Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2019

Ελένη Γερουλάνου - Ίρις Σαμαρτζή, Ένας αρκούδος μια φορά


Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2018



Ένας αρκούδος με γαλάζια κορδέλα ξεπηδά ένα βράδυ με λιγοστό φεγγάρι από ένα κουτί δίπλα σ’ έναν κάδο ανακύκλωσης, όπου τον έχουν εγκαταλείψει. Περιπλανιέται σε λιμάνια, αγροκτήματα, σιδηροδρομικούς σταθμούς, θέατρα, πανηγύρια, μαγαζιά, γυρεύοντας τον δρόμο για το σπίτι του. Πολλοί εκείνοι που συναντά, πολλοί κι οι πειρασμοί, με τη μορφή υποσχέσεων για μακρινά ταξίδια, όμορφα παιχνίδια, λαμπερές καριέρες, κεράσματα και δώρα. Κι ωστόσο ο αρκούδος δεν κάμπτεται, αφού η ανάγκη του να βρει επιτέλους το σπίτι του και να ξαποστάσει μοιάζει να στέκει πέρα και πάνω απ’ όλα τ’ άλλα. Κι όταν πια η κούραση κι η απελπισία τον έχουν αποκαρδιώσει για τα καλά, ένας πύργος, θαρρείς βγαλμένος από τα παραμύθια, εμφανίζεται μπροστά του. Και μαζί μια φιλόξενη πυργοδέσποινα, που είναι πρόθυμη να τον αγκαλιάσει τρυφερά και να τον υποδεχτεί επιτέλους στο σπίτι του.

Αυτή είναι πάνω κάτω η ιστορία που αφηγείται στο βιβλίο της Ένας αρκούδος μια φορά η Ελένη Γερουλάνου, θέλοντας να μιλήσει στους αναγνώστες της για την αληθινή ιστορία της δημιουργίας του Μουσείου Μπενάκη Παιχνιδιών και την ψυχή του, τη συλλέκτρια Μαρία Αργυριάδη, που έφυγε από τη ζωή στο τέλος του 2018 και της οποίας η πολύτιμη συλλογή παιχνιδιών συνιστά τον πυρήνα του μουσείου. Στο εγχείρημά της αυτό η συγγραφέας προτιμά να αποφύγει κάθε λογής υπερβολή και περιττολογία, αφηγούμενη μια ιστορία που στη δομή της θυμίζει παραμύθι και ντυμένη με μια απλότητα και οικονομία λόγου που της χαρίζουν αμεσότητα και γρήγορο ρυθμό, αφήνοντας παράλληλα την εικόνα να συμπληρώσει όσα οι λέξεις εύγλωττα αποσιωπούν.

Η εικονογράφηση της Ίριδας Σαμαρτζή βασίζεται σε φωτογραφικό υλικό από τα παιχνίδια του μουσείου, τα οποία συντροφεύουν τον κεντρικό ήρωα σε κάθε σελίδα, συνιστώντας ζωντανό κομμάτι κάθε σταθμού της περιπλάνησής του. Με τον τρόπο αυτό, τα εκθέματα του μουσείου βγαίνουν κυριολεκτικά στον δρόμο, γίνονται υλικά που χτίζουν την πραγματικότητα και οργανικό συστατικό της μεγάλης περιπέτειας που βιώνει ο αρκούδος. Γεγονός που επιτρέπει στον μικρό αναγνώστη όχι απλώς να εξοικειωθεί μαζί τους αλλά και να βρει σ’ αυτά την αφορμή να μετατρέψει μια απλή μουσειακή επίσκεψη σ’ ένα συναρπαστικό ταξίδι φαντασίας. Σε αντίθεση με τους συνομιλητές του, ο κεντρικός ήρωας αποτυπώνεται ως ζωγραφιά σε όλες τις σελίδες στις οποίες απλώνεται η ιστορία του εκτός από την τελευταία, όπου κι ο ίδιος πια έχει γίνει κάτοικος του μουσείου.

Σ’ αυτή τη σελίδα βλέπουμε τη Μαρία Αργυριάδη στη βεράντα του πυργόσπιτου με τον αρκούδο στην αγκαλιά της ν’ αγναντεύει το θωρηκτό Αβέρωφ, που πράγματι στέκει απέναντι από το Μουσείο Μπενάκη Παιχνιδιών, αλλά ταυτόχρονα αποτελεί κι αυτό το ίδιο –ή τουλάχιστον η ξύλινη μινιατούρα του– «ένοικο», έκθεμα του μουσείου. Η ιστορία, η μνήμη, οι αλλόκοτες –άλλοτε συλλογικές, άλλοτε ατομικές– διαδρομές της, αποτυπωμένες με τρόπο ευφυή σ’ αυτή –και όχι μόνο– τη σελίδα του βιβλίου. Ενός βιβλίου που, πέρα από πραγματολογικό υλικό και πολύτιμη γνώση, κουβαλάει κι ένα ισχυρό βιωματικό και συναισθηματικό βάρος το οποίο μεταγγίζει αθόρυβα κι ευεργετικά στον αναγνώστη του.