Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κυριτσόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κυριτσόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 24 Ιουνίου 2013

Αλέξης Κυριτσόπουλος, Οι περιπέτειες της Ρόζας

Εκδόσεις Ίκαρος και Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα 2013 (για όλες τις ηλικίες)






Μέσα στο 2012 ο Αλέξης Κυριτσόπουλος μας χάρισε δύο εξαιρετικά βιβλία τα οποία, εκκινώντας από την επιθυμία του να φέρει τα παιδιά σε επαφή με το έργο σημαντικών Ελλήνων ποιητών, μας ταξίδεψαν, με μοναδικό το καθένα τρόπο, στην ποίηση πρώτα του Γιώργου Σεφέρη και κατόπιν του Νίκου Εγγονόπουλου. Στο Λίγο ακόμα, βιβλίο εμπνευσμένο από την ποίηση του Σεφέρη, βάλθηκε να περιηγηθεί, μέσα από μια εικαστική και ταυτόχρονα παιδική οπτική, τους βασικούς τόπους της σεφερικής μυθολογίας. Εξαιρετικά δύσκολη απόπειρα κατά τη γνώμη μου, μια άσκηση ισορροπίας ανάμεσα στη βαθιά ιστορική και υπαρξιακή οδύνη του έργου του Σεφέρη και στην άδολη παιδικότητα του πρωταγωνιστή του παραμυθιού. Κι όμως, ο Κυριτσόπουλος, χωρίς να πέσει στην παγίδα της ανθολόγησης, κατόρθωσε να αναδείξει μέσα από χαραμάδες φωτός τη λανθάνουσα αισιοδοξία του σεφερικού κειμένου, με τον μικρό ήρωά του ν’ ανταμώνει στο τέλος της περιπλάνησής του την πολυπόθητη γαλήνη. Στα Βεγγαλικά, πάλι, η αφήγηση απέκτησε πιο ενεργό ρόλο, σε μια απόπειρα παρουσίασης αυτή τη φορά της ποιητικής, της αντίληψης δηλαδή περί καλλιτεχνικής δημιουργίας, του Εγγονόπουλου: Ο ποιητής είναι ο συλλέκτης εικόνων, εμπειριών και υλικών, και ταυτόχρονα ο τεχνίτης, ο κατασκευαστής, ο μεταποιητής του απτού σε ομορφιά, του υλικού σε άυλο. Συνοδεύοντας τον κεντρικό ήρωά του στο ταξίδι αναζήτησης των υλικών του μέσα στον κόσμο, ο Κυριτσόπουλος επισκέπτεται ποιήματα και σταχυολογεί στιγμές από το έργο του Εγγονόπουλου που υπηρετούν την κεντρική του ιδέα. Η γραμμικότητα του Λίγο ακόμα εδώ δίνει τη θέση της σε μια πιο συνεκτική αφήγηση, λόγω και του κομβικού ρόλου των βεγγαλικών στην ιστορία – κι αυτό γίνεται ορατό ακόμα και στο επίπεδο της εικονογράφησης, όπου αναδύεται ένας συμπαγής κόσμος λαμπερής ομορφιάς.


 





















Πριν από λίγο καιρό, τα δύο πρώτα βιβλία της σειράς συμπληρώθηκαν από ένα τρίτο, τις Περιπέτειες της Ρόζας, με αφορμή αυτή τη φορά την ποίηση του Γιάννη Ρίτσου. Εδώ παρακολουθούμε τις περιπέτειες ενός μικρού κοριτσιού που βλέπει τους παιδικούς της χιονάνθρωπους να μεταμορφώνονται σε άγριους πολεμιστές, τη βαρυχειμωνιά να διαδέχεται την αναιμική καλοκαιρία, κι εκεί, μες στην καταιγίδα, την ελπίδα να ανατέλλει μέσα απ’ το πέταγμα μιας πεταλούδας. Είναι το πρώτο ίχνος της άνοιξης, κι αυτό θα κυνηγήσει επίμονα η μικρή Ρόζα -όνομα δηλωτικό ενδεχομένως και αυτής της αγωνιστικής της διάθεσης-, βρίσκοντας εντέλει καταφύγιο σ’ ένα παλιό αρχοντικό, το σπίτι μιας γηραιάς κυρίας – σε μια τέταρτη διάσταση όπου η μοναξιά και η εγκατάλειψη του γήρατος, πολιορκούμενη από τους οδυνηρούς εφιάλτες και τις αναμνήσεις μιας πρότερης, βασανισμένης ζωής, βρίσκει επιτέλους διέξοδο στο ανοιξιάτικο φως.

Στη Ρόζα ο Κυριτσόπουλος κάνει ένα βήμα παραπέρα σε σχέση με τα προηγούμενα δύο βιβλία του: Εδώ οι λέξεις μοιάζουν να δίνουν τη σκυτάλη της κατεξοχήν αφήγησης στις εικόνες. Ψιχία στίχων γίνονται η αφορμή, το έναυσμα, για ένα πολύχρωμο ταξίδι σ’ όλους τους τόπους και τις εποχές, τα αισθήματα και τις διαθέσεις της ποίησης του Ρίτσου, ποιητή πληθωρικού αλλά και άνισου, στρατευμένου αλλά και βαθιά λυρικού, εξωστρεφή αλλά και υπαρξιακά ανήσυχου. Είναι αυτή ακριβώς η πολυμορφία και αντιφατικότητα του έργου του που επιχειρεί να αποτυπώσει ο Κυριτσόπουλος. Κι αν κανείς θα πίστευε ότι η εξαντλητική ανθολόγηση θα μπορούσε να συνδράμει σε μια ολοκληρωμένη αποτύπωση της ποίησης του Ρίτσου, οι Περιπέτειες της Ρόζας τον διαψεύδουν. Οι λέξεις, χαρακτηριστικές, συμβολικές κι ωστόσο οι απολύτως απαραίτητες, στήνουν τον καμβά. Κι επάνω εκεί έρχεται να ξεδιπλωθεί ένας ολόκληρος ποιητικός κόσμος φιλοτεχνημένος από εικόνες. Γιατί εδώ η εικόνα, εύπλαστη, εύγλωττη, ενίοτε πολύσημη, δε δείχνει απλώς: είναι αυτή που αφηγείται, πλέκει ιστορίες, στήνει ανατροπές, γεννά περιπέτεια. Με αφηγηματική συνέπεια και χειμαρρώδη λυρισμό. Με καταιγιστική δράση και αμείωτη συναισθηματική ένταση. Όχι ερήμην της ποίησης, αλλά απόλυτα συντονισμένη με το πλουσιότατο ποιητικό υλικό του Μονεμβασιώτη ποιητή. Μεγεθύνοντας, πλαταίνοντας, βαθαίνοντας, προεκτείνοντάς το. Προβάλλοντάς το μέσα στο χώρο και στο χρόνο: αγώνες και ήττες, προσδοκίες και ματαιώσεις, ελπίδες και διαψεύσεις, φως και σκοτάδι, άνοιξη και χειμώνας, η μαχητικότητα της νιότης και η παραίτηση του γήρατος. Όλα εδώ, σε μια παράλληλη πορεία με την προσωπική, περιπετειώδη ζωή του ποιητή.

Αίσθησή μου διαβάζοντας τη Ρόζα ήταν ότι, βιβλίο με το βιβλίο, ο Αλέξης Κυριτσόπουλος, στη βόλτα του μες στα ποιήματα, φαίνεται να βρίσκει έναν ολοένα και πιο σταθερό, γεμάτο αυτοπεποίθηση βηματισμό. Προσεκτικός πάντα ακροατής κι ευαίσθητος παρατηρητής, αλλά δημιουργός κι ο ίδιος που, μακριά από εμμονές και αναστολές, χαράζει τα δικά του μονοπάτια, φέρνοντας μέσα από θραύσματα στίχων στην επιφάνεια χρώματα κι εικόνες που λανθάνουν μέσα τους και πλάθοντας με αυτά τις δικές του ιστορίες.

Δεν ανήκω σε κείνους που θα πουν ότι τα βιβλία του «θα μάθουν την ποίηση στα παιδιά». Η ποίηση κατά τη γνώμη μου δε μαθαίνεται, δε διδάσκεται, είναι μια απόλυτα προσωπική συνάντηση του αναγνώστη με το κείμενο. Αυτό ωστόσο που θα προσφέρουν σίγουρα τα ποιητικά παραμύθια του Κυριτσόπουλου στους μικρούς αναγνώστες τους είναι η συνειδητοποίηση των απρόσμενων συγκινήσεων που χαρίζει η περιπλάνηση μέσα στους στίχους και μια αίσθηση, μια αύρα αυτού που αντιπροσωπεύει ο κάθε ποιητής. Κι ακόμα, θα τους δώσουν την ευκαιρία να αντιληφθούν τη γόνιμη, δημιουργική σχέση που μπορούν να αναπτύξουν διαφορετικές τέχνες εμπνεόμενες και αντλώντας η μία από την άλλη. Αν και, εδώ που τα λέμε, ο Κυριτσόπουλος, όπως και ο Sendak, και ο Jeffers, και ο Tan, και όλοι οι μεγάλοι δημιουργοί, δεν απευθύνεται αποκλειστικά και μόνο στο παιδικό κοινό αλλά και σε μας τους ενήλικες, ξυπνώντας μέσα μας εκείνο τον λησμονημένο παιδικό εαυτό που ανακαλύπτει τρελαμένος από χαρά ένα μυστικό πέρασμα πίσω απ’ τα λουλούδια στο παρτέρι της αυλής, μια αναπάντεχη κρυψώνα κάτω απ’ τα δέντρα του κήπου, μια μικρή εσοχή που παρατείνει τη διαδρομή στη σκάλα του σπιτιού. Τι κι αν η κατάληξη είναι γνώριμη, τι κι αν η τοπιογραφία παραμένει απαράλλαχτη – αυτό που εντέλει μετράει είναι το απρόσμενο της διαδρομής κι η ολωσδιόλου νέα οπτική που αυτή σου χαρίζει.

Κατά τα λοιπά, τόσο ο παιδικός όσο κι ο ενήλικος εαυτός μου περιμένουν εναγωνίως το επόμενο βιβλίο της σειράς, με την ελπίδα ότι, όπως μέχρι τώρα, όλες μου οι αναγνωστικές προσδοκίες θα διαψευστούν από κάτι που για μιαν ακόμα φορά θα τις υπερβεί χαράζοντας μέσα σ’ ένα γνώριμο ποιητικό τοπίο ένα απρόσμενο και πιθανότατα μέχρι τη στιγμή της ανάγνωσης εντελώς αόρατο μονοπάτι.

Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2012

Με τον τρόπο του Αλέξη Κυριτσόπουλου: Λίγο ακόμα... Ένα παραμύθι εμπνευσμένο από τα ποιήματα του Γιώργου Σεφέρη

Εκδόσεις Ίκαρος και Μουσείο Μπενάκη (για παιδιά και για μεγάλους)


Είμαι σεφερική. Με τον τρόπο που άλλοι είναι μακαρονάδες, καπνιστές, δεξιοί, αριστεροί, βάζελοι, γαύροι*. Τόσο απόλυτα, οριστικά και τελεσίδικα. Γι' αυτό κι αποφάσισα να γράψω για το σεφερικό παραμύθι του Αλέξη Κυριτσόπουλου. Παρακινημένη από τις δικές μου εμμονές και μόνο. 






Μου είναι αναπόφευκτο, ξεκινώντας να μιλήσω για το συγκεκριμένο βιβλίο, να κάνω μια σύντομη αναδρομή στη δική μου γνωριμία με τον ποιητή: Συναπαντήθηκα με το Σεφέρη πριν από περίπου είκοσι πέντε χρόνια, σε μια ηλικία λίγο μετά την παιδική, σε ένα χρόνο που μας ατενίζει πια απ' το ράφι της ιστορικής μνήμης: τα glorious 80s. Θυμάμαι ακόμα εκείνο το ανοιξιάτικο πρωινό στην τάξη, όπου τάξη στην ανάμνησή μου ήταν μονάχα το βιβλίο των Νεοελληνικών Κειμένων ανοιχτό στο θρανίο μου: η «Άρνηση» και κάτι λίγοι στίχοι από το «Γέροντα στην ακροποταμιά». Είχα ξανασυναντήσει παλιότερα ανθολογημένους στίχους του Σεφέρη και τους είχα απλώς προσπεράσει. Πολλές φορές έχω αναρωτηθεί τι μαγικό συνέβη εκείνο το συγκεκριμένο πρωινό, κι έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι, όπως και με τους ανθρώπους, έτσι και με τα ποιήματα, το timing της γνωριμίας μπορεί να είναι καθοριστικό. Κι αν όλα αυτά τα χρόνια πολλοί είναι οι άνθρωποι που μου έχουν τελειώσει, ανεξαρτήτως timing, ο Σεφέρης πάντα μένει. Και ο τόμος των Ποιημάτων, αγορασμένος λίγους μήνες αργότερα από εκείνο το μακρινό πρωινό, με έχει συντροφέψει παντού: σε μετακομίσεις, σπουδές, ταξίδια, διακοπές. Κι ακόμα, σε χαρές, απογοητεύσεις, διλήμματα, αγωνίες, φόβους. Πάντα εκεί.
 
Το βιβλίο του Κυριτσόπουλου, όπως είναι ευνόητο, το αγόρασα από παρόρμηση. Η λέξη Σεφέρης στον τίτλο ήταν αρκετή. Το έφερα στο σπίτι, το ξεφύλλισα, το παρατήρησα, το περιεργάστηκα. Καιρό τώρα μένει σε μιαν άκρη του γραφείου μου. Με απασχολεί, με βάζει σε σκέψεις, θέλω να γράψω γι' αυτό κι όλο το αναβάλλω. Θέμα timing; Μπα, όχι μόνο.

Ας ξεκινήσω περιγράφοντάς το: Πρόκειται για μια εξαιρετικά καλαίσθητη έκδοση, στην οποία, με αφετηρία σκόρπιους στίχους του Σεφέρη, ο Αλέξης Κυριτσόπουλος φτιάχνει και εικονογραφεί ένα απολύτως σεφερικής έμπνευσης παραμύθι για τις μικρές περιπέτειες ενός παιδιού. Όλα, ή έστω σχεδόν όλα, είναι εκεί: ο Ερωτόκριτος, ο Οδυσσέας, ο πόλεμος, η Τροία, το πέλαγος, οι θαλασσινές σπηλιές, το ναυάγιο της Κίχλης, οι φωτιές του Αϊ-Γιάννη, η γαλήνη. Ένα μεγάλο κομμάτι της σεφερικής μυθολογίας δοσμένο σε αδρές γραμμές. Ακολουθεί παράρτημα με τους στίχους από τα ποιήματα που ενέπνευσαν τον Α.Κ. Αντιπροσωπευτικά δείγματα από το σύνολο σχεδόν των συλλογών του Σεφέρη. Προσωπικά, μου έλειψαν τα αγαπημένα μου Τρία κρυφά ποιήματα, όπως και το δεύτερο Ημερολόγιο καταστρώματος. (Εμμονές, θα πείτε. Τι να κάνουμε, καθένας με τα θέματά του.)

Το πρόβλημα βέβαια με ένα παραμύθι αντλημένο από τη θεματική και τη μυθολογία ενός ποιητή, πολλώ δε μάλλον βασισμένο στους στίχους του, είναι ότι με μεγάλη δυσκολία μπορεί να αναπτύξει μια δυναμική τέτοια ώστε η φαντασία και η ανατρεπτική πλοκή να συνεπάρουν τον αναγνώστη. Πρακτικά, η απουσία προφανούς αιτιακής σύνδεσης είναι αναπόφευκτη. Οι εμπειρίες διαδέχονται η μία την άλλη, όχι πάντως στη λογική ενός περιπετειώδους ή πικαρικού μυθιστορήματος. Το ταξίδι είναι κυκλικό, απ' την προστατευτική αγκαλιά του παππού στον κόσμο και πάλι πίσω στον κήπο του παππού.  

Βέβαια, εδώ το παραμύθι είναι μάλλον η αφορμή, αφού η βαρύτητα πέφτει κυρίως στην εικαστική αποτύπωση του σεφερικού τοπίου. Με εντελώς υποκειμενικό πνεύμα, ξεχώρισα το πέλαγο γεμάτο χρώματα, το δρόμο που τυλίγει βουνά και γεννάει άστρα, τις θαλασσινές σπηλιές, τον κήπο του παππού, το πεύκο που σκύβει στη θάλασσα.

Και στο «Υστερόγραφό» του άλλωστε ο Αλέξης Κυριτσόπουλος δίνει ιδιαίτερη έμφαση στο εικαστικό του πράγματος, διευκρινίζοντας πως «δε διάλεξε ποιήματα. Ζωγράφισε τις εικόνες ανάμεσα στα ποιήματα και βρήκε ένα δικό του -και δικό τους- μονοπάτι στο φως». Είναι αυτό ακριβώς που περιμένεις να κάνει μια τέχνη -η ζωγραφική- όταν συναντιέται με μια άλλη - τη λογοτεχνία. Όχι να μεταφράσει ή να παραφράσει, αλλά να εμπνευστεί και να δημιουργήσει κάτι πέρα από τα ποιήματα. Να χαράξει ένα δρόμο ανάμεσα, παραπέρα, παρακάτω. Όχι να λειτουργήσει «διαμεσολαβητικά», όχι να προσφέρει κατ΄ανάγκη μια δική της υπεραπλουστευτική ανάγνωση, διευκολυντική προς το χρήστη. Με απλά λόγια, δεν περιμένεις από το συγκεκριμένο βιβλίο να λειτουργήσει ως θεραπαινίδα της ποίησης, αλλά ούτε κι από την ποίηση να λειτουργήσει ως δεκανίκι που θα δικαιώσει την ύπαρξη του βιβλίου.

Γι' αυτό και θα είναι λάθος να αντιμετωπίσει κανείς με «εργαλειακή» λογική το Λίγο ακόμα. Έτσι, θα έχει αδικήσει και το ίδιο το βιβλίο αλλά και το σεφερικό έργο. Κι αυτό γιατί η συνάντηση ενός αναγνώστη, μικρού ή μεγάλου δεν έχει σημασία, με ένα ποιητικό κείμενο δεν μπορεί να είναι προσχεδιασμένη, να επιβληθεί άνωθεν, και μάλιστα μέσα από άλλους διαύλους πέραν του ίδιου του ποιήματος ως αυθύπαρκτης οντότητας, ακέραιας και αυτόνομης. Οφείλεις ως τέτοιο να το παρουσιάσεις στον υποψήφιο αναγνώστη του. (Προσωπικά, αν κάτι με διέλυε στο σχολείο, ήταν αυτά τα θραύσματα κειμένων, που μας τα σερβίριζαν σαν σε θάλαμο ανατομίας οι καθηγητές μας.) Το Λίγο ακόμα περιλαμβάνει σκόρπιες, διαλεγμένες εικόνες της σεφερικής ποίησης. Επισκέπτεται τυχαία στίχους από ποιήματα μέσα από μια καλλιτεχνική ματιά. Δεν ανθολογεί και αυτό το καθιστά σαφές. Ας μην το φορτώσουμε λοιπόν με ένα βάρος που δε διεκδικεί να αναλάβει. Εξάλλου, όπως είπα και παραπάνω, θα ήταν άδικο να υποτάξουμε το προϊόν της δουλειάς ενός
καλλιτέχνη σε ένα είδος «επικουρικού» ή «διαμεσολαβητικού» ρόλου.

Μ' αυτά και μ' αυτά, κατέληξα πως όταν έρθει η ώρα να δείξω στα παιδιά μου το βιβλίο του Κυριτσόπουλου, θα τα αφήσω να ταξιδέψουν στην ομορφιά των εικόνων του με οδηγό ενδεχομένως τις λιγοστές αράδες του κειμένου του χωρίς να τους πω κουβέντα για το Σεφέρη. Ίσως στην πορεία, κι ανάλογα με το πώς θα προσλάβουν το ίδιο το βιβλίο, να τους αναφέρω ότι ο κύριος Αλέξης, αυτός ο ίδιος που έδωσε μορφή στο λατρεμένο μας Λούκουλο, διάβασε κάτι όμορφα ποιήματα και, με τον ίδιο τρόπο που ένα παιδάκι αποτυπώνει στο χαρτί τις εικόνες που του γεννά ένα αγαπημένο παραμύθι ή τραγούδι, έκανε τους στίχους παραμύθι και γέμισε ένα βιβλίο με ζωγραφιές εμπνευσμένες από τα ποιήματα αυτά. (Παρεμπιπτόντως, σύμφωνα με τον εκδότη [http://kids.ikarosbooks.gr/publication-details.asp?book=516&filter=new], το βιβλίο απευθύνεται σε παιδιά ηλικίας από πέντε χρονών και πάνω. Χωρίς αφοριστική διάθεση αλλά μάλλον για πραγματολογικούς λόγους, θα το συνιστούσα σε ηλικίες άνω των εφτά.)

Είναι σίγουρο πως αν ήμουν άξια να τραβήξω έστω και μια ίσια γραμμή οι εικόνες που θα ξεχώριζα εγώ μέσα στα ποιήματα του Σεφέρη θα ήταν τελείως διαφορετικές από αυτές του Κυριτσόπουλου: ο γέροντας στην ακροποταμιά, τ' αηδόνια στις Πλάτρες, το δροσερό περιβολάκι πίσω από τα καφασωτά ν' αλλάζει σχήμα, να μεγαλώνει και να μικραίνει, τα τρία κόκκινα περιστέρια μέσα στο φως, το σπίτι κοντά στη θάλασσα, το ναρκωμένο στήθος του πελάγου, το περιβόλι με τα σιντριβάνια στη βροχή, παραπετάσματα βουνών αρχιπέλαγα γυμνοί γρανίτες, ο ασπιδοφόρος ήλιος που ανέβαινε πολεμώντας, τ' ανθισμένο πέλαγο και τα βουνά στη χάση του φεγγαριού, τ' αγάλματα που δεν είναι πια συντρίμμια. Και τόσα άλλα. Καθένας μας προσλαμβάνει με αλλιώτικο τρόπο. Και αλλιώτικα πράγματα. Άλλες οι αναφορές, άλλες οι εμπειρίες, αλλιώτικοι οι χρόνοι, άλλες οι ευαισθησίες. Γι' αυτό άλλωστε και δε φιλοδοξώ να μεταδώσω το μικρόβιο της σεφερομανίας στα παιδιά μου. Όπως και καμίας άλλης προσωπικής μου μανίας. Προτιμάω να τους δίνω τις αφορμές, κι από κει και πέρα να τα βλέπω να χαράζουν δικούς τους, αυτόνομους δρόμους, προσλαμβάνοντας με το δικό τους τρόπο, στο δικό τους χρόνο, τις δικές τους αλήθειες. Αλλά δεν μπορώ να μην τους ευχηθώ να υπάρξει μία έστω φορά στη ζωή τους που ένα βιβλίο, μια μουσική, ένας πίνακας, ένα θεατρικό έργο, μια ταινία, οτιδήποτε τέλος πάντων, θα τους γεννήσει αυτή τη μοναδική συγκίνηση που ένιωσα εγώ το μακρινό εκείνο ανοιξιάτικο πρωινό της εφηβείας μου όταν συναντήθηκα με την ποίηση του Γιώργου Σεφέρη.

*ΟΚ, είμαι κάμποσο και απ' αυτό. Αλλά δεν είναι της ώρας.




 

Παρασκευή 17 Αυγούστου 2012

Ταξιδεύοντας στις λέξεις του κύριου Ευγένιου - Ευγένιος Τριβιζάς, «Ιστορίες με προβοσκίδα»

Εικονογράφηση: Αλέξης Κυριτσόπουλος, Εκδόσεις Κέδρος (από 2,5-3 ετών)


Άργησα πολύ να κάνω μια γνωριμία της προκοπής με τα βιβλία του Ευγένιου Τριβιζά. Στα μισά ακριβώς της δεκαετίας του ’80, όταν ο κύριος Ευγένιος επαναπροσδιόριζε το τοπίο του παιδικού βιβλίου στην Ελλάδα, εγώ εγκατέλειπα το δημοτικό για το γυμνάσιο και με μεγάλη καθυστέρηση βρέθηκα να διαβάζω τα βιβλία του ως… παρένθετη αναγνώστρια δυόμισι δεκαετίες αργότερα.

Έχοντας φάει τρία χρόνια τώρα με το κουτάλι Φρικαντέλες, Φουφήχτρες,  Δόνες Τερηδόνες, Μαυρίκιους Μαυρούληδες, Γκουντούν, Πίκους Απίκους και άλλα θαυμαστά πλάσματα, έχοντας ταξιδέψει στο Νησί των Πυροτεχνημάτων, στη ζούγκλα του Ζουπαζονίου, στο Λιχουδιστάν, στην Κουμασιλάνδη, στη Φρουτοπία και σε τόσα άλλα μαγικά μέρη, νομίζω πως δικαιούμαι πια να μιλήσω για ό,τι περισσότερο έχω αγαπήσει μέχρι στιγμής από τον κόσμο του κύριου Ευγένιου. Σαν παιδάκι συνεπαρμένο από τη νεόκοπη γεωγραφία του. Αλλά και σαν ενήλικη εντυπωσιασμένη από την ικανότητά του να διαχειρίζεται με τόση ευρηματικότητα τα ανεξάντλητα αποθέματα ελευθερίας της παιδικής λογοτεχνίας. Αν υπάρχει λοιπόν κάτι από τον Τριβιζά που κάνει να συναντιούνται μ’ έναν τρόπο αξεδιάλυτο μέσα μου το παιδί κι η ενήλικη, οπωσδήποτε αυτό είναι οι «Ιστορίες με προβοσκίδα», τα τέσσερα βιβλιαράκια με πρωταγωνιστή το Λούκουλο.
Ο Λούκουλος είναι ένας ελεφαντάκος που ζει σε έναν τόπο μαγικό, γεμάτο μπαλονόδεντρα, καταρράχτες λεμονάδας, ρακετοκοράκια, ξεσκονόπουλα, μπανανηδόνια, ελικοπτεροκροκόδειλους και άλλα συναρπαστικά μέρη και πλάσματα. Η λαιμαργία του γίνεται αιτία για μια σειρά από εξωφρενικές περιπέτειες. Να διευκρινίσουμε ότι στον κόσμο του Λούκουλου, έναν κόσμο όπου δε χωράει η λογική, οι ιδιότητες των πραγμάτων μεταβιβάζονται μαγικά –στη βάση της ομοιότητας ή της συμπάθειας– σε εκείνον που τα τρώει: Έτσι, τρως παπαρούνες, κοκκινίζεις, τρως μπαλόνια, πετάς, τρως πυγολαμπίδες, γίνεσαι φωτεινός, τρως βότσαλα, γίνεσαι βαρύς κι ασήκωτος. Κι αυτό συνεπάγεται μπλεξίματα, φασαρίες κι ένα σωρό προβλήματα. Ο Λούκουλος βέβαια πάντα βρίσκει την άκρη μέσα από ξεκαρδιστικές περιπέτειες σε απίθανους τόπους, όπου γνωρίζει πλάσματα αλλόκοτα, όπως φερμουαρόφιδα, συννεφοτροχονόμους και τηλεσκοπικές καμηλοπαρδάλεις. Πολλές φορές οι λύσεις έρχονται με τρόπο τυχαίο, αλλά σημασία έχει ότι το φινάλε πετυχαίνει πάντα τον ήρωά μας παρέα με τα φιλαράκια του στη ζούγκλα να γιορτάζουν μια ακόμα νίκη.
Στα τέσσερα βιβλία του Λούκουλου, όπως και σ’ ολόκληρο το έργο του, ο Τριβιζάς πλάθει ένα σύμπαν γεμάτο τοποθεσίες, πλάσματα, συμπεριφορές, ακόμα και τρόπους λειτουργίας του, τόσο συμπαγή, αυτονόητα και αλληλένδετα, ώστε η πλήρης αποδοχή τους από μέρους του αναγνώστη να είναι αναγκαία προϋπόθεση για να πορευτεί στη συνέχεια μέσα τους, όχι πια ως απλός δέκτης της ιστορίας αλλά ως μυημένος συνένοχος. Έχοντας διακόψει εξολοκλήρου επαφή με τον ενήλικο, πραγματιστή εαυτό του.

Βασικό όπλο του συγγραφέα στο εγχείρημά του αυτό είναι η γλώσσα του, όχι ως διαμεσολαβητικό εργαλείο, αλλά ως συστατικό υλικό ενός κόσμου φτιαγμένου από νέες, ολοκαίνουργες λέξεις, οι οποίες δεν είναι κενά περιεχομένου λογοπαίγνια αλλά η πρώτη ύλη, το καύσιμο που οδηγεί την παιδική, και όχι μόνο, φαντασία σε ένα τοπίο αναπάντεχων νοηματικών παντρεμάτων. Ας πάρουμε την κατά Τριβιζά υδρόγειο: Αρκεί να μπολιάσεις μ' ένα πεπόνι την Ισπανία για να μετατρέψεις ολόκληρη την Ιβηρική σε μυρωδάτο, ζουμερό μποστάνι, να κολλήσεις ένα «Πι» στο Περού για να αρχίσεις τα φταρνίσματα αν τύχει να περνάς από πάνω του με την ιπτάμενη σκάφη σου, να βάλεις ένα Ζ αντί του Σ στη Σαχάρα για να σε πάρουν στη στιγμή τα σιρόπια, για να μην αναφερθούμε στις οροσειρές από αυγά μάτια που βλέπεις να απλώνονται μπροστά σου αν τύχει και στρίψεις το πηδάλιο κατά Αβγατηγανιστάν μεριά. Ένας άλλος κόσμος, χορταστικός, γευστικός και αναπάντεχα ποιητικός.
  
Με τον ίδιο τρόπο, στις «Ιστορίες με προβοσκίδα» τα πλάσματα που συναναστρέφεται ο Λούκουλος είναι απόρροια λεκτικών συζεύξεων που οδηγούν σε άκρως γοητευτικά, πρωτότυπα και… πολυλειτουργικά αποτελέσματα: κοράκια με ενσωματωμένες ρακέτες, πουλιά-ξεσκονιστήρια, καμηλοπαρδάλεις-τηλεσκόπια, δέντρα με μπαλόνια, φίδια που ανοιγοκλείνουν με φερμουάρ κι ό,τι άλλο βάλει ή –κυρίως…– δε βάλει ο νους.

Σε μια χώρα όπου σπανίως ο συγγραφέας και ο εικονογράφος ενός βιβλίου είναι το ίδιο πρόσωπο, έχω αναρωτηθεί πολλές φορές πόσο εύκολο είναι ο δεύτερος να μπορέσει να οπτικοποιήσει ικανοποιητικά τον καρπό της φαντασίας του πρώτου – ειδικά όταν η φαντασία αυτή είναι τόσο οργιώδης. Ένας ακόμα λόγος για τη λατρεία που τρέφω στις «Ιστορίες με προβοσκίδα» είναι ότι ο Αλέξης Κυριτσόπουλος έχει δώσει σχήμα, μορφή και χρώμα σε όλα τα πλάσματα που προέκυψαν από τα γλωσσικά μαγειρέματα του συγγραφέα απλά, ανενδοίαστα και ξεκάθαρα, με τον αυτονόητο τρόπο του μικρού παιδιού που θα έπιανε τις μπογιές του ένα πρωί για να αποτυπώσει χωρίς διαμεσολαβήσεις και δεύτερες σκέψεις τη δική του φαντασία.
Η εικονογράφηση πάντως, εκτός από το να αποτυπώνει τη φαντασία του συγγραφέα, συμβάλλει και στην εφαρμογή μιας βασικής αντίληψής του περί της μη λογικής, αιτιακής σύνδεσης των πραγμάτων: Στον κόσμο του Τριβιζά, τα γεγονότα εκτυλίσσονται χωρίς περίπλοκες και δυσδιάκριτες αιτιακές σχέσεις. Κι όλα είναι προφανή, αυτό ακριβώς που φαίνονται να είναι. Η κοινή λογική γκρεμοτσακίζεται συχνά πυκνά ηττημένη μπροστά στην εξωφρενική αυτή προφάνεια, στην οποία δε χωράνε λογικές εξηγήσεις και ερμηνείες. Έτσι, όταν ο Λούκουλος φτάνει σε αδιέξοδο μην μπορώντας να κατέβει στη γη μετά την κατανάλωση ενός απίθανου αριθμού μπαλονιών, τα αστεράκια στο ουράνιο στερέωμα διευκολύνουν την πλοκή σπάζοντας τα μπαλόνια στην κοιλιά του, αφού τα ίδια δεν είναι ουράνια σώματα αλλά αυτό ακριβώς που δείχνουν πάνω στο χαρτί, μικρά γυαλιστερά σχηματάκια με μυτερές γωνίες. Κάπου αλλού, ένα ενοχλητικό σύννεφο ξηλώνεται και γίνεται κουβάρι, αφού οπτικά παραπέμπει σε αφράτο μαλλί, άρα ποιος μας εμποδίζει να ξεμπερδεύουμε μια και καλή χωρίς να το βασανίζουμε ιδιαίτερα; Στο ίδιο πνεύμα, άλλοτε οι ακτίνες του ήλιου μετατρέπονται σε γαϊτανάκι και το ουράνιο τόξο σε χρωματική παλέτα.
Μεταξύ μας, είμαι βέβαιη ότι η παιδική φαντασία δε θέλει τίποτα περισσότερο από αυτό ακριβώς: έναν καμβά έτοιμο να χωρέσει κάθε λογής χρώματα κι εικόνες, όπου αρκεί ένα μικρό άγγιγμα του χεριού για να πραγματωθεί χωρίς μεσάζοντες και τροχονόμους της σκέψης κάθε απιθανότητα.
Κλείνοντας, να πω –υιοθετώντας κι εγώ έναν τριβιζικό τρόπο αποφώνησης– ότι μια άλλη φορά θα σας διηγηθώ πώς πριν από τρία περίπου χρόνια η δυομισάχρονη τότε κόρη μου κι εγώ γνωριστήκαμε με τη Χαρά και το Γκουντούν της σε ένα φιλόξενο δωμάτιου νοσοκομείου!