Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ζώα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ζώα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 7 Αυγούστου 2015

Ελένη Σβορώνου, Ζητείται δικηγόρος με μουστάκια και ουρά!

Εικονογράφηση: Mark Weinstein, Παιδική Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2015

 
 
Ένας ημίαιμος σκύλος ονόματι Μπαρμπαρόσα, πρώην πεταμένος σε ένα βαρέλι με ασβέστη και νυν κατοικίδιο, βρίσκεται στα καλά του καθουμένου ξανά παρατημένος από τα αφεντικά του στους πέντε δρόμους. Πασχίζοντας να ξεπεράσει το σοκ της εγκατάλειψης κι αγωνιζόμενος να επιβιώσει στη νέα, αφιλόξενη πραγματικότητα με την οποία βρίσκεται αντιμέτωπος, σεργιανώντας στους δρόμους μιας πόλης γεμάτης ψαράδικα, pet shops, καταστήματα ενδυμάτων, πτηνοτροφεία, ζωολογικούς κήπους και δελφινάρια, θα γνωριστεί με μια σειρά από ζώα –ένα μπαρμπούνι, μια λεοπάρδαλη, ένα καναρίνι, έναν παπαγάλο, μια σιαμέζα γάτα, έναν πελαργό, ένα δελφίνι, έναν κόκορα, έναν γάιδαρο, ένα κουνέλι, ένα λιοντάρι–, που θα συμβάλουν στην αφύπνισή του βοηθώντας τον να ανακαλύψει μέσα από την περιγραφή των προσωπικών τους δεινών τις μορφές εκμετάλλευσης, κακοποίησης και παραβίασης των δικαιωμάτων των ζώων και θα ενωθούν μαζί του σε μια σουρεαλιστική πυραμίδα με στόχο τη δικαίωσή τους.

Μια ιστορία για τα δικαιώματα των ζώων, στην οποία κεντρικός χαρακτήρας και αφηγητής δεν είναι το πιο βασανισμένο ή, έστω, το πιο συνειδητοποιημένο από αυτά, αλλά, αντιθέτως, το πιο ανυποψίαστο και «προστατευμένο»: ένα κατοικίδιο, και μάλιστα ζώο συντροφιάς, ο σκύλος, ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου, που αγωνίζεται να παλαντζάρει ανάμεσα στα αισθήματα αγάπης και αφοσίωσης προς τα αφεντικά του και στο αδιανόητο της νέας του ζωής. Οι χιουμοριστικές καταστάσεις, απόρροια της άγνοιας και αφέλειας του Μπαρμπαρόσα, συνεπικουρούμενες από τη διάρρηξη κάθε λογικής όπως αυτή αποτυπώνεται από τη συστράτευση αποδημητικών και κατοικίδιων, ζωντανών και αναπάντεχα ζωντανεμένων ζώων, πλασμάτων της θάλασσας και θηρίων της ζούγκλας κ.ο.κ., λειτουργούν αποφορτιστικά για το παιδί αναγνώστη, που, παρότι βλέπει να περνούν μπροστά από τα μάτια τους τόσες μορφές απάνθρωπης συμπεριφοράς διεκτραγωδημένες από τα ίδια εκείνα πλάσματα που τις υφίστανται, αισθάνεται την ανάγκη να παρέμβει, να αποτελέσει και το ίδιο τμήμα αυτής της αλυσίδας ζώων διεκδικώντας μαζί τους το δίκιο τους.

Κι ίσως αυτός να είναι ένας από τους δυο λόγους που η συγγραφέας επιλέγει να οδηγήσει την απίθανη ζωική της πυραμίδα σε ένα σχολείο, εκεί που οι αδικημένοι ήρωές της θα βρουν την άνευ όρων συμπαράσταση των μικρών μαθητών. Ο δεύτερος λόγος έχει να κάνει με τη σαφή της πρόθεση να δηλώσει ότι το έλλειμμα σεβασμού προς τη φύση οφείλεται σε ένα δραματικό έλλειμμα παιδείας, γι’ αυτό και μόνο μέσα απ’ την παιδεία μπορεί να ξεπεραστεί. Άλλωστε, αν η έξω από κάθε λογική και πραγματικότητα, θεότρελη περιπέτεια του Μπαρμπαρόσα αποδεικνύεται ικανή στο φινάλε της ιστορίας να βάλει ψύλλους στ’ αυτιά του αθώου, απονήρευτου σκυλάκου αναφορικά με την προσωπική του κατάσταση, φανταστείτε πόσο αποτελεσματική μπορεί να αποδειχτεί η σωστή και έγκαιρη ενημέρωση νοημόνων όντων όπως εμείς οι άνθρωποι. Το ιδιαίτερα κατατοπιστικό παράρτημα «Κι αν δεν ήταν… όνειρο;» μπορεί να αποτελέσει μια πολύ καλή αρχή προς αυτή την κατεύθυνση για μικρούς αλλά και για μεγάλους!

Δευτέρα 8 Σεπτεμβρίου 2014

Αργυρώ Μουντάκη, Το Υπναρούδι και η Ελεάννα σε φανταστικές περιπέτειες

Εικονογράφηση: Βαγγέλης Ελευθερίου, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2013 (από 6 ετών)

 
 
Αν ο παλιός καλός μας γνώριμος Quentin Gréban επιλέγει ένα κάπως ανοικονόμητο μαμούθ για ζωάκι της μικρής του ηρωίδας (εδώ), η Αργυρώ Μουντάκη στο βιβλίο της Το Υπναρούδι και η Ελεάννα σε φανταστικές περιπέτειες κινείται στο άλλο άκρο, δίνοντας στους μικρούς αναγνώστες της μια εντελώς μινιμαλιστική εκδοχή του όρου «κατοικίδιο». Η δική της ηρωίδα, βλέπετε, η μικρή Ελεάννα, διαθέτει ζωάκι τσέπης – ένα μυρμηγκάκι ονόματι Υπναρούδι, το οποίο διαμένει σε σπιρτόκουτο και η ιδιοκτήτριά του έχει την ευχέρεια να το κουβαλάει όπου της κάνει κέφι. Αποτέλεσμα μια σειρά από περιπέτειες, που περιγράφονται στις τρεις ιστορίες οι οποίες απαρτίζουν το βιβλίο, και καταγράφουν την καθημερινότητα και τα –κάποτε δραματικά– απρόοπτα της ζωής των δυο φίλων και των αγαπημένων τους.

Ενδιαφέρουσα απόπειρα αφηγηματικής συνύπαρξης δυο διαφορετικών κόσμων –του μεγάκοσμου των ανθρώπων και του μικρόκοσμου των μυρμηγκιών– όπως αυτή μπορεί να επιτευχθεί με όχημα την παιδική φαντασία. Αφήγηση αβίαστη, που ζουμάρει σε καθημερινές στιγμές, κάποτε αδιόρατες όσο ένα τοσοδά μυρμηγκάκι, μεγεθυσμένες ωστόσο μέσα από τον φακό των παιδικών ματιών, αλλά και ικανές να χωρέσουν τη ζεστασιά, την ανεμελιά αλλά και τα βάσανα της παιδικής φιλίας, οικολογικές ευαισθησίες, οικογενειακές δυσκολίες, σχολικές χαρές και μικροπροβλήματα. Με το μικρούλι Υπναρούδι πανταχού παρόν, να υπογραμμίζει με την παρουσία του την τεράστια αξία που έχουν τα μικρά και φαινομενικά ασήμαντα για την παιδική ψυχοσύνθεση.  

Ένα χαριτωμένο βιβλίο, που πάντως ενδέχεται να σας δημιουργήσει κάποια προβληματάκια, αφού, μετά το πέρας της ανάγνωσής του, δε θα υπάρξει μυρμηγκοφωλιά πάνω απ’ την οποία να μη σας σύρει το βλαστάρι σας σε αναζήτηση νέου κατοικίδιου. Μικρό το κακό βεβαίως, αφού ένα τοσοδά μυρμηγκάκι μες στο σπιτικό σας φαντάζει –εκ πρώτης τουλάχιστον όψεως– πολύ προτιμότερο από ένα πελώριο μαμούθ. Ή μήπως όχι;

Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2013

Έγκλημα και τιμωρία ή τα χαμένα καπέλα του Jon Klassen (από 4 ετών)

Jon Klassen, Θέλω πίσω το καπέλο μου, μετάφραση Μαρία Τοπάλη, Εκδόσεις Κόκκινο, Καλαμάτα 2012

 
 

 
 

Ένας ελαφρώς νυσταλέος αρκούδος ψάχνει το χαμένο καπέλο του. Στο μόνιμο, επαναλαμβανόμενο ερώτημά του «Μήπως είδες το καπέλο μου;» απαντούν μια σειρά από ζώα. Τα περισσότερα λένε ότι δεν το έχουν δει, κάποια άλλα ισχυρίζονται ότι δεν ξέρουν καν τι είναι καπέλο ή ότι έχουν δει κάπου, κάποτε ένα άλλο καπέλο. Ένα απ’ αυτά ψεύδεται, και μάλιστα απροκάλυπτα. Ο αρκούδος θα χρειαστεί κάποιο χρόνο και λίγη βοήθεια για να το αντιληφθεί. Κι όταν το καταλάβει, θα φροντίσει να βάλει τα πράγματα στη θέση τους.
Αυτό είναι το Θέλω πίσω το καπέλο μου του Jon Klassen. Μια κατά βάθος νουάρ ιστορία βασισμένη σ’ ένα διάλογο όπου όσα λέγονται δεν ισχύουν κατ’ ανάγκη, και σε μια μινιμαλιστική εικονογράφηση που δεν αποκαλύπτει φόρα παρτίδα εκφράσεις και συναισθήματα –αρκεί να προσέξουμε ότι οι ήρωες της ιστορίας έχουν μιλιά αλλά δεν έχουν στόμα κι οι όποιες μεταπτώσεις τους δηλώνονται μόνο από κάτι αδιόρατες κινήσεις των ματιών–, ωστόσο, άλλοτε διακριτικά κι άλλοτε πιο έκδηλα, φέρνει στο φως όσα ο διάλογος κρύβει ή διαστρέφει.
Στην περίπτωσή μας πάντως, ο… κυρίως ρουφιάνος της υπόθεσης είναι το χρώμα, τόσο στην εικονογράφηση όσο και στο κείμενο. Έτσι, ενώ και στις εικόνες και στις γραμματοσειρές κυριαρχούν οι μουντές αποχρώσεις πάνω σε ένα ανοιχτόχρωμο φόντο, η χρήση του κόκκινου σε συγκεκριμένα σημεία γίνεται αποκαλυπτική συναισθημάτων, διαθέσεων αλλά και γεγονότων: Για παράδειγμα, η εμφάνιση του κόκκινου καπέλου στην εικόνα  που ο αρκούδος συναντά το δράστη ξεσκεπάζει το ψέμα του δεύτερου, ενώ η επαναλαμβανόμενη παρουσία του στις τελευταίες σελίδες το παγιώνει στη συνείδησή μας ως σύμβολο του –όποιου– εγκλήματος και του –όποιου– ψεύδους επιστρατεύεται για να το καλύψει. Το θρασύ εμπαιγμό και την απροκάλυπτη ενοχή υπογραμμίζει και η χρήση κόκκινης γραμματοσειράς για να αποτυπωθούν οι ψευδείς ισχυρισμοί του δράστη, ενώ ένα εξολοκλήρου κόκκινο φόντο σε μια συγκεκριμένη σελίδα γίνεται δηλωτικό της συνειδητοποίησης της αλήθειας από τον εξαπατημένο ιδιοκτήτη και της άγριας οργής που αυτή συνεπάγεται.
Στο φινάλε, το έγκλημα δεν επιφέρει απλώς τη δίκαιη τιμωρία αλλά κάτι πολύ χειρότερο από αυτή. Θα το υπονοήσει ευφυώς η εικόνα, την ώρα που το κείμενο, με ειρωνική διάθεση, θα μας θυμίσει ότι όλοι οι δράστες όλων των εγκλημάτων σ’ αυτό τον κόσμο επιμένουν να χρησιμοποιούν τις ίδιες πάντα δικαιολογίες. Όπως κι ότι, με τον ίδιο τρόπο που οι λέξεις δε λένε πάντα την αλήθεια, έτσι κι ο φαινομενικά άκακος κι αφελής κρύβει συχνά μέσα του έναν εν δυνάμει εγκληματία…

 

Jon Klassen, Αυτό δεν είναι το καπέλο μου, μετάφραση Γιώργος Κουραβέλος, Εκδόσεις Κόκκινο, Καλαμάτα 2013 

 
 
Ομολογώ ότι δεν έχω δει πιο ανατρεπτική συνέχεια βιβλίου από αυτή που μας έδωσε πρόσφατα ο Jon Klassen με το Αυτό δεν είναι το καπέλο μου. Ένα βιβλίο που κυριολεκτικά φέρνει τα πάνω κάτω. Αρχής γενομένης από τη φράση του τίτλου, η οποία δεν είναι η απλή διαπίστωση κάποιου που αίφνης ανακάλυψε ότι φοράει λάθος καπέλο – είναι ομολογία, και μάλιστα ενοχής! Γιατί η οπτική εδώ είναι ανεστραμμένη σε σχέση με το προηγούμενο βιβλίο: τα γεγονότα είναι δοσμένα από την πλευρά του δράστη. Αλλά κι ο κόσμος στον οποίο διαπράττεται το νέο έγκλημα δε βρίσκεται πάνω στη γη αλλά κάτω απ’ το νερό. Ακόμα και το σχήμα του βιβλίου είναι αναποδογυρισμένο, αφού, αντί για κάθετο, είναι οριζόντιο, για να φιλοξενήσει ζώα που δε διαθέτουν ύψος αλλά μήκος. (Καθότι, ναι, όπως θα αντιληφθήκατε, και οι ήρωες αυτού του βιβλίου καμία σχέση δεν έχουν με εκείνους του προηγούμενου…) Ανατροπή και στο χρώμα, καθώς εδώ κυριαρχεί το μαύρο φόντο για να αποδώσει το τοπίο του βυθού. Πάνω σ’ αυτό το μαύρο ο Jon Klassen τοποθετεί ψάρια και φυτά σε μεταλλικές αποχρώσεις, δίνοντας στο βιβλίο μια λάμψη που δε διαθέτει το Θέλω πίσω το καπέλο μου. Το αντικείμενο του εγκλήματος βέβαια είναι πάντα ένα καπέλο – αλλά καμία σχέση με το κόκκινο μυτερό καπέλο του αρκούδου. Αυτή τη φορά είναι γαλαζωπό και στρογγυλό. (Μήπως έχει κάποια συγγένεια μ’ εκείνο το μπλε στρογγυλό καπέλο που ισχυρίζεται ότι είχε δει το φίδι στο Θέλω πίσω το καπέλο μου; Δεν αποκλείεται…) Φάτσες γι’ άλλη μια φορά χωρίς στόματα, αν και εδώ τα βλέμματα είναι πολύ πιο εκφραστικά. Όσο για το διάλογο… ε, λοιπόν, διάλογος δεν υπάρχει. Έχει αντικατασταθεί από το μονόλογο του δράστη.
Ο οποίος είναι ένα μικρούλι ψαράκι που αρπάζει το καπέλο ενός μεγάλου ψαριού – να μια άλλη ομοιότητα: μικροσκοπικός ο δράστης, τεράστιο το θύμα. Το ψαράκι μας μάλιστα αιτιολογεί την πράξη του λέγοντας πως το απόκτημά του παραήταν μικρό για το νόμιμο ιδιοκτήτη του. Και καθησυχάζει αφελώς τον εαυτό του πιστεύοντας ότι το θύμα του κοιμόταν τον ύπνο του δικαίου όταν το ίδιο διέπραττε το έγκλημα κι ότι ακόμα κι ο μοναδικός αυτόπτης μάρτυρας δεν πρόκειται να το καταδώσει. Την ώρα που στο κείμενο διαβάζουμε αυτές τις αισιόδοξες σκέψεις, η εικόνα τις υπονομεύει ανελέητα, κάνοντάς μας να γελάμε και μαζί να κλαίμε με την αφέλεια του μικρού ψαριού: Ενώ αυτό ταξιδεύει αμέριμνο για τη θαλάσσια κρυψώνα του, το μεγάλο ψάρι θα ξυπνήσει, ο αυτόπτης μάρτυρας θα μιλήσει… Και μετά;
Πάντα το μετά έχει να κάνει με τον τρόπο που ξέρει να επιβάλλει το δίκαιό του το θύμα της κλοπής. Το δίκαιο του ισχυρού και σε τούτο το βιβλίο, που σε αφήνει πάντα με ανάμεικτα συναισθήματα. Θέμα τρόπου επιβολής; Ή μήπως το γεγονός ότι στερεοτυπικά είμαστε πάντα πιο επιεικείς με τον μικρό και χαριτωμένο, έστω και κλεφτάκο; Τόσο το έγκλημα όσο κι η τιμωρία πάντως δε διαπράττονται σε κοινή θέα. Και στις δυο περιπτώσεις, το πρώτο δηλώνεται, η δεύτερη υπονοείται. Την ίδια ώρα που περίπου προκλητικά διατυμπανίζονται η παιδαριώδης αφέλεια κι η καραμπινάτη διπροσωπία και εξαπάτηση.
 
Ο Jon Klassen μάς χαρίζει δυο βιβλία για όλες τις ηλικίες: Aν ο ενήλικας γοητεύεται από τη διαποτισμένη με μαύρο χιούμορ υπαινικτικότητά τους, το παιδί διασκεδάζει με την αμυαλιά των δραστών και με τις ανατροπές καταστάσεων και ρόλων. Όσο για το αν και πώς αυτό το δεύτερο αντιλαμβάνεται το μέγεθος και τη σκληρότητα της τιμωρίας, αυτό ο δημιουργός δεν το εκβιάζει ούτε το επιβάλλει. Το αφήνει στην ωριμότητα, στη φαντασία και στην παρατηρητικότητα του καθενός.  

 
 ---

Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 2013

Quentin Gréban, Πώς να εκπαιδεύσετε το (μικρό) μαμούθ σας

Μετάφραση: _ , Εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2013 (από 3 ετών)

 
  

Το βιβλίο του Quentin Gréban είναι αυτό ακριβώς που λέει: μία μέθοδος για να εκπαιδεύσετε το μαμούθ σας. Το μικρό μαμούθ σας για την ακρίβεια. Όσο μικρό μπορεί να είναι αυτό. Όσο υπαρκτό μπορεί να είναι ένα μαμούθ στις μέρες μας. Και, στην τελική, όσο κατοικίδιο μπορεί να είναι το εν λόγω ζωάκι.

Γιατί μαμούθ λοιπόν; Γιατί ένα γιγαντιαίο ζώο χρόνια εξαφανισμένο από τη Γη; Γιατί όχι γατάκι, σκυλάκι, καναρινάκι, χαμστεράκι, κάτι μικρό και χαδιάρικο, βολικό και προσαρμοστικό;
 
Ίσως γιατί στο κεφάλι ενός εικονογράφου που είναι και συγγραφέας οι εικόνες να προηγούνται των λέξεων. Κι η εικόνα ενός μαμούθ ως κατοικίδιου –πολλώ δε μάλλον όταν η λιλιπούτεια ιδιοκτήτριά του πρέπει να του διδάξει κι ένα σωρό κανόνες…– είναι από μόνη της τόσο εξωφρενική ώστε να αποδειχτεί εξαιρετικά ελκυστική για τα παιδιά, που γυρεύουν να ανακαλύψουν πώς στο καλό θα λειτουργήσει αυτό το φιλόδοξο παιδαγωγικό εγχείρημα.

Τα πράγματα είναι απλά: Από το μια το κείμενο, δέκα συμβουλές όλες κι όλες, για την κοινωνικοποίηση, το πρόγραμμα, τη διατροφή, τον ύπνο, την καθαριότητα, την υγιεινή, την άθληση, την ψυχαγωγία και τη δημιουργική έκφραση του μικρού μαμούθ. Πάνω κάτω οι ίδιες που θα έδινε κανείς και σε μια μαμά για τη φροντίδα και το μεγάλωμα του παιδιού της. Κι από την άλλη η εικονογράφηση: ανατρεπτική, διασκεδαστική, υπονομευτική. Το κοριτσάκι πασχίζει να εφαρμόσει στο κατοικίδιό του τους κανόνες. Όσο για το καημένο το μαμούθ, δε λες ότι δεν είναι συνεργάσιμο, δε λες ότι δε θέλει να μάθει ή δεν το διασκεδάζει, αλλά, όπως και να το κάνουμε, είτε λόγω μεγέθους είτε λόγω ιδιοσυγκρασίας είτε λόγω παιδικής αδεξιότητας, τα ψιλοκάνει μαντάρα. Έτσι, όσο πιστά κι αν εφαρμόζεται ο κανόνας στα χαρτιά, το αποτέλεσμα, δοσμένο απ’ την εικόνα, είναι τουλάχιστον διασκεδαστικό, ενίοτε και καταστροφικό!

Έξυπνος τρόπος για να αποτυπωθούν αβίαστα οι κανόνες της καθημερινής ρουτίνας στο κεφαλάκι ενός μικρού παιδιού. Αλλά και να απενοχοποιηθεί το ίδιο για τις δικές του αδεξιότητες και μικροζημιές. Άλλωστε, τι να τα λέμε, εκπαιδεύτρια κι εκπαιδευόμενος μοιάζουν τόσο πολύ! Θα το παραδεχτεί η μικρή αφηγήτρια στο τέλος του βιβλίου. Ίσως έχει ήδη προλάβει να σας το ξεφουρνίσει κάπου εκεί στα μισά της ιστορίας και το δικό σας μικρό («Κοίτα, μαμά, το κοριτσάκι πρέπει να φροντίζει το μαμούθ του σαν να είναι κι αυτό παιδάκι!»).
Κι αν τυχόν είναι πολύ ψαγμένος και έμπειρος αναγνώστης, φτάνοντας στο προτελευταίο σαλόνι, εκεί που το μαμούθ έχει πασαλειφτεί με μπογιές, παραπέμποντας στο διάσημο πολύχρωμο ήρωα του David McKee, το βλαστάρι σας μπορεί να σας πετάξει και την ατάκα που θα στείλει στους εφτά ουρανούς κάθε πωρωμένη βιβλιόφιλη μάνα: «Μαμά, κοίτα, το μαμούθ ζωγραφίστηκε Έλμερ!»

Πώς να εκπαιδεύσετε το (μικρό) μαμούθ σας λοιπόν, ή, αλλιώς, πώς να εισαγάγετε το πιτσιρίκι σας, μεταξύ άλλων, ΚΑΙ στις έννοιες της λογοτεχνικής επιρροής και της διακειμενικότητας…        

Δευτέρα 20 Μαΐου 2013

Βαγγέλης Ηλιόπουλος, Κι οι ιστορίες μεταναστεύουν

Εικονογράφηση: Διατσέντα Παρίση, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2009 (από 6 ετών)





Η Φαουζέγια είναι ένα μικρό κορίτσι που αναγκάζεται να μεταναστεύσει μαζί με τους γονείς του από την Αλεξάνδρεια στην Αθήνα. Ερχόμενη στην Ελλάδα, χάνει όχι μονάχα τους φίλους της και τις συνήθειές της αλλά και το αγαπημένο της χελιδόνι που έχει χτίσει τη φωλιά του στην αυλή του σπιτιού της στην Αίγυπτο και με το οποίο μοιράζεται τις δικές της ιστορίες. Στην Ελλάδα όλα φαντάζουν δύσκολα για τη μικρή: οι συνθήκες διαβίωσης, οι συνήθειες, τα φαγητά, οι ανθρώπινες σχέσεις, η γλώσσα και κυρίως η γραφή. Ώσπου μια μέρα εμφανίζεται στη νέα της γειτονιά στην Αθήνα ο φίλος της το χελιδόνι. Η γλώσσα της λύνεται, οι ιστορίες της αποκτούν ζωή στο χαρτί, οι Έλληνες συμμαθητές της γίνονται κι αυτοί φίλοι με τον φτερωτό μετανάστη. Το ταξίδι του χελιδονιού πάνω απ’ τη Μεσόγειο επιτρέπει και στις ιστορίες να ταξιδέψουν απ’ τη μια άκρη της μεγάλης θάλασσας στην άλλη, φέρνοντας ανθρώπους διαφορετικής καταγωγής πιο κοντά.

Μια ανθρώπινη ιστορία, ειπωμένη με πηγαία διάθεση, χωρίς αφοριστικό πνεύμα και διδακτισμούς, από το Βαγγέλη Ηλιόπουλο. Όλα είναι εδώ: ο ξεριζωμός, η ανέχεια, οι άσχημες συνθήκες διαβίωσης των μεταναστών, η νοσταλγία, η μοναξιά, η δυσκολία του παιδιού να προσαρμοστεί στο νέο περιβάλλον, αλλά και το πείσμα για επιβίωση, οι ενθαρρυντικές, φιλικές συμπεριφορές του περιβάλλοντος -αντίβαρο στις όποιες αρνητικές στάσεις-, οι ιδιαίτεροι κώδικες επικοινωνίας των παιδιών, η λαχτάρα της μικρής να μοιραστεί καταβολές, μνήμες, συναισθήματα με τους νέους, αλλιώτικους και κάποτε καχύποπτους κι επιθετικούς φίλους. Το χελιδόνι είναι ο συνδετικός κρίκος της Φαουζέγια με την πατρίδα της, με τις αναμνήσεις της, με τον κόσμο που άφησε πίσω της. Ταυτόχρονα, όντας αποδημητικό πτηνό, έχοντας δυο τόπους κατοικίας, δυο πατρίδες, γίνεται και ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στη Φαουζέγια και στους συμμαθητές της, γκρεμίζοντας γλωσσικούς φραγμούς και πολιτιστικές διαφορές. Έχει μάθει άλλωστε να ζει και εδώ και εκεί, να δένεται με τους ανθρώπους, όπου κι αν ζουν αυτοί. Το ταξίδι του πάνω από τη Μεσόγειο δημιουργεί έτσι ένα νοερό δίκτυο όπου ιστορίες, αισθήματα και σκέψεις πάνε κι έρχονται, συναντιούνται, διασταυρώνονται, φέρνοντας τους ανθρώπους πιο κοντά.

Η εικονογράφηση της Διατσέντας Παρίση αποτυπώνει αρκετά πειστικά και ατμοσφαιρικά σκηνές από την πατρίδα της Φαουζέγια, όπως και τα αισθήματα νοσταλγίας που κυριεύουν τη μικρή και το πολιτισμικό σοκ του ερχομού της στην Ελλάδα. Και προς το τέλος της ιστορίας, εκεί που η ποιητική διάθεση του συγγραφέα δίνει τη σκυτάλη εξολοκλήρου στην εικόνα, η φαντασία της εικονογράφου γεμίζει τον ουρανό της Μεσογείου με ένα ιπτάμενο δίκτυο από γράμματα, ιστορίες και παιδιά που ταξιδεύουν απ’ τη μια άκρη της μεγάλης θάλασσας στην άλλη ευτυχισμένα κι ελεύθερα. Ακριβώς σαν το χελιδόνι-μετανάστη της μικρής Φαουζέγια!


Οι δικοί μας φτερωτοί μετανάστες, τα χελιδόνια που έφτιαξαν πριν από λίγα χρόνια
 τη φωλιά τους στο γκαράζ του σπιτιού μας αλλά μας ξέχασαν την τελευταία τριετία.

 

Παρασκευή 28 Σεπτεμβρίου 2012

Ρόαλντ Νταλ, Ο Πελώριος Κροκόδειλος

Εικονογράφηση: Κουέντιν Μπλέικ, μετάφραση: Χαρά Γιαννακοπούλου, Εκδόσεις Ψυχογιός (από 7 ετών)


Επιτέλους ένας original κακός! Ξέρω ότι ακούγεται αλλόκοτο να ξεκινάς να παρουσιάσεις ένα παιδικό βιβλίο εκφράζοντας μια τέτοια ενθουσιώδη παραδοχή, ωστόσο αυτή υπαγορεύεται από δύο λόγους που θα αναλύσω παρακάτω.

Πρώτα απ' όλα, ο μεγάλος παραμυθάς Νταλ σκιαγραφεί με μοναδικό τρόπο σε αυτό το βιβλίο του ένα μνημειωδώς αντιπαθητικό, εξολοκλήρου απεχθές πλάσμα, το οποίο απολαμβάνει να κάνει το κακό και το διακηρύσσει με απίστευτο κυνισμό. Ένας κακός να τον πιεις στο ποτήρι, απ΄αυτούς που σε εξοργίζουν τόσο ώστε περιμένεις με ανείπωτη λαχτάρα να τους δεις στο καναβάτσο!

Έπειτα, εσχάτως το κακό ως παρουσία στα παιδικά βιβλία τελεί κατά κάποιον τρόπο υπό διωγμόν. Ο φόβος πολλών γονιών ότι τα παιδιά τους θα τραυματιστούν ψυχικά αντιλαμβανόμενα ότι στον κόσμο μας υπάρχουν ΚΑΙ κακοί οδηγεί σε αποκλεισμούς, στρογγυλέματα και, κατ' επέκταση, σε στρεβλώσεις, με αποτέλεσμα την αποκοπή από μια δυσάρεστη αλλά -πώς να το κάνουμε!- υπαρκτή πραγματικότητα.

Κι αν το ανατρεπτικό-εναλλακτικό ορθώς κερδίζει έδαφος στο χώρο της παιδικής λογοτεχνίας, ας μην ξεχνάμε ότι ούτε κι αυτό μπορεί να υπάρξει από μονο του, χωρίς την παρουσία του στερεότυπου, έστω δυσάρεστου κι ενοχλητικού. Πώς άλλωστε να ανατρέψεις στη συνείδηση των παιδιών μια παγιωμένη αλήθεια αν αυτή δεν τους είναι καν γνωστή;

Να φέρω ένα παράδειγμα: Από τους πιο αγαπημένους μου συγγραφείς παιδικών βιβλίων είναι ο Ζοφρουά ντε Πεννάρ. Σε αυτόν και στις ανατρεπτικές του ιστορίες αφιέρωσα και την πρώτη μου ανάρτηση σε αυτό το ιστολόγιο (Χορεύοντας με τους λύκους του Ζοφρουά ντε Πεννάρ). Ας υποθέσουμε ότι ένα παιδί διαβάζει τον Καλόκαρδο λύκο του Πεννάρ χωρίς να έχει ούτε καν ακουστά την αυθεντική Κοκκινοσκουφίτσα, τα αυθεντικά Τρία γουρουνάκια κ.ο.κ. Τι, αλήθεια, θα καταλάβει από την ιστορία; Ότι οι λύκοι είναι κατά βάση καλόκαρδοι; Και σε ποιο λογοτεχνικό υπέδαφος θα βασιστεί για να αντιληφθεί το διακειμενικό παιχνίδι και την ανατροπή, η οποία φέρνει και το γέλιο;

Ο Πελώριος Κροκόδειλος του Νταλ βέβαια δε μας προξενεί τέτοιου είδους προβλήματα, ίσα ίσα,  υπηρετεί με εξαιρετική συνέπεια το στερεότυπο. Και μόνο που βλέπεις οποιονδήποτε εκπρόσωπο του είδους άλλωστε, αγριεύεσαι, καθώς πρόκειται για ένα σαρκοβόρο, ύπουλο ζώο, το οποίο παράλληλα δε φημίζεται για τα κάλλη του. Κι αν κρίνω από τις γλαφυρές περιγραφές του μπαμπά του σπιτιού, ο οποίος πριν από δύο και κάτι χρόνια έτυχε να βρεθεί σε απόσταση λίγων μέτρων από το αχανές χασμουρητό ενός αλιγάτορα στα ειδυλλιακά Έβεργκλεϊντς, το θέαμα δεν είναι για καρδιακούς. Και, παρά το γεγονός ότι ο συγκεκριμένος κροκόδειλος έχει μια συμπεριφορά λίγο τραβηγμένη απ' τα μαλλιά, κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι πείθει ως αυθεντικός, επικίνδυνος, νοσηρός κακός.


Δυο μακρινά ξαδέρφια του Πελώριου Κροκόδειλου όπως τα απαθανάτισε η φωτογραφική μηχανή του μπαμπά μας.
(Τελικά όλοι σε αυτή την οικογένεια κρύβουμε μέσα μας έναν Ράιλι!)

Ας πάρουμε τα πράγματα απ' την αρχή: Ο Πελώριος Κροκόδειλος ζει σε ένα ποτάμι στην Αφρική, κι αν για τους υπόλοιπους του είδους του το ζητούμενο είναι να χορτάσουν την πείνα τους με ψάρια κι ό,τι άλλο βρουν γυρωτρόγυρα, αυτός αδημονεί να φύγει από το ποτάμι όπου κατοικοεδρεύει, να πάει σε μια κατοικημένη περιοχή για να φάει παιδάκια. Όχι από πείνα, αλλά από μια νοσηρή, ακατανίκητη λαιμαργία. Διαλαλεί μάλιστα την πρόθεσή του σε όποιον βρει μπροστά του: στον Χοντρομπάταλο, τον Ιπποπόταμο, στον Προβοσκίδα, τον Ελέφαντα, στον Σαλταπήδα, τον Πίθηκο, και στο Πλουμιστοπούλι. «Έχω σχέδια μυστικά κι έξυπνα κόλπα!» επαναλαμβάνει με κυνισμό και θράσος. Κι όχι μονάχα αυτό, αλλά και απειλεί ανοιχτά κι επιτίθεται, σε μια επίδειξη δύναμης, στον Ελέφαντα, στον Σαλταπήδα, στο Πλουμιστοπούλι.

Ποια είναι όμως αυτά τα μυστικά σχέδια και τα έξυπνα κόλπα; Ο κροκόδειλος επιχειρεί να ξεγελάσει τα υποψήφια θύματά του με μια σειρά από μεταμφιέσεις: στήνεται όρθιος, βάζει μια τούφα φοινικόφυλλα στα δόντια του και παριστάνει τον κοκοφοίνικα· κάνει την τραμπάλα σε μια παιδική χαρά· παριστάνει το ζωάκι στο καρουζέλ· και στο φινάλε γίνεται πάγκος σ' ένα πάρκο όπου πάνε παιδιά για να κάνουν πικ νικ.

Βέβαια, εύλογα αναρωτιέται κανείς τι σόι «μυστικά» είναι αυτά τα σχέδια που τα περιφέρει από δω κι από κει γνωστοποιώντας τα πριν καν τα εφαρμόσει. Τι τον σπρώχνει σε αυτή την προκλητική συμπεριφορά; Η αφέλεια; Το θράσος; Η υπέρμετρη αυτοπεποίθηση; Η έντύπωσή του ότι ο τρόμος που προξενεί στα ζώα τα οποία συναντά είναι τόσο ισχυρός ώστε κανείς δε θα τολμήσει να του πάει κόντρα; Η σφοδρότητα της επιθυμίας, που κάνει θρύψαλα κάθε λογική; Όλα αυτά μαζί; 

Όπως και να 'χει, αυτό που δεν αντιλαμβάνεται το σαΐνι μας είναι ότι ο Χοντρομπάταλος, ο Σαλταπήδας, το Πλουμιστοπούλι κι ο Προβοσκίδας έχουν τα δικά τους «μυστικά σχέδια». Και κάθε φορά που ο Πελώριος Κροκόδειλος ετοιμάζεται να εγκαταλείψει το καμουφλάζ του για να ορμήσει στα παιδιά που δεν έχουν αντιληφθεί την παρουσία του κάποιο απ' τα προαναφερθέντα ζώα εμφανίζεται απ' το πουθενά για να τα ειδοποιήσει για τον κίνδυνο που διατρέχουν, αποκαλύπτοντας έτσι τα «έξυπνα κόλπα» του κροκόδειλου. Και θα είναι ο Προβοσκίδας, ο μεγάλος άκακος ελέφαντας, αυτός που θα εφαρμόσει ένα αληθινά «έξυπνο κόλπο», δίνοντας στο αδίστακτο πλάσμα το τελειωτικό χτύπημα κι εξοβελίζοντάς το μια για πάντα από τις ζωές όλων!

Ο Νταλ στήνει μια ιστορία για παιδιά μικρότερης ηλικίας από τους συνηθισμένους του αναγνώστες. Τα υλικά του απλά: ευφάνταστα ονόματα για τα ζώα, απολύτως περιγραφικά των κυρίαρχων ιδιοτήτων τους, αφθονία επιθέτων, στιχάκια με ομοιοκαταληξία, που αποδίδουν εκφραστικά τη λαχτάρα του Πελώριου Κροκόδειλου για ανθρώπινο κρέας, και -ΦΥΣΙΚΑ- η διαρκώς επανερχόμενη φράση «Έχω σχέδια μυστικά κι έξυπνα κόλπα», η επανάληψη της οποίας απ' τη μια υπογραμμίζει την αρρωστημένη εμμονή του κροκόδειλου κι απ' την άλλη λειτουργεί υπονομευτικά, ειρωνικά, αφού έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την αφελή τάση του να ξεφουρνίζει όπου βρεθεί κι όπου σταθεί τις προθέσεις του. Σε παρόμοια κατεύθυνση και η εικονογράφηση, τονίζοντας τον άθλιο χαρακτήρα του κεντρικού ήρωα με κωμικές πινελιές και παίζοντας με τις εκφράσεις του προσώπου του.

Εντέλει, αν κάτι μάς μένει απ' το βιβλίο του Νταλ, είναι μια σειρά από διαπιστώσεις: Το κακό μπορεί να καραδοκεί οπουδήποτε, ακόμα και δίπλα μας, ακόμα κι εκεί που δεν το περιμένουμε. Συχνά, βέβαια, υπερεκτιμά τις δυνάμεις του, από θράσος, ηλιθιότητα, υπερβολική αυτοπεποίθηση, εφαρμόζοντας τρομοκρατικές τακτικές κι εκμεταλλευόμενο το χώρο που του επιτρέπουμε να καταλάβει. Πάντως, αν το happy end στα παιδικά παραμύθια είναι ο κανόνας, εδώ το καλό δεν κερδίζει από συνήθεια, ούτε  από θεία ή μαγική παρέμβαση, αλλά επειδή κάποιοι -φαινομενικά αδύναμοι και φιλειρηνικοί τύποι- δεν κάθονται με σταυρωμένα χέρια έχοντας πρώτα σώσει το τομάρι τους. Μιλούν, προειδοποιούν, αντιδρούν. Σ' έναν κόσμο όπου οι έννοιες της αλληλεγγύης, της αλληλοβοήθειας και του κοινού καλού έχουν είτε τσαλαπατηθεί βάναυσα είτε μετατραπεί σε ιδεολογήματα κενά περιεχομένου, τα φιλήσυχα ζώα του Νταλ δειχνουν το δρόμο.   

Κυριακή 16 Σεπτεμβρίου 2012

Αμάντα Λάμρι & Λόρα Χάρβιτς, «Οι περιπέτειες του Ράιλι»

Εικονογράφηση: Σάρα ΜακΙντάιρ, μετάφραση: Α. Μοσχονά, Μ. Μπουρνάζος, Εκδόσεις Κέδρος (από 6 ετών)


Το σχέδιο εργασίας είχε το γενικό τίτλο Τα ζώα. Εμείς ως άξιοι γονείς έπρεπε να συνδράμουμε το έργο του εκπαιδευτικού προσωπικού δίνοντας εναύσματα στα παιδιά μας μέσα από αναφορές σε συναφή βιβλία, εικόνες, έργα τέχνης, ό,τι μας φώτιζε ο Μεγαλοδύναμος τέλος πάντων. Προσωπικά, έχω ένα θεματάκι με οτιδήποτε εγκυκλοπαιδικό. Λυπάμαι που το λέω έτσι χοντρά και άκομψα, αλλά βαριέμαι. Ως παιδί, έμαθα ό,τι έμαθα κυρίως από εξωσχολικά διαβάσματα με fictional ως επί το πλείστον χαρακτήρα. Και ξέρω ότι για τα περισσότερα παιδιά η περιπέτεια της γνώσης λειτουργεί απογειωτικά όταν παντρεύεται στη φαντασία τους με την άλλη, τη σκέτη περιπέτεια.

Στο σπίτι διαθέτουμε κάμποσα βιβλία με ήρωες ζωάκια. Δε νομίζω όμως ότι αυτό ήταν το ζητούμενο - να αναμασήσουμε δηλαδή ιστοριούλες στις οποίες τα ζώα υιοθετούν ανθρώπινες ως επί το πλείστον συμπεριφορές. (Θυμάμαι, στην πρώτη μας επίσκεψη στο Αττικό Ζωολογικό Πάρκο πριν από τρία χρόνια, η μικρή ξενέρωσε όταν συνειδητοποίησε πως οι αρκούδες δε συμπεριφέρονταν ακριβώς σαν πρωτοξάδερφα του Γουίνι, κι αυτό υπήρξε σημαντικό μάθημα και για μας αναφορικά με την ανάγκη του ίδιου του παιδιού να ενσωματωθεί σταδιακά και ήπια σε μια πραγματικότητα ενδεχομένως όχι ρόδινη, πάντως υπαρκτή.) Δεν ήταν δύσκολο επιπλέον να καταλάβω ότι κάποια στιγμή θα μας τελείωναν και η Απίθανη εγκυκλοπαίδεια Larousse του Μεταίχμιου, και το Μουσείο των δεινοσαύρων του Πατάκη, και τα πρώτα επεισόδια του εμβληματικού Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ο άνθρωπος για το πώς γεννήθηκαν οι πρώτες μορφές ζωής στη Γη, και ό,τι άλλο περί το αντικείμενο ξεφυλλίζαμε ή χαζεύαμε αμέριμνες τα χειμωνιάτικα απογεύματά μας. Χρειαζόμασταν ένα συνεκτικό κρίκο ανάμεσα στα ζωολογικού χαρακτήρα ενδιαφέροντα της μικρής και στη δίψα της για πλοκή, δράση, περιπέτεια!
 
Τα τέσσερα βιβλία από τις «Περιπέτειες του Ράιλι», με τα οποία συναπαντήθηκα τυχαία, κι ενώ αναζητούσα κάτι άσχετο, ένα μεσημέρι Τρίτης στο παιδικό τμήμα ενός μεγάλου βιβλιοπωλείου, ήταν αυτό ακριβώς που έψαχνα. Πρώτη μου παρόρμηση αφού τα ξεφύλλισα ήταν να τα αγοράσω όλα με τη μία και να τα κουβαλήσω περιχαρής στο σπίτι. Αντιστάθηκα - κυρίως ενθυμούμενη τη μοναδική συγκίνηση της προσμονής στα δέκα μου χρόνια, τότε που ο πατέρας μου μου έδινε με το σταγονόμετρο τους έξι τόμους του Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ο άνθρωπος, έναν τη βδομάδα. Πήρα λοιπόν μόνο το Σαφάρι στη Νότιο Αφρική, κι από την ενθουσιώδη ανταπόκριση της οποίας έτυχε στο σπίτι, ήξερα ότι μέσα σ' ένα μήνα θα είχαμε αγοράσει και τους υπόλοιπους τρεις τόμους της σειράς: Τίγρεις στο Τεράι, Διάσωση στον Αμαζόνιο, Δελφίνια σε κίνδυνο.





Έχω ήδη ξοδέψει τρεις παραγράφους περιγράφοντας το χρονικό της γνωριμίας μας με τον Ράιλι χωρίς να έχω πει κουβέντα για το ποιος είναι ο νεαρός και με τι καταπιάνεται στη ζωή του. Λοιπόν, ήρωας των βιβλίων είναι ένας συνηθισμένος εννιάχρονος, ο οποίος όμως έχει την τύχη και τη χαρά να διαθέτει ένα θείο ονόματι Μαξ, παγκοσμίου φήμης βιολόγο παρακαλώ. Ο θείος Μαξ λοιπόν, κάθε φορά που ξεκινάει για έναν καινούριο προορισμό επιστημονικού ενδιαφέροντος, καλεί κοντά του το Ράιλι, ο οποίος, παρέα με την ξαδέρφη του την Άλις, ανακαλύπτει τη χλωρίδα και την πανίδα των περιοχών που επισκέπτεται, γνωρίζεται με τους ντόπιους, από τους οποίους αντλεί ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τον τοπικό πολιτισμό, ενώ οι ριψοκίνδυνες συμπεριφορές του και το υπερβολικά ανήσυχο πνεύμα του τον οδηγούν σε περιπέτειες και μπελάδες, απ' όπου όλο και κάποιος μεγάλος θα βρεθεί να τον σώσει.

Εννοείται πως η πλοκή είναι ελαφρώς σχηματική κι όχι ιδιαίτερα ρεαλιστική - πού ακούστηκε εννιάχρονο να σερφάρει ολομόναχο στον Ειρηνικό, να χάνεται στα καλά καθούμενα στον Αμαζόνιο και να βολτάρει αμέριμνο δίπλα σε κόμπρες στο Νεπάλ; Τι σόι γονείς, αλήθεια, είναι αυτοί που αφήνουν το βλαστάρι του εκτεθειμένο σε τέτοιους κινδύνους; Και τι άμυαλος θείος αυτός ο Μαξ! Δε χρειάζεται, φαντάζομαι, να σας το αναλύσω ότι η πλοκή είναι απλώς το πρόσχημα, η δικαιολογία για να περιπλανηθεί το παιδί αναγνώστης με τρόπο ευχάριστο και χωρίς να βαρεθεί τη ζωή του σε μια τεράστια γκάμα εκπροσώπων του ζωικού και φυτικού βασιλείου κάθε περιοχής, αλλά και να προβληματιστεί γύρω από σοβαρά οικολογικά ζητήματα, όπως ο κίνδυνος εξαφάνισης ορισμένων ειδών.

Ο συνδυασμός σκίτσων και φωτογραφιών στην εικονογράφηση ζωντανεύει με ρεαλιστικό τρόπο τα ταξίδια του Ράιλι, ενώ σε ειδικό πλαίσιο σε κάθε σελίδα δίνονται σημαντικές πληροφορίες για ζώα -κυρίως- και φυτά από ειδικούς επιστήμονες, συνεργάτες και στελέχη οργανισμών όπως το WWF, το Ίδρυμα Smithsonian και η Εταιρεία Προστασίας Άγριων Ζώων.

Διαβάσαμε τις «Περιπέτειες του Ράιλι» αρκετά μεσημέρια και βράδια στη διάρκεια των διακοπών μας. Και κοντά στο τέλος του Αυγούστου είχαμε κι εμείς την ευκαιρία να νιώσουμε κάτι από την αύρα περιπέτειας που τυλίγει τον εννιάχρονο φίλο μας όταν σ' ένα δασικό δρόμο στη Βάλια Κάλντα, έχοντας ήδη κάνει τη γνωριμία μας με λίμνες σκέτες, λίμνες με νούφαρα, πηγές, ρυάκια, γεφύρια και κοπάδια από φιλήσυχες αγελάδες, κι ενώ επιστρέφαμε από την καρδιά της κοιλάδας, είδαμε στα είκοσι μέτρα μπροστά από το αυτοκίνητό μας ένα μικρό, σβέλτο αρκουδάκι να ξεπετάγεται μέσ' απ' το δάσος στο δρόμο και με δυο πηδήματα να χάνεται στην αποπάνω πλαγιά. «Ζούμε και μεις μια περιπέτεια, σαν τον Ράιλι!» μου πέταξε η περιπετειώδης κόρη μου μέσα στο αυτοκίνητο. Κι άρχισε να εξηγεί στο συνομήλικό της φίλο της στο διπλανό κάθισμα τι ακριβώς εστί Ράιλι. Kαι μετά πήραν να τραγουδάνε παρέα την «Αρκούδα καφέ» από τη Λιλιπούπολη, ως άλλοι σαμάνοι που μέσα από τη μαγική τους επίκληση θα ξανάφερναν το αρκουδάκι μπροστά στα μάτια μας. «Μάλλον μας άκουσε που το τραγουδάγαμε νωρίτερα, γι' αυτό εμφανίστηκε μπροστά μας!» σχολίαζαν. Κατεβαίνοντας στο κοντινό χωριό, μάθαμε από τους ντόπιους ότι υπάρχουν άνθρωποι που ζουν χρόνια στην περιοχή και δεν έτυχε να συναντήσουν ποτέ αρκούδα. Κι αυτό έδωσε άλλες διαστάσεις στην εμπειρία μας.

Τις επόμενες μέρες περάσαμε μια φάση απίστευτης ταύτισης με τον Ράιλι. Η ιδέα δεν ήταν ότι θα γινόμασταν κι εμείς εξερευνητές, αλλά ότι θα γράφαμε και θα εικονογραφούσαμε την περιπέτειά μας, παράγοντας ένα αντίστοιχο βιβλίο. Στην πορεία το project ξεχάστηκε. Είναι αυτά τα μεγαλεπήβολα, ενθουσιώδη παιδικά σχέδια της μιας βδομάδας. Μέχρι να έρθει το επόμενο. Ο φίλος της πάντως είχε τη χαρά να αποκτήσει το Σαφάρι στη Νότιο Αφρική και, κρίνοντας από τα λεγόμενα των γονιών του, νομίζω ότι έχει βάλει πλώρη και για τα επόμενα βιβλία της σειράς!

(Ενδεχομένως κάποιες από τις επιστημονικές πληροφορίες που δίνονται στα βιβλία να ξεπερνούν τις δυνατότητες ενός μικρού παιδιού. Πάντως το crash test σε δυο πεντάχρονα υπήρξε άκρως πετυχημένο, έστω κι αν χρειάστηκε να απαλειφθούν ή να στρογγυλευτούν κάποια εξειδικευμένα στοιχεία, ποσοτικού κυρίως χαρακτήρα.)