Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα απώλεια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα απώλεια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 3 Δεκεμβρίου 2015

Ιστορίες απώλειας

  • Αργυρώ Πιπίνη, Το δικό τους ταξίδι, εικονογράφηση: Μαριλένα Μελισσηνού, Καλειδοσκόπιο, Αθήνα 2014 (από 7 ετών)

  • Benji Davies, Το νησί του παππού, μτφρ. Αντώνης Παπαθεοδούλου, Ίκαρος, Αθήνα 2015 (από 4 ετών)


Δυο εξαιρετικά βιβλία γύρω από το ζήτημα της απώλειας. Το ένα ελληνικό, το άλλο αγγλικό. Πολύ διαφορετικά μεταξύ τους, κι ωστόσο και τα δυο με κεντρικό θεματικό τους άξονα το τελευταίο μεγάλο ταξίδι.
 



 
Μια τυπική ελληνική οικογένεια. Μπαμπάς, μαμά, παιδιά. Και παππούς, γιαγιά. Τα δυο παιδιά, ο Κοσμάς κι η Λουκία, παρατηρούν, περιγράφουν, σχολιάζουν, ρωτάνε –γυρεύουν απαντήσεις για την αλλόκοτη συμπεριφορά του παππού, την εξαφάνισή του, τη φυγή του για το μεγάλο ταξίδι. Παιδικές ερωτήσεις που επαναλαμβάνονται επίμονα, και γονεϊκές απαντήσεις επαναλαμβανόμενες κι αυτές, άλλοτε αμήχανες κι άλλοτε υπαινικτικές. Βλέπετε, δεν είναι πάντα απολύτως σαφής ή κατανοητή η όποια αλήθεια. Κι ούτε μπορούν όλοι να τη διαχειριστούν με τον ίδιο τρόπο.

Η Αργυρώ Πιπίνη στήνει ένα θεατρικό παιχνίδι, ένα πηγαινέλα σε δυο παράλληλες οπτικές και αφηγήσεις που, άλλοτε αλληλοκατοπτριζόμενες κι άλλοτε αλληλοσυμπληρούμενες μέσα από περιγραφές και διαλόγους, της επιτρέπουν να ξεφύγει από το ατομικό, να αποδώσει τις κοινές αγωνίες κι απορίες εκατομμυρίων παιδιών που βρίσκονται αντιμέτωπα με το μεγάλο μυστήριο της φθοράς και του θανάτου – πετυχαίνοντας μάλιστα, μέσα από αυτό το μοίρασμα στα δυο, την παρηγορητική διάχυση του πόνου της απώλειας. Η υποτυπώδης της πλοκή εξελίσσεται με μια υποβλητικά κλιμακούμενη ένταση: αρχικά με το παρόν να διαπλέκεται νοσταλγικά με το παρελθόν –απόηχοι προσφυγιάς στη σεφερική αναφορά του παππού και παλιών ερώτων στο ανάλαφρο τραγουδάκι της γιαγιάς–, κατόπιν με το πέρασμα από τη σταδιακή κατάπτωση του παππού στην απόδραση, έστω κι εφιαλτική, του ονείρου, τέλος στην οδυνηρή προσγείωση στην πραγματικότητα και στην απόπειρα διαχείρισης κι ερμηνείας της.

Χάρη στην αφηγηματική του λιτότητα, στον αυθορμητισμό των διαλόγων και στις ποιητικές του εικόνες –ειδικά στο τέλος, εκεί που η αισιόδοξη ανάμνηση του προσώπου υποκαθιστά την οδύνη της απουσίας–, και με τη συνδρομή των μαγικών στιγμών που επιφυλάσσει η εικονογράφηση –το χιονισμένο παγωτατζίδικο ή η υδρόγειος με την ανεμόσκαλα–, το Δικό τους ταξίδι καταλήγει να είναι ένα βιβλίο υποβλητικά συγκινητικό και απέριττα όμορφο. Ένα βιβλίο που δύσκολα ξεχνάς.
 

 

Ο μικρός Σιντ ζει κοντά στο σπίτι του παππού του, όπου περνάει πολύ χρόνο. Ο παππούς, πολυταξιδεμένος και πολύπειρος, αποφασίζει μια μέρα να ξεναγήσει τον μικρό στο άβατο της σοφίτας του, που είναι γεμάτη αναμνήσεις. Από κείνη τη σοφίτα θα κινήσουν οι δυο τους για ένα μαγικό ταξίδι σ’ ένα μακρινό παραδεισένιο νησί, όπου θα ζήσουν ένα σωρό περιπέτειες και θα δουν θαυμαστά πράγματα. Σαν έρθει όμως η ώρα της επιστροφής, ο παππούς ανακοινώνει στον εγγονό πως σκοπεύει να μείνει για πάντα στο νησί. Η δύσκολη, μοναχική επιστροφή του παιδιού στον κόσμο χωρίς πια την παρουσία του παππού θα κρύβει το οδυνηρό βάρος της απώλειας, αλλά και μια σοφίτα που, όσο κι αν δεν μπορεί να οδηγήσει πλέον τον μικρό στο νησί του παππού, είναι πάντως γεμάτη από αναμνήσεις.

Το βιβλίο του Benji Davies μπορεί να πραγματεύεται την απώλεια αλλά είναι ένας ύμνος στη ζωή. Ένας παππούς κοτσονάτος και χαμογελαστός κι ένας γλυκός πιτσιρικάς ξεχύνονται στη θάλασσα διψασμένοι απ’ τη λαχτάρα της ανακάλυψης, με φόντο ένα νησί γεμάτο χρώματα, νερά, μαγευτικές γωνιές. Η εικόνα σε παρασύρει σε μια βουτιά σ’ αυτή την ομορφιά, την ώρα που οι λέξεις λένε τα απολύτως αναγκαία. Ακόμα και τη στιγμή του αποχωρισμού η οργιαστική φύση και τα πλάσματά της βρίσκονται στην πιο καλή τους ώρα. Σταδιακά βέβαια τα χρώματα λιγοστεύουν, αποτυπώνοντας εύγλωττα τη θλίψη και τη μοναξιά του παιδιού, το μη επιστρέψιμο αυτού που έζησε αλλά και την ήπια συμφιλίωσή του με τη νέα κατάσταση.

Ξεφεύγοντας από μονοσήμαντους συμβολισμούς, το Νησί του παππού δεν ενδιαφέρεται, νομίζω, να προσφέρει στους μικρούς αναγνώστες μια αυτοψία στον παράδεισο ως μεταθανάτιο προορισμό, αλλά να τους ταξιδέψει στο παραδείσιο τοπίο του κοινού βιώματος και της μνήμης. Εκεί που, και μετά θάνατον, διασώζονται όλα τα θαυμαστά και υπέροχα, η καθαρή, αποσταγμένη ομορφιά μιας ζωής που φεύγει πρόθυμη να χαρίσει σε κείνη που έρχεται ορμητική μια έστω κλεφτή ματιά στη δική της μοναδική περιπέτεια.  

Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2015

Ντέιβιντ Ουάλιαμς, Η γιαγιά μου η κλέφτρα

Εικονογράφηση: Τόνι Ρος, μετάφραση: Πετρούλα Γαβριηλίδου, Εκδόσεις Ψυχογιός, Αθήνα 2015



O μικρός Μπεν απεχθάνεται τα βράδια της Παρασκευής που είναι αναγκασμένος να τα περνάει παρέα με τη βαρετή γιαγιά του, η οποία λατρεύει το σκραμπλ και τη λαχανόσουπα. Εξίσου απεχθάνεται και τη μονομανία των γονιών του με τον χορό και τα τηλεοπτικά σόου. Το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι να γίνει μία των ημερών υδραυλικός, όνειρο που δε φαίνεται να συγκινεί ιδιαίτερα τον μπαμπά και τη μαμά του. Η βαρετή κι ανιαρή ζωή του ωστόσο θ’ αλλάξει μέσα σε μια νύχτα, όταν ανακαλύψει πως η γιαγιά του υπήρξε στο παρελθόν διαβόητη κλέφτρα πανάκριβων κοσμημάτων. Κι όταν εκείνη του αποκαλύψει πως όνειρό της είναι να κλέψει τα Κοσμήματα του Στέμματος, όχι μονάχα την πείθει να θέσουν σε εφαρμογή ένα θεότρελο σχέδιο ληστείας, αλλά γίνεται και ο ιθύνων νους του, επιστρατεύοντας όλες τις πολύτιμες υδραυλικές γνώσεις του για να το φέρει εις πέρας.

Αυτή είναι χοντρικά η αρχή και η μέση μιας ευρηματικής ιστορίας για τη σχέση των παιδιών με την τρίτη ηλικία, η οποία διαδραματίζεται στους κόλπους μιας τυπικής λαϊκής αγγλικής οικογένειας, με δυο γονείς προσκολλημένους στους δέκτες της τηλεόρασης και εν πολλοίς στα πρότυπα που αυτή τους σερβίρει κι έναν αρκετά διαφορετικό από αυτούς γιο που αναζητά απελπισμένα την αποδοχή τους και κάπου να στεγάσει το όνειρό του. Αυτό θα ψυχανεμιστεί η κουρασμένη, ταλαιπωρημένη γιαγιά, ακουμπώντας κι αυτή την ανάγκη της για αποδοχή και αγάπη στον μοναδικό άνθρωπο που, όπως αποδεικνύεται, έχει τη διάθεση αλλά και τη φαντασία να τη δει και να την αγαπήσει όχι κατ’ ανάγκη γι’ αυτό που είναι, αλλά και για κείνο που θα ’θελε ή θα μπορούσε να είναι. Για το δικό της ανεκπλήρωτο όνειρο. Κι ίσως εντέλει γι’ αυτό να τα βρίσκουν τόσο καλά οι δυο τους, μια και στο παλαβό τους εγχείρημα καταθέτουν το ίδιο πάθος για ζωή – ο μικρός αδημονώντας να βουτήξει μέσα της με ορμή, η γιαγιά πασχίζοντας απελπισμένα να κρατηθεί απ’ αυτή.

Όσο πάντως κι αν η ανάγκη αυτής της τελευταίας υποκρύπτει μια δραματική επίγνωση του αναπόδραστου, ο Ουάλιαμς σε κανένα σημείο του βιβλίου του δεν καταφεύγει σε συναισθηματικές υπερβολές κι εξάρσεις. Τουναντίον, χτίζοντας την ιστορία του πάνω σε συνεχείς ανατροπές, άλλοτε ξεκαρδιστικές, άλλοτε συγκινητικές, άλλοτε κομματάκι εξωπραγματικές, προσφέρει στον μικρό αναγνώστη μια ισορροπημένη γκάμα συναισθημάτων. Χάρη σ’ αυτές, στην ευχάριστη γραφή του και στο –ενίοτε τραβηγμένο– χιούμορ του, και συνεπικουρούμενος από τα αστεία σκίτσα του Τόνι Ρος, μας οδηγεί σε ένα αισιόδοξο στην ουσία του τέλος – εκεί που η περιπέτεια του Μπεν όχι μόνο σφυρηλατεί μια μοναδική σχέση τρυφερής αγάπης με την απίθανη γιαγιά του, όχι μόνο του χαρίζει επιτέλους την πολυπόθητη γονική αποδοχή, αλλά πετυχαίνει και το ακατόρθωτο: να κάνει περίπου συμπαθή στα μάτια μας –για φαντάσου…– τη βασίλισσα της Αγγλίας! Ίσως, εδώ που τα λέμε, επειδή είναι κι αυτή γιαγιά…