή νεράιδα απ' τις πολλές που κατακλύζουν τα ράφια των βιβλιοπωλείων μας.

Δευτέρα 22 Οκτωβρίου 2012

Εναλλακτικά γουρουνάκια

  • Τζόναθαν Έμμετ, Πετάει πετάει το γουρουνάκι, εικονογράφηση Στιβ Κοξ, μετάφραση Φίλιππος Μανδηλαράς, Πατάκης, Αθήνα 2005 (από 3 ετών)

  • Ευγένιος Τριβιζάς, Τα τρία μικρά λυκάκια, εικονογράφηση Έ. Οξένμπερυ, Μίνωας, Αθήνα 1993 (από 3 ετών)

  • Daniel Napp, Το Σούπερ-Ντούπερ Γουρουνάκι! μετάφραση Ε. Γεωργούλα, Αερόστατο, Αθήνα 2009 (από 3 ετών)

Μια φίλη μου μου έστειλε προ ημερών ένα email γεμάτο παράπονα. Τον τελευταίο καιρό, λέει, παραμελώ τα τρίχρονα και τα τετράχρονα και το 'χω ρίξει αποκλειστικά στα βιβλία για μεγαλύτερα παιδιά. Το δίκιο της βουνό. Αυτή λοιπόν εδώ η ανάρτηση είναι κάτι σαν παραγγελιά, κομμένη και ραμμένη στα μέτρα τα δικά της και του πιτσιρικά της: γεμάτη ανατροπή, δράση, εναλλακτικό πνεύμα.

Η αλήθεια βέβαια είναι ότι μέρες τώρα γυρόφερνα τη βιβλιοθήκη της κόρης μου με σκοπό να αλιεύσω οτιδήποτε διαθέτουμε σε γουρουνάκι. Κι αυτό γιατί όλη την τελευταία τριετία με έχει εντυπωσιάσει ο βαθμός στον οποίο η σύγχρονη παιδική λογοτεχνία έχει παρέμβει δημιουργικά στη μάλλον μονοσήμαντη παρουσία των συμπαθέστατων αυτών ζώων στα παραδοσιακά παραμύθια.

Στο παρελθόν είχα αναφερθεί στο Μελέτη και στα τρία γουρουνάκια του Ζοφρουά ντε Πεννάρ. Σας παραπέμπω σε εκείνη την πρώτη μου ανάρτηση χωρίς να προτίθεμαι να επαναληφθώ εδώ. Θα πω μόνο ότι τόσο ο πρώτος όσο και τα δεύτερα αίρουν τα παραδοσιακά στερεότυπα και βγαίνουν νικητές στην αναμέτρηση με το λύκο μέσα από εναλλακτικούς δρόμους: Ο Μελέτης από το Γεύμα των λύκων είναι ένας πολυτάλαντος, ατρόμητος και ευρηματικός τύπος, οι γνώσεις και ο γοητευτικός χαρακτήρας του οποίου σκλαβώνουν μια ολόκληρη λυκοοικογένεια. Τα δε τρία γουρουνάκια από το Ο λύκος... και τα τρία γουρουνάκια χαράζουν μια πετυχημένη πορεία στο χώρο της τέχνης, κι εντέλει είναι η υψηλή δημοφιλία τους που θα λειτουργήσει ως διαβατήριο για την επιβίωσή τους.

Οι γουρουνοχαρακτήρες και οι γουρουνοϊστορίες που ακολουθούν εδώ διαχειρίζονται με ενδιαφέροντα όσο και διαφορετικό κατά περίπτωση τρόπο παραδοσιακές εκδοχές και στερεότυπα, κι αν έχουν κάτι κοινό μεταξύ τους, αυτό είναι το γέλιο που χαρίζουν στο αναγνωστικό τους κοινό. Για πάμε...

Προεκτείνοντας το μύθο: Τζόναθαν Έμμετ - Στιβ Κοξ, Πετάει πετάει το γουρουνάκι


Στο βιβλίο των Έμμετ-Κοξ η βάση στην οποία χτίζεται η ιστορία είναι η παραδοσιακή κόντρα λύκου και γουρουνιών. Έχουμε δηλαδή να κάνουμε με κάτι σαν σίκουελ. Ο λύκος, μες στη λύσσα και την τσαντίλα του για την καταφανή ήττα και ταπείνωσή του από τα γουρούνια στο γνωστό κλασικό παραμύθι, αποφασίζει να πάρει την εκδίκησή του συμμετέχοντας σε αεροπορικούς αγώνες κόντρα στα τρία γουρουνάκια, τα οποία στην ιστορία των Έμμετ-Κοξ έχουν ονόματα απολύτως προσδιοριστικά των πνευματικών τους ικανοτήτων: Μπουμπουνίτσος, Ξεχασάκης και Διαβαστερούλης... Όπως γίνεται αντιληπτό, μπορεί τα συμπαθή γουρουνάκια να έχουν περάσει από την οικοδομική τέχνη στην επιστήμη της αεροναυπηγικής, δεν αποφεύγουν πάντως -τουλάχιστον τα δύο στα τρία- τα λάθη και τις αβλεψίες του παρελθόντος, με αποτέλεσμα εύκολα να φάνε τη σκόνη του πανούργου λύκου Ονούφριου. Ο Διαβαστερούλης είναι αυτός που θα βγάλει και πάλι το φίδι από την τρύπα σε μια ιστορία που δε φείδεται αερομαχιών, άφθονου σασπένς και τεχνολογικών εφέ. 

 

Ανατρέποντας το μύθο: Ευγένιος Τριβιζάς, Τα τρία μικρά λυκάκια

Δεν έχω να προσθέσω πολλά σε όσα έχουν ήδη ειπωθεί όλα αυτά τα χρόνια για ένα από τα πιο διάσημα βιβλία του Τριβιζά, το οποίο αποτελεί και ένα από τα σημαντικότερα παραδείγματα ανατροπής στερεοτύπων και δημιουργικής παρέμβασης στην παραμυθική παράδοση. Εδώ ο κακός είναι ο Ρούνι-Ρούνι, το ύπουλο, κακό γουρούνι, που καταδιώκει αλύπητα τρία μικρά λυκάκια γκρεμίζοντάς τους άπειρες φορές το σπιτάκι που αυτά προσπαθούν να χτίσουν επιστρατεύοντας σφυριά, κομπρεσέρ, δυναμίτες, ό,τι τέλος πάντων βρεθεί στο δρόμο του. Όπως σε όλα τα βιβλία του Τριβιζά, έτσι κι εδώ το ανατρεπτικό εμφανίζεται ως κάτι το αυτονόητο και δεδομένο, χωρίς πολλές πολλές εξηγήσεις και φλυαρίες. Το δε αίσιο τέλος, με την καταλυτική μεταστροφή του χαρακτήρα του Ρούνι-Ρούνι, δεν είναι απόρροια κάποιας εσωτερικής διεργασίας, αλλά της μαγικής επενέργειας της ευωδιάς των λουλουδιών πάνω του, που θα τον μεταλλάξει διαμιάς σε καλό γουρούνι.

 

Πέρα από το μύθο: Daniel Napp, Το Σούπερ-Ντούπερ Γουρουνάκι!

 
Εδώ δεν υπάρχει μύθος να ανατραπεί ή να αποτελέσει το γόνιμο υπέδαφος της ιστορίας. Ο ήρωας του βιβλίου είναι ένα γουρουνάκι που παραπέμπει ως ένα βαθμό στο θρυλικό Οβελίξ: Όπως εκείνος έπεσε στο καζάνι με το μαγικό ζωμό, έτσι και το γουρουνάκι της ιστορίας μας, ο Τροφαντούλης, έπεσε μέσα σ' ένα βαρέλι με υγρό λίπασμα, με αποτέλεσμα να αποκτήσει δυνάμεις που τον μετέτρεψαν σε ένα είδος σούπερ ήρωα. Έτσι, όταν οι πελαργοί κλέβουν το πουλόβερ της γιαγιάς Πλεχτοβελόνας, ο ήρωάς μας, παρέα με το ποντικάκι Ανακατωσούρα, σπεύδει να αποκαταστήσει την αδικία. Το τι ακολουθεί δεν περιγράφεται, καθώς το διασωθέν πουλόβερ καταλήγει στην καμινάδα του αγροτόσπιτου κι από κει και μετά κάθε απόπειρα του Τροφαντούλη να το επαναφέρει στην αρχική του κατάσταση αποδεικνύεται ιδιαιτέρως τραυματική τόσο για το πουλόβερ όσο και για το γόητρο του ήρωά μας. To φινάλε κρύβει δυο μεγάλες συγκινήσεις: τη μνημειώδη Σούπερ-Πλεχτομηχανή, έργο Ανακατωσούρα-Τροφαντούλη, εικονογραφημένη με κάθε της λεπτομέρεια από τον Daniel Napp, και τη μεγαλειώδη όσο και αυτονόητη λύση που θα δώσει στο δράμα η γιαγιά Πλεχτοβελόνα αυτοπροσώπως! Δράση, αγωνία, γέλιο κι ευρηματικό πνεύμα, το οποίο πάντως τελευταία στιγμή όλο και σε κάποια λεπτομέρεια σκοντάφτει, με απρόβλεπτες όσο και κωμικές συνέπειες.
 
 
 
Τρεις εντελώς διαφορετικές ιστορίες, από δημιουργούς με διαφορετικές εθνικότητες, καταβολές, προθέσεις και αισθητικές αντιλήψεις, που πάντως νομίζω ότι, η καθεμιά με τον τρόπο της, θα αποδειχτούν αρκούντως ψυχαγωγικές για μικρούς αλλά και μεγάλους. 

 

Παρασκευή 17 Αυγούστου 2012

Ταξιδεύοντας στις λέξεις του κύριου Ευγένιου - Ευγένιος Τριβιζάς, «Ιστορίες με προβοσκίδα»

Εικονογράφηση: Αλέξης Κυριτσόπουλος, Εκδόσεις Κέδρος (από 2,5-3 ετών)


Άργησα πολύ να κάνω μια γνωριμία της προκοπής με τα βιβλία του Ευγένιου Τριβιζά. Στα μισά ακριβώς της δεκαετίας του ’80, όταν ο κύριος Ευγένιος επαναπροσδιόριζε το τοπίο του παιδικού βιβλίου στην Ελλάδα, εγώ εγκατέλειπα το δημοτικό για το γυμνάσιο και με μεγάλη καθυστέρηση βρέθηκα να διαβάζω τα βιβλία του ως… παρένθετη αναγνώστρια δυόμισι δεκαετίες αργότερα.

Έχοντας φάει τρία χρόνια τώρα με το κουτάλι Φρικαντέλες, Φουφήχτρες,  Δόνες Τερηδόνες, Μαυρίκιους Μαυρούληδες, Γκουντούν, Πίκους Απίκους και άλλα θαυμαστά πλάσματα, έχοντας ταξιδέψει στο Νησί των Πυροτεχνημάτων, στη ζούγκλα του Ζουπαζονίου, στο Λιχουδιστάν, στην Κουμασιλάνδη, στη Φρουτοπία και σε τόσα άλλα μαγικά μέρη, νομίζω πως δικαιούμαι πια να μιλήσω για ό,τι περισσότερο έχω αγαπήσει μέχρι στιγμής από τον κόσμο του κύριου Ευγένιου. Σαν παιδάκι συνεπαρμένο από τη νεόκοπη γεωγραφία του. Αλλά και σαν ενήλικη εντυπωσιασμένη από την ικανότητά του να διαχειρίζεται με τόση ευρηματικότητα τα ανεξάντλητα αποθέματα ελευθερίας της παιδικής λογοτεχνίας. Αν υπάρχει λοιπόν κάτι από τον Τριβιζά που κάνει να συναντιούνται μ’ έναν τρόπο αξεδιάλυτο μέσα μου το παιδί κι η ενήλικη, οπωσδήποτε αυτό είναι οι «Ιστορίες με προβοσκίδα», τα τέσσερα βιβλιαράκια με πρωταγωνιστή το Λούκουλο.
Ο Λούκουλος είναι ένας ελεφαντάκος που ζει σε έναν τόπο μαγικό, γεμάτο μπαλονόδεντρα, καταρράχτες λεμονάδας, ρακετοκοράκια, ξεσκονόπουλα, μπανανηδόνια, ελικοπτεροκροκόδειλους και άλλα συναρπαστικά μέρη και πλάσματα. Η λαιμαργία του γίνεται αιτία για μια σειρά από εξωφρενικές περιπέτειες. Να διευκρινίσουμε ότι στον κόσμο του Λούκουλου, έναν κόσμο όπου δε χωράει η λογική, οι ιδιότητες των πραγμάτων μεταβιβάζονται μαγικά –στη βάση της ομοιότητας ή της συμπάθειας– σε εκείνον που τα τρώει: Έτσι, τρως παπαρούνες, κοκκινίζεις, τρως μπαλόνια, πετάς, τρως πυγολαμπίδες, γίνεσαι φωτεινός, τρως βότσαλα, γίνεσαι βαρύς κι ασήκωτος. Κι αυτό συνεπάγεται μπλεξίματα, φασαρίες κι ένα σωρό προβλήματα. Ο Λούκουλος βέβαια πάντα βρίσκει την άκρη μέσα από ξεκαρδιστικές περιπέτειες σε απίθανους τόπους, όπου γνωρίζει πλάσματα αλλόκοτα, όπως φερμουαρόφιδα, συννεφοτροχονόμους και τηλεσκοπικές καμηλοπαρδάλεις. Πολλές φορές οι λύσεις έρχονται με τρόπο τυχαίο, αλλά σημασία έχει ότι το φινάλε πετυχαίνει πάντα τον ήρωά μας παρέα με τα φιλαράκια του στη ζούγκλα να γιορτάζουν μια ακόμα νίκη.
Στα τέσσερα βιβλία του Λούκουλου, όπως και σ’ ολόκληρο το έργο του, ο Τριβιζάς πλάθει ένα σύμπαν γεμάτο τοποθεσίες, πλάσματα, συμπεριφορές, ακόμα και τρόπους λειτουργίας του, τόσο συμπαγή, αυτονόητα και αλληλένδετα, ώστε η πλήρης αποδοχή τους από μέρους του αναγνώστη να είναι αναγκαία προϋπόθεση για να πορευτεί στη συνέχεια μέσα τους, όχι πια ως απλός δέκτης της ιστορίας αλλά ως μυημένος συνένοχος. Έχοντας διακόψει εξολοκλήρου επαφή με τον ενήλικο, πραγματιστή εαυτό του.

Βασικό όπλο του συγγραφέα στο εγχείρημά του αυτό είναι η γλώσσα του, όχι ως διαμεσολαβητικό εργαλείο, αλλά ως συστατικό υλικό ενός κόσμου φτιαγμένου από νέες, ολοκαίνουργες λέξεις, οι οποίες δεν είναι κενά περιεχομένου λογοπαίγνια αλλά η πρώτη ύλη, το καύσιμο που οδηγεί την παιδική, και όχι μόνο, φαντασία σε ένα τοπίο αναπάντεχων νοηματικών παντρεμάτων. Ας πάρουμε την κατά Τριβιζά υδρόγειο: Αρκεί να μπολιάσεις μ' ένα πεπόνι την Ισπανία για να μετατρέψεις ολόκληρη την Ιβηρική σε μυρωδάτο, ζουμερό μποστάνι, να κολλήσεις ένα «Πι» στο Περού για να αρχίσεις τα φταρνίσματα αν τύχει να περνάς από πάνω του με την ιπτάμενη σκάφη σου, να βάλεις ένα Ζ αντί του Σ στη Σαχάρα για να σε πάρουν στη στιγμή τα σιρόπια, για να μην αναφερθούμε στις οροσειρές από αυγά μάτια που βλέπεις να απλώνονται μπροστά σου αν τύχει και στρίψεις το πηδάλιο κατά Αβγατηγανιστάν μεριά. Ένας άλλος κόσμος, χορταστικός, γευστικός και αναπάντεχα ποιητικός.
  
Με τον ίδιο τρόπο, στις «Ιστορίες με προβοσκίδα» τα πλάσματα που συναναστρέφεται ο Λούκουλος είναι απόρροια λεκτικών συζεύξεων που οδηγούν σε άκρως γοητευτικά, πρωτότυπα και… πολυλειτουργικά αποτελέσματα: κοράκια με ενσωματωμένες ρακέτες, πουλιά-ξεσκονιστήρια, καμηλοπαρδάλεις-τηλεσκόπια, δέντρα με μπαλόνια, φίδια που ανοιγοκλείνουν με φερμουάρ κι ό,τι άλλο βάλει ή –κυρίως…– δε βάλει ο νους.

Σε μια χώρα όπου σπανίως ο συγγραφέας και ο εικονογράφος ενός βιβλίου είναι το ίδιο πρόσωπο, έχω αναρωτηθεί πολλές φορές πόσο εύκολο είναι ο δεύτερος να μπορέσει να οπτικοποιήσει ικανοποιητικά τον καρπό της φαντασίας του πρώτου – ειδικά όταν η φαντασία αυτή είναι τόσο οργιώδης. Ένας ακόμα λόγος για τη λατρεία που τρέφω στις «Ιστορίες με προβοσκίδα» είναι ότι ο Αλέξης Κυριτσόπουλος έχει δώσει σχήμα, μορφή και χρώμα σε όλα τα πλάσματα που προέκυψαν από τα γλωσσικά μαγειρέματα του συγγραφέα απλά, ανενδοίαστα και ξεκάθαρα, με τον αυτονόητο τρόπο του μικρού παιδιού που θα έπιανε τις μπογιές του ένα πρωί για να αποτυπώσει χωρίς διαμεσολαβήσεις και δεύτερες σκέψεις τη δική του φαντασία.
Η εικονογράφηση πάντως, εκτός από το να αποτυπώνει τη φαντασία του συγγραφέα, συμβάλλει και στην εφαρμογή μιας βασικής αντίληψής του περί της μη λογικής, αιτιακής σύνδεσης των πραγμάτων: Στον κόσμο του Τριβιζά, τα γεγονότα εκτυλίσσονται χωρίς περίπλοκες και δυσδιάκριτες αιτιακές σχέσεις. Κι όλα είναι προφανή, αυτό ακριβώς που φαίνονται να είναι. Η κοινή λογική γκρεμοτσακίζεται συχνά πυκνά ηττημένη μπροστά στην εξωφρενική αυτή προφάνεια, στην οποία δε χωράνε λογικές εξηγήσεις και ερμηνείες. Έτσι, όταν ο Λούκουλος φτάνει σε αδιέξοδο μην μπορώντας να κατέβει στη γη μετά την κατανάλωση ενός απίθανου αριθμού μπαλονιών, τα αστεράκια στο ουράνιο στερέωμα διευκολύνουν την πλοκή σπάζοντας τα μπαλόνια στην κοιλιά του, αφού τα ίδια δεν είναι ουράνια σώματα αλλά αυτό ακριβώς που δείχνουν πάνω στο χαρτί, μικρά γυαλιστερά σχηματάκια με μυτερές γωνίες. Κάπου αλλού, ένα ενοχλητικό σύννεφο ξηλώνεται και γίνεται κουβάρι, αφού οπτικά παραπέμπει σε αφράτο μαλλί, άρα ποιος μας εμποδίζει να ξεμπερδεύουμε μια και καλή χωρίς να το βασανίζουμε ιδιαίτερα; Στο ίδιο πνεύμα, άλλοτε οι ακτίνες του ήλιου μετατρέπονται σε γαϊτανάκι και το ουράνιο τόξο σε χρωματική παλέτα.
Μεταξύ μας, είμαι βέβαιη ότι η παιδική φαντασία δε θέλει τίποτα περισσότερο από αυτό ακριβώς: έναν καμβά έτοιμο να χωρέσει κάθε λογής χρώματα κι εικόνες, όπου αρκεί ένα μικρό άγγιγμα του χεριού για να πραγματωθεί χωρίς μεσάζοντες και τροχονόμους της σκέψης κάθε απιθανότητα.
Κλείνοντας, να πω –υιοθετώντας κι εγώ έναν τριβιζικό τρόπο αποφώνησης– ότι μια άλλη φορά θα σας διηγηθώ πώς πριν από τρία περίπου χρόνια η δυομισάχρονη τότε κόρη μου κι εγώ γνωριστήκαμε με τη Χαρά και το Γκουντούν της σε ένα φιλόξενο δωμάτιου νοσοκομείου!