Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καλειδοσκόπιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καλειδοσκόπιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 5 Δεκεμβρίου 2017

Μαρίζα Ντεκάστρο, Ένας κόσμος σε κίνηση



Επιστημονική επιμέλεια: Μανώλης Πατηνιώτης, Αριστοτέλης Τύμπας, Εκδόσεις Καλειδοσκόπιο, Αθήνα 2017



1821: Μια χρονολογία εμβληματική για την ελληνική ιστορία. Όπως το 1789 για τη γαλλική, άλλες χρονολογίες για άλλους λαούς. Είναι όμως μονάχα αυτό η ιστορία – εμβληματικές χρονολογίες συνδεδεμένες με μάχες, επαναστάσεις και βαρύνουσας σημασίας πολιτικά γεγονότα, αποκομμένα από την υπόλοιπη πραγματικότητα, από το πριν, το μετά και το τώρα που τα περιβάλλουν; Αυτόνομα νησάκια στη μέση του πουθενά του ιστορικού χώρου και χρόνου, ανεπηρέαστα από διεθνείς εξελίξεις, μικρές ή μεγάλες ανακαλύψεις στον χώρο του πνεύματος, των επιστημών, της τεχνολογίας; Οπωσδήποτε όχι, μας ξεκαθαρίζει η Μαρίζα Ντεκάστρο στο βιβλίο της Ένας κόσμος σε κίνηση, που κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες από τις εκδόσεις Καλειδοσκόπιο. Κι αν κάθε εποχή σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό συνδιαμορφώνεται από πλήθος γεγονότων, η περίοδος με την οποία επιλέγει να καταπιαστεί η συγγραφέας, το πριν και το μετά του 1821, δηλαδή από τα τέλη του 18ου ως τα τέλη του 19ου αιώνα, αποτελεί το ιδανικό πεδίο για το εγχείρημά της, αφού στη διάρκειά της οι ταχύτητες στον πλανήτη μοιάζουν να αλλάζουν με τρόπο εντυπωσιακό, ο κόσμος μας να μικραίνει κι οι κατακτήσεις του ανθρώπου να μεγαλώνουν. 

Ένας κόσμος σε κίνηση, λοιπόν, και μάλιστα σε πάρα πολλά επίπεδα: ιδέες, επαναστάσεις, πόλεμοι, αλλά κι εξερευνήσεις, εξελίξεις στις μεταφορές, στην τεχνολογία, στην ιατρική. Όπως και αλλαγές στη συνήθως υποτιμημένη καθημερινότητα: στις βιοτικές, διατροφικές κι ενδυματολογικές συνήθειες, στις επαγγελματικές επιλογές, στα ενδιαφέροντα των ανθρώπων, στην εκπαίδευση, στη ζωή των μικρών παιδιών. Ένας κόσμος σε κίνηση, αλλά όχι αναγκαστικά σε μία μόνο κατεύθυνση. Τα γεγονότα άλλοτε εξωθούν, συμπαρασύρουν το ένα το άλλο κι άλλοτε λειτουργούν ως δυνάμεις αντίρροπες και, αναπόφευκτα, αλληλοσυγκρουόμενες – και στις δυο περιπτώσεις πάντως δρομολογώντας την αλλαγή.

Ένας κόσμος σε κίνηση, αποτυπωμένος, όπως του αρμόζει, με τρόπο κάθε άλλο παρά στατικό, αφού το ανά χείρας βιβλίο, παρά το πλήθος και την ποικιλία των πληροφοριών που παρέχει στον αναγνώστη, κατορθώνοντας να του δώσει μια πανοραμική εικόνα γεγονότων κι εξελίξεων, δεν κουράζει, περνώντας με άνεση από τη μεγάλη εικόνα στο ειδικό και στο συγκεκριμένο, από τα γεγονότα σε παγκόσμια κλίμακα στα επιμέρους κέντρα των εξελίξεων, από τον παγκόσμιο χάρτη στα τεκταινόμενα στη γειτονιά μας. Στην αποτροπή της αναγνωστικής πλήξης συμβάλλει και η διάταξη του υλικού, με την προσθήκη και εναλλαγή χαρτών και πλήθους εικόνων ποικίλης προέλευσης, που ζωντανεύουν και δίνουν ενδιαφέρουσες προεκτάσεις στο ταξίδι στον χρόνο.

Με αυτό τον τρόπο η συγγραφέας και οι συνεργάτες της κατορθώνουν τελικά να αποτυπώσουν, μέσα από μια εξαιρετικά κοπιώδη, φαντάζομαι, διαδικασία σύνθεσης, ένα πλήθος εξελίξεων και μετασχηματισμών τόσο δυναμικών ώστε το τότε να αγγίζει με τρόπο εντυπωσιακό το σήμερα, όπως γίνεται ευδιάκριτο, για παράδειγμα, στην παράθεση βιβλίων που εκδόθηκαν τον 19ο αιώνα – αρκετά εκ των οποίων κλασικά πλέον αναγνώσματα, που διαμόρφωσαν κι εξακολουθούν να διαμορφώνουν αναγνωστικές συνειδήσεις. Και τόσο καθοριστικών που, παρ’ όλες τις διαφορετικές επιμέρους ταχύτητες, τις ιδιαιτερότητες τόπων και πολιτισμών, επηρεάζουν με τρόπο καθολικότερο απ’ όσο νομίζουμε εθνικές μοίρες και διαδρομές, όπως αποκαλύπτει, μεταξύ άλλων, και η νηφάλια πραγμάτευση στα δυο τελευταία κεφάλαια δυο ζητημάτων με εκ διαμέτρου αντίθετο συναισθηματικό φορτίο για τον Έλληνα αναγνώστη: της εμπορίας αρχαιοτήτων και του κινήματος του φιλελληνισμού. Η θεώρηση και των δυο τους υπό ένα ευρύτερο πρίσμα –του πρώτου σε συνάρτηση με το παγκοσμίως διαδεδομένο «σπορ» της αρχαιοκαπηλίας στη διάρκεια του 19ου και όχι μόνο αιώνα, και του δεύτερου σε σχέση με το κίνημα του Ρομαντισμού– επιτρέπει στον νεαρό αναγνώστη να τα κατανοήσει και να τα προσεγγίσει με μεγαλύτερη ψυχραιμία και ευρύτητα βλέμματος.   

Πρόκειται, εν κατακλείδι, για ένα χορταστικό βιβλίο γνώσεων, που δε φιλοδοξεί να αποτελέσει ένα απλό θησαύρισμα εγκυκλοπαιδικών πληροφοριών, αλλά να ψηλαφήσει αιτίες και διασυνδέσεις, να ανοίξει διάλογο ανάμεσα στο γενικό και στο επιμέρους, να λειτουργήσει ως έναυσμα για ένα συναρπαστικό ταξίδι στον πολύμορφο κι αποκαλυπτικό κόσμο του παρελθόντος και, τελικά, νομίζω, ως παράδειγμα για τον τρόπο με τον οποίο οφείλουμε να γνωρίζουμε αυτό το παρελθόν στα παιδιά.     

Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2015

Μιλάνε τα σκληρά καρύδια πλουτωνικά;

  • Ελένη Σβορώνου, Σκληρό καρύδι, εικονογράφηση: Ευαγγελία Γουτιάνου, Εκδόσεις Καλειδοσκόπιο, Αθήνα 2015 (από 8 ετών)

  • Κατερίνα Ζωντανού, Ομιλείτε πλουτωνικά; εικόνες Ναταλία Καπατσούλια, Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2015 (από 6 ετών) 

 

Δυο βιβλία για δυο διαφορετικά παιδιά: ένα κορίτσι απ' το Αφγανιστάν που αναζητά στην Ελλάδα μια νέα αρχή - κι ένα αγόρι απ' τη χώρα μας που εφευρίσκει μια νέα απίθανη γλώσσα, τα πλουτωνικά, χαρίζοντας γέλιο, χαρά κι ελπίδα στους γύρω του.

 


 
Ένα κορίτσι απ’ το Αφγανιστάν, που πια ζει στην Ελλάδα, η Αϊσέ, σ’ έναν πηγαίο, σπαρακτικό μονόλογο, μιλά για τα βάσανα της προσφυγιάς, για τις σκληρές αναμνήσεις της απ’ τον πόλεμο και τις ελπίδες της για μια νέα ζωή, για τις πρακτικές δυσκολίες στο σχολείο της αλλά και για την υπέροχη δασκάλα της, για την κάποτε ακατανόητη νέα της πραγματικότητα αλλά και την ανάγκη της να χτίσει μια νέα ζωή εντός της, για τα όνειρα που της κρατούν συντροφιά και τους εφιάλτες που τη βασανίζουν. Ένα μωσαϊκό από γεγονότα, ένα πηγαινέλα απ’ το σήμερα στο χτες και το ανάποδο, σκόρπια ονόματα, συνειρμοί που εισβάλλουν στη ροή του λόγου κάνοντάς τον να λοξοδρομήσει σε μικρά και μεγάλα περιστατικά – κι ένας αποδέκτης, ένα «εσείς» που κάθε τρεις και λίγο ξεπετάγεται στις κουβέντες της μικρής για να φέρει στην επιφάνεια δικαιολογίες, διευκρινίσεις, σκληρές μνήμες, ν’ αποκαλύψει πάνω απ’ όλα ένα παιδί που έχει μάθει να παλεύει για μια θέση στον ήλιο, ένα σκληρό καρύδι.
Ποιος είναι, αλήθεια, ο αποδέκτης αυτού του μονολόγου; Η συγγραφέας μάς τον ξεσκεπάζει σιγά σιγά, ως το σπαρακτικό φινάλε, που απειλεί να γκρεμίσει ολοκληρωτικά προσδοκίες, ελπίδες κι ό,τι ψιχία σιγουριάς προλαβαίνει να νιώσει ένα παιδί πρόσφυγας με νωπή τη φρίκη στο μυαλό στην καινούρια του «πατρίδα». Βλέπετε, τα λόγια της μικρής απευθύνονται στους εκπροσώπους της έννομης τάξης που πιάνουν αυτή και τους δικούς της χωρίς χαρτιά, απειλώντας τους μ’ έναν νέο κύκλο αβεβαιότητας, μια νέα προσφυγιά.
Η Ελένη Σβορώνου καταθέτει με την ιστορία της Αϊσέ ένα ενδιαφέρον πολιτικό σχόλιο, πετυχαίνοντας χωρίς ίχνος συναισθηματικού εκβιασμού να αποκαλύψει στα μάτια μας γυμνή τη σκληρή πραγματικότητα των παιδιών προσφύγων. Ένα συγκλονιστικό βιβλίο.
 


 
Ο Αναστάσης έχει βάλει από μικρός μεγάλους στόχους στη ζωή του. Θέλει να γίνει αστροναύτης. Έχει μάθει τα πάντα περί το διάστημα και τους πλανήτες και, για να ’χει και το κεφάλι του ήσυχο σε περίπτωση που πετύχει κάναν εξωγήινο, έχει εφεύρει μια φοβερή διαγαλαξιακή εσπεράντο, τα πλουτωνικά. Τα πλουτωνικά, η γλώσσα που, όσο ακαταλαβίστικη κι αν φαντάζει, είναι πανεύκολη αρκεί να κοιτάζεις τον συνομιλητή σου στα μάτια, δίνουν άλλο χρώμα στα διαστημικά παιχνίδια που σκαρώνει ο Αναστάσης με τους φίλους του, λύνουν παρεξηγήσεις, του επιτρέπουν να χαρτογραφήσει τον κόσμο του στα μάτια μας και τελικά τού χαρίζουν κι έναν νέο φίλο.
Σε μας, πάλι, το πανέξυπνο εύρημα της Κατερίνας Ζωντανού χαρίζει ένα φρέσκο και ταυτόχρονα τρυφερό βιβλίο για τη διαφορετικότητα, ιδωμένη από ένα πρωτότυπο πρίσμα. Τα υλικά της απλά: μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση που χειρίζεται αβίαστα την παιδική γλώσσα και αφουγκράζεται προσεκτικά την ικανότητα των παιδιών να εκφράζονται με αυθορμητισμό και αυθεντικότητα, πετυχημένο πάντρεμα χιούμορ και παιδικής φαντασίας – και, πάνω απ’ όλα, το αυτοσχέδιο παιχνίδι και η θαυμαστή του ικανότητα να κάνει τα δύσκολα εύκολα, να μοιράζει ρόλους, να κόβεται και να ράβεται στα μέτρα της στιγμής. Εικόνες και σκίτσα με μπόλικο κέφι κι άλλη τόση φαντασία από τη Ναταλία Καπατσούλια, που συνομιλεί εξαιρετικά με το κείμενο.
Κλείνοντας για σήμερα, σκέφτομαι πως ο Αναστάσης μπορεί να μη γίνει ποτέ αστροναύτης. Κι ίσως τα πλουτωνικά του να μην του χαρίσουν ποτέ κανέναν διαστημικό φίλο. Θα ’χουν όμως κατορθώσει να καταγράψουν και να ερμηνεύσουν την ανάγκη ενός άλλου παιδιού να παίξει και να γελάσει, ν’ αποκτήσει φίλους. Όχι μικρό κατόρθωμα για μια τόσο φρέσκια γλώσσα, που είθε μια μέρα να τη δούμε να γίνεται και επισήμως παγκόσμια.

 
 

Πέμπτη 3 Δεκεμβρίου 2015

Ιστορίες απώλειας

  • Αργυρώ Πιπίνη, Το δικό τους ταξίδι, εικονογράφηση: Μαριλένα Μελισσηνού, Καλειδοσκόπιο, Αθήνα 2014 (από 7 ετών)

  • Benji Davies, Το νησί του παππού, μτφρ. Αντώνης Παπαθεοδούλου, Ίκαρος, Αθήνα 2015 (από 4 ετών)


Δυο εξαιρετικά βιβλία γύρω από το ζήτημα της απώλειας. Το ένα ελληνικό, το άλλο αγγλικό. Πολύ διαφορετικά μεταξύ τους, κι ωστόσο και τα δυο με κεντρικό θεματικό τους άξονα το τελευταίο μεγάλο ταξίδι.
 



 
Μια τυπική ελληνική οικογένεια. Μπαμπάς, μαμά, παιδιά. Και παππούς, γιαγιά. Τα δυο παιδιά, ο Κοσμάς κι η Λουκία, παρατηρούν, περιγράφουν, σχολιάζουν, ρωτάνε –γυρεύουν απαντήσεις για την αλλόκοτη συμπεριφορά του παππού, την εξαφάνισή του, τη φυγή του για το μεγάλο ταξίδι. Παιδικές ερωτήσεις που επαναλαμβάνονται επίμονα, και γονεϊκές απαντήσεις επαναλαμβανόμενες κι αυτές, άλλοτε αμήχανες κι άλλοτε υπαινικτικές. Βλέπετε, δεν είναι πάντα απολύτως σαφής ή κατανοητή η όποια αλήθεια. Κι ούτε μπορούν όλοι να τη διαχειριστούν με τον ίδιο τρόπο.

Η Αργυρώ Πιπίνη στήνει ένα θεατρικό παιχνίδι, ένα πηγαινέλα σε δυο παράλληλες οπτικές και αφηγήσεις που, άλλοτε αλληλοκατοπτριζόμενες κι άλλοτε αλληλοσυμπληρούμενες μέσα από περιγραφές και διαλόγους, της επιτρέπουν να ξεφύγει από το ατομικό, να αποδώσει τις κοινές αγωνίες κι απορίες εκατομμυρίων παιδιών που βρίσκονται αντιμέτωπα με το μεγάλο μυστήριο της φθοράς και του θανάτου – πετυχαίνοντας μάλιστα, μέσα από αυτό το μοίρασμα στα δυο, την παρηγορητική διάχυση του πόνου της απώλειας. Η υποτυπώδης της πλοκή εξελίσσεται με μια υποβλητικά κλιμακούμενη ένταση: αρχικά με το παρόν να διαπλέκεται νοσταλγικά με το παρελθόν –απόηχοι προσφυγιάς στη σεφερική αναφορά του παππού και παλιών ερώτων στο ανάλαφρο τραγουδάκι της γιαγιάς–, κατόπιν με το πέρασμα από τη σταδιακή κατάπτωση του παππού στην απόδραση, έστω κι εφιαλτική, του ονείρου, τέλος στην οδυνηρή προσγείωση στην πραγματικότητα και στην απόπειρα διαχείρισης κι ερμηνείας της.

Χάρη στην αφηγηματική του λιτότητα, στον αυθορμητισμό των διαλόγων και στις ποιητικές του εικόνες –ειδικά στο τέλος, εκεί που η αισιόδοξη ανάμνηση του προσώπου υποκαθιστά την οδύνη της απουσίας–, και με τη συνδρομή των μαγικών στιγμών που επιφυλάσσει η εικονογράφηση –το χιονισμένο παγωτατζίδικο ή η υδρόγειος με την ανεμόσκαλα–, το Δικό τους ταξίδι καταλήγει να είναι ένα βιβλίο υποβλητικά συγκινητικό και απέριττα όμορφο. Ένα βιβλίο που δύσκολα ξεχνάς.
 

 

Ο μικρός Σιντ ζει κοντά στο σπίτι του παππού του, όπου περνάει πολύ χρόνο. Ο παππούς, πολυταξιδεμένος και πολύπειρος, αποφασίζει μια μέρα να ξεναγήσει τον μικρό στο άβατο της σοφίτας του, που είναι γεμάτη αναμνήσεις. Από κείνη τη σοφίτα θα κινήσουν οι δυο τους για ένα μαγικό ταξίδι σ’ ένα μακρινό παραδεισένιο νησί, όπου θα ζήσουν ένα σωρό περιπέτειες και θα δουν θαυμαστά πράγματα. Σαν έρθει όμως η ώρα της επιστροφής, ο παππούς ανακοινώνει στον εγγονό πως σκοπεύει να μείνει για πάντα στο νησί. Η δύσκολη, μοναχική επιστροφή του παιδιού στον κόσμο χωρίς πια την παρουσία του παππού θα κρύβει το οδυνηρό βάρος της απώλειας, αλλά και μια σοφίτα που, όσο κι αν δεν μπορεί να οδηγήσει πλέον τον μικρό στο νησί του παππού, είναι πάντως γεμάτη από αναμνήσεις.

Το βιβλίο του Benji Davies μπορεί να πραγματεύεται την απώλεια αλλά είναι ένας ύμνος στη ζωή. Ένας παππούς κοτσονάτος και χαμογελαστός κι ένας γλυκός πιτσιρικάς ξεχύνονται στη θάλασσα διψασμένοι απ’ τη λαχτάρα της ανακάλυψης, με φόντο ένα νησί γεμάτο χρώματα, νερά, μαγευτικές γωνιές. Η εικόνα σε παρασύρει σε μια βουτιά σ’ αυτή την ομορφιά, την ώρα που οι λέξεις λένε τα απολύτως αναγκαία. Ακόμα και τη στιγμή του αποχωρισμού η οργιαστική φύση και τα πλάσματά της βρίσκονται στην πιο καλή τους ώρα. Σταδιακά βέβαια τα χρώματα λιγοστεύουν, αποτυπώνοντας εύγλωττα τη θλίψη και τη μοναξιά του παιδιού, το μη επιστρέψιμο αυτού που έζησε αλλά και την ήπια συμφιλίωσή του με τη νέα κατάσταση.

Ξεφεύγοντας από μονοσήμαντους συμβολισμούς, το Νησί του παππού δεν ενδιαφέρεται, νομίζω, να προσφέρει στους μικρούς αναγνώστες μια αυτοψία στον παράδεισο ως μεταθανάτιο προορισμό, αλλά να τους ταξιδέψει στο παραδείσιο τοπίο του κοινού βιώματος και της μνήμης. Εκεί που, και μετά θάνατον, διασώζονται όλα τα θαυμαστά και υπέροχα, η καθαρή, αποσταγμένη ομορφιά μιας ζωής που φεύγει πρόθυμη να χαρίσει σε κείνη που έρχεται ορμητική μια έστω κλεφτή ματιά στη δική της μοναδική περιπέτεια.  

Κυριακή 7 Απριλίου 2013

Lane Smith, Είναι βιβλίο

Μετάφραση: _*, Εκδόσεις Καλειδοσκόπιο, Αθήνα 2013 (από 5 ετών)




Χάρηκα όταν είδα μεταφρασμένο στα ελληνικά το Είναι βιβλίο του Lane Smith, όχι μόνο γιατί πρόκειται για ένα από αυτά τα εξαιρετικά βιβλία που ωστόσο αναρωτιέσαι αν θα βρεθεί κάποιος παράτολμος εκδότης να τα φέρει στην ελληνική αγορά, αλλά κι επειδή είναι ένα βιβλίο που πραγματεύεται τη φύση του ίδιου του βιβλίου.

Πρωταγωνιστές μια βιβλιόφιλη μαϊμού κι ένας γάιδαρος πωρωμένος με την τεχνολογία. Ο δεύτερος, με το λάπτοπ ανά χείρας, αδυνατεί να κατανοήσει τι σόι μαραφέτι είναι το βιβλίο στο οποίο είναι βυθισμένη η μαϊμού. Προσπαθεί μάλιστα να το προσεγγίσει μέσα από μια σειρά ερωτήσεις που έχουν να κάνουν με την ορολογία και τις εφαρμογές της πληροφορικής: σκρολάρω, μπλογκάρω, τουιτάρω και τα ρέστα. Η μαϊμού, πάλι, επιμένει να απαντάει μονότονα στις ερωτήσεις του πως όχι, αυτό που κρατάει είναι βιβλίο, δεν κάνει τίποτα απ’ όλα αυτά. Δεν μπαίνει ωστόσο στον κόπο να δώσει ορισμό. Το βιβλίο είναι βιβλίο, πάει και τελείωσε. Αυτό που βλέπεις, αυτό που κρατάς, φτιαγμένο από σελίδες, γεμάτο γράμματα και εικόνες. Τρανταχτή απόδειξη μια σελίδα από το Νησί των Θησαυρών, ένα κλασικό έργο που, χωρίς να προστρέξει ποτέ σε τεχνολογικά εφέ, ενθουσίασε και συγκίνησε γενιές ατέλειωτες αναγνωστών. Και λοιπόν; Αυτό είναι όλο; απορεί ο γαϊδαράκος. Κι αν ένα βιβλίο είναι πια τόσο σημαντικό, πώς και δε χρειάζεσαι κωδικούς ή ψευδώνυμα για να γίνεις κοινωνός της μαγείας του; Γεμάτος περιέργεια, πιάνει αυτό το αλλόκοτο αντικείμενο στα χέρια του. Και δεν το αφήνει ώσπου να το τελειώσει. Αν και, ακόμα και τότε, δεν είναι απόλυτα σίγουρο ότι έχει πλήρως αντιληφθεί περί τίνος ακριβώς πρόκειται…

Ένα ευφυές παιδικό βιβλίο, που μέσα από μια απλή αλλά εξαιρετικά εκφραστική και εύγλωττη εικονογράφηση κι έναν σχεδόν σχηματικό διάλογο ανάμεσα σε δυο ζωάκια με διαφορετικές καταβολές κι ενδιαφέροντα αντιπαραθέτει τον κόσμο του έντυπου βιβλίου με εκείνον των νέων τεχνολογιών. Από τη μια ο φορητός υπολογιστής, με τη σωρεία των δυνατοτήτων και των εφαρμογών, από την άλλη ένα απλό βιβλίο. Ο συγγραφέας, αποφεύγοντας συνειδητά να δώσει ορισμό του τι εστί βιβλίο, πρακτικά εξηγώντας τι ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ βιβλίο, πετυχαίνει να κινητοποιήσει τη σκέψη του αναγνώστη, να τον κάνει να αναλογιστεί από πού απορρέει η μαγεία της ανάγνωσης: το αίσθημα αναμονής που σε πλημμυρίζει καθώς τελειώνεις το διάβασμα μιας σελίδας για να πας στην επόμενη, τα αναπάντεχα παιχνίδια της αφήγησης, τις ανατροπές, τις εκπλήξεις, όλα αυτά που σε περιμένουν κρυμμένα μες στις τυπωμένες αράδες.

Σε ένα άλλο επίπεδο, εμφανής είναι ο προβληματισμός του συγγραφέα-εικονογράφου απέναντι στο φαινόμενο υπερβολικής εξοικείωσης με την τεχνολογία και της συνακόλουθης αποξένωσης από τα βιβλία. Ο γαϊδαράκος μας, για παράδειγμα, είναι κολλημένος στο φορητό υπολογιστή του, ξεμυαλισμένος με την απειρία των δυνατοτήτων που έχει μπροστά του, αλλά παντελώς αποκομμένος από τον κόσμο της ανάγνωσης. Ενδεχομένως σε κάποιο κοντινό μέλλον οι αφελείς και παντελώς εξωφρενικές ερωτήσεις του να ακούγονται εύλογες, καθώς για μια μερίδα του πληθυσμού η τάση αποξένωσης από το βιβλίο είναι ισχυρή.

Κατά τη γνώμη μου, η αντιπαράθεση των δυο κόσμων αποτελεί ψευδοπρόβλημα. Η εξέλιξη της πληροφορικής μάς έχει χαρίσει μια σειρά από εξαιρετικά ευεργετικές και χρήσιμες εφαρμογές που έχουν σημαντικά απλοποιήσει την εκδοτική διαδικασία, ενθαρρύνοντας ταυτόχρονα τη φιλαναγνωσία. Πρόβλημα συνιστά όχι η αξιοποίηση της τεχνολογίας προς όφελος της ανάγνωσης αλλά η μετάλλαξη του εργαλειακού της χαρακτήρα σε υποκατάστατο ψυχαγωγίας, παρέας, ακόμα και ζωής. Είναι βέβαια προφανές ότι το ηλεκτρονικό βιβλίο στερεί τους βιβλιόφιλους από ένα μέρος της χαράς που εισπράττουν αγγίζοντας και ξεφυλλίζοντας ένα τυπωμένο βιβλίο, ακόμα κι αφουγκραζόμενοι το θρόισμα των σελίδων του. Το ότι ο συγγραφέας παίρνει τόσο ισχυρή θέση υπέρ του έντυπου βιβλίου  συνιστά μια γραμμή άμυνας απέναντι σε μια σαρωτική, απειλητική γι’ αυτό νέα πραγματικότητα. Και πράγματι το Είναι βιβλίο, με την αφαιρετική, μινιμαλιστική λογική του, κατορθώνει τελικά να αναδείξει το αυτονόητο μιας μαγείας και την αυθεντικότητα μιας συγκίνησης που δε χρειάζονται τη συνδρομή τεχνολογικών μέσων για να λειτουργήσουν μέσα μας, αφού είναι απλά κατασκευασμένες από μια μηχανή που συνδυάζει μοναδικά λογική κι ευαισθησία, φαντασία και μεράκι: το ανθρώπινο μυαλό.    

[Και τώρα, αν μου επιτρέπετε, μια που μπλογκάρω κι εγώ εδώ και κάτι μήνες, θα ποστάρω αυτό το κείμενο, για να μπορέσετε κι εσείς να το διαβάσετε με την ησυχία σας σκρολάροντας. Ό,τι κι αν κάνουμε πάντως πληκτρολογώντας και κλικάροντας μανιασμένα, είναι σίγουρο πως θα ήταν άνευ λόγου αν δε μας είχε γεννήσει την ανάγκη αυτή ένα ακόμα υπέροχο ΒΙΒΛΙΟ.]

Για μια ματιά στα ενδότερα του βιβλίου, πατήστε εδώ.

* Η μη αναγραφή ονόματος μεταφραστή -και κατ' επέκταση επιμελητή- με προβλημάτισε αρκετά, γίνεται δε ακόμα πιο αισθητή τόσο λόγω της βαρύτητας του τίτλου όσο και επειδή πρόκεται για μια κατά τα λοιπά φροντισμένη έκδοση.