Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μετανάστες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μετανάστες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2015

Μιλάνε τα σκληρά καρύδια πλουτωνικά;

  • Ελένη Σβορώνου, Σκληρό καρύδι, εικονογράφηση: Ευαγγελία Γουτιάνου, Εκδόσεις Καλειδοσκόπιο, Αθήνα 2015 (από 8 ετών)

  • Κατερίνα Ζωντανού, Ομιλείτε πλουτωνικά; εικόνες Ναταλία Καπατσούλια, Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2015 (από 6 ετών) 

 

Δυο βιβλία για δυο διαφορετικά παιδιά: ένα κορίτσι απ' το Αφγανιστάν που αναζητά στην Ελλάδα μια νέα αρχή - κι ένα αγόρι απ' τη χώρα μας που εφευρίσκει μια νέα απίθανη γλώσσα, τα πλουτωνικά, χαρίζοντας γέλιο, χαρά κι ελπίδα στους γύρω του.

 


 
Ένα κορίτσι απ’ το Αφγανιστάν, που πια ζει στην Ελλάδα, η Αϊσέ, σ’ έναν πηγαίο, σπαρακτικό μονόλογο, μιλά για τα βάσανα της προσφυγιάς, για τις σκληρές αναμνήσεις της απ’ τον πόλεμο και τις ελπίδες της για μια νέα ζωή, για τις πρακτικές δυσκολίες στο σχολείο της αλλά και για την υπέροχη δασκάλα της, για την κάποτε ακατανόητη νέα της πραγματικότητα αλλά και την ανάγκη της να χτίσει μια νέα ζωή εντός της, για τα όνειρα που της κρατούν συντροφιά και τους εφιάλτες που τη βασανίζουν. Ένα μωσαϊκό από γεγονότα, ένα πηγαινέλα απ’ το σήμερα στο χτες και το ανάποδο, σκόρπια ονόματα, συνειρμοί που εισβάλλουν στη ροή του λόγου κάνοντάς τον να λοξοδρομήσει σε μικρά και μεγάλα περιστατικά – κι ένας αποδέκτης, ένα «εσείς» που κάθε τρεις και λίγο ξεπετάγεται στις κουβέντες της μικρής για να φέρει στην επιφάνεια δικαιολογίες, διευκρινίσεις, σκληρές μνήμες, ν’ αποκαλύψει πάνω απ’ όλα ένα παιδί που έχει μάθει να παλεύει για μια θέση στον ήλιο, ένα σκληρό καρύδι.
Ποιος είναι, αλήθεια, ο αποδέκτης αυτού του μονολόγου; Η συγγραφέας μάς τον ξεσκεπάζει σιγά σιγά, ως το σπαρακτικό φινάλε, που απειλεί να γκρεμίσει ολοκληρωτικά προσδοκίες, ελπίδες κι ό,τι ψιχία σιγουριάς προλαβαίνει να νιώσει ένα παιδί πρόσφυγας με νωπή τη φρίκη στο μυαλό στην καινούρια του «πατρίδα». Βλέπετε, τα λόγια της μικρής απευθύνονται στους εκπροσώπους της έννομης τάξης που πιάνουν αυτή και τους δικούς της χωρίς χαρτιά, απειλώντας τους μ’ έναν νέο κύκλο αβεβαιότητας, μια νέα προσφυγιά.
Η Ελένη Σβορώνου καταθέτει με την ιστορία της Αϊσέ ένα ενδιαφέρον πολιτικό σχόλιο, πετυχαίνοντας χωρίς ίχνος συναισθηματικού εκβιασμού να αποκαλύψει στα μάτια μας γυμνή τη σκληρή πραγματικότητα των παιδιών προσφύγων. Ένα συγκλονιστικό βιβλίο.
 


 
Ο Αναστάσης έχει βάλει από μικρός μεγάλους στόχους στη ζωή του. Θέλει να γίνει αστροναύτης. Έχει μάθει τα πάντα περί το διάστημα και τους πλανήτες και, για να ’χει και το κεφάλι του ήσυχο σε περίπτωση που πετύχει κάναν εξωγήινο, έχει εφεύρει μια φοβερή διαγαλαξιακή εσπεράντο, τα πλουτωνικά. Τα πλουτωνικά, η γλώσσα που, όσο ακαταλαβίστικη κι αν φαντάζει, είναι πανεύκολη αρκεί να κοιτάζεις τον συνομιλητή σου στα μάτια, δίνουν άλλο χρώμα στα διαστημικά παιχνίδια που σκαρώνει ο Αναστάσης με τους φίλους του, λύνουν παρεξηγήσεις, του επιτρέπουν να χαρτογραφήσει τον κόσμο του στα μάτια μας και τελικά τού χαρίζουν κι έναν νέο φίλο.
Σε μας, πάλι, το πανέξυπνο εύρημα της Κατερίνας Ζωντανού χαρίζει ένα φρέσκο και ταυτόχρονα τρυφερό βιβλίο για τη διαφορετικότητα, ιδωμένη από ένα πρωτότυπο πρίσμα. Τα υλικά της απλά: μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση που χειρίζεται αβίαστα την παιδική γλώσσα και αφουγκράζεται προσεκτικά την ικανότητα των παιδιών να εκφράζονται με αυθορμητισμό και αυθεντικότητα, πετυχημένο πάντρεμα χιούμορ και παιδικής φαντασίας – και, πάνω απ’ όλα, το αυτοσχέδιο παιχνίδι και η θαυμαστή του ικανότητα να κάνει τα δύσκολα εύκολα, να μοιράζει ρόλους, να κόβεται και να ράβεται στα μέτρα της στιγμής. Εικόνες και σκίτσα με μπόλικο κέφι κι άλλη τόση φαντασία από τη Ναταλία Καπατσούλια, που συνομιλεί εξαιρετικά με το κείμενο.
Κλείνοντας για σήμερα, σκέφτομαι πως ο Αναστάσης μπορεί να μη γίνει ποτέ αστροναύτης. Κι ίσως τα πλουτωνικά του να μην του χαρίσουν ποτέ κανέναν διαστημικό φίλο. Θα ’χουν όμως κατορθώσει να καταγράψουν και να ερμηνεύσουν την ανάγκη ενός άλλου παιδιού να παίξει και να γελάσει, ν’ αποκτήσει φίλους. Όχι μικρό κατόρθωμα για μια τόσο φρέσκια γλώσσα, που είθε μια μέρα να τη δούμε να γίνεται και επισήμως παγκόσμια.

 
 

Δευτέρα 20 Μαΐου 2013

Βαγγέλης Ηλιόπουλος, Κι οι ιστορίες μεταναστεύουν

Εικονογράφηση: Διατσέντα Παρίση, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2009 (από 6 ετών)





Η Φαουζέγια είναι ένα μικρό κορίτσι που αναγκάζεται να μεταναστεύσει μαζί με τους γονείς του από την Αλεξάνδρεια στην Αθήνα. Ερχόμενη στην Ελλάδα, χάνει όχι μονάχα τους φίλους της και τις συνήθειές της αλλά και το αγαπημένο της χελιδόνι που έχει χτίσει τη φωλιά του στην αυλή του σπιτιού της στην Αίγυπτο και με το οποίο μοιράζεται τις δικές της ιστορίες. Στην Ελλάδα όλα φαντάζουν δύσκολα για τη μικρή: οι συνθήκες διαβίωσης, οι συνήθειες, τα φαγητά, οι ανθρώπινες σχέσεις, η γλώσσα και κυρίως η γραφή. Ώσπου μια μέρα εμφανίζεται στη νέα της γειτονιά στην Αθήνα ο φίλος της το χελιδόνι. Η γλώσσα της λύνεται, οι ιστορίες της αποκτούν ζωή στο χαρτί, οι Έλληνες συμμαθητές της γίνονται κι αυτοί φίλοι με τον φτερωτό μετανάστη. Το ταξίδι του χελιδονιού πάνω απ’ τη Μεσόγειο επιτρέπει και στις ιστορίες να ταξιδέψουν απ’ τη μια άκρη της μεγάλης θάλασσας στην άλλη, φέρνοντας ανθρώπους διαφορετικής καταγωγής πιο κοντά.

Μια ανθρώπινη ιστορία, ειπωμένη με πηγαία διάθεση, χωρίς αφοριστικό πνεύμα και διδακτισμούς, από το Βαγγέλη Ηλιόπουλο. Όλα είναι εδώ: ο ξεριζωμός, η ανέχεια, οι άσχημες συνθήκες διαβίωσης των μεταναστών, η νοσταλγία, η μοναξιά, η δυσκολία του παιδιού να προσαρμοστεί στο νέο περιβάλλον, αλλά και το πείσμα για επιβίωση, οι ενθαρρυντικές, φιλικές συμπεριφορές του περιβάλλοντος -αντίβαρο στις όποιες αρνητικές στάσεις-, οι ιδιαίτεροι κώδικες επικοινωνίας των παιδιών, η λαχτάρα της μικρής να μοιραστεί καταβολές, μνήμες, συναισθήματα με τους νέους, αλλιώτικους και κάποτε καχύποπτους κι επιθετικούς φίλους. Το χελιδόνι είναι ο συνδετικός κρίκος της Φαουζέγια με την πατρίδα της, με τις αναμνήσεις της, με τον κόσμο που άφησε πίσω της. Ταυτόχρονα, όντας αποδημητικό πτηνό, έχοντας δυο τόπους κατοικίας, δυο πατρίδες, γίνεται και ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στη Φαουζέγια και στους συμμαθητές της, γκρεμίζοντας γλωσσικούς φραγμούς και πολιτιστικές διαφορές. Έχει μάθει άλλωστε να ζει και εδώ και εκεί, να δένεται με τους ανθρώπους, όπου κι αν ζουν αυτοί. Το ταξίδι του πάνω από τη Μεσόγειο δημιουργεί έτσι ένα νοερό δίκτυο όπου ιστορίες, αισθήματα και σκέψεις πάνε κι έρχονται, συναντιούνται, διασταυρώνονται, φέρνοντας τους ανθρώπους πιο κοντά.

Η εικονογράφηση της Διατσέντας Παρίση αποτυπώνει αρκετά πειστικά και ατμοσφαιρικά σκηνές από την πατρίδα της Φαουζέγια, όπως και τα αισθήματα νοσταλγίας που κυριεύουν τη μικρή και το πολιτισμικό σοκ του ερχομού της στην Ελλάδα. Και προς το τέλος της ιστορίας, εκεί που η ποιητική διάθεση του συγγραφέα δίνει τη σκυτάλη εξολοκλήρου στην εικόνα, η φαντασία της εικονογράφου γεμίζει τον ουρανό της Μεσογείου με ένα ιπτάμενο δίκτυο από γράμματα, ιστορίες και παιδιά που ταξιδεύουν απ’ τη μια άκρη της μεγάλης θάλασσας στην άλλη ευτυχισμένα κι ελεύθερα. Ακριβώς σαν το χελιδόνι-μετανάστη της μικρής Φαουζέγια!


Οι δικοί μας φτερωτοί μετανάστες, τα χελιδόνια που έφτιαξαν πριν από λίγα χρόνια
 τη φωλιά τους στο γκαράζ του σπιτιού μας αλλά μας ξέχασαν την τελευταία τριετία.

 

Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2012

Μάνος Κοντολέων, Κόκκινο καραβάκι, κόκκινο ποδήλατο

Εικονογράφηση: Μυρτώ Δεληβοριά, Εκδόσεις Ψυχογιός, Αθήνα 2012 (από 7 ετών)

 
 
Όταν ξεκίνησα να διαβάζω παιδικά βιβλία πριν απο τρία χρόνια, δεν αισθάνθηκα ούτε στιγμή ότι αποσυρόμουν σ' ένα απάνεμο λιμάνι αναγνωστικής αγρανάπαυσης, αλλά ότι έβαζα πλώρη για νέες περιπέτειες, ίσως όχι σε τρικυμισμένα νερά δύσβατων αφηγηματικών αναζητήσεων, πάντως σίγουρα σε ανεξερεύνητα μυθικά θαλασσινά βασίλεια. Ενδεχομένως η μοναδική μου επιθυμία στο ξεκίνημα αυτού του ταξιδιού να ήταν η αναβίωση του παιδικού μου ονείρου να ανακαλύψω τη χαμένη Ατλαντίδα. Ενός ονείρου που πάντως δε θα ξαναρχόταν στην επιφάνεια αν δεν του το επέβαλλαν, σχεδόν διά της βίας, τα ίδια τα βιβλία. Αυτά που αποτελούν το αδιάσειστο πειστήριο των ανεξάντλητων δημιουργικών αποθεμάτων της παιδικής λογοτεχνίας. Αυτά που δε σου επιτρέπουν να τα περιχαρακώσεις ηλικιακά, να τα ερμηνεύσεις σχηματικά, να τα αντιμετωπίσεις ως απλοϊκά, μονοσήμαντα λογοτεχνικά προϊόντα.
 
Το πιο πρόσφατο βιβλίο που μας έδωσε ο Μάνος Κοντολέων αποτελεί μια τέτοια περίπτωση. Μπορεί το καραβάκι του τίτλου να μη μας πηγαίνει σε μυθικά, παραμυθένια βασίλεια, μας ταξιδεύει όμως στον εύθραυστο συναισθηματικό κόσμο ενός μικρού παιδιού. Του μικρού Μάνου, ο οποίος, παραμονές Χριστουγέννων, αισθάνεται παραμελημένος και μόνος - πιθανότατα επειδή η μαμά περιμένει αδερφάκι κι ο ίδιος φοβάται ότι το νέο μέλος της οικογένειας θα του κλέψει την αγάπη και το ενδιαφέρον των δικών του. Αναζητώντας ένα στολίδι για το δέντρο της τάξης του, πέφτει πάνω σ' ένα χάρτινο καραβάκι με κόκκινα πανιά, που στο παιδικό μυαλό του γίνεται σύμβολο της δικής του μοναξιάς και θλίψης. Και, σε μια κρίση θυμού, δηλώνει ότι δε θέλει το καραβάκι του να δοθεί μαζί με τ' άλλα στολίδια του δέντρου της τάξης σε φτωχές οικογένειες. Θέλει να το κρατήσει για πάντα δικό του, ωστόσο κανείς δε φαίνεται να τον καταλαβαίνει. Έσχατο καταφύγιο του μικρού Μάνου ο μεγάλος Μάνος, ο παραμυθάς παππούς, που εμφανίζεται την ημέρα των Χριστουγέννων παρέα με την καινούρια του ιστορία, αληθινή, όπως λέει ο ίδιος, κι ωστόσο ημιτελή. Θα είναι ο μικρός Μάνος αυτός ο οποίος θα κληθεί να τη διαβάσει πρώτος και θα αναλάβει να της δώσει τον τίτλο και το φινάλε που ο ίδιος θα αποφασίσει, όταν παρέα με τον παππού θα επισκεφτεί έναν καταυλισμό προσφύγων, όπου το χαμένο κόκκινο καραβάκι του θα τον οδηγήσει, σαν άλλος μίτος της Αριάδνης, σ' ένα μονοπάτι ανθρωπιάς, δοσίματος και αναπάντεχης χαράς.

Σε μια σχηματική, περιχαρακωμένη αφήγηση, εγκλωβισμένη στις αναιμικές γραμμές μιας ιστορίας προορισμένης να λειτουργήσει ως παράδειγμα προς διδαχή, ο μικρός Μάνος θα ήταν ένα κακότροπο, κακομαθημένο παιδί που, αδιαφορώντας για τη φτώχεια και την ανέχεια που το περιβάλλει, δε θα ήξερε τι θέλει και θα βασάνιζε τους δικούς του με παράλογες, εξωφρενικές απαιτήσεις. Το Κόκκινο καραβάκι, κόκκινο ποδήλατο αρνείται τέτοιους απλουστευτικούς αφορισμούς, συνθέτοντας με λεπτές κλωστές ένα πολύχρωμο υφαντό συναισθημάτων που από σελίδα σε σελίδα αποκαλύπτει διαφορετικές ψυχικές διακυμάνσεις και αποχρώσεις. Ο Μάνος μπορεί να το έχει κάπως παρακάνει, να αρνείται πεισματικά να συνεργαστεί με το περιβάλλον του, δεν παύει ωστόσο να είναι ένα ευαίσθητο παιδάκι, φορτωμένο με όλες τις ανασφάλειες, τα άγχη και τους προβληματισμους της ηλικίας του. Τη φτώχεια και την ανέχεια τις έχει ακουστά, δεν έχει όμως πλήρη συναίσθηση του ότι αυτός ο άλλος, ο πρακτικά αφανής κόσμος ανασαίνει αθόρυβα κάπου παραδίπλα του. Είναι το προστατευμένο παιδί που, έχοντας μόνο "εγκυκλοπαιδική" γνώση της δύσκολης πλευράς της ζωής, φοβάται μη χάσει όσα δικαιωματικά κι αυτονόητα του ανήκουν: την αγάπη, τη φροντίδα, το ενδιαφέρον, την ασφάλεια. Ενδεχομένως οι φόβοι του να αποδεικνύονται υπερβολικοί και σίγουρα βρίσκεται σε ασφαλέστερη και πλεονεκτικότερη θέση έναντι άλλων, λιγότερο ευνοημένων από τη μοίρα παιδιών. Μπορεί όμως να του απαγορεύσει κανείς να αισθάνεται πόνο, λύπη, αγωνία, θυμό, τη στιγμή μάλιστα που τα πράγματα δεν είναι εντελώς ξεκάθαρα στο κεφάλι του; Πόσο θεμιτό είναι να βάζεις κοινωνικά και εισοδηματικά κριτήρια στα παιδικά συναισθήματα;

Από τη δύσκολη θέση τον Μάνο θα τον βγάλει ο παραμυθάς παππούς του, η καταλυτική παρουσία του οποίου στην ιστορία υπαγορεύεται από δύο βασικές ιδιότητές του: Από τη μια είναι ο φυσικός του ρόλος, αυτός του παππού, που του προσδίδει μια σχέση συνωμοτικής οικειότητας με τον εγγονό. Ο μεγάλος Μάνος είναι εκείνος που καταλαβαίνει καλύτερα απ' όλους τον μικρό, που τον υποστηρίζει χωρίς επικρίσεις ή επιπλήξεις. Άλλωστε εγγονός και παππούς μοιάζουν, μοιράζονται τον ίδιο χαρακτήρα, τις ίδιες προτιμήσεις. Ο μεγάλος Μάνος είναι η αναφορά, το έρεισμα του μικρού Μάνου στο παρελθόν, ο μικρός, πάλι, είναι για τον μεγάλο Μάνο η προβολή του δικού του εαυτού στο μέλλον.

Βέβαια, ο συγκεκριμένος παππούς έχει κι ένα δεύτερο ρόλο, αυτόν του παραμυθά, του αφηγητή ιστοριών. "Ψεύτη παππού" τον λέει κάθε λίγο και λιγάκι ο εγγονός του, ο οποίος δεν είναι αφελής: Ο παππούς μπορεί να τον παρηγορεί με τις ιστορίες του, ωστόσο η επίγνωση ότι πολλά απ' αυτά που του ιστορεί είναι επινοήσεις της φαντασίας του επαναφέρει συχνά την τρυφερή μομφή στα χείλη του μικρού. Κι όμως, θα είναι ακριβώς η ιδιότητα αυτή του παππού ως δημιουργού ιστοριών που θα αποτελέσει την αφετηρία για την ίαση του μικρού Μάνου από τις ανασφάλειες και τους φόβους. Ή μάλλον για την αυτο-ίαση, αφού ο μικρός θα πάρει τη σκυτάλη της αφήγησης, συμπληρώνοντας ο ίδιος το τέλος της μισοφτιαγμένης ιστορίας που του δίνει ο παππούς να διαβάσει. Με τον τρόπο αυτό, με την εισαγωγή δηλαδή μιας δεύτερης αφήγησης μέσα στην αρχική -και μάλιστα μιας δεύτερης αφήγησης η οποία μας πηγαίνει στο δικό του μακρινό, έστω και πλασματικό, παρελθόν-, ο παραμυθάς παππούς καθορίζει αποφασιστικά την εξέλιξη της πλοκής. Όχι επιβάλλοντας τη λύση, αλλά στήνοντας τον καμβά κι αφήνοντας τον μικρό πρωταγωνιστή του να φιλοτεχνήσει με τα δικά του χρώματα το τέλος.

Ένα τέλος που δεν κινείται σε λογικές ελεημοσύνης: Όσο ανάγλυφα κι αν παρουσιάζεται στο κείμενο η φτώχεια στον καταυλισμό των προσφύγων, οι άνθρωποι που συναντάει ο μικρός Μάνος, με τα σημάδια της βίας και της ανάγκης αποτυπωμένα στα πρόσωπά τους, δεν είναι στερημένοι από αξιοπρέπεια, γενναιοδωρία και αγάπη. Μπορεί ο πιτσιρικάς μας φτάνοντας στον καταυλισμό να μην τυχαίνει της διθυραμβικής υποδοχής που θα περίμενε βασισμένος στα λόγια του παππού, πάντως, πριν ακόμα αποφασίσει να δώσει, παίρνει ο ίδιος ένα καλό μάθημα αδερφικής αγάπης, που θα σηματοδοτήσει και τη δική του συναισθηματική μεταστροφή.

Το κείμενο, λιτό, χαμηλότονο, χωρίς συναισθηματικές εξάρσεις και διάθεση για στράτευση, χτίζει μέσα από τη διαδοχή σκηνών και γεγονότων, υπομονετικά και πειστικά, την κλιμάκωση των συναισθημάτων του μικρού πρωταγωνιστή, και με τους ίδιους ρυθμούς αποτυπώνει τη σταδιακή αποφόρτισή του. Το χιούμορ δε λείπει, δοσμένο μέσα από μια παιδική οπτική -π.χ. στο σημείο που εύχονται στην έγκυο μαμά "Καλή λευτεριά" ο μικρός Μάνος, όπως κάθε φυσιολογικό παιδάκι, αναρωτιέται πότε σκλαβώθηκε η μανούλα-, σ' ένα κείμενο που θα μπορούσε -ή, καλύτερα, θα επιβαλλόταν- να διαβαστεί και από ενήλικες. Όχι μόνο γιατί, όπως και άλλα βιβλία του συγγραφέα, διαρρηγνύει τα στεγανά ηλικιακών οριοθετήσεων, αλλά και επειδή πολλοί από μας θα αναγνωρίσουμε στο μικρό Μάνο τα δικά μας παιδιά, συνειδητοποιώντας τα λάθη μας, τις αβλεψίες μας ή τις εσφαλμένες εκτιμήσεις μας, που συχνά μάς οδηγούν στην υπερπροστασία, στην αποκοπή από την πραγματικότητα, στην υιοθέτηση λογικών θερμοκηπίου.

Όσο για τις ζωγραφιές της Μυρτώς Δεληβοριά, αποδεικνύουν διά της παρουσίας τους ότι η εικονογράφηση ενός παιδικού βιβλίου δεν είναι μια συμπληρωματική, διακοσμητική εργασία, αλλά ένα εικαστικό γεγονός. Εικόνες λιτές, που με τις απλές γραμμές τους και ντυμένες στο κόκκινο, στο θαμπό χρυσό και στ' άλλα χρώματα των Χριστουγέννων, χαρίζουν στον αναγνώστη κάτι από την άδολη, παιδική ματιά του μικρού Μάνου. Με το χάρτινο καραβάκι να επανέρχεται διαρκώς και σε διάφορες παραλλαγές, ως υπόμνηση της μοναξιάς και της θλίψης του μικρού αλλά και ως θεμελιακό στοιχείο της πλοκής.

Πάει μία εβδομάδα από τη μέρα που διάβασα για πρώτη φορά το Κόκκινο καραβάκι, κόκκινο ποδήλατο, κι όταν αναζητάω το αποτύπωμά του μέσα μου, η εικόνα που σχεδόν αυτόματα αναδύεται στο μυαλό μου είναι αυτή του μικρού προσφυγόπουλου στον καταυλισμό που κρατάει στην αγκαλιά του το αδερφάκι του. Μια εικόνα που λειτουργεί ως συνδετική γραμμή με τις αφηγήσεις των γιαγιάδων μου και του πατέρα μου για το πώς τα μεγαλύτερα παιδιά των πολυμελών, φτωχών οικογενειών της Κατοχής, του Εμφυλίου και του μεταπολέμου μεγάλωναν τα μικρότερα αδέρφια τους. Και καθώς η εικόνα αυτή επανέρχεται στο μυαλό μου, δεν μπορώ να μην αναρωτηθώ πώς ένα σημαντικό κομμάτι αυτού του λαού με την τόσο πρόσφατη κι οδυνηρή θητεία στον πόλεμο, στην προσφυγιά και στη μετανάστευση μπόρεσε μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα να απολέσει την ικανότητα να αναγνωρίζει στα πρόσωπα των άλλων τα ίδια εκείνα σημάδια και τις ουλές που άφησε η ιστορία στις μορφές και των δικών του γονιών και παππούδων. Κι αν κάτι προσδοκώ από αυτό το βιβλίο, είναι το ίχνος στο χιόνι από το χάρτινο καραβάκι του μικρού και του μεγάλου Μάνου να οδηγήσει εμάς, τους αναγνώστες του, στη συμφιλίωση με το βολικά ξεχασμένο χτες μας, στη συνειδητοποίηση του σήμερα που επιμένουμε να αγνοούμε και στο αύριο που θα θέλαμε να καθρεφτίζεται στα μάτια των παιδιών μας.