Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2015

Μιλάνε τα σκληρά καρύδια πλουτωνικά;

  • Ελένη Σβορώνου, Σκληρό καρύδι, εικονογράφηση: Ευαγγελία Γουτιάνου, Εκδόσεις Καλειδοσκόπιο, Αθήνα 2015 (από 8 ετών)

  • Κατερίνα Ζωντανού, Ομιλείτε πλουτωνικά; εικόνες Ναταλία Καπατσούλια, Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2015 (από 6 ετών) 

 

Δυο βιβλία για δυο διαφορετικά παιδιά: ένα κορίτσι απ' το Αφγανιστάν που αναζητά στην Ελλάδα μια νέα αρχή - κι ένα αγόρι απ' τη χώρα μας που εφευρίσκει μια νέα απίθανη γλώσσα, τα πλουτωνικά, χαρίζοντας γέλιο, χαρά κι ελπίδα στους γύρω του.

 


 
Ένα κορίτσι απ’ το Αφγανιστάν, που πια ζει στην Ελλάδα, η Αϊσέ, σ’ έναν πηγαίο, σπαρακτικό μονόλογο, μιλά για τα βάσανα της προσφυγιάς, για τις σκληρές αναμνήσεις της απ’ τον πόλεμο και τις ελπίδες της για μια νέα ζωή, για τις πρακτικές δυσκολίες στο σχολείο της αλλά και για την υπέροχη δασκάλα της, για την κάποτε ακατανόητη νέα της πραγματικότητα αλλά και την ανάγκη της να χτίσει μια νέα ζωή εντός της, για τα όνειρα που της κρατούν συντροφιά και τους εφιάλτες που τη βασανίζουν. Ένα μωσαϊκό από γεγονότα, ένα πηγαινέλα απ’ το σήμερα στο χτες και το ανάποδο, σκόρπια ονόματα, συνειρμοί που εισβάλλουν στη ροή του λόγου κάνοντάς τον να λοξοδρομήσει σε μικρά και μεγάλα περιστατικά – κι ένας αποδέκτης, ένα «εσείς» που κάθε τρεις και λίγο ξεπετάγεται στις κουβέντες της μικρής για να φέρει στην επιφάνεια δικαιολογίες, διευκρινίσεις, σκληρές μνήμες, ν’ αποκαλύψει πάνω απ’ όλα ένα παιδί που έχει μάθει να παλεύει για μια θέση στον ήλιο, ένα σκληρό καρύδι.
Ποιος είναι, αλήθεια, ο αποδέκτης αυτού του μονολόγου; Η συγγραφέας μάς τον ξεσκεπάζει σιγά σιγά, ως το σπαρακτικό φινάλε, που απειλεί να γκρεμίσει ολοκληρωτικά προσδοκίες, ελπίδες κι ό,τι ψιχία σιγουριάς προλαβαίνει να νιώσει ένα παιδί πρόσφυγας με νωπή τη φρίκη στο μυαλό στην καινούρια του «πατρίδα». Βλέπετε, τα λόγια της μικρής απευθύνονται στους εκπροσώπους της έννομης τάξης που πιάνουν αυτή και τους δικούς της χωρίς χαρτιά, απειλώντας τους μ’ έναν νέο κύκλο αβεβαιότητας, μια νέα προσφυγιά.
Η Ελένη Σβορώνου καταθέτει με την ιστορία της Αϊσέ ένα ενδιαφέρον πολιτικό σχόλιο, πετυχαίνοντας χωρίς ίχνος συναισθηματικού εκβιασμού να αποκαλύψει στα μάτια μας γυμνή τη σκληρή πραγματικότητα των παιδιών προσφύγων. Ένα συγκλονιστικό βιβλίο.
 


 
Ο Αναστάσης έχει βάλει από μικρός μεγάλους στόχους στη ζωή του. Θέλει να γίνει αστροναύτης. Έχει μάθει τα πάντα περί το διάστημα και τους πλανήτες και, για να ’χει και το κεφάλι του ήσυχο σε περίπτωση που πετύχει κάναν εξωγήινο, έχει εφεύρει μια φοβερή διαγαλαξιακή εσπεράντο, τα πλουτωνικά. Τα πλουτωνικά, η γλώσσα που, όσο ακαταλαβίστικη κι αν φαντάζει, είναι πανεύκολη αρκεί να κοιτάζεις τον συνομιλητή σου στα μάτια, δίνουν άλλο χρώμα στα διαστημικά παιχνίδια που σκαρώνει ο Αναστάσης με τους φίλους του, λύνουν παρεξηγήσεις, του επιτρέπουν να χαρτογραφήσει τον κόσμο του στα μάτια μας και τελικά τού χαρίζουν κι έναν νέο φίλο.
Σε μας, πάλι, το πανέξυπνο εύρημα της Κατερίνας Ζωντανού χαρίζει ένα φρέσκο και ταυτόχρονα τρυφερό βιβλίο για τη διαφορετικότητα, ιδωμένη από ένα πρωτότυπο πρίσμα. Τα υλικά της απλά: μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση που χειρίζεται αβίαστα την παιδική γλώσσα και αφουγκράζεται προσεκτικά την ικανότητα των παιδιών να εκφράζονται με αυθορμητισμό και αυθεντικότητα, πετυχημένο πάντρεμα χιούμορ και παιδικής φαντασίας – και, πάνω απ’ όλα, το αυτοσχέδιο παιχνίδι και η θαυμαστή του ικανότητα να κάνει τα δύσκολα εύκολα, να μοιράζει ρόλους, να κόβεται και να ράβεται στα μέτρα της στιγμής. Εικόνες και σκίτσα με μπόλικο κέφι κι άλλη τόση φαντασία από τη Ναταλία Καπατσούλια, που συνομιλεί εξαιρετικά με το κείμενο.
Κλείνοντας για σήμερα, σκέφτομαι πως ο Αναστάσης μπορεί να μη γίνει ποτέ αστροναύτης. Κι ίσως τα πλουτωνικά του να μην του χαρίσουν ποτέ κανέναν διαστημικό φίλο. Θα ’χουν όμως κατορθώσει να καταγράψουν και να ερμηνεύσουν την ανάγκη ενός άλλου παιδιού να παίξει και να γελάσει, ν’ αποκτήσει φίλους. Όχι μικρό κατόρθωμα για μια τόσο φρέσκια γλώσσα, που είθε μια μέρα να τη δούμε να γίνεται και επισήμως παγκόσμια.

 
 

Πέμπτη 3 Δεκεμβρίου 2015

Ιστορίες απώλειας

  • Αργυρώ Πιπίνη, Το δικό τους ταξίδι, εικονογράφηση: Μαριλένα Μελισσηνού, Καλειδοσκόπιο, Αθήνα 2014 (από 7 ετών)

  • Benji Davies, Το νησί του παππού, μτφρ. Αντώνης Παπαθεοδούλου, Ίκαρος, Αθήνα 2015 (από 4 ετών)


Δυο εξαιρετικά βιβλία γύρω από το ζήτημα της απώλειας. Το ένα ελληνικό, το άλλο αγγλικό. Πολύ διαφορετικά μεταξύ τους, κι ωστόσο και τα δυο με κεντρικό θεματικό τους άξονα το τελευταίο μεγάλο ταξίδι.
 



 
Μια τυπική ελληνική οικογένεια. Μπαμπάς, μαμά, παιδιά. Και παππούς, γιαγιά. Τα δυο παιδιά, ο Κοσμάς κι η Λουκία, παρατηρούν, περιγράφουν, σχολιάζουν, ρωτάνε –γυρεύουν απαντήσεις για την αλλόκοτη συμπεριφορά του παππού, την εξαφάνισή του, τη φυγή του για το μεγάλο ταξίδι. Παιδικές ερωτήσεις που επαναλαμβάνονται επίμονα, και γονεϊκές απαντήσεις επαναλαμβανόμενες κι αυτές, άλλοτε αμήχανες κι άλλοτε υπαινικτικές. Βλέπετε, δεν είναι πάντα απολύτως σαφής ή κατανοητή η όποια αλήθεια. Κι ούτε μπορούν όλοι να τη διαχειριστούν με τον ίδιο τρόπο.

Η Αργυρώ Πιπίνη στήνει ένα θεατρικό παιχνίδι, ένα πηγαινέλα σε δυο παράλληλες οπτικές και αφηγήσεις που, άλλοτε αλληλοκατοπτριζόμενες κι άλλοτε αλληλοσυμπληρούμενες μέσα από περιγραφές και διαλόγους, της επιτρέπουν να ξεφύγει από το ατομικό, να αποδώσει τις κοινές αγωνίες κι απορίες εκατομμυρίων παιδιών που βρίσκονται αντιμέτωπα με το μεγάλο μυστήριο της φθοράς και του θανάτου – πετυχαίνοντας μάλιστα, μέσα από αυτό το μοίρασμα στα δυο, την παρηγορητική διάχυση του πόνου της απώλειας. Η υποτυπώδης της πλοκή εξελίσσεται με μια υποβλητικά κλιμακούμενη ένταση: αρχικά με το παρόν να διαπλέκεται νοσταλγικά με το παρελθόν –απόηχοι προσφυγιάς στη σεφερική αναφορά του παππού και παλιών ερώτων στο ανάλαφρο τραγουδάκι της γιαγιάς–, κατόπιν με το πέρασμα από τη σταδιακή κατάπτωση του παππού στην απόδραση, έστω κι εφιαλτική, του ονείρου, τέλος στην οδυνηρή προσγείωση στην πραγματικότητα και στην απόπειρα διαχείρισης κι ερμηνείας της.

Χάρη στην αφηγηματική του λιτότητα, στον αυθορμητισμό των διαλόγων και στις ποιητικές του εικόνες –ειδικά στο τέλος, εκεί που η αισιόδοξη ανάμνηση του προσώπου υποκαθιστά την οδύνη της απουσίας–, και με τη συνδρομή των μαγικών στιγμών που επιφυλάσσει η εικονογράφηση –το χιονισμένο παγωτατζίδικο ή η υδρόγειος με την ανεμόσκαλα–, το Δικό τους ταξίδι καταλήγει να είναι ένα βιβλίο υποβλητικά συγκινητικό και απέριττα όμορφο. Ένα βιβλίο που δύσκολα ξεχνάς.
 

 

Ο μικρός Σιντ ζει κοντά στο σπίτι του παππού του, όπου περνάει πολύ χρόνο. Ο παππούς, πολυταξιδεμένος και πολύπειρος, αποφασίζει μια μέρα να ξεναγήσει τον μικρό στο άβατο της σοφίτας του, που είναι γεμάτη αναμνήσεις. Από κείνη τη σοφίτα θα κινήσουν οι δυο τους για ένα μαγικό ταξίδι σ’ ένα μακρινό παραδεισένιο νησί, όπου θα ζήσουν ένα σωρό περιπέτειες και θα δουν θαυμαστά πράγματα. Σαν έρθει όμως η ώρα της επιστροφής, ο παππούς ανακοινώνει στον εγγονό πως σκοπεύει να μείνει για πάντα στο νησί. Η δύσκολη, μοναχική επιστροφή του παιδιού στον κόσμο χωρίς πια την παρουσία του παππού θα κρύβει το οδυνηρό βάρος της απώλειας, αλλά και μια σοφίτα που, όσο κι αν δεν μπορεί να οδηγήσει πλέον τον μικρό στο νησί του παππού, είναι πάντως γεμάτη από αναμνήσεις.

Το βιβλίο του Benji Davies μπορεί να πραγματεύεται την απώλεια αλλά είναι ένας ύμνος στη ζωή. Ένας παππούς κοτσονάτος και χαμογελαστός κι ένας γλυκός πιτσιρικάς ξεχύνονται στη θάλασσα διψασμένοι απ’ τη λαχτάρα της ανακάλυψης, με φόντο ένα νησί γεμάτο χρώματα, νερά, μαγευτικές γωνιές. Η εικόνα σε παρασύρει σε μια βουτιά σ’ αυτή την ομορφιά, την ώρα που οι λέξεις λένε τα απολύτως αναγκαία. Ακόμα και τη στιγμή του αποχωρισμού η οργιαστική φύση και τα πλάσματά της βρίσκονται στην πιο καλή τους ώρα. Σταδιακά βέβαια τα χρώματα λιγοστεύουν, αποτυπώνοντας εύγλωττα τη θλίψη και τη μοναξιά του παιδιού, το μη επιστρέψιμο αυτού που έζησε αλλά και την ήπια συμφιλίωσή του με τη νέα κατάσταση.

Ξεφεύγοντας από μονοσήμαντους συμβολισμούς, το Νησί του παππού δεν ενδιαφέρεται, νομίζω, να προσφέρει στους μικρούς αναγνώστες μια αυτοψία στον παράδεισο ως μεταθανάτιο προορισμό, αλλά να τους ταξιδέψει στο παραδείσιο τοπίο του κοινού βιώματος και της μνήμης. Εκεί που, και μετά θάνατον, διασώζονται όλα τα θαυμαστά και υπέροχα, η καθαρή, αποσταγμένη ομορφιά μιας ζωής που φεύγει πρόθυμη να χαρίσει σε κείνη που έρχεται ορμητική μια έστω κλεφτή ματιά στη δική της μοναδική περιπέτεια.  

Τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2015

Ιστορίες φιλίας κι έρωτα

  • Oliver Jeffers, Πετάνε οι πιγκουίνοι; απόδοση Φίλιππος Μανδηλαράς, Εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2015

  • Julia Donaldson - Axel Scheffler, Ο γάμος των δύο σκιάχτρων, απόδοση Φίλιππος Μανδηλαράς, Εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2015




 

Το γνωστό δίδυμο αγοριού-πιγκουίνου του Jeffers σε νέες περιπέτειες. Τούτη τη φορά του πιγκουίνου του ‘χει κολλήσει η ιδέα να πετάξει. Παρέα οι δυο φίλοι ψάχνουν να βρουν τρόπους που θα του επιτρέψουν να πραγματοποιήσει τ’ όνειρό του. Κάποια στιγμή ωστόσο χάνουν ο ένας τον άλλο, καθώς ο πιγκουίνος βρίσκει τη λύση στο πρόβλημά του, την ώρα που ο πιτσιρικάς μάταια τον αναζητά εδώ κι εκεί. Εντέλει θα ξαναβρεθούν, σ’ ένα φινάλε στο οποίο τα αισθήματα ανιδιοτελούς φιλίας του δεύτερου θα απαλύνουν την ανώμαλη προσγείωση του πρώτου στην πραγματικότητα.

Κλασικός Oliver Jeffers – ίσως μάλιστα κάπου κει στα μισά του βιβλίου να αισθανθείτε πως ο Ιρλανδός παραμυθάς επαναλαμβάνεται λιγάκι. Κι είναι η αλήθεια πως κάποιο απ’ τα μέσα που προτείνει το αγόρι στον πιγκουίνο ώστε να πετάξει κάπου το ’χουμε ξαναδεί σε παραπλήσια μορφή – κι αυτός ο αιφνίδιος χωρισμός απ’ το αγόρι, που για μιαν ακόμα φορά μοιάζει να μην πολυσυντονίζεται με τις επιθυμίες του πιγκουίνου, κάτι μάς θυμίζει. Ωστόσο, φτάνοντας στο τέλος της ιστορίας, συνειδητοποιούμε πως «ψεύτικα ήσαν τα μηνύματα», καθώς ο Jeffers μάς έχει στήσει μια ωραία παγίδα, οδηγώντας μας ανυποψίαστους στην ανατροπή: Βλέπετε, το αγόρι τούτης εδώ της ιστορίας διαθέτει πια την ωριμότητα και το ένστικτο να κρίνει, να μετρήσει, να καταλάβει όρια κι αντοχές, αλλά και να σεβαστεί όνειρα, επιθυμίες, ακόμα και λάθη, και να σταθεί στήριγμα στα δύσκολα για τον φίλο του. Άλλωστε το Πετάνε οι πιγκουίνοι, ανεξάρτητα απ’ ό,τι σκόπιμα μας αφήνει αρχικά να πιστέψουμε, είναι τελικά μια ιστορία όχι προσωπικής υπέρβασης αλλά βαθιάς, αληθινής φιλίας διά χειρός Oliver Jeffers.
 


Παντρεύονται τα σκιάχτρα; Στον κόσμο της Julia Donaldson και του Axel Scheffler και παντρεύονται, και σουλατσάρουν ανέμελα σε χλοερά λιβάδια, και λίστα γάμου κάνουν αν χρειαστεί. Κι εκεί που αρχίζουν σιγά σιγά οι δυο τους να μαζεύουν τα χρειώδη της λίστας από χήνες, μοσχάρια, αράχνες, κάβουρες, ποντίκια κτλ., ο Πάρης το σκιάχτρο αφήνει τη Χάρη το σκιάχτρο και φεύγει εις άγραν λουλουδιών και νερού. Σ' αυτό ακριβώς το σημείο δράττεται της ευκαιρίας κι εμφανίζεται ο αντίζηλος, ο οποίος είναι δόλιος, επηρμένος και καπνιστής. Αυτή η τελευταία του μάλιστα κακή συνήθεια πάει να μετατρέψει τη δόλια Χάρη σε παρανάλωμα. Αλλά, ως γνωστόν, η αγάπη όλα τα νικά, και στην περίπτωση των δύο σκιάχτρων η παρέμβαση του Χάρη αποδεικνύεται σωτήρια...

Η Julia Donaldson παρασύρει αβίαστα τον αναγνώστη με τα ευρηματικά, γεμάτα χιούμορ στιχάκια της –σε χαριτωμένη απόδοση του Φ. Μανδηλαρά– σε μια φαινομενικά χαλαρή ιστορία αναζήτησης, που ωστόσο κρύβει ανατροπές, αιφνίδιες μεταστροφές της τύχης και, όπως αποδεικνύεται εντέλει, μια πλοκή πολύ πιο εγκεφαλικά δουλεμένη απ’ όσο δείχνει αρχικά. Η έμπλεη παιδικότητας, εκφραστική εικονογράφηση του Axel Scheffler αποτυπώνει εξαιρετικά την επιλογή της συγγραφέα να δημιουργήσει δυο βασικούς ήρωες μοιρασμένους -περίπου κατά βούληση- ανάμεσα στην πραγματική τους υπόσταση ως σκιάχτρων και σε πιο βαθιά ανθρώπινες συμπεριφορές. Αποτέλεσμα ένα ανεπιτήδευτα έξυπνο, διασκεδαστικό και συνάμα τρυφερό βιβλίο.   

 

Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2015

Αναζητώντας τη σοφία, την ομορφιά, την ευτυχία και το χαμόγελο

  • Γιώτα Αλεξάνδρου, Τα κλαδιά της σοφίας, εικον. Ντανιέλα Σταματιάδη, Παρρησία, Αθήνα 2014

  • Μαριάννα Κουμαριανού, Θάλασσα, πες μου, εικον. Θέντα Μιμηλάκη, Παρρησία, Αθήνα 2014

  • Ιωάννα Μπαμπέτα, Τα γουρουνάκια της ευτυχίας, εικον. Ράνια Βαρβάκη, Μεταίχμιο, Αθήνα 2015

  • Λίνα Μουσιώνη, Η πριγκίπισσα Κουμ Κουάτ και τα κλεμμένα χαμόγελα, εικον. Μ. Φωτιάδου, Ελληνοεκδοτική, Αθήνα 2013


Πού κρύβεται η σοφία; Ποια είναι η υφή της ομορφιάς; Την ευτυχία πού την πετυχαίνεις; Και πώς θα ξαναβρεθούν ένα μάτσο χαμένα χαμόγελα; Οι απαντήσεις στις τέσσερις ιστορίες που ακολουθούν.

Έχουμε λοιπόν και λέμε:

Αν γυρεύετε να μάθετε πού κρύβεται η σοφία του κόσμου τούτου, ίσως βρείτε μιαν άκρη διαβάζοντας τα Κλαδιά της σοφίας της Γιώτας Αλεξάνδρου. Πρωταγωνίστρια μια γέρικη βελανιδιά που μετρά πολλούς αιώνες ζωής σ’ ένα τοπίο του Βορρά βγαλμένο από παραμύθι. Μικρά και μεγάλα γεγονότα περνούν από μπροστά της, συνθέτοντας στο διάβα του χρόνου έναν πελώριο καμβά στον οποίο συνυπάρχουν το ατομικό και το συλλογικό, οι έντονες συγκινήσεις κι οι αδιόρατες καθημερινές χαρές, η καταστροφή κι η αναγέννηση, ο πόνος κι η ελπίδα. Χρόνος που κυλάει σαν νεράκι κι εναργής εναλλαγή συναισθημάτων χάρη στον λιτό, κοφτό λόγο του κειμένου. Εξαιρετική η εικονογράφηση της Ντανιέλας Σταματιάδη, σε μια καθ’ όλα προσεγμένη έκδοση που συνοδεύεται από cd με τη μουσική του Γ. Μυγδάνη. (Από 7 ετών.)

Αν, πάλι, σας αρέσουν τα θαλασσινά ταξίδια, σας γοητεύει η μαγεία της θάλασσας και θέλετε απελπισμένα να μάθετε τα μυστικά της, το Θάλασσα, πες μου της Μαριάννας Κουμαριανού μπορεί να σας βοηθήσει να γνωρίσετε όχι μονάχα τις ομορφιές που αυτή κρύβει, αλλά και να ανακαλύψετε μέσα σας υφές και γεύσεις συναισθημάτων, όπως και τον τόπο συνάντησης των πιο ετερόκλητων από αυτά. Πρωτοπρόσωπη, απλή αφήγηση, αβίαστοι διάλογοι που δεν κουράζουν κι όμορφες εικόνες από τη Θέντα Μιμηλάκη. (Από 4 ετών.)

«Η ευτυχία είναι αυτό που περιμένουμε να ‘ρθει» τραγουδούσε στα νιάτα μου ο Μανώλης Φάμελλος, αλλά, αν είστε τύποι ανυπόμονοι και θέλετε να πάρετε την κατάσταση στα χέρια σας, μπορείτε κι εσείς να πάτε να ρωτήσετε τα Γουρουνάκια της ευτυχίας της Ιωάννας Μπαμπέτα. Κι ίσως να βρείτε στην ισορροπία, ανάλογα με το πώς την αντιλαμβάνεται ο καθείς, την πολυπόθητη χαρά της ζωής. Παραμυθένιοι ήρωες σε νέους ρόλους, ως είθισται στις Μικρές καληνύχτες, χαλαρές εσωτερικές ομοιοκαταληξίες, στο πνεύμα του Βασιλιά λύκου, και έντονα χρώματα στις εικόνες της Ράνιας Βαρβάκη. (Από 5 ετών.)

Αν, τέλος, οι αναποδιές και τα βάσανα της ζωής σάς έχουν στερήσει το χαμόγελο, μπορείτε να ακολουθήσετε τον Νεράντζη Λεμονόκαρδο στην αναζήτηση της χαμένης γκαρνταρόμπας από χαμόγελα της πριγκίπισσας Κουμ Κουάτ της Λίνας Μουσιώνη (Η πριγκίπισσα Κουμ Κουάτ και τα κλεμμένα χαμόγελα). Μια ιστορία ειπωμένη με κέφι, χιούμορ, ρυθμό και κοινωνική ευαισθησία, η οποία στο φινάλε ίσως σας βάλει όχι μονάχα να αναρωτηθείτε «τι είναι καλό, τι μη καλό και τι τ’ ανάμεσό τους» -για να παραλλάξω μέχρι τελικής πτώσης τον στίχο του αγαπημένου μου ποιητή- αλλά και να επιλέξετε ανάμεσα στην απατηλή λάμψη ενός χαμόγελου και στη γνησιότητα των αυθεντικών συναισθημάτων. (Από 5 ετών.)

Αυτά για σήμερα. Καλές αναγνωστικές αποδράσεις!

Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2015

Τα "Μυθολογικά παραμύθια" της Μαρίας Αγγελίδου και του Κώστα Πούλου

 
  • Μαρία Αγγελίδου, Τα βόδια του Γηρυόνη, εικόνες Ίρις Σαμαρτζή, Μεταίχμιο, Αθήνα 2015

  • Μαρία Αγγελίδου, Τα μήλα των Εσπερίδων, εικόνες Ίρις Σαμαρτζή, Μεταίχμιο, Αθήνα 2015

  • Κώστας Πούλος, Το αίνιγμα της Σφίγγας, εικόνες Σοφία Παπαδοπούλου, Μεταίχμιο, Αθήνα 2015

  • Κώστας Πούλος, Το τραγούδι των Σειρήνων, εικόνες Σοφία Παπαδοπούλου, Μεταίχμιο, Αθήνα 2015



Η σειρά «Μυθολογικά παραμύθια», τα τέσσερα πρώτα βιβλία της οποίας κυκλοφόρησαν το καλοκαίρι από το Μεταίχμιο, πετυχαίνει κάτι ιδιαίτερα ενδιαφέρον: Από τη μια, να πιάσει και να ακολουθήσει το κουβάρι παγιωμένων από τη μυθολογική παράδοση ιστοριών χωρίς να τις αλλοιώσει. Και, από την άλλη, προτιμώντας πολύ διαφορετικές διαδρομές, ίσως πιο σκοτεινές και απρόβλεπτες, από την πεπατημένη, να ανιχνεύσει βαθύτερες αιτίες, κίνητρα και επιθυμίες, φτάνοντας ως τα απώτατα βάθη και τις αφορμές του μύθου.

Η Μαρία Αγγελίδου, ας πούμε, στα δυο πρώτα βιβλία της σειράς, Τα βόδια του Γηρυόνη και Τα μήλα των Εσπερίδων, επιλέγει, κατά την προσφιλή της συνήθεια, να αναδιηγηθεί τους δυο αυτούς άθλους του Ηρακλή χωρίς να  εγκλωβιστεί σε μια ξερή καταγραφή των γνωστών γεγονότων: Από τη μια, τα ντύνει με το πλαίσιό τους, διαπλέκοντας με τρόπο γοητευτικό μύθο και αφήγηση, τα ίδια τα συμβάντα και τις προεκτάσεις τους. Από την άλλη, σκάβει μέσα τους, αναζητώντας προθέσεις, αιτίες, ρίζες, κίνητρα. Χωρίς πάντως να βαραίνει το κείμενό της με δυσκολοχώνευτες πληροφορίες, ίσα ίσα, επιλέγοντας ένα υπονομευτικό όσο και αποφορτιστικό χιούμορ για να αναδείξει χαρακτήρες, να απαλύνει με ανθρώπινα στοιχεία τα αδρά ηρωικά μεγέθη και να τονίσει την υπόγεια σχέση μύθου και πραγματικότητας. Εξάλλου, και οι δυο ιστορίες που μας χαρίζει συνδέονται μεταξύ τους, αφού εκκινούν από τα ίδια κίνητρα: Για όλα τα βάσανα και τους κόπους του Ηρακλή, μας λέει η συγγραφέας, κατά βάθος ευθύνεται της γης το χρυσάφι. Αυτό που βασιλεύει σε Δύση και Βοριά. Αυτό που ποθούν ανθρώποι και θεοί. Γιατί κι αυτοί οι δεύτεροι πλασμένοι στα μέτρα των ανθρώπων είναι. Κι οι μύθοι, με τη σειρά τους, δεν αποτελούν παρά ένα κάτοπτρο που, έστω και παραμορφωτικό, σου επιτρέπει να διακρίνεις μέσα του όλα τα σκοτεινά πάθη και τις μύχιες επιθυμίες που αντανακλά. Όσο για την εικονογράφηση της Ίριδας Σαμαρτζή, περιορίζομαι να πω ότι ο τρόπος που συνομιλεί με τη γραφή της Μαρίας Αγγελίδου είναι για μιαν ακόμα φορά μαγικός.
 


 
Κι αν η Μαρία Αγγελίδου διεισδύει στον μύθο κι αναζητά τις απαρχές του, ο Κώστας Πούλος επιλέγει να αντιστρέψει την οπτική του. Έχοντας αναλάβει να μας συστήσει τα τέρατα της μυθολογίας, μας χαρίζει δυο εξαιρετικά ενδιαφέροντα βιβλία όπου μια Σφίγγα και μια Σειρήνα μάς μιλούν σε πρώτο πρόσωπο για τον εαυτό τους και τον ρόλο τους στους αρχαιοελληνικούς μύθους. Η Σφίγγα μάλιστα μας μιλάει με μεγάλη απόσταση από τα γεγονότα. Είναι ένα έκθεμα σε μουσείο. Όσο για τη Σειρήνα του, μπορεί η φωνή της να έρχεται από το μακρινό παρελθόν του μύθου, ωστόσο είναι πολύ αλλιώτικη από εκείνη του τέρατος που είχαμε ως τώρα κατά νου, αφού διαθέτει συναισθήματα, οικογένεια, αναμνήσεις, ευαισθησίες. Αυτή άλλωστε είναι και η πρόθεση του συγγραφέα: αφήνοντας τις αφηγήτριές του να περιγράψουν την καθημερινότητά τους, τη ρουτίνα τους, να καταδυθούν στο παρελθόν τους, να αναθυμηθούν καλές και άσχημες στιγμές, να γυμνωθούν συναισθηματικά μπροστά μας, πετυχαίνει να δώσει υπαρξιακό βάθος στις παραδοσιακές «κακές», υποσκάπτοντας με αυτό τον τρόπο τη μονοσήμαντη ανάγνωση του μύθου. Τα τέρατα αποκτούν διαστάσεις και φωνές ανθρώπινες, καταθέτουν για τα συμβάντα των οποίων γνωρίζουμε ότι υπήρξαν αρνητικοί πρωταγωνιστές τη δική τους, αλλιώτικη εκδοχή, και προειδοποιούν: Η ρίζα των γεγονότων δε βρίσκεται πάντοτε στην τερατώδη όψη όντων και πραγμάτων, αλλά στον τρόπο που εμείς τα διαχειριζόμαστε, τα ερμηνεύουμε και τα αντιμετωπίζουμε. Κάπως έτσι, και στα μυθολογικά παραμύθια του Κώστα Πούλου, ο μύθος μάς αποκαλύπτει την ολωσδιόλου φθαρτή, ανθρώπινή του υπόσταση. Από τη δική της πλευρά, η εικονογράφηση της Σοφίας Παπαδοπούλου, ενσωματώνοντας φωτογραφίες μνημείων και αρχαιοελληνικά μοτίβα, δένει αρμονικά με το κείμενο.


 

 


 

Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2015

Ντέιβιντ Ουάλιαμς, Η γιαγιά μου η κλέφτρα

Εικονογράφηση: Τόνι Ρος, μετάφραση: Πετρούλα Γαβριηλίδου, Εκδόσεις Ψυχογιός, Αθήνα 2015



O μικρός Μπεν απεχθάνεται τα βράδια της Παρασκευής που είναι αναγκασμένος να τα περνάει παρέα με τη βαρετή γιαγιά του, η οποία λατρεύει το σκραμπλ και τη λαχανόσουπα. Εξίσου απεχθάνεται και τη μονομανία των γονιών του με τον χορό και τα τηλεοπτικά σόου. Το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι να γίνει μία των ημερών υδραυλικός, όνειρο που δε φαίνεται να συγκινεί ιδιαίτερα τον μπαμπά και τη μαμά του. Η βαρετή κι ανιαρή ζωή του ωστόσο θ’ αλλάξει μέσα σε μια νύχτα, όταν ανακαλύψει πως η γιαγιά του υπήρξε στο παρελθόν διαβόητη κλέφτρα πανάκριβων κοσμημάτων. Κι όταν εκείνη του αποκαλύψει πως όνειρό της είναι να κλέψει τα Κοσμήματα του Στέμματος, όχι μονάχα την πείθει να θέσουν σε εφαρμογή ένα θεότρελο σχέδιο ληστείας, αλλά γίνεται και ο ιθύνων νους του, επιστρατεύοντας όλες τις πολύτιμες υδραυλικές γνώσεις του για να το φέρει εις πέρας.

Αυτή είναι χοντρικά η αρχή και η μέση μιας ευρηματικής ιστορίας για τη σχέση των παιδιών με την τρίτη ηλικία, η οποία διαδραματίζεται στους κόλπους μιας τυπικής λαϊκής αγγλικής οικογένειας, με δυο γονείς προσκολλημένους στους δέκτες της τηλεόρασης και εν πολλοίς στα πρότυπα που αυτή τους σερβίρει κι έναν αρκετά διαφορετικό από αυτούς γιο που αναζητά απελπισμένα την αποδοχή τους και κάπου να στεγάσει το όνειρό του. Αυτό θα ψυχανεμιστεί η κουρασμένη, ταλαιπωρημένη γιαγιά, ακουμπώντας κι αυτή την ανάγκη της για αποδοχή και αγάπη στον μοναδικό άνθρωπο που, όπως αποδεικνύεται, έχει τη διάθεση αλλά και τη φαντασία να τη δει και να την αγαπήσει όχι κατ’ ανάγκη γι’ αυτό που είναι, αλλά και για κείνο που θα ’θελε ή θα μπορούσε να είναι. Για το δικό της ανεκπλήρωτο όνειρο. Κι ίσως εντέλει γι’ αυτό να τα βρίσκουν τόσο καλά οι δυο τους, μια και στο παλαβό τους εγχείρημα καταθέτουν το ίδιο πάθος για ζωή – ο μικρός αδημονώντας να βουτήξει μέσα της με ορμή, η γιαγιά πασχίζοντας απελπισμένα να κρατηθεί απ’ αυτή.

Όσο πάντως κι αν η ανάγκη αυτής της τελευταίας υποκρύπτει μια δραματική επίγνωση του αναπόδραστου, ο Ουάλιαμς σε κανένα σημείο του βιβλίου του δεν καταφεύγει σε συναισθηματικές υπερβολές κι εξάρσεις. Τουναντίον, χτίζοντας την ιστορία του πάνω σε συνεχείς ανατροπές, άλλοτε ξεκαρδιστικές, άλλοτε συγκινητικές, άλλοτε κομματάκι εξωπραγματικές, προσφέρει στον μικρό αναγνώστη μια ισορροπημένη γκάμα συναισθημάτων. Χάρη σ’ αυτές, στην ευχάριστη γραφή του και στο –ενίοτε τραβηγμένο– χιούμορ του, και συνεπικουρούμενος από τα αστεία σκίτσα του Τόνι Ρος, μας οδηγεί σε ένα αισιόδοξο στην ουσία του τέλος – εκεί που η περιπέτεια του Μπεν όχι μόνο σφυρηλατεί μια μοναδική σχέση τρυφερής αγάπης με την απίθανη γιαγιά του, όχι μόνο του χαρίζει επιτέλους την πολυπόθητη γονική αποδοχή, αλλά πετυχαίνει και το ακατόρθωτο: να κάνει περίπου συμπαθή στα μάτια μας –για φαντάσου…– τη βασίλισσα της Αγγλίας! Ίσως, εδώ που τα λέμε, επειδή είναι κι αυτή γιαγιά…

Δευτέρα 31 Αυγούστου 2015

Αντώνης Παπαθεοδούλου - Μυρτώ Δεληβοριά, Όταν μεγαλώσω μπορώ να γίνω και...

Εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2014

 
 

Πριν από δυο καλοκαίρια ένα μεγαλωμένο πια ξαδερφάκι μάς είχε χαρίσει το εξαντλημένο Φτιάξε τη δική σου παραμυθοσαλάτα της Hilary Robinson σε εικονογράφηση του Nick Sharratt από τις Εκδόσεις Άμμος. Κάθε σελίδα του βιβλίου ήταν χωρισμένη σε τέσσερις φέτες και καθεμιά από τις φέτες περιείχε ένα συστατικό από ένα κλασικό παραμύθι (όνομα ήρωα/ηρωίδας, ρηματική φράση, κι άλλη ρηματική φράση, δευτερεύων χαρακτήρας). Φυλλομετρώντας, ανακατεύαμε κατά το κέφι μας τις φέτες με τα συστατικά, με τις ιστορίες που προέκυπταν να προξενούν ξεκαρδιστικά αποτελέσματα. Μοναδικό μειονέκτημα: Ο αριθμός των ιστοριών που φτιάχναμε ήταν πεπερασμένος, και τα συστατικά γνωστά, άρα το πλαίσιο λίγο πολύ σαφές. Αναπόφευκτα, κάποια στιγμή το παιχνίδι έχασε το ενδιαφέρον του.

Όταν λοιπόν πριν από λίγους μήνες έπεσε στα χέρια μας το Όταν μεγαλώσω μπορώ να γίνω και…, ήμασταν αρκετά εκπαιδευμένοι στη χρήση τέτοιου είδους βιβλίων, αν και, ομολογουμένως, ελαφρώς αγχωμένοι: Τι θα γινόταν έτσι και το βαριόμασταν κι αυτό μετά τα δέκα πρώτα φυλλομετρήματα, όπως μας συνέβη με το βιβλίο της Robinson; Η αλήθεια είναι πως τελικά δε βαρεθήκαμε καθόλου, αλλά, πριν εξηγήσω το γιατί, να σας περιγράψω εν τάχει αυτό το ενδιαφέρον βιβλιοπαιχνίδι: Με κάθε σελίδα του κομμένη σε τρεις αυτή τη φορά φέτες, το βιβλίο των Παπαθεοδούλου-Δεληβοριά σπεύδει να απαντήσει με τρόπο λιτό, ευρηματικό και αρκετά υπονομευτικό στο αγωνιώδες ερώτημα επαγγελματικού προσανατολισμού που διατυπώνουν εκατομμύρια παιδιά αλλά και γονείς ανά τον κόσμο: Στην πρώτη φέτα μάς δίνεται ένα επάγγελμα (δάσκαλος, γιατρός, ψαράς κτλ.), στη δεύτερη συγκεκριμενοποιείται το αντικείμενο εργασίας (πυραύλων, παγωτών κτλ.) και στην τρίτη δηλώνεται ο τόπος του «εγκλήματος» (ένα μουσείο, ο βυθός της θάλασσας, ένα σχολείο κτλ.). Απλοί συνδυασμοί απλών λέξεων, που οδηγούν άλλοτε σε κλασικές κι άλλοτε σε πιο… μεταμοντέρνες επαγγελματικές προτάσεις, με αποτελέσματα άκρως διασκεδαστικά αλλά και εξαιρετικά γόνιμα για τη φαντασία, αφού μπορεί το επάγγελμα, π.χ., του εξερευνητή ναυαγίων στον Ατλαντικό να φαίνεται σχετικά κανονικό, δεν ισχύει όμως το ίδιο όταν έχεις μπροστά σου έναν προπονητή πυραύλων σε μουσείο ή έναν μαέστρο παραθύρων σε εστιατόρια. Εκεί αναπόφευκτα μπαίνεις στον πειρασμό να αναζητήσεις όλους –ή έστω κάποιους– απ’ τους λόγους που οδήγησαν τον περί ου ο λόγος επαγγελματία σε μια τόσο αντισυμβατική επιλογή, να προσπαθήσεις να κατανοήσεις λεπτομέρειες του λειτουργήματός του, αλλά και να διερευνήσεις τις όποιες προοπτικές του σε βάθος χρόνου αλλά και χώρου. Χοντρικά, μπορείς με αφετηρία πέντ’ έξι λέξεις να χτίσεις έναν ολοκαίνουριο κόσμο. Ή μάλλον όχι μόνο έναν: 15.625 εν δυνάμει κόσμοι απλώνονται μπροστά σου, και το ενδεχόμενο να πλήξεις μετά από καμιά κατοστή και βάλε φυλλομετρήματα αποσοβείται οριστικά.

Είναι και η εικονογράφηση της Μυρτώς Δεληβοριά που επιτείνει, από τη δική της πλευρά, την παιγνιώδη διάθεση που σου καλλιεργεί το κείμενο, όντας και η ίδια παιγνιώδης: Στην πρώτη καρτέλα η ίδια πάντα φατσούλα μεταμφιεσμένη ώστε να προσαρμόζεται κάθε φορά στις διαφορετικές ανάγκες του εκάστοτε επαγγέλματος, κι από κει και μετά εικόνες που παραπέμπουν περισσότερο σε παιδικά παιχνίδια παρά στον πραγματικό κόσμο. Η εικονογράφος, με πνευματώδες, διακριτικό χιούμορ κι απλότητα, πρακτικά προσφέρει στο παιδί τα ίδια ακριβώς εφόδια με τα οποία αυτό οικοδομεί καθημερινά φανταστικούς κόσμους στο παιχνίδι του, οδηγώντας το μέσα από οικεία και εύχρηστα υλικά να διερευνήσει τις δυνατότητες νέων νοημάτων χωρίς εντυπωσιοθηρικούς εκβιασμούς.


Έπειτα από εκατοντάδες πηγαινέλα απ’ άκρη σ’ άκρη του βιβλίου παρέα με τα παιδιά μου, μπορώ να πω με σχετική βεβαιότητα ότι σε επίπεδο επαγγελματικού προσανατολισμού δε μας έδωσε πολλά – κάτι που σε καιρούς κρίσης μπορείς να το χαρακτηρίσεις μειονέκτημα, αν και δεν είναι τελικά το ζητούμενο. Κι αυτό όχι μόνο γιατί φοβάμαι –ή κι ελπίζω– ότι τα βλαστάρια μου θα επιλέξουν πολύ πιο τρελά επαγγέλματα απ’ αυτά που περιγράφονται στο Όταν μεγαλώσω μπορώ να γίνω και… Αλλά κι επειδή πιστεύω ακράδαντα ότι πιο συναρπαστική από τη διδακτική χρησιμοθηρία είναι η χαρά του ανέφικτου, η συνάντηση με το παντελώς, γι’ αυτό και πανέμορφα, άχρηστο όπως αυτό μπορεί να υλοποιηθεί μόνο μέσα από τα μάτια των παιδιών. Όσο για τις ουτοπίες, τις ήττες και λοιπά ηρωικά, αυτά λέω για την ώρα να τα χαρίσω σε όσους από μας έχουν από καιρό αυτομολήσει άνευ όρων στο στρατόπεδο της οριστικής ενηλικίωσης.

Παρασκευή 28 Αυγούστου 2015

Γιώργος Κ. Παναγιωτάκης, Αλάστρα - Το βιβλίο των δύο κόσμων

Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2015


 
Δυο αδέρφια μεγαλωμένα σε εύπορο αστικό περιβάλλον από γονείς καριερίστες και προσηλωμένους στον υλικό πλούτο, εξαρτημένα από την τεχνολογία και χωρίς καμία επαφή με τη φύση, θα υποχρεωθούν, εξαιτίας κυρίως της απληστίας των γονιών τους, να περάσουν μια βδομάδα στο σπίτι της ιδιόρρυθμης προγιαγιάς τους σε ένα μακρινό και δυσπρόσιτο μέρος ονόματι Βροχερό Βουνό. Η ανάγνωση ενός μυστηριώδους «απαγορευμένου» βιβλίου που η γιαγιά γράφει τις νύχτες θα τα φέρει σε επαφή με έναν άγνωστο, αλλόκοτο κόσμο, τον κόσμο της Αλάστρας, στον οποίο δυο άλλα παιδιά, που τους μοιάζουν εκπληκτικά, παλεύουν για την επιβίωση αλλά και για να μάθουν αν βρίσκονται στη ζωή οι από καιρό χαμένοι γονείς τους. Κι όταν ο Χρήστος και η Βικτώρια βρεθούν ξαφνικά μέσα στον μυστηριώδη κόσμο του βιβλίου και κληθούν να σηκώσουν το βάρος της σωτηρίας της Αλάστρας, θα κατορθώσουν μέσα από μύριους κινδύνους, συναντήσεις με πλάσματα αδιευκρίνιστων προθέσεων και ταξίδια ως εκεί που δε χωράει ο νους, να ξεσκεπάσουν μια φοβερή συνωμοσία και να επαναφέρουν την αρμονία, τη χαρά και τη συναδέλφωση στους κατοίκους του παράξενου αυτού τόπου, οδηγούμενοι παράλληλα μέσα από μια επώδυνη όσο και ασυνήθιστη διαδικασία προσωπικής ωρίμανσης, στον επαναπροσδιορισμό της δικής τους ζωής και των δικών τους αξιών.

Ο Γιώργος Παναγιωτάκης με την Αλάστρα φτιάχνει ένα μυθιστόρημα φαντασίας στο οποίο, παρά τις αναπόφευκτες –και συνειδητές– αναφορές στην παράδοση του είδους, πετυχαίνει να χτίσει έναν κόσμο ολόδικό του συνταιριάζοντας πολλά κι ετερόκλητα υλικά μέσα από έναν γόνιμο και ευφάνταστο συνδυασμό παραδόσεων: Έτσι, δίπλα στα ζωντανά δέντρα ή στο τελώνιο που τόσο έντονα θυμίζει Τόλκιν, έρχονται να προστεθούν στοιχεία από ένα σωρό μυθολογικές και ιστορικές παραδόσεις (αρχαίες όσο και μεσαιωνικές), και μάλιστα μεταπλασμένα με τρόπο συχνά ανατρεπτικό. Εντυπωσιακή, για παράδειγμα, είναι η ποικιλία πηγών από τις οποίες αντλούνται τα ονόματα των χαρακτήρων: αρχαιοελληνικά, βυζαντινά, περσικά, σουμεριακά, αλλά και ονόματα εμπνευσμένα από τον κόσμο των φυτών. Το ευχάριστο και εξωτικό αυτό μείγμα παίζει καθοριστικό ρόλο στην πειστική κατασκευή ενός πρωτότυπου όσο και φανταστικού κόσμου, τη στιγμή που η ελευθερία με την οποία διαχειρίζεται τα συστατικά του ο συγγραφέας τον αποδεσμεύει από παγιωμένα στερεότυπα, οδηγώντας τον στην υπονόμευση αναπόφευκτων αναγνωστικών προσδοκιών, κάτι που βλέπουμε να συμβαίνει τόσο με το τελώνιο που καλείται να οδηγήσει τα δυο παιδιά στο Νησί της Μοίρας όσο και με τις απροσδόκητα ανυστερόβουλες Άρπυιες ή τον ανέλπιστα καλόβολο γκαφατζή Χάροντα.

Πέρα πάντως από την αναμφισβήτητη σημασία του πραγματολογικού και φαντασιακού υποστρώματος στο οποίο πατάει ο συγγραφέας, το μεγάλο στοίχημα ενός βιβλίου σαν την Αλάστρα είναι η ικανότητα διαχείρισης αυτού του σύνθετου υλικού με αφηγηματική αρτιότητα και ισορροπία. Κι αυτό επιτυγχάνεται, στο πρώτο τουλάχιστον μέρος, χάρη στον ισορροπημένο διάλογο της κεντρικής αφήγησης με τα εμβόλιμα αποσπάσματα του μυστηριώδους βιβλίου που γράφει η γιαγιά, συνεπικουρούμενο από τη σωστή δοσολογία περιγραφής και διαλόγου, δράσης και χιούμορ. Παράλληλα, ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος με τον οποίο οι ιδιαίτερες ποιότητες των χαρακτήρων των δυο πρωταγωνιστών επηρεάζουν την εξέλιξη της πλοκής. Ενδεικτικά αναφέρω τα συχνά αγωνιώδη αυτοαναφορικά σχόλια των δυο –περιπλανώμενων πλέον εντός του βιβλίου– παιδιών γύρω από το κατά πόσον οι συμπεριφορές τους είναι συμβατές με το φέρεσθαι των χαρακτήρων ενός μυθιστορήματος. Πέρα από τη χιουμοριστική πινελιά που χαρίζουν στο κείμενο αυτοί οι προβληματισμοί, επιτρέπουν στον συγγραφέα και να θέσει εν αμφιβόλω παγιωμένες μυθοπλασιακές αξίες και πρακτικές, προετοιμάζοντας έτσι το έδαφος για την αναπάντεχη και αρκετά αντισυμβατική οδό που επιλέγει για τη λύση της πλοκής του.

Πολύ πριν φτάσει πάντως σε αυτή τη λύση, στα μισά ακριβώς της άψογα αρχιτεκτονημένης ιστορίας του, ο Παναγιωτάκης μάς χαρίζει την, κατά τη γνώμη μου, κορυφαία αφηγηματικά στιγμή του βιβλίου του, μέσα από την ευφυώς δοσμένη, ιδιαίτερα ευρηματική σκηνή συνάντησης των δυο κόσμων που ως εκείνη τη στιγμή κινούνται παράλληλα μες στο κείμενό του. Μια σκηνή στην οποία ραφές, στεγανά, σύνορα και φυσικοί νόμοι γίνονται χίλια κομμάτια με τρόπο αισθητηριακά καταιγιστικό, υπηρετώντας εκείνο ακριβώς το στοιχείο, την ενότητα της αφήγησης, που θα επιτρέψει σε ήρωες και αναγνώστες να βουτήξουν ανενδοίαστα στη μεγάλη περιπέτεια.

Παρασκευή 21 Αυγούστου 2015

Βασίλης Κουτσιαρής, Μη φοβάσαι Κοκκινοσκουφίτσα

Εικονογράφηση: Θέντα Μιμηλάκη, Κόκκινη κλωστή δεμένη, Πάτρα 2014



Θα ξεκινήσω ανάποδα σήμερα, και συγκεκριμένα από την εικονογράφηση του βιβλίου που παρουσιάζω. Κι αυτό όχι μόνο επειδή, όπως έχει ήδη επισημανθεί, η Θ. Μιμηλάκη κατορθώνει με τρόπο εξαιρετικό να διαχύσει σε ολόκληρο το τοπίο που αποτυπώνει στις εικόνες της το αίσθημα φόβου της μικρής Κοκκινοσκουφίτσας, αλλά και για έναν άλλο λόγο: Η εικονογράφος, χάρη κυρίως στην ευρηματική χρήση της κόκκινης κάπας της ηρωίδας του βιβλίου, που τη βλέπουμε να προεκτείνεται σε ολόκληρο το σκηνικό, πετυχαίνει, σε πλήρη συντονισμό με το πνεύμα και τις προθέσεις του κειμένου που εικονογραφεί, να συμπλέξει πραγματικότητα και φαντασία, εγκλωβίζοντας τον αναγνώστη σε μια ψευδαίσθηση που θα διασφαλίσει στο ακέραιο την έκπληξή του όταν έρθει αντιμέτωπος με την απρόσμενη ανατροπή της ιστορίας του Βασίλη Κουτσιαρή.
Μιας ιστορίας η οποία, χάρη στο λιτό, κάποιες φορές ελλειπτικό και υπαινικτικό ύφος που επιλέγει ο συγγραφέας της για να την αφηγηθεί διά στόματος Κοκκινοσκουφίτσας, αποτυπώνει μεν το κλιμακούμενο αίσθημα φόβου του μικρού κοριτσιού, δεν αποκαλύπτει όμως τις πραγματικές της προθέσεις παρά μόνο αρκετά μετά τη μέση του βιβλίου: Εκεί αντιλαμβανόμαστε ότι, αν το κλασικό παραμύθι είναι η αφετηρία, το ζητούμενο του συγγραφέα δεν είναι άλλο από το να μιλήσει στα παιδιά για τη διαχείριση του φόβου όχι ως μιας πραγματικότητας παγιωμένης και τελεσίδικης αλλά ως μιας κατάστασης που μπορεί να μεταστραφεί και να αντιμετωπιστεί με επιτυχία μέσα από σωστή, σταθερή κι εντέλει λυτρωτική καθοδήγηση.
Δε θα ήθελα να αποκαλύψω περισσότερα στοιχεία για την υπόθεση, αφού το μόνο που θα κατάφερνα αν επιχειρούσα κάτι τέτοιο θα ήταν να αδικήσω κατάφωρα την αγαστή συνεργασία συγγραφέα-εικονογράφου, η οποία τόσο έξυπνα πετυχαίνει να διαφυλάξει το μυστικό αυτής της πρωτότυπης και παιδαγωγικά ενδιαφέρουσας εκδοχής ενός αγαπημένου κλασικού παραμυθιού. Για τα περαιτέρω αναζητήστε το βιβλίο!

Πέμπτη 13 Αυγούστου 2015

Κόλιν Μελόυ, Κάτω από το Αγριόδασος - Τα Χρονικά του Αγριόδασους, Βιβλίο 2

Εικονογράφηση: Κάρσον Έλλις, μετάφραση: Αργυρώ Πιπίνη, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2014

 
Όταν επιχειρείς να γράψεις τη συνέχεια ενός βιβλίου όπως το Αγριόδασος, στο οποίο έχεις χτίσει έναν πολυεπίπεδο φανταστικό κόσμο με πυκνές εναλλαγές σκηνικού και δράσης, η απλή συνέχιση ή επέκταση της ιστορίας που έχεις ήδη αφηγηθεί σε ένα πανομοιότυπο σκηνικό, μέσα από την κατάδυση των ίδιων ηρώων σε νέες περιπέτειες, δεν αποτελεί τίποτα περισσότερο από εγγύηση αφόρητης αναγνωστικής πλήξης. Ο Κόλιν Μελόυ πάντως δεν πέφτει σε αυτή την παγίδα, προεκτείνοντας στις εξακόσιες τόσες σελίδες του δεύτερου τόμου των Χρονικών του Αγριόδασους τα όρια της ιστορίας του σε δυο κατευθύνσεις: αφενός απλώνει το σκηνικό του, εστιάζοντας τη δράση τόσο μέσα όσο και, κυρίως, κάτω και πέρα από το Αγριόδασος, αφετέρου φέρνει στο προσκήνιο νέους χαρακτήρες, που αποδεικνύονται άξιοι συμπαραστάτες του Κέρτις και της Πρου στην προώθηση της δράσης.

Έτσι, στον δεύτερο αυτό τόμο ο αναγνώστης θα ανακαλύψει τις ιδιαίτερες συνθήκες που επικρατούν στην Περιφέρεια, την περιοχή δηλαδή που χωρίζει το Αγριόδασος από τον έξω κόσμο, αλλά και τα σκοτεινά σχέδια που εξυφαίνονται στην περιοχή της Βιομηχανικής Ερημιάς, ενώ παράλληλα θα του δοθεί η ευκαιρία να ανακαλύψει νέες διόδους επικοινωνίας του Αγριόδασους με την πόλη του Πόρτλαντ μέσα από ένα υπόγειο δίκτυο τούνελ που εκτείνεται κάτω από αυτό. Εξάλλου, η δυναμική είσοδος νέων χαρακτήρων, όπως οι αδερφές του Κέρτις, ο άπληστος βιομήχανος ανταλλακτικών, η αδίστακτη μαύρη αλεπού, οι δυο χαμένοι εφευρέτες κτλ., επιτρέπουν στον συγγραφέα να αναζητήσει νέα στοιχεία πλοκής στο παρελθόν, αλλά και να πολλαπλασιάσει τις γραμμές δράσης και τις οπτικές γωνίες μέσα από τις οποίες περιγράφει τα γεγονότα, με αποτέλεσμα κινηματογραφικές εναλλαγές, που καθιστούν την αφήγησή του πιο ελκυστική και σφιχτή.  

Φυσικά, στο κέντρο της πλοκής, με φόντο και πάλι την ανάγκη σωτηρίας του Αγριόδασους από επίβουλες, σκοτεινές δυνάμεις, βρίσκεται γι’ άλλη μια φορά η εκ νέου συνάντηση των δυο κεντρικών χαρακτήρων της τριλογίας, του Κέρτις και της Πρου, με τη δεύτερη να αποδεικνύεται και πάλι ο καταλύτης στην εξέλιξη των γεγονότων και τον πρώτο να λειτουργεί σε μεγάλο βαθμό ως ο άξιος συμπαραστάτης, η ήρεμη, αν και κάποιες φορές αμήχανη, δύναμη στο πλευρό της. Γι’ άλλη μια φορά, κομβική θέση στην προβληματική του συγγραφέα κατέχει η απληστία του σύγχρονου κόσμου απέναντι στη φύση, όπως αυτή διαφαίνεται στην απέλπιδα προσπάθεια του βιομηχάνου ανταλλακτικών να κυριαρχήσει στο Αγριόδασος, αλλά κι ο μελαγχολικός στοχασμός πάνω στο μάταιο του πολέμου όπως αυτό αποκαλύπτεται μπροστά στα μάτια της Πρου και του Κέρτις μέσα από την κωμικοτραγική μάχη των τυφλοποντίκων, η συνάντηση με τους οποίους θα θυμίσει στον αναγνώστη κάτι από περιπέτειες του Γκιούλιβερ.

Αποτιμώντας το Κάτω από το Αγριόδασος, θα έλεγα ότι πρόκειται για μια χορταστική συνέχεια του πρώτου βιβλίου της σειράς, η οποία, αν και πολυσέλιδη, εμφανίζει καλύτερη διαχείριση του υλικού, μεγαλύτερη αφηγηματική ισορροπία και άψογο ρυθμό, διατηρώντας αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη από την αρχή μέχρι το τέλος, εκεί που, αν και ένα σωρό μέτωπα παραμένουν ανοιχτά, όλα μοιάζουν να έχουν δρομολογηθεί προς μια κατεύθυνση όχι απολύτως σαφή, πάντως πολλά υποσχόμενη. Μικρή αναγνωστική ανασύνταξη και ανάπαυση, όσο να κατακαθίσουν οι εντυπώσεις αλλά κι οι προσδοκίες, και κατόπιν βουρ για τον τρίτο τόμο.
 
[Εξαιρετική και πάλι η μετάφραση, η οποία εξαφανίζει γλωσσικές αποστάσεις και χάσματα και εξασφαλίζει την αβίαστη καταβύθιση του αναγνώστη στον κόσμο του Μελόυ.]

Παρασκευή 7 Αυγούστου 2015

Ελένη Σβορώνου, Ζητείται δικηγόρος με μουστάκια και ουρά!

Εικονογράφηση: Mark Weinstein, Παιδική Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2015

 
 
Ένας ημίαιμος σκύλος ονόματι Μπαρμπαρόσα, πρώην πεταμένος σε ένα βαρέλι με ασβέστη και νυν κατοικίδιο, βρίσκεται στα καλά του καθουμένου ξανά παρατημένος από τα αφεντικά του στους πέντε δρόμους. Πασχίζοντας να ξεπεράσει το σοκ της εγκατάλειψης κι αγωνιζόμενος να επιβιώσει στη νέα, αφιλόξενη πραγματικότητα με την οποία βρίσκεται αντιμέτωπος, σεργιανώντας στους δρόμους μιας πόλης γεμάτης ψαράδικα, pet shops, καταστήματα ενδυμάτων, πτηνοτροφεία, ζωολογικούς κήπους και δελφινάρια, θα γνωριστεί με μια σειρά από ζώα –ένα μπαρμπούνι, μια λεοπάρδαλη, ένα καναρίνι, έναν παπαγάλο, μια σιαμέζα γάτα, έναν πελαργό, ένα δελφίνι, έναν κόκορα, έναν γάιδαρο, ένα κουνέλι, ένα λιοντάρι–, που θα συμβάλουν στην αφύπνισή του βοηθώντας τον να ανακαλύψει μέσα από την περιγραφή των προσωπικών τους δεινών τις μορφές εκμετάλλευσης, κακοποίησης και παραβίασης των δικαιωμάτων των ζώων και θα ενωθούν μαζί του σε μια σουρεαλιστική πυραμίδα με στόχο τη δικαίωσή τους.

Μια ιστορία για τα δικαιώματα των ζώων, στην οποία κεντρικός χαρακτήρας και αφηγητής δεν είναι το πιο βασανισμένο ή, έστω, το πιο συνειδητοποιημένο από αυτά, αλλά, αντιθέτως, το πιο ανυποψίαστο και «προστατευμένο»: ένα κατοικίδιο, και μάλιστα ζώο συντροφιάς, ο σκύλος, ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου, που αγωνίζεται να παλαντζάρει ανάμεσα στα αισθήματα αγάπης και αφοσίωσης προς τα αφεντικά του και στο αδιανόητο της νέας του ζωής. Οι χιουμοριστικές καταστάσεις, απόρροια της άγνοιας και αφέλειας του Μπαρμπαρόσα, συνεπικουρούμενες από τη διάρρηξη κάθε λογικής όπως αυτή αποτυπώνεται από τη συστράτευση αποδημητικών και κατοικίδιων, ζωντανών και αναπάντεχα ζωντανεμένων ζώων, πλασμάτων της θάλασσας και θηρίων της ζούγκλας κ.ο.κ., λειτουργούν αποφορτιστικά για το παιδί αναγνώστη, που, παρότι βλέπει να περνούν μπροστά από τα μάτια τους τόσες μορφές απάνθρωπης συμπεριφοράς διεκτραγωδημένες από τα ίδια εκείνα πλάσματα που τις υφίστανται, αισθάνεται την ανάγκη να παρέμβει, να αποτελέσει και το ίδιο τμήμα αυτής της αλυσίδας ζώων διεκδικώντας μαζί τους το δίκιο τους.

Κι ίσως αυτός να είναι ένας από τους δυο λόγους που η συγγραφέας επιλέγει να οδηγήσει την απίθανη ζωική της πυραμίδα σε ένα σχολείο, εκεί που οι αδικημένοι ήρωές της θα βρουν την άνευ όρων συμπαράσταση των μικρών μαθητών. Ο δεύτερος λόγος έχει να κάνει με τη σαφή της πρόθεση να δηλώσει ότι το έλλειμμα σεβασμού προς τη φύση οφείλεται σε ένα δραματικό έλλειμμα παιδείας, γι’ αυτό και μόνο μέσα απ’ την παιδεία μπορεί να ξεπεραστεί. Άλλωστε, αν η έξω από κάθε λογική και πραγματικότητα, θεότρελη περιπέτεια του Μπαρμπαρόσα αποδεικνύεται ικανή στο φινάλε της ιστορίας να βάλει ψύλλους στ’ αυτιά του αθώου, απονήρευτου σκυλάκου αναφορικά με την προσωπική του κατάσταση, φανταστείτε πόσο αποτελεσματική μπορεί να αποδειχτεί η σωστή και έγκαιρη ενημέρωση νοημόνων όντων όπως εμείς οι άνθρωποι. Το ιδιαίτερα κατατοπιστικό παράρτημα «Κι αν δεν ήταν… όνειρο;» μπορεί να αποτελέσει μια πολύ καλή αρχή προς αυτή την κατεύθυνση για μικρούς αλλά και για μεγάλους!

Δευτέρα 13 Ιουλίου 2015

Πίτερ Σις, Ο Πιλότος και ο Μικρός Πρίγκιπας

Μετάφραση: Θέμελης Γλυνάτσης, Μεταίχμιο, Αθήνα 2015




Μέρες τώρα κάθομαι και ξεφυλλίζω το αριστούργημα του Πίτερ Σις  Ο Πιλότος και ο Μικρός Πρίγκιπας, την εικονογραφημένη βιογραφία του Σεντ-Εξιπερί που κυκλοφόρησε πρόσφατα από το Μεταίχμιο. Ένα βιβλίο που τις παράξενες βδομάδες που πέρασαν στάθηκε για μένα μια σπάνια και πολύτιμη αναγνωστική εμπειρία. Κι ας μην έχω καμιά σχέση ιδιαίτερης λατρείας με το έργο του Σεντ-Εξιπερί. Ας μην είμαι ακριβώς τρελαμένη με την ιστορία της αεροπλοΐας. Άλλωστε ένα σπουδαίο βιβλίο αυτό επιβάλλεται να καταφέρνει, να σε κάνει να βυθιστείς με πάθος ακόμα και σε πεδία που διόλου δε σε αφορούν.

Το βιβλίο του Σις λοιπόν, ο οποίος έχει ξανασχοληθεί με τη συγγραφή και εικονογράφηση βιογραφιών ιστορικών προσωπικοτήτων (Δαρβίνος, Γαλιλαίος), πιάνει τη ζωή του Σεντ-Εξιπερί από τη στιγμή της γέννησής του, αναζητά τα ίχνη της οικογένειάς του κι εντάσσει τον μικρό Αντουάν στο ιστορικό πλαίσιο της εποχής του, επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον του εξαρχής στα σημαντικά επιτεύγματα των πρώτων αεροπλόων. Κατορθώνει έτσι να κινηθεί, στο πρώτο τουλάχιστον μισό του και εν μέρει από τη μέση και μετά, σε δυο επίπεδα, το ατομικό, στενά βιογραφικό, και το ευρύτερα ιστορικό. Αυτά τα δυο δένουν μεταξύ τους χάρη στην εικονογραφική επιλογή του Σις να ενσωματώσει πρόσωπα, λεπτομέρειες και συμβάντα της ζωής του Αντουάν αλλά και της ιστορίας της αεροπλοΐας, θαρρείς τονισμένα με μεγεθυντικό φακό, σε σαλόνια που αποτυπώνουν ευρύτερα τοπικά και ιστορικά πλαίσια. Το πάθος του Αντουάν για τα αεροπλάνα είναι αυτό που, κατά τον Σις, ορίζει τη διαδρομή του. Αυτά είναι παρόντα σε κάθε σελίδα, σε κάθε εικόνα. Η λογοτεχνία, όσο κι αν οι εικονογραφικές αναφορές στον Μικρό πρίγκιπα είναι παραπάνω από εμφανείς, έρχεται μετά, σχεδόν ως παρεπόμενο. Το ταξίδι, η γνωριμία με τον άγνωστο κόσμο και την παράξενη ανθρωπογεωγραφία του από ψηλά, η περιπέτεια με το αβέβαιο φινάλε είναι η κινητήρια δύναμη και το ζητούμενο του ήρωα.

Ο ενδότερος κόσμος του Σεντ-Εξιπερί, αυτός που αποτυπώθηκε στα βιβλία του, μάλλον δεν πολυυπάρχει στο κείμενο, το οποίο, εδώ που τα λέμε, κάπως στεγνά περιγράφει τη ζωή του σπουδαίου συγγραφέα και αεροπόρου. Πρόκειται για συνειδητή επιλογή του Σις, που, αν ως συγγραφέας δεν εμβαθύνει στον ψυχισμό του ήρωά του, το κάνει ως εικονογράφος. Καθώς ο Αντουάν αρχίζει τις πτήσεις του ανά τον κόσμο, η εικονογράφηση εγκαταλείπει σταδιακά το στιλιζαρισμένο ύφος και τα μουντά χρώματα των πρώτων σελίδων, καταγράφοντας με εικόνες μοναδικής και κάποτε σουρεαλιστικής ομορφιάς τις διαδρομές του βλέμματός του: άλλοτε αναζητώντας ανθρώπινα πρόσωπα στο ανάγλυφο αχανών ερημικών τοπίων, άλλοτε τονίζοντας με το κόκκινο της φωτιάς, και συνεκδοχικά του αίματος, την επέλαση των γερμανικών τανκς στη Γαλλία, άλλοτε αποτυπώνοντας τη λάμψη του φεγγαριού ή του ήλιου πάνω από απέραντες θάλασσες. Και επιτυγχάνοντας με αυτό τον τρόπο να αποδώσει εικαστικά την ένταση των αισθημάτων του Αντουάν, ο οποίος στο τελευταίο σαλόνι συναντιέται επιτέλους με τον λογοτεχνικό του ήρωα, καθώς εμφανίζεται ως μικρός πρίγκιπας που ταξιδεύει μες στο γαλάζιο πάνω σ’ ένα ποδήλατο-αεροπλάνο με φόντο το μακρινό του αστέρι.


Το βιβλίο του Σις δεν απευθύνεται σε ένα συγκεκριμένο ηλικιακά κοινό. Ούτε είναι μονάχα η βιογραφία του συγγραφέα ενός από τα διασημότερα παιδικά βιβλία όλων των εποχών. Είναι ένας φόρος τιμής σε όλους εκείνους που σε εποχές αντίξοες επέμειναν πεισματικά, υπερβαίνοντας όρια, δυνάμεις και καταστάσεις, να κυνηγήσουν το παιδικό τους όνειρο. Κι ο πιλότος ήρωας του Πίτερ Σις φαίνεται πως πέτυχε να ζήσει το δικό του όνειρο, έστω κι αν η τελευταία βουτιά σε αυτό τον οδήγησε στο τέλος. Ένα τέλος πάντως απόλυτα συμβατό και συνεπές με ολόκληρη τη ζωή και το έργο του. 



[Σαν σήμερα πριν από τρία χρόνια έφτιαξα αυτό το μπλογκ. Για να είμαι ειλικρινής, δεν πίστευα τότε ότι θα ζούσε τόσο πολύ. Είχα ωστόσο την ενδόμυχη ελπίδα, εκείνο το επίσης βουτηγμένο στην πολιτική ένταση καλοκαίρι του 2012, ότι τρία χρόνια αργότερα θα είχαμε την πολυτέλεια να μιλάμε για βιβλία και μόνο. Λυπάμαι που τα γεγονότα με διέψευσαν. Κι επιμένω να αναζητώ στις ιστορίες παρηγοριά, δύναμη κι ελπίδα.

Κυριακή 7 Ιουνίου 2015

Άννα Κοντολέων, Πού πάει η αγάπη όταν χάνεται;


Εικονογράφηση: Λευτέρης Κιουρτσόγλου, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2014





Όταν το χαμόγελο χάνεται από το πρόσωπο του μπαμπά και της μαμάς, το μικρό αγόρι παίρνει τον δρόμο αναζητώντας την αγάπη που χάθηκε από το ως τότε χαρούμενο σπίτι του. Σ’ όποιον συναντήσει στη μεγάλη του βόλτα στον κόσμο θα θέσει το πανομοιότυπο ερώτημα: «Πού πάει η αγάπη όταν χάνεται;»  Μέσα από τις απαντήσεις των συνομιλητών του θα ανακαλύψει τις πολλαπλές όψεις κι εκδοχές της αγάπης: αυτή που εύκολα βαριέται κι εκείνη που είναι ανυπόμονη και βιαστική· αυτή που αργεί, εκείνη που παρασύρεται απ’ τον άνεμο και την άλλη, που πληγώνεται και γυρεύει να κρυφτεί· αυτή που μένει σταθερή κι εκείνη που χάνει την πίστη της· αυτή που γερνάει, φθείρεται, πεθαίνει.  Η πορεία του παιδιού στον κόσμο, στη διάρκεια της οποίας διασταυρώνεται με έμψυχα και άψυχα, με μικρά και μεγάλα, με το σήμερα και το χτες, με ζευγάρια και μοναχικές υπάρξεις, με την ίδια τη ζωή και τον θάνατο, δε συνιστά μια απλή παράταξη συμβάντων – διαθέτει κλιμάκωση, μια και μέσα από τις απαντήσεις που του δίνονται παρακολουθεί την αγάπη από τη γέννησή της ως την αναπόδραστη φθορά.

Η συγγραφέας ισορροπεί αβίαστα ανάμεσα στην αφηγηματική απλότητα και στην παιδική τρυφερότητα, χωρίς όμως ούτε να εκπίπτει στη σχηματικότητα ούτε να εκβιάζει το συναίσθημα. Η στοχαστική της διάθεση δεν καθιστά δύσβατη και δυσπρόσιτη την ιστορία της στους μικρούς αναγνώστες, συνεπικουρούμενη και από μια γοητευτική εικονοποιία αντλημένη από απλές καθημερινές στιγμές, η οποία δένει άρρηκτα με το πνεύμα και το ύφος του κειμένου της, κατορθώνοντας να δώσει μια καλειδοσκοπική αποτύπωση της έννοιας της αγάπης και ταυτόχρονα να αποδείξει το αδιάλειπτο της παρουσίας της και το αδιανόητο της απώλειάς της. Την ίδια ώρα, οι εικόνες του Λευτέρη Κιουρτσόγλου αποκαλύπτουν μια παιγνιώδη διάθεση, άλλοτε ζωντανεύοντας τα άψυχα κι άλλοτε δίνοντας απρόσμενες προεκτάσεις σε στοιχεία του κειμένου, όπως στο σαλόνι με το πλοίο-βερίκοκο που πάνω του ταξιδεύει το ηλικιωμένο ζευγάρι.

Το λυτρωτικά «ευτυχές» τέλος της ιστορίας δε συνιστά απλώς το επιστέγασμα της πορείας συναισθηματικής ωρίμανσης του παιδιού με την επιστροφή στη γονική αγκαλιά και ασφάλεια: Είναι άλλωστε αυτό το ίδιο το παιδί που, στο τέρμα της βόλτας του, αποκαμωμένο αλλά έχοντας συνειδητοποιήσει το άτοπο του αρχικού του ερωτήματος, μια και η αγάπη ΔΕ χάνεται, θα την καταστήσει από μόνο του απτή, δίνοντάς της σχήμα με τα δικά του χέρια, ως προϊόν της βαθιάς εσωτερικής του ανάγκης.
 
Κι αυτό το ευρηματικό τέλος είναι ένας ακόμα λόγος να πιστέψεις ότι σε τούτο τον κόσμο τίποτα δε χάνεται στο πέρασμα του χρόνου: ούτε η αγάπη αλλά ούτε κι η μαγεία κι η γοητεία που κρύβει μέσα της η αφήγηση μιας όμορφης ιστορίας.  

 



 

Κυριακή 31 Μαΐου 2015

Τζον Μπόιν, Μείνε εκεί που είσαι και μετά φύγε

Μετάφραση: Πετρούλα Γαβριηλίδου, Εκδόσεις Ψυχογιός, Αθήνα 2014

 
 
Όταν ο Άλφι Σάμερφιλντ κλείνει τα πέντε του χρόνια, ο πατέρας του φεύγει για να πολεμήσει στον Πρώτο Μεγάλο Πόλεμο του 20ού αιώνα. Ο μικρός, ωριμάζοντας απότομα μέσα σε μια δύσκολη κοινωνική και οικογενειακή πραγματικότητα, θα βρεθεί στο διάβα του χρόνου να δουλεύει κρυφά από τη μητέρα του ως λούστρος στον σιδηροδρομικό σταθμό του Κινγκς Κρος στο Λονδίνο. Κι όταν τα ίχνη του πατέρα του χαθούν ανεξήγητα, μια δέσμη χαρτιά που πέφτει τυχαία στο πάτωμα του σταθμού από έναν στρατιωτικό γιατρό θα τον οδηγήσει σε ένα εφιαλτικό όσο κι αποκαλυπτικό ταξίδι στο αλλόκοτο μέρος όπου ο πατέρας του εκτελεί τη «μυστική αποστολή του».

Ύστερα από το συγκλονιστικό Αγόρι με τη ριγέ πιτζάμα, στο οποίο ο Τζον Μπόιν ανέδειξε όλη τη φρίκη και τον παραλογισμό των ναζιστικών στρατοπέδων εξόντωσης, ο συγγραφέας στο βιβλίο του αυτό επιλέγει να ταξιδέψει τους αναγνώστες του στη δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα, ανιχνεύοντας μέσα από την οπτική ενός μικρού παιδιού μια από τις λιγότερο γνωστές πτυχές του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, τις συνέπειες που επέφεραν στο νευρικό σύστημα των στρατιωτών οι συνεχείς βομβαρδισμοί. Παράλληλα με το κομβικό αυτό θέμα, μέσα από την καθημερινότητα του Άλφι, διαφαίνονται οι δύσκολες συνθήκες διαβίωσης στη διάρκεια του πολέμου, ο κοινωνικός στιγματισμός «ύποπτων ξένων» και αντιρρησιών συνείδησης, ο διαφορετικός τρόπος αντιμετώπισης του πολέμου από εκπροσώπους διαφορετικών κοινωνικών τάξεων, η διαρκής αγωνία για την τύχη συγγενών, γειτόνων και φίλων που βρίσκονται στο μέτωπο. Ακόμα κι αν προς στιγμήν η αναφορά σε πρόσωπα και καταστάσεις σε κάνει να υποπτευθείς ότι ο συγγραφέας, περαστικός ων από αυτά, υποπίπτει στην περιπτωσιολογία, ωστόσο τα πάντα μέσα στο Μείνε εκεί που είσαι και μετά φύγε είναι τόσο λίγο τυχαία όσο κι οι τίτλοι των κεφαλαίων του – που παραπέμπουν όλοι σε τραγούδια τα οποία λέγονταν στην Αγγλία κατά τη διάρκεια του πολέμου. Κι αυτή είναι η μαγεία του συγκεκριμένου βιβλίου – το ότι ο Μπόιν με τρόπο αβίαστο και χαλαρό στήνει μια πλοκή όπου κάθε πρόσωπο, κάθε φαινομενικά τυχαίο συμβάν αποδεικνύεται κομβικό για την υπόθεση. Θα σταθώ εδώ μόνο στην επιλογή του σταθμού του Κινγκς Κρος ως χώρου εργασίας του ήρωα – μια επιλογή που όχι μόνο του επιτρέπει να μάθει για την τύχη του πατέρα του και να τον προσεγγίσει με σχετική ευκολία, αλλά αποδεικνύεται καταλυτικής σημασίας και για τη λύση της πλοκής.

Το ξαναντάμωμα του αναγνώστη με αρκετά από τα πρόσωπα της ιστορίας στο τέλος της, το οποίο σε πρώτη ανάγνωση δεν απέχει από αυτό που θα λέγαμε ευτυχές, τον φέρνει αντιμέτωπο με τη γλυκόπικρη διαπίστωση ότι η ζωή ύστερα από έναν πόλεμο, είτε  ξαναβρεί κάποιους απ’ τους παλιούς ρυθμούς είτε ανακαλύψει καινούριους δρόμους, είτε φέρει στην επιφάνεια νέες προσωπικές αλήθειες είτε φωτίσει κάτω από άλλο πρίσμα παλιά αισθήματα, πάντως ποτέ μα ποτέ δε θα είναι ίδια με πριν. Όπως ίδιοι δε θα είναι κι οι άνθρωποι κι ο κόσμος που τους περιβάλλει. Και μόνο γι’ αυτό, το Μείνε εκεί που είσαι και μετά φύγε αξίζει να διαβαστεί όχι μονάχα από μικρούς αλλά κι από μεγάλους.