Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παναγιωτάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παναγιωτάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 25 Οκτωβρίου 2017

Γιώργος Παναγιωτάκης, Λέσχη Αλλόκοτων Πλασμάτων, Βιβλίο 1, Το μυστικό καταφύγιο

Εικονογράφηση: Μυρτώ Δεληβοριά, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2017






Πάντα όταν διαβάζω το πρώτο από μια σειρά βιβλίων σκέφτομαι πόσο ιδιαίτερη διαδικασία πρέπει να συνιστά η συγγραφή του: Πώς άραγε θα μπορέσει ο συγγραφέας να συστήσει τους χαρακτήρες του στο κοινό του, να στήσει πειστικά το σκηνικό του, χωρίς παράλληλα να χάσει το τρένο της δράσης; Ο Γιώργος Παναγιωτάκης, στο πρώτο βιβλίο της σειράς Λέσχη Αλλόκοτων Πλασμάτων που κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες κατορθώνει να αποφύγει αυτό τον σκόπελο, καθώς χαρακτήρες και πλοκή συναντιούνται μέσα από ένα δυναμικό ξεκίνημα καταιγιστικής δράσης, που μάλιστα κατορθώνει να αιχμαλωτίσει διπλά το ενδιαφέρον μας: από τη μια κάνοντάς μας να θέλουμε να μάθουμε τι θα γίνει στη συνέχεια, από την άλλη χτίζοντας βήμα βήμα τις προσωπικότητες των κεντρικών ηρώων, δίνοντάς μας στοιχεία για το παρελθόν τους και συστήνοντάς μας με τον χώρο της δράσης.

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή: η ιστορία περιστρέφεται γύρω από τις περιπέτειες μιας ομάδας παιδιών με παράδοξες –και άσχετες μεταξύ τους– ιδιότητες, που στέλνονται σε ένα πολύ ιδιαίτερο σχολείο το οποίο θα τα βοηθήσει να τις καλλιεργήσουν σε ένα περιβάλλον αποδοχής και αρμονικής συνύπαρξης. Τόσο η μετάβασή τους σε αυτό το μέρος όσο και η διαμονή τους εκεί θα σημαδευτούν από περιπέτειες και νέες προκλήσεις, βοηθώντας τα να γνωριστούν καλύτερα τόσο με τον κόσμο που τα περιβάλλει όσο και με τον εαυτό τους.

Ο συγγραφέας, ενσωματώνοντας το παράδοξο με τον πλέον φυσιολογικό τρόπο σε ένα αρχικά ρεαλιστικό πλαίσιο, παλαντζάρει με άνεση μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, εμβαθύνοντας σταδιακά στη δεύτερη, με τη χρήση μιας σειράς από ενδιαφέροντα υλικά: με έναν τίτλο που εύλογα ανακαλεί τη Λέσχη Αλλόκοτων Επαγγελμάτων του Τσέστερτον, ονόματα προσώπων και τοπωνύμια ποικίλης προέλευσης –να σημειώσω ότι, όπως και στην Αλάστρα, η Περσική Αυτοκρατορία έχει την τιμητική της με τον Δαρείο Μεγάβαζο, αν και την παράσταση κλέβει η εκρηκτική Μήδεια Κρακατόα– και με τις παράδοξες ιδιότητες των χαρακτήρων του, που, πέρα από το ότι συνιστούν ειδοποιά στοιχεία τους, συμβάλλουν στην εξέλιξη αλλά και στη λύση της πλοκής. 

Μια Αλάστρα, λοιπόν, θα έλεγε κανείς, με κάτι από Αταξίες στην τάξη; Οπωσδήποτε όχι. Η Λέσχη Αλλόκοτων Πλασμάτων έχει τη δική της, ξεχωριστή υπόσταση. Αν στην Αλάστρα πραγματικό και φανταστικό συνιστούν δυο διακριτούς κόσμους, εδώ συμφύρονται, τη στιγμή που η περιπέτεια –όχι μόνο σε επίπεδο δράσης, αλλά και εσωτερική, υπαρξιακή– αντικαθιστά τη χιουμοριστική ελαφράδα των Αταξιών. Κι επιπλέον: Μπορεί να είμαστε ακόμα στο πρώτο βιβλίο, ωστόσο, πέρα από τις συστάσεις και τον πρώτο γύρο δράσης, διάσπαρτα στο κείμενο ένα σωρό ερωτήματα, λειψά προσωπικά στοιχεία, πληγές έτοιμες να κακοφορμίσουν, σκοτεινές σκιές του παρελθόντος γυρεύουν απαντήσεις - να άλλη μια βασική διαφορά με τις Αταξίες, εδώ οι γραμμές των ιστοριών μοιάζουν να έχουν συνέχεια. Αναπόφευκτα, επιβάλλεται όταν γράφει κανείς το πρώτο βιβλίο μιας τέτοιου είδους σειράς να έχει και λίγο στο μυαλό του το δεύτερο. Περιμένουμε εναγωνίως.

ΥΓ.: Ατμοσφαιρικό εξώφυλλο, διακριτικές αλλά εντός κλίματος οι βινιέτες της Μυρτώς Δεληβοριά, που εμπλουτίζει με τα σκίτσα της τη μαθητική έκθεση που γεφυρώνει ευρηματικά τα δυο σκέλη της πλοκής στη μέση περίπου του βιβλίου.       



Παρασκευή 28 Αυγούστου 2015

Γιώργος Κ. Παναγιωτάκης, Αλάστρα - Το βιβλίο των δύο κόσμων

Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2015


 
Δυο αδέρφια μεγαλωμένα σε εύπορο αστικό περιβάλλον από γονείς καριερίστες και προσηλωμένους στον υλικό πλούτο, εξαρτημένα από την τεχνολογία και χωρίς καμία επαφή με τη φύση, θα υποχρεωθούν, εξαιτίας κυρίως της απληστίας των γονιών τους, να περάσουν μια βδομάδα στο σπίτι της ιδιόρρυθμης προγιαγιάς τους σε ένα μακρινό και δυσπρόσιτο μέρος ονόματι Βροχερό Βουνό. Η ανάγνωση ενός μυστηριώδους «απαγορευμένου» βιβλίου που η γιαγιά γράφει τις νύχτες θα τα φέρει σε επαφή με έναν άγνωστο, αλλόκοτο κόσμο, τον κόσμο της Αλάστρας, στον οποίο δυο άλλα παιδιά, που τους μοιάζουν εκπληκτικά, παλεύουν για την επιβίωση αλλά και για να μάθουν αν βρίσκονται στη ζωή οι από καιρό χαμένοι γονείς τους. Κι όταν ο Χρήστος και η Βικτώρια βρεθούν ξαφνικά μέσα στον μυστηριώδη κόσμο του βιβλίου και κληθούν να σηκώσουν το βάρος της σωτηρίας της Αλάστρας, θα κατορθώσουν μέσα από μύριους κινδύνους, συναντήσεις με πλάσματα αδιευκρίνιστων προθέσεων και ταξίδια ως εκεί που δε χωράει ο νους, να ξεσκεπάσουν μια φοβερή συνωμοσία και να επαναφέρουν την αρμονία, τη χαρά και τη συναδέλφωση στους κατοίκους του παράξενου αυτού τόπου, οδηγούμενοι παράλληλα μέσα από μια επώδυνη όσο και ασυνήθιστη διαδικασία προσωπικής ωρίμανσης, στον επαναπροσδιορισμό της δικής τους ζωής και των δικών τους αξιών.

Ο Γιώργος Παναγιωτάκης με την Αλάστρα φτιάχνει ένα μυθιστόρημα φαντασίας στο οποίο, παρά τις αναπόφευκτες –και συνειδητές– αναφορές στην παράδοση του είδους, πετυχαίνει να χτίσει έναν κόσμο ολόδικό του συνταιριάζοντας πολλά κι ετερόκλητα υλικά μέσα από έναν γόνιμο και ευφάνταστο συνδυασμό παραδόσεων: Έτσι, δίπλα στα ζωντανά δέντρα ή στο τελώνιο που τόσο έντονα θυμίζει Τόλκιν, έρχονται να προστεθούν στοιχεία από ένα σωρό μυθολογικές και ιστορικές παραδόσεις (αρχαίες όσο και μεσαιωνικές), και μάλιστα μεταπλασμένα με τρόπο συχνά ανατρεπτικό. Εντυπωσιακή, για παράδειγμα, είναι η ποικιλία πηγών από τις οποίες αντλούνται τα ονόματα των χαρακτήρων: αρχαιοελληνικά, βυζαντινά, περσικά, σουμεριακά, αλλά και ονόματα εμπνευσμένα από τον κόσμο των φυτών. Το ευχάριστο και εξωτικό αυτό μείγμα παίζει καθοριστικό ρόλο στην πειστική κατασκευή ενός πρωτότυπου όσο και φανταστικού κόσμου, τη στιγμή που η ελευθερία με την οποία διαχειρίζεται τα συστατικά του ο συγγραφέας τον αποδεσμεύει από παγιωμένα στερεότυπα, οδηγώντας τον στην υπονόμευση αναπόφευκτων αναγνωστικών προσδοκιών, κάτι που βλέπουμε να συμβαίνει τόσο με το τελώνιο που καλείται να οδηγήσει τα δυο παιδιά στο Νησί της Μοίρας όσο και με τις απροσδόκητα ανυστερόβουλες Άρπυιες ή τον ανέλπιστα καλόβολο γκαφατζή Χάροντα.

Πέρα πάντως από την αναμφισβήτητη σημασία του πραγματολογικού και φαντασιακού υποστρώματος στο οποίο πατάει ο συγγραφέας, το μεγάλο στοίχημα ενός βιβλίου σαν την Αλάστρα είναι η ικανότητα διαχείρισης αυτού του σύνθετου υλικού με αφηγηματική αρτιότητα και ισορροπία. Κι αυτό επιτυγχάνεται, στο πρώτο τουλάχιστον μέρος, χάρη στον ισορροπημένο διάλογο της κεντρικής αφήγησης με τα εμβόλιμα αποσπάσματα του μυστηριώδους βιβλίου που γράφει η γιαγιά, συνεπικουρούμενο από τη σωστή δοσολογία περιγραφής και διαλόγου, δράσης και χιούμορ. Παράλληλα, ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος με τον οποίο οι ιδιαίτερες ποιότητες των χαρακτήρων των δυο πρωταγωνιστών επηρεάζουν την εξέλιξη της πλοκής. Ενδεικτικά αναφέρω τα συχνά αγωνιώδη αυτοαναφορικά σχόλια των δυο –περιπλανώμενων πλέον εντός του βιβλίου– παιδιών γύρω από το κατά πόσον οι συμπεριφορές τους είναι συμβατές με το φέρεσθαι των χαρακτήρων ενός μυθιστορήματος. Πέρα από τη χιουμοριστική πινελιά που χαρίζουν στο κείμενο αυτοί οι προβληματισμοί, επιτρέπουν στον συγγραφέα και να θέσει εν αμφιβόλω παγιωμένες μυθοπλασιακές αξίες και πρακτικές, προετοιμάζοντας έτσι το έδαφος για την αναπάντεχη και αρκετά αντισυμβατική οδό που επιλέγει για τη λύση της πλοκής του.

Πολύ πριν φτάσει πάντως σε αυτή τη λύση, στα μισά ακριβώς της άψογα αρχιτεκτονημένης ιστορίας του, ο Παναγιωτάκης μάς χαρίζει την, κατά τη γνώμη μου, κορυφαία αφηγηματικά στιγμή του βιβλίου του, μέσα από την ευφυώς δοσμένη, ιδιαίτερα ευρηματική σκηνή συνάντησης των δυο κόσμων που ως εκείνη τη στιγμή κινούνται παράλληλα μες στο κείμενό του. Μια σκηνή στην οποία ραφές, στεγανά, σύνορα και φυσικοί νόμοι γίνονται χίλια κομμάτια με τρόπο αισθητηριακά καταιγιστικό, υπηρετώντας εκείνο ακριβώς το στοιχείο, την ενότητα της αφήγησης, που θα επιτρέψει σε ήρωες και αναγνώστες να βουτήξουν ανενδοίαστα στη μεγάλη περιπέτεια.