Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγγελίδου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγγελίδου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2015

Τα "Μυθολογικά παραμύθια" της Μαρίας Αγγελίδου και του Κώστα Πούλου

 
  • Μαρία Αγγελίδου, Τα βόδια του Γηρυόνη, εικόνες Ίρις Σαμαρτζή, Μεταίχμιο, Αθήνα 2015

  • Μαρία Αγγελίδου, Τα μήλα των Εσπερίδων, εικόνες Ίρις Σαμαρτζή, Μεταίχμιο, Αθήνα 2015

  • Κώστας Πούλος, Το αίνιγμα της Σφίγγας, εικόνες Σοφία Παπαδοπούλου, Μεταίχμιο, Αθήνα 2015

  • Κώστας Πούλος, Το τραγούδι των Σειρήνων, εικόνες Σοφία Παπαδοπούλου, Μεταίχμιο, Αθήνα 2015



Η σειρά «Μυθολογικά παραμύθια», τα τέσσερα πρώτα βιβλία της οποίας κυκλοφόρησαν το καλοκαίρι από το Μεταίχμιο, πετυχαίνει κάτι ιδιαίτερα ενδιαφέρον: Από τη μια, να πιάσει και να ακολουθήσει το κουβάρι παγιωμένων από τη μυθολογική παράδοση ιστοριών χωρίς να τις αλλοιώσει. Και, από την άλλη, προτιμώντας πολύ διαφορετικές διαδρομές, ίσως πιο σκοτεινές και απρόβλεπτες, από την πεπατημένη, να ανιχνεύσει βαθύτερες αιτίες, κίνητρα και επιθυμίες, φτάνοντας ως τα απώτατα βάθη και τις αφορμές του μύθου.

Η Μαρία Αγγελίδου, ας πούμε, στα δυο πρώτα βιβλία της σειράς, Τα βόδια του Γηρυόνη και Τα μήλα των Εσπερίδων, επιλέγει, κατά την προσφιλή της συνήθεια, να αναδιηγηθεί τους δυο αυτούς άθλους του Ηρακλή χωρίς να  εγκλωβιστεί σε μια ξερή καταγραφή των γνωστών γεγονότων: Από τη μια, τα ντύνει με το πλαίσιό τους, διαπλέκοντας με τρόπο γοητευτικό μύθο και αφήγηση, τα ίδια τα συμβάντα και τις προεκτάσεις τους. Από την άλλη, σκάβει μέσα τους, αναζητώντας προθέσεις, αιτίες, ρίζες, κίνητρα. Χωρίς πάντως να βαραίνει το κείμενό της με δυσκολοχώνευτες πληροφορίες, ίσα ίσα, επιλέγοντας ένα υπονομευτικό όσο και αποφορτιστικό χιούμορ για να αναδείξει χαρακτήρες, να απαλύνει με ανθρώπινα στοιχεία τα αδρά ηρωικά μεγέθη και να τονίσει την υπόγεια σχέση μύθου και πραγματικότητας. Εξάλλου, και οι δυο ιστορίες που μας χαρίζει συνδέονται μεταξύ τους, αφού εκκινούν από τα ίδια κίνητρα: Για όλα τα βάσανα και τους κόπους του Ηρακλή, μας λέει η συγγραφέας, κατά βάθος ευθύνεται της γης το χρυσάφι. Αυτό που βασιλεύει σε Δύση και Βοριά. Αυτό που ποθούν ανθρώποι και θεοί. Γιατί κι αυτοί οι δεύτεροι πλασμένοι στα μέτρα των ανθρώπων είναι. Κι οι μύθοι, με τη σειρά τους, δεν αποτελούν παρά ένα κάτοπτρο που, έστω και παραμορφωτικό, σου επιτρέπει να διακρίνεις μέσα του όλα τα σκοτεινά πάθη και τις μύχιες επιθυμίες που αντανακλά. Όσο για την εικονογράφηση της Ίριδας Σαμαρτζή, περιορίζομαι να πω ότι ο τρόπος που συνομιλεί με τη γραφή της Μαρίας Αγγελίδου είναι για μιαν ακόμα φορά μαγικός.
 


 
Κι αν η Μαρία Αγγελίδου διεισδύει στον μύθο κι αναζητά τις απαρχές του, ο Κώστας Πούλος επιλέγει να αντιστρέψει την οπτική του. Έχοντας αναλάβει να μας συστήσει τα τέρατα της μυθολογίας, μας χαρίζει δυο εξαιρετικά ενδιαφέροντα βιβλία όπου μια Σφίγγα και μια Σειρήνα μάς μιλούν σε πρώτο πρόσωπο για τον εαυτό τους και τον ρόλο τους στους αρχαιοελληνικούς μύθους. Η Σφίγγα μάλιστα μας μιλάει με μεγάλη απόσταση από τα γεγονότα. Είναι ένα έκθεμα σε μουσείο. Όσο για τη Σειρήνα του, μπορεί η φωνή της να έρχεται από το μακρινό παρελθόν του μύθου, ωστόσο είναι πολύ αλλιώτικη από εκείνη του τέρατος που είχαμε ως τώρα κατά νου, αφού διαθέτει συναισθήματα, οικογένεια, αναμνήσεις, ευαισθησίες. Αυτή άλλωστε είναι και η πρόθεση του συγγραφέα: αφήνοντας τις αφηγήτριές του να περιγράψουν την καθημερινότητά τους, τη ρουτίνα τους, να καταδυθούν στο παρελθόν τους, να αναθυμηθούν καλές και άσχημες στιγμές, να γυμνωθούν συναισθηματικά μπροστά μας, πετυχαίνει να δώσει υπαρξιακό βάθος στις παραδοσιακές «κακές», υποσκάπτοντας με αυτό τον τρόπο τη μονοσήμαντη ανάγνωση του μύθου. Τα τέρατα αποκτούν διαστάσεις και φωνές ανθρώπινες, καταθέτουν για τα συμβάντα των οποίων γνωρίζουμε ότι υπήρξαν αρνητικοί πρωταγωνιστές τη δική τους, αλλιώτικη εκδοχή, και προειδοποιούν: Η ρίζα των γεγονότων δε βρίσκεται πάντοτε στην τερατώδη όψη όντων και πραγμάτων, αλλά στον τρόπο που εμείς τα διαχειριζόμαστε, τα ερμηνεύουμε και τα αντιμετωπίζουμε. Κάπως έτσι, και στα μυθολογικά παραμύθια του Κώστα Πούλου, ο μύθος μάς αποκαλύπτει την ολωσδιόλου φθαρτή, ανθρώπινή του υπόσταση. Από τη δική της πλευρά, η εικονογράφηση της Σοφίας Παπαδοπούλου, ενσωματώνοντας φωτογραφίες μνημείων και αρχαιοελληνικά μοτίβα, δένει αρμονικά με το κείμενο.


 

 


 

Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2015

Μαρία Αγγελίδου, Οδύσσεια, Η πολυμήχανη ιστορία

Εικόνες: Ίρις Σαμαρτζή, Εκδόσεις Βιβλιόφωνο, Αθήνα 2011





Εν αρχή ην ο μύθος, οι ήρωες κι οι άθλοι τους. Εκεί που αυτοί τελειώνουν, αρχίζει η περιπέτεια, με την αριστοτελική έννοια του όρου, ως αιφνίδια μεταστροφή της τύχης. Ή, αλλιώς, ως ταξίδι σε θάλασσες άγνωστες και κόσμους ανεξερεύνητους. Ως οδύσσεια.

Κάπως έτσι μας εισάγει στην πολυμήχανη ιστορία του Οδυσσέα της η Μαρία Αγγελίδου. Όχι για να μας ξαναπεί τα γεγονότα, ή τουλάχιστον όχι μόνο γι’ αυτό. Αυτά είναι η αφορμή για την περιπέτεια της δικής της αφήγησης. Για την αναζήτηση, πέρα από τα γεγονότα, των ανθρώπων –ποιοι ήταν, αλήθεια, ο Οδυσσέας, οι σύντροφοί του κι όσοι συνάντησαν στον δρόμο τους; ποια συναισθήματα κι επιθυμίες τούς όριζαν, ποιες πληγές γύρευαν να ξεχάσουν;–, αλλά και του σκηνικού, των τόπων – ποια η υφή τους; η μυρωδιά τους; η γεύση τους; ο καιρός τους; το χρώμα τους;

Γιατί αυτό το τελευταίο κυρίως είναι ετούτη η Οδύσσεια: μια ιστορία χρωμάτων. Ένα ταξίδι όχι μόνο σε χρωματιστούς τόπους, αλλά και σε ποικιλόχρωμες ιστορίες. Η συγγραφέας είναι αυτή που επιλέγει κάθε φορά το κυρίαρχο χρώμα, κι η εικονογράφος πατάει πάνω του για να χτίσει κόσμους. Άλλοτε άγριους, άλλοτε παραδεισένιους, άλλοτε φωτεινούς, άλλοτε σκοτεινούς. Κρατάω, ανάμεσα σε άλλες, την υποβλητική εικόνα –άσπρες γραμμές σε μαύρο φόντο– του καραβιού του Οδυσσέα να κατευθύνεται στον κόσμο του Άδη. Ή την υπέροχη εναλλαγή του φωτεινού τιρκουάζ του νησιού της Καλυψώς με το δροσερό γκριζοπράσινο της σκιερής σπηλιάς της. Αλλά και το πανταχού παρόν κοκκινωπό σκαρί του Οδυσσέα, με το ξεφτισμένο πανί του, ζωντανή απόδειξη των περιπετειών και των βασάνων του.

Εκείνων που θα τον οδηγήσουν μόνο και τσακισμένο στο πολυπόθητο τέλος του ταξιδιού. Στην Ιθάκη, που, μην τα ξαναλέμε, σου δίνει το ωραίο ταξίδι κι άλλα δεν έχει να σου δώσει μετά. Ή μήπως δεν είναι έτσι ακριβώς; Ίσως χάριν αυτού του μετέωρου ερωτήματος η συγγραφέας επιλέγει να σταματήσει την αφήγησή της τη στιγμή της άφιξης του ομηρικού βασιλιά στο νησί του. Εκεί που το ταξίδι μοιάζει να τελειώνει αλλά η περιπέτεια επιμένει να συνεχίζεται. Ως διαρκής αναζήτηση κάθε δυνατού κι αδύνατου προορισμού. Αλλά κι ως αναγκαίος όρος κάθε αληθινής ζωής και δημιουργίας.
 
Καλή χρονιά σε όλους, όσο κι αν η μέρα που γράφτηκε τούτη η ανάρτηση δεν είχε πάνω της τίποτα καλό. 
 

Κυριακή 30 Μαρτίου 2014

Μαρία Αγγελίδου, Ιστορίες που τις είπε η αγορά

Εικόνες: Ίρις Σαμαρτζή, Μεταίχμιο, Αθήνα 2013 (από 8 ετών)

 
 
Οι Ιστορίες που τις είπε η αγορά είναι τέσσερα στιγμιότυπα από τα άπειρα που διαδραματίστηκαν στο χώρο αυτό συναγελασμού, εμπορικών συναλλαγών αλλά και ανταλλαγής απόψεων που δέσποσε στην καθημερινότητα της αρχαίας Ελλάδας. Τέσσερα στιγμιότυπα που ορίζουν ένα είδος πορείας μέσα στο χρόνο: η ιστορία του Φείδωνα, του ανθρώπου που έφτιαξε τα πρώτα ελληνικά νομίσματα, κι ας μην ήταν ποτέ τα χρήματα το σπουδαιότερο πράγμα στην αγορά – αυτό ήταν πάντα τα λόγια· απόδειξη για την παντοδυναμία αυτή των λόγων η δεύτερη ιστορία του βιβλίου, αυτή του Αίσωπου, του σκλάβου που έφτασε να γίνει ο διασημότερος παραμυθάς της αρχαιότητας· όπως και κείνη του Σωκράτη, του λιθοξόου που έγινε ο μεγαλύτερος φιλόσοφος του αρχαίου κόσμου μέσα απ’ το διάλογο, την ανταλλαγή λέξεων· αλλά και του Φίλιππου, του λιγομίλητου Μακεδόνα βασιλιά, που η καταλυτική παρουσία του σήμανε με τρόπο μελαγχολικό αν και αναπόφευκτο το τέλος αυτού που η αγορά των ελληνικών πόλεων-κρατών σηματοδότησε εμβληματικά: της πολιτικής ως συλλογικής λήψης αποφάσεων μέσα από την ανταλλαγή απόψεων.
 
Από αυτό το πρίσμα, οι τέσσερις ιστορίες που επέλεξε να αφηγηθεί η συγγραφέας του βιβλίου είναι δηλωτικές μιας ιστορικής διαδρομής: γέννηση-άνθιση-ακμή-πτώση. Ας αφήνουν σκόπιμα στην μπάντα σφοδρές πολιτικές αντιπαραθέσεις, αναλυτικές περιγραφές μαχών και θανατικά. Ας παραλείπουν εμφατικά τις εξαντλητικές αναφορές βιογραφικών στοιχείων των πρωταγωνιστών τους – αυτά άλλωστε τα έχουν τόσοι και τόσοι πει… Ας μη διστάζουν να γίνουν αιρετικές, ανατρεπτικές, σαρκαστικές, ακόμα και προβοκατόρικες. Αυτός είναι εν τέλει ο κόσμος της αγοράς. Ο τρόπος της αγοράς. Λόγια – ναι. Μα λόγια που δε μασκαρεύουν αλλά ξεγυμνώνουν αλήθειες. Λόγια που φωτίζουν αθέατες πλευρές, που απομυθοποιούν, που ζυγίζουν αξίες.
 
 
Πριν από αρκετούς μήνες έγραφα εδώ για τις ιστορίες ενός άλλου αφηγητή, του κυρ πόλεμου. Δύσκολο, ίσως αξεπέραστο να μιλήσει κανείς με τη φωνή του. Ο πόλεμος, βλέπετε, είναι κόντρα ρόλος. Αλλά και αυτή εδώ η γυναίκα τα λέει απίστευτα. Σχεδόν μ' έκανε να τον ξεχάσω, κι ας ήταν μέχρι τώρα ο αγαπημένος μου αφηγητής από αυτή τη σειρά βιβλίων. Στ΄αλήθεια εξαιρετικό εύρημα αυτή η γυναικεία φωνή. Γιατί, για σκεφτείτε, αν η αγορά, όπως και το σύνολο σχεδόν της αθηναϊκής, και όχι μόνο, δημόσιας ζωής, δεν είχε σχεδόν κανένα άρωμα γυναίκας, η απουσία αυτή περνά σχεδόν αόρατη μέσα σε τούτο το βιβλίο, χάρη στην κυρίαρχη μορφή της ίδιας της αφηγήτριάς του: μιας γυναίκας λαϊκής, χειμαρρώδους, πληθωρικής, θυμόσοφης, που κουβαλάει έναν μοναδικό πλούτο εμπειρικής γνώσης, μαζί με γερές δόσεις αυτογνωσίας, σπιρτάδας και αυθορμητισμού. Αυτή εξάλλου είναι η γοητεία της αφήγησης όταν ανακατεύεται με την ιστορία: χωρίς να βάζει τρικλοποδιές στην αλήθεια των γεγονότων, να βρίσκει τον τρόπο να τα ιστορήσει μέσα από ένα αναπάντεχα ευρηματικό και ανατρεπτικό πρίσμα.

 
Μ’ έναν παρόμοιο άλλωστε τρόπο πετυχαίνει και η εικονογράφηση να αποτυπώσει αυτό το πολύμορφο βασίλειο προσώπων, αντικειμένων, λέξεων, εικόνων και ιδεών που αποτελούσε η αρχαία αγορά: θραύσματα γι’ άλλη μια φορά, αλλά και σκιές – όχι μονάχα ό,τι διέσωσε ο χρόνος από το παρελθόν μα και όλα εκείνα που το παρόν, με τη συνδρομή της φαντασίας, προσπαθεί να αναπλάσει· έντονοι χρωματικοί τόνοι, συχνά ευρισκόμενοι σε αντίθεση, αλλά και εστίαση στη λεπτομέρεια, όπως και αφαιρετικά στοιχεία, σε μια προσπάθεια να οπτικοποιηθούν έργα του νου και της φαντασίας πλασμένα μόνο από λόγια. Ένα κράμα, ένα πανέμορφο μωσαϊκό εποχών, χρωμάτων, ιστοριών και ανθρώπων. Ή, αλλιώς, ο πολύχρωμος κόσμος της αγοράς.


Τετάρτη 11 Σεπτεμβρίου 2013

Μαρία Αγγελίδου, Ιστορίες που τις είπε ο πόλεμος

Εικονογράφηση: Ίρις Σαμαρτζή, Μεταίχμιο, Αθήνα 2012 (από 9 ετών)

 
 



Αναρωτηθήκατε ποτέ γιατί, ενώ τα βιβλία μυθολογίας για παιδιά κυκλοφορούν σε αφθονία, τα αντίστοιχα βιβλία ιστορίας είναι αισθητά λιγότερα; Η απάντηση, νομίζω, είναι προφανής: Η μυθολογία σού παρέχει μια ιστορία έτοιμη: υπόθεση, πλοκή, ήρωες, συχνά ακόμα και ηθικό δίδαγμα. Αντιθέτως, η ιστορία, ως παράταξη πραγματικών γεγονότων, και παρά τις αιτιακές συνδέσεις που τη διέπουν, δεν παύει να είναι έρμαιο του τυχαίου, του αναπάντεχου: Σου πεθαίνει, για παράδειγμα, στα καλά του καθουμένου ο βασικός πρωταγωνιστής κι εσύ τρέχεις και δε φτάνεις! Αφήνω τις διαφορετικές ερμηνείες κι εκτιμήσεις, τις αναπόφευκτες συναισθηματικές αποχρώσεις, ακόμα και τις μυστικές ή ασαφείς πτυχές των ίδιων των γεγονότων… 
Η συγγραφέας των Ιστοριών που τις είπε ο πόλεμος φαίνεται πως είχε κατά νου όλες αυτές τις δυσκολίες όταν ξεκίνησε να καταγράψει στιγμές από τους πολέμους Ελλήνων και Περσών σ’ ένα βιβλίο που περιλαμβάνει τέσσερα κεφάλαια: τα τρία πρώτα αφορούν τις μάχες του Μαραθώνα και των Θερμοπυλών και τη ναυμαχία της Σαλαμίνας· το τέταρτο κάνει ένα άλμα στο χρόνο και μας πάει στη μάχη του Αλέξανδρου με το Δαρείο τον Γ’ στα Γαυγάμηλα. Τέσσερις μάχες με τους ίδιους λαούς αντιμέτωπους, αλλά με διαφορετικούς κάθε φορά πρωταγωνιστές, σε διαφορετικές συνθήκες και με διαφορετικούς όρους. Ποια είναι η συνδετική γραμμή ανάμεσά τους; Μα ο κοινός αφηγητής. Που δεν είναι όποιος κι όποιος, αλλά ο καθ’ ύλην αρμόδιος να μιλήσει για τέτοια ζητήματα: ο κυρ Πόλεμος αυτοπροσώπως!
Κι αν κάτι μας ξεκαθαρίζει εξαρχής ο αφηγητής μας, είναι ότι κάθε μάχη είναι ένας άλλος κόσμος, μια άλλη ιστορία. Ότι δεν υπόκειται σε κατηγοριοποιήσεις και κανόνες. Αυτό καθιστούν σαφές και οι τίτλοι των τεσσάρων επιμέρους κεφαλαίων: τα ιστορικά γεγονότα δεν είναι ομοιόμορφες, τυποποιημένες ιστορίες βαλμένες στην αράδα, που περιμένουν από σένα να τις θυμηθείς με βάση μονάχα ονόματα κι ημερομηνίες· καθένα έχει τη δική του, μοναδική υπόσταση: άλλες μάχες κερδίζονται με την τρεχάλα, σ’ άλλες θριαμβεύουν οι νικημένοι και σ’ άλλες οι νικητές, κάποιες άλλες, πάλι, με διαφορετικές προθέσεις ξεκινάνε κι αλλιώς καταλήγουν…
Κάποτε ο τίτλος μπορεί να υποδεικνύει και τον βασικό αφηγηματικό άξονα, το εύρημα εκείνο που μπολιάζει τα ιστορικά γεγονότα μεταλλάσσοντάς τα σε συνεκτικές αφηγήσεις. Όπως γίνεται στην περίπτωση της μάχης που κερδήθηκε τρέχοντας – γνωστής και ως μάχης του Μαραθώνα. Άντε μετά από τόση τρεχάλα να βρεθεί έστω και μισό παιδί που να μην έχει εμπεδώσει αυτό το θαυμαστό επίτευγμα ανθρώπινης θέλησης! Άλλοτε το στίγμα το δίνει μια –φαινομενικά ασήμαντη– λεπτομέρεια, όπως η ιεροτελεστία της φροντίδας της κόμης πριν από τη μάχη, όπως γίνεται στην εξιστόρηση της μάχης των Θερμοπυλών, κι άλλοτε μια χαρακτηριστική φράση ενός ηγέτη που μπορεί να αλλάξει διαμιάς τον ρου των γεγονότων.
Μόνο που στις αφηγήσεις υπάρχουν και τα πρόσωπα, αυτοί που κινούν τα νήματα. Γι’ αυτό και ανάλογη έμφαση δίνεται στην παρουσίαση των ιδιαίτερων χαρακτηρολογικών στοιχείων αλλά και στην αντιπαράθεση της ψυχοσύνθεσης των μεγάλων πρωταγωνιστών (Ξέρξης-Λεωνίδας, αλλά και Ξέρξης-Θεμιστοκλής, όπως και Αλέξανδρος-Δαρείος Γ’). Από κει και πέρα, μες στις αδρές αυτές γραμμές μπορούν να χωρέσουν περίπου τα πάντα: οι ιδιαίτερες συνθήκες των μαχών, οι αναπάντεχες εφορμήσεις του τυχαίου στο ρου των γεγονότων, οι πολιτισμικές διαφορές των λαών, οι θρησκευτικές πεποιθήσεις, ο ρόλος δευτερευόντων προσώπων και γεγονότων. Μπορούν να διαφανούν οι αιτίες – ή έστω κάποιες από αυτές. Αλλά και να αποκατασταθούν παρεξηγήσεις, απόρροια μάλλον συναισθηματικής φόρτισης, όπως η αντίληψη ότι ο Δαρείος ή ο Ξέρξης ήταν βασιλιάδες της πλάκας… Ακόμα και να διατυπωθούν νύξεις για τον τρόπο με τον οποίο γράφεται τελικά η ιστορία – με τις αναφορές στις μάχες που δίνονται στα βάθη των βιβλίων!
Χιούμορ αλλά και κριτική διάθεση, προσήλωση στα γεγονότα αλλά και αποστασιοποίηση από πολεμοχαρείς κι εθνικιστικές εμμονές, μια νηφάλια ματιά μέσα από ένα σύγχρονο αλλά και βαθιά ανθρώπινο πρίσμα.  
Κι ερχόμαστε στην εικονογράφηση: Για την Ίριδα Σαμαρτζή έχω την αίσθηση ότι, όσο ετερόκλητα κι αν είναι τα βιβλία που καλείται κάθε φορά να εικονογραφήσει, έχει την ικανότητα, χωρίς να προδίδει στο ελάχιστο το προσωπικό καλλιτεχνικό της στίγμα, να αποτυπώνει με εκπληκτική ακρίβεια το πνεύμα του εκάστοτε κειμένου. Όχι σχολιάζοντας αλλά συνδημιουργώντας. Εδώ, για παράδειγμα, η εικονογράφηση θυμίζει ανασκαφή: εικόνες αλλά και θραύσματα εικόνων· αναφορές σε αρχαιοελληνικά μοτίβα και τεχνοτροπίες· σπαράγματα χαρτών, αγαλμάτων και αγγείων· αλλά και χρωματικές αντιθέσεις δηλωτικές της αντιπαράθεσης των δύο πολιτισμών. Με δυο λόγια, η αποσπασματικότητα μιας ιστορίας που έφτασε ως τις μέρες μας μέσα από ό,τι κατόρθωσε να διασωθεί από τη μήνι του χρόνου και των ανθρώπων.
Τις Ιστορίες που τις είπε ο πόλεμος τις αγόρασα πριν από λίγους μήνες για να τις δωρίσω σ’ ένα γνωστό μου δεκάχρονο παιδάκι το οποίο απεχθανόταν την ιστορία. Υποψιαζόμουν ότι γι’ αυτή την απέχθεια δεν έφταιγε ούτε η ιστορία ούτε το παιδί, αλλά ο τρόπος με τον οποίο είχαν επιλέξει να του την επιβάλουν: αποστειρωμένη, αποκομμένη από τα πάντα, νεκρή. Εγώ, από την άλλη, ήθελα να του δώσω να καταλάβει πως ό,τι καταγράφηκε ως ιστορικό γεγονός στο πέρασμα του χρόνου έλαβε χώρα όχι σε κάποιο διαστημικό τοπίο ούτε σε μια στιγμή αποκομμένη από το χρόνο, αλλά κάπου εδώ δίπλα, σε μιαν ώρα σαν και τούτη. Ότι εκείνος ο μακρινός Μαραθώνας ήταν ο ίδιος μ’ αυτόν που είχε πάει πολλές φορές για κολύμπι, ότι εκείνη η ηρωική Σαλαμίνα είναι το νησάκι που πετάχτηκε άλλες τόσες φορές για μια κυριακάτικη εκδρομή. Ομολογώ ότι όταν διάβασα το βιβλίο μετά βίας αντιστάθηκα στην παρόρμηση να γράψω γι’ αυτό. Σκέφτηκα να το παρουσιάσω κάποια στιγμή στο μέλλον μαζί με όλα τα υπόλοιπα βιβλία της σειράς. Αν αποφάσισα τελικά να μιλήσω μόνο γι’ αυτό σήμερα, ήταν επειδή, όταν καταστάλαξε η πρώτη εντύπωση στο μυαλό μου, θεώρησα ότι, εντάσσοντάς το σε ένα ευρύτερο σύνολο, θα αδικούσα τη μοναδικότητά του, θα κατέπνιγα ενδεχομένως την αυθεντικότητα της φωνής του αφηγητή του. Αυτής της φωνής που σ’ ένα σημείο του βιβλίου ενδίδει στη συγκίνηση από την απέλπιδα προσπάθεια του Λεωνίδα, των Σπαρτιατών και των Θεσπιέων στις Θερμοπύλες. Και που κάπου αλλού μας υπενθυμίζει, σχεδόν τρυφερά, ότι η «μάχη που κερδήθηκε τρέχοντας» έγινε «μια γλυκιά μέρα του Σεπτέμβρη» σαν και τη σημερινή, σε μια παραλία λίγα χιλιόμετρα από το σημείο όπου γράφονται οι τελευταίες λέξεις αυτής εδώ της ανάρτησης.
 
 
 

 

Σάββατο 15 Δεκεμβρίου 2012

Μαρία Αγγελίδου, Η τρίτη μάγισσα

Εικόνες: Κατερίνα Βερούτσου, σειρά Μικρές Καληνύχτες, Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2012 (από 5 ετών)

 
Επιτρέψτε μου μια μικρή παράκαμψη από τα χριστουγεννιάτικα διαβάσματα, αφού μερικές φορές οι υπόγειες διαδρομές που συνδέουν μεταξύ τους τα κείμενα μας οδηγούν σε αναπάντεχους προορισμούς. Σε αυτό το διακειμενικό παιχνίδι λοιπόν, οι τρεις σύγχρονοι μάγοι της προηγούμενης ανάρτησης με έφεραν πρόσωπο με πρόσωπο με τις τρεις εξίσου σύγχρονες μάγισσες της Μαρίας Αγγελίδου, τις οποίες και σπεύδω να σας συστήσω.

Είναι, που λέτε, μια μαμά μάγισσα, γυναίκα των επιχειρήσεων, δυναμική, πετυχημένη. Κι έχει τρεις κόρες, που τις σπουδάζει, τις μορφώνει για να προκόψουν κι αυτές στη ζωή τους. Οι δυο πρώτες, ακολουθώντας τα χνάρια της μαμάς αλλά και την κλίση τους, διαπρέπουν στις επιχειρήσεις και στη δημοσιογραφία. Κι η τρίτη; Α, αυτή δε φαίνεται διατεθειμένη να διαπρέψει σε τίποτα. Μόνο, γεμάτη περιέργεια, ταξιδεύει, παρατηρεί, ακούει, με έναν τρόπο παράδοξο, είναι η αλήθεια, καθώς οι αισθήσεις της είναι ιδιαίτερα εξημμένες, υπερβαίνοντας τα μέτρα του ανθρώπινου: συνομιλούν με τα στοιχεία της φύσης, με τα πουλιά, με το παρελθόν, με το μέλλον, με το ανέφικτο, με τον κόσμο της φαντασίας. Κι έτσι, η τρίτη κόρη καταλήγει κάποια στιγμή να πλάθει ιστορίες με πλοκή, χρώμα, ήχο, μουσική. Γίνεται σκηνοθέτρια του κινηματογράφου. Ναι, από αυτούς που αποκαλούμε «μάγους της έβδομης τέχνης».

Να σας ξεκαθαρίσω εξαρχής πως οι μάγισσες της Αγγελίδου δεν έχουν καμία σχέση με τις κλασικές μάγισσες των παραμυθιών, αυτές που με άκρως χιουμοριστική και υπονομευτική διάθεση περιγράφει ήδη στην πρώτη σελίδα της ιστορίας της. Γιατί μπορεί κάποτε η λέξη να παρέπεμπε σε πλάσματα που ήταν ο φόβος κι ο τρόμος των μικρών αναγνωστών ή σε δυστυχείς υπάρξεις οι οποίες κατέληγαν παρανάλωμα στο βωμό της στενομυαλιάς, της θρησκοληψίας και του φανατισμού, σε εποχές που οτιδήποτε ξέφευγε από τη νόρμα –ο αλαφροΐσκιωτος κι ο σοφός, ο άνθρωπος με ειδικές ανάγκες κι ο φωτισμένος επιστήμονας, ο πρωτοπόρος καλλιτέχνης κι ο ψυχασθενής, η εκτυφλωτικά όμορφη κι η δύσμορφη γυναίκα–, οτιδήποτε ξεπερνούσε τις αντοχές του ανθρώπινου μέτρου, γινόταν πηγή φόβου, άρνησης, προκατάληψης. Ωστόσο
, η ανθρωπότητα προχώρησε έκτοτε, η ευφυΐα, το επιχειρηματικό δαιμόνιο, η ομορφιά θεωρούνται πλέον προσόντα κι όχι αιτίες αποκλεισμού ή εξόντωσης. Και μάλιστα η λέξη μάγος/μάγισσα απέκτησε θετική, μεταφορική έστω, σημασία: είναι αυτός/αυτή που τα καταφέρνει εξαιρετικά καλά στον τομέα του/της, που κάνει θαύματα στην ιατρική, στην τεχνολογία, στην επιστήμη, στην τέχνη. Πράγματι, οι δυο πρώτες νεαρές «μάγισσες» της ιστορίας μας, ευφυείς, όμορφες και δραστήριες, τα έχουν τόσο καλά καταφέρει ώστε προκόβουν, διαπρέπουν, γίνονται παραδείγματα προς μίμηση. Η υπεροχή τους σε άλλες εποχές μπορεί να εκλαμβανόταν ως πέραν των ανθρώπινων δυνατοτήτων –άρα μαγική με την αρνητική έννοια του όρου–, στο διάβα του χρόνου όμως έχει γίνει κοινωνικά αποδεκτή.

Βέβαια, ας μην περιμένουμε θαύματα: η ανθρωπότητα μπορεί να έπαψε να δαιμονοποιεί και να καίει στην πυρά οτιδήποτε την υπερβαίνει, δεν παύει ωστόσο να αντιμετωπίζει με επιφύλαξη και προβληματισμό καθετί ανοίκειο, τουλάχιστον εν τη γενέσει του. Κι η τρίτη μάγισσα, η διαισθητική, η υπερβολικά ευαίσθητη, η δοσμένη ολοκληρωτικά στο υπερβατικό ταξίδι της καλλιτεχνικής έμπνευσης, φαντάζει στους γύρω της, στην ίδια τη μάνα της, άχρηστη, ακαμάτα, ακόμα και ατάλαντη. Πάντως, αυτή η τρίτη αδερφή φαίνεται να έχει δυνατότητες χωρίς χρηστική αξία μεν αλλά ιδιαίτερα ασυνήθιστες. Κι αν λάβουμε υπόψη ότι μαγεία, στην παραδοσιακή της τουλάχιστον εκδοχή, είναι η επαφή με κόσμους που δεν μπορεί να αγγίξει η ανθρώπινη λογική, η μικρότερη αδερφή είναι η μοναδική από τις τρεις που δικαιούται να της αποδίδεται η ιδιότητα της αληθινής μάγισσας!

Χιούμορ και ανατρεπτική διάθεση, ποιητική γλώσσα αλλά και αιχμηρές αναφορές στην τρέχουσα πραγματικότητα, παρέα με μια μαγική, ιδιαίτερα εκφραστική και πολύχρωμη εικονογράφηση από την Κατερίνα Βερούτσου, ενώνουν δυνάμεις με στόχο να μιλήσουν για το «δικαίωμα στην αχρηστία», στη διανοητική περιπλάνηση, στην καλλιτεχνική αναζήτηση ως στάση ζωής. Να βάλουν ένα μεγάλο ερωτηματικό δίπλα στο κυρίαρχο εκπαιδευτικό μοντέλο της επίδοσης και των μετρήσιμων μεγεθών. Να δείξουν στους αγχωμένους, ανυπόμονους γονείς ότι υπάρχει και εναλλακτικός δρόμος προς την επαγγελματική επιτυχία και καταξίωση, ειδικά όταν αυτή περνά μέσα από τα μονοπάτια της τέχνης. Να υπερασπιστούν την ανάγκη του ιδιαίτερου, καλλιτεχνικά ευαίσθητου παιδιού να αναζητήσει έκφραση και ταυτότητα στους δικούς του ρυθμούς, με το δικό του τρόπο, στο δικό του χρόνο.

Θεωρώ το βιβλίο της Μαρίας Αγγελίδου εξαιρετικά επίκαιρο: Εποχές κρίσης και αδιεξόδων σαν τη δική μας σκέφτομαι συχνά ότι μπορεί να αποτελέσουν, μέσα σ’ όλα τα αρνητικά τους, και εφαλτήριο απεγκλωβισμού από σύνδρομα και προκαταλήψεις περί κοινωνικής και επαγγελματικής καταξίωσης, λειτουργώντας απενοχοποιητικά και κατ’ επέκταση απελευθερωτικά για δημιουργικές δυνατότητες που ενδεχομένως σε άλλους καιρούς να θυσιάζονταν στο βωμό της καλής σχολικής επίδοσης ή της προσοδοφόρας επαγγελματικής επιλογής. Κι επειδή η τέχνη, μέσα από τη μεταμορφωτική, υπερβατική και αποκαλυπτική της φύση, φαίνεται να αποτελεί ένα από τα τελευταία καταφύγια της παλιάς καλής μαγείας, πιστεύω πως κανείς δε βγαίνει χαμένος όταν αποφασίζει να εμπιστευτεί όνειρα, ελπίδες και προσδοκίες στο μαγικό ραβδάκι της.