Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δεληβοριά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δεληβοριά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 25 Οκτωβρίου 2017

Γιώργος Παναγιωτάκης, Λέσχη Αλλόκοτων Πλασμάτων, Βιβλίο 1, Το μυστικό καταφύγιο

Εικονογράφηση: Μυρτώ Δεληβοριά, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2017






Πάντα όταν διαβάζω το πρώτο από μια σειρά βιβλίων σκέφτομαι πόσο ιδιαίτερη διαδικασία πρέπει να συνιστά η συγγραφή του: Πώς άραγε θα μπορέσει ο συγγραφέας να συστήσει τους χαρακτήρες του στο κοινό του, να στήσει πειστικά το σκηνικό του, χωρίς παράλληλα να χάσει το τρένο της δράσης; Ο Γιώργος Παναγιωτάκης, στο πρώτο βιβλίο της σειράς Λέσχη Αλλόκοτων Πλασμάτων που κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες κατορθώνει να αποφύγει αυτό τον σκόπελο, καθώς χαρακτήρες και πλοκή συναντιούνται μέσα από ένα δυναμικό ξεκίνημα καταιγιστικής δράσης, που μάλιστα κατορθώνει να αιχμαλωτίσει διπλά το ενδιαφέρον μας: από τη μια κάνοντάς μας να θέλουμε να μάθουμε τι θα γίνει στη συνέχεια, από την άλλη χτίζοντας βήμα βήμα τις προσωπικότητες των κεντρικών ηρώων, δίνοντάς μας στοιχεία για το παρελθόν τους και συστήνοντάς μας με τον χώρο της δράσης.

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή: η ιστορία περιστρέφεται γύρω από τις περιπέτειες μιας ομάδας παιδιών με παράδοξες –και άσχετες μεταξύ τους– ιδιότητες, που στέλνονται σε ένα πολύ ιδιαίτερο σχολείο το οποίο θα τα βοηθήσει να τις καλλιεργήσουν σε ένα περιβάλλον αποδοχής και αρμονικής συνύπαρξης. Τόσο η μετάβασή τους σε αυτό το μέρος όσο και η διαμονή τους εκεί θα σημαδευτούν από περιπέτειες και νέες προκλήσεις, βοηθώντας τα να γνωριστούν καλύτερα τόσο με τον κόσμο που τα περιβάλλει όσο και με τον εαυτό τους.

Ο συγγραφέας, ενσωματώνοντας το παράδοξο με τον πλέον φυσιολογικό τρόπο σε ένα αρχικά ρεαλιστικό πλαίσιο, παλαντζάρει με άνεση μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, εμβαθύνοντας σταδιακά στη δεύτερη, με τη χρήση μιας σειράς από ενδιαφέροντα υλικά: με έναν τίτλο που εύλογα ανακαλεί τη Λέσχη Αλλόκοτων Επαγγελμάτων του Τσέστερτον, ονόματα προσώπων και τοπωνύμια ποικίλης προέλευσης –να σημειώσω ότι, όπως και στην Αλάστρα, η Περσική Αυτοκρατορία έχει την τιμητική της με τον Δαρείο Μεγάβαζο, αν και την παράσταση κλέβει η εκρηκτική Μήδεια Κρακατόα– και με τις παράδοξες ιδιότητες των χαρακτήρων του, που, πέρα από το ότι συνιστούν ειδοποιά στοιχεία τους, συμβάλλουν στην εξέλιξη αλλά και στη λύση της πλοκής. 

Μια Αλάστρα, λοιπόν, θα έλεγε κανείς, με κάτι από Αταξίες στην τάξη; Οπωσδήποτε όχι. Η Λέσχη Αλλόκοτων Πλασμάτων έχει τη δική της, ξεχωριστή υπόσταση. Αν στην Αλάστρα πραγματικό και φανταστικό συνιστούν δυο διακριτούς κόσμους, εδώ συμφύρονται, τη στιγμή που η περιπέτεια –όχι μόνο σε επίπεδο δράσης, αλλά και εσωτερική, υπαρξιακή– αντικαθιστά τη χιουμοριστική ελαφράδα των Αταξιών. Κι επιπλέον: Μπορεί να είμαστε ακόμα στο πρώτο βιβλίο, ωστόσο, πέρα από τις συστάσεις και τον πρώτο γύρο δράσης, διάσπαρτα στο κείμενο ένα σωρό ερωτήματα, λειψά προσωπικά στοιχεία, πληγές έτοιμες να κακοφορμίσουν, σκοτεινές σκιές του παρελθόντος γυρεύουν απαντήσεις - να άλλη μια βασική διαφορά με τις Αταξίες, εδώ οι γραμμές των ιστοριών μοιάζουν να έχουν συνέχεια. Αναπόφευκτα, επιβάλλεται όταν γράφει κανείς το πρώτο βιβλίο μιας τέτοιου είδους σειράς να έχει και λίγο στο μυαλό του το δεύτερο. Περιμένουμε εναγωνίως.

ΥΓ.: Ατμοσφαιρικό εξώφυλλο, διακριτικές αλλά εντός κλίματος οι βινιέτες της Μυρτώς Δεληβοριά, που εμπλουτίζει με τα σκίτσα της τη μαθητική έκθεση που γεφυρώνει ευρηματικά τα δυο σκέλη της πλοκής στη μέση περίπου του βιβλίου.       



Κυριακή 11 Ιουνίου 2017

Θοδωρής Παπαϊωάννου, Το βρήκα! Η μεγάλη εφεύρεση



Εικονογράφηση: Μυρτώ Δεληβοριά, Εκδόσεις Παπαδόπουλος, Αθήνα 2017



Ο Μάξιμος Φλου, γκαφατζής και αφηρημένος εφευρέτης, πασχίζει μάταια χρόνια τώρα να ανακαλύψει την εφεύρεση που βρίσκει ό,τι έχει χαθεί. Συμπαραστάτης του ο σκύλος του ο Μέρφι, ο οποίος υπομένει στωικά τα συνεχή αποτυχημένα ή παντελώς άχρηστα εφευρετικά κατορθώματα του αφεντικού του. Το οποίο αφεντικό, έχοντας μετατρέψει ολόκληρο το σπιτικό του σε χαώδες εργαστήρι, έχει χάσει προ πολλού όχι μονάχα χρήσιμα αντικείμενα αλλά τελικά και τον ίδιο τον εαυτό του. Άραγε θα φέρει η εφεύρεση που τα βρίσκει όλα τη λύση στα προβλήματά του ή μήπως…

Μια ιστορία εφευρετικής τρέλας, ειπωμένη με τη γνωστή αφηγηματική άνεση του Θοδωρή Παπαϊωάννου. Χιούμορ που βγαίνει αβίαστα μέσα από περιγραφές χαρακτηριστικών του ήρωα και καθημερινές καταστάσεις, ένας κεντρικός χαρακτήρας που με τη μονομανία του μας βάζει σε σκέψεις γύρω από την ανθρωπιστική διάσταση της τεχνολογίας και τους κινδύνους που απορρέουν από τη μετατροπή της σε αυτοσκοπό, κι ένα τρυφερό τέλος, που τοποθετεί στο κέντρο της ανθρώπινης ζωής τη φιλία, την ανθρωπιά, την προσφορά στον συνάνθρωπο, πέρα από σύνορα, φυλές και λοιπούς αυθαίρετους περιορισμούς.

Η εικονογράφηση της Μυρτώς Δεληβοριά, σε απαλές αποχρώσεις, επιλέγει σκόπιμα να αποτυπώσει τον κεντρικό ήρωα με χαρακτηριστικά που παραπέμπουν μάλλον σε εφεύρεσή του παρά σε ανθρώπινο πλάσμα, υπαινισσόμενη, νομίζω, την αλλοτρίωση που έχει υποστεί ο μονομανής εφευρέτης. Σε αντίστιξη με τα υπόλοιπα πρόσωπα που εμφανίζονται στο βιβλίο και τα οποία θα σταθούν αφορμή για την επιστροφή του Μάξιμου Φλου στον παλιό, καλό εαυτό του στο αισιόδοξο και ανατρεπτικό τέλος που επιλέγει να δώσει στην ιστορία του ο συγγραφέας.

Τρίτη 18 Απριλίου 2017

Αντώνης Παπαθεοδούλου – Μυρτώ Δεληβοριά, Τικ-τακ – Ρολόγια, ώρα για μάθημα!

Εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2016



Αν ο φόβος του ρολογιού ταλανίζει τα παιδιά, αλλά κι εμάς τους μεγάλους, ειδικά το πρωί, που το ξύπνημα είναι δύσκολο κι αγχωτικό, καλύτερα μη σας πω τι αγωνίες περνάνε τα ίδια τα ρολόγια. Κι ακόμα περισσότερο, τι τραβάει εκείνος ο δόλιος δάσκαλος που έχει επιφορτιστεί με την εγκύκλιο μόρφωσή τους.

Γιατί μη νομίζετε πως τα μικρά ρολόγια είναι καλύτερα από τα νήπια ή τα παιδιά των πρώτων τάξεων του δημοτικού. Ζόρικα και απείθαρχα, τεμπέλικα και πάντα έτοιμα για πλάκες, εριστικά μεταξύ τους και το καθένα με τη δική του, μοναδική άποψη για τον χρόνο. Σαν τα παιδιά, λατρεύουν κι αυτά το διάλειμμα, τις ξάπλες, τις εκδρομές και τα γέλια. Λίγη ρολογογεωγραφία, λίγη ρολογοϊστορία, λίγη ρολογομουσική μπορεί να φέρει το πράγμα σε έναν κάποιο λογαριασμό. Και πάντως να χαρίσει γέλιο και γνώση μαζί στον αναγνώστη.

Το ζητούμενο του βιβλίου πάντως δεν είναι να διδάξει την ώρα στα παιδιά όσο, μέσα από την ευρηματική ταύτισή τους με τα όχι και τόσο μισητά, όπως φαίνεται, ρολόγια, να τα συμφιλιώσει με την ιδέα του χρόνου. Ενός χρόνου που δεν είναι κοινός για όλους. Που διαμορφώνεται ανάλογα με ανάγκες, τόπους, εποχές, συνήθειες. Το κείμενο του Αντώνη Παπαθεοδούλου, πατώντας σταθερά στο αρχικό εύρημα, ξετυλίγεται με απλότητα, ενώ ο έξυπνος διάλογος που αναπτύσσει με την παιγνιώδη εικονογράφηση της Μυρτώς Δεληβοριά προξενεί το αβίαστο γέλιο του αναγνώστη, που βλέπει ρολόγια σε ποικιλία σχεδίων, χρωμάτων και μεγεθών, ντυμένα με ανθρώπινα χαρακτηριστικά, σε διάφορες αναπάντεχες καταστάσεις: ξεχαρβαλωμένα, αποσυντονισμένα, τρελαμένα γενικώς, παίρνοντας έτσι μια μικρή γεύση από τα αόρατα μυστικά της λειτουργίας τους.

Ένα ασυνήθιστο βιβλίο, με μια πρωτότυπη και απενοχοποιητική ματιά στην έννοια του χρόνου, που αξίζει να το ξεφυλλίσετε με την πεποίθηση ότι κανένα ρολόι δε θα ξεχυθεί στο κατόπι σας. Έχουν εξάλλου κι αυτά τα δικά τους…

Δευτέρα 31 Αυγούστου 2015

Αντώνης Παπαθεοδούλου - Μυρτώ Δεληβοριά, Όταν μεγαλώσω μπορώ να γίνω και...

Εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2014

 
 

Πριν από δυο καλοκαίρια ένα μεγαλωμένο πια ξαδερφάκι μάς είχε χαρίσει το εξαντλημένο Φτιάξε τη δική σου παραμυθοσαλάτα της Hilary Robinson σε εικονογράφηση του Nick Sharratt από τις Εκδόσεις Άμμος. Κάθε σελίδα του βιβλίου ήταν χωρισμένη σε τέσσερις φέτες και καθεμιά από τις φέτες περιείχε ένα συστατικό από ένα κλασικό παραμύθι (όνομα ήρωα/ηρωίδας, ρηματική φράση, κι άλλη ρηματική φράση, δευτερεύων χαρακτήρας). Φυλλομετρώντας, ανακατεύαμε κατά το κέφι μας τις φέτες με τα συστατικά, με τις ιστορίες που προέκυπταν να προξενούν ξεκαρδιστικά αποτελέσματα. Μοναδικό μειονέκτημα: Ο αριθμός των ιστοριών που φτιάχναμε ήταν πεπερασμένος, και τα συστατικά γνωστά, άρα το πλαίσιο λίγο πολύ σαφές. Αναπόφευκτα, κάποια στιγμή το παιχνίδι έχασε το ενδιαφέρον του.

Όταν λοιπόν πριν από λίγους μήνες έπεσε στα χέρια μας το Όταν μεγαλώσω μπορώ να γίνω και…, ήμασταν αρκετά εκπαιδευμένοι στη χρήση τέτοιου είδους βιβλίων, αν και, ομολογουμένως, ελαφρώς αγχωμένοι: Τι θα γινόταν έτσι και το βαριόμασταν κι αυτό μετά τα δέκα πρώτα φυλλομετρήματα, όπως μας συνέβη με το βιβλίο της Robinson; Η αλήθεια είναι πως τελικά δε βαρεθήκαμε καθόλου, αλλά, πριν εξηγήσω το γιατί, να σας περιγράψω εν τάχει αυτό το ενδιαφέρον βιβλιοπαιχνίδι: Με κάθε σελίδα του κομμένη σε τρεις αυτή τη φορά φέτες, το βιβλίο των Παπαθεοδούλου-Δεληβοριά σπεύδει να απαντήσει με τρόπο λιτό, ευρηματικό και αρκετά υπονομευτικό στο αγωνιώδες ερώτημα επαγγελματικού προσανατολισμού που διατυπώνουν εκατομμύρια παιδιά αλλά και γονείς ανά τον κόσμο: Στην πρώτη φέτα μάς δίνεται ένα επάγγελμα (δάσκαλος, γιατρός, ψαράς κτλ.), στη δεύτερη συγκεκριμενοποιείται το αντικείμενο εργασίας (πυραύλων, παγωτών κτλ.) και στην τρίτη δηλώνεται ο τόπος του «εγκλήματος» (ένα μουσείο, ο βυθός της θάλασσας, ένα σχολείο κτλ.). Απλοί συνδυασμοί απλών λέξεων, που οδηγούν άλλοτε σε κλασικές κι άλλοτε σε πιο… μεταμοντέρνες επαγγελματικές προτάσεις, με αποτελέσματα άκρως διασκεδαστικά αλλά και εξαιρετικά γόνιμα για τη φαντασία, αφού μπορεί το επάγγελμα, π.χ., του εξερευνητή ναυαγίων στον Ατλαντικό να φαίνεται σχετικά κανονικό, δεν ισχύει όμως το ίδιο όταν έχεις μπροστά σου έναν προπονητή πυραύλων σε μουσείο ή έναν μαέστρο παραθύρων σε εστιατόρια. Εκεί αναπόφευκτα μπαίνεις στον πειρασμό να αναζητήσεις όλους –ή έστω κάποιους– απ’ τους λόγους που οδήγησαν τον περί ου ο λόγος επαγγελματία σε μια τόσο αντισυμβατική επιλογή, να προσπαθήσεις να κατανοήσεις λεπτομέρειες του λειτουργήματός του, αλλά και να διερευνήσεις τις όποιες προοπτικές του σε βάθος χρόνου αλλά και χώρου. Χοντρικά, μπορείς με αφετηρία πέντ’ έξι λέξεις να χτίσεις έναν ολοκαίνουριο κόσμο. Ή μάλλον όχι μόνο έναν: 15.625 εν δυνάμει κόσμοι απλώνονται μπροστά σου, και το ενδεχόμενο να πλήξεις μετά από καμιά κατοστή και βάλε φυλλομετρήματα αποσοβείται οριστικά.

Είναι και η εικονογράφηση της Μυρτώς Δεληβοριά που επιτείνει, από τη δική της πλευρά, την παιγνιώδη διάθεση που σου καλλιεργεί το κείμενο, όντας και η ίδια παιγνιώδης: Στην πρώτη καρτέλα η ίδια πάντα φατσούλα μεταμφιεσμένη ώστε να προσαρμόζεται κάθε φορά στις διαφορετικές ανάγκες του εκάστοτε επαγγέλματος, κι από κει και μετά εικόνες που παραπέμπουν περισσότερο σε παιδικά παιχνίδια παρά στον πραγματικό κόσμο. Η εικονογράφος, με πνευματώδες, διακριτικό χιούμορ κι απλότητα, πρακτικά προσφέρει στο παιδί τα ίδια ακριβώς εφόδια με τα οποία αυτό οικοδομεί καθημερινά φανταστικούς κόσμους στο παιχνίδι του, οδηγώντας το μέσα από οικεία και εύχρηστα υλικά να διερευνήσει τις δυνατότητες νέων νοημάτων χωρίς εντυπωσιοθηρικούς εκβιασμούς.


Έπειτα από εκατοντάδες πηγαινέλα απ’ άκρη σ’ άκρη του βιβλίου παρέα με τα παιδιά μου, μπορώ να πω με σχετική βεβαιότητα ότι σε επίπεδο επαγγελματικού προσανατολισμού δε μας έδωσε πολλά – κάτι που σε καιρούς κρίσης μπορείς να το χαρακτηρίσεις μειονέκτημα, αν και δεν είναι τελικά το ζητούμενο. Κι αυτό όχι μόνο γιατί φοβάμαι –ή κι ελπίζω– ότι τα βλαστάρια μου θα επιλέξουν πολύ πιο τρελά επαγγέλματα απ’ αυτά που περιγράφονται στο Όταν μεγαλώσω μπορώ να γίνω και… Αλλά κι επειδή πιστεύω ακράδαντα ότι πιο συναρπαστική από τη διδακτική χρησιμοθηρία είναι η χαρά του ανέφικτου, η συνάντηση με το παντελώς, γι’ αυτό και πανέμορφα, άχρηστο όπως αυτό μπορεί να υλοποιηθεί μόνο μέσα από τα μάτια των παιδιών. Όσο για τις ουτοπίες, τις ήττες και λοιπά ηρωικά, αυτά λέω για την ώρα να τα χαρίσω σε όσους από μας έχουν από καιρό αυτομολήσει άνευ όρων στο στρατόπεδο της οριστικής ενηλικίωσης.

Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2013

Ιωάννα Μπαμπέτα, Ο βασιλιάς λύκος

Εικόνες: Μυρτώ Δεληβοριά, σειρά "Μικρές καληνύχτες", Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2012 (από 5 ετών)

 
 

Οι λύκοι μαζεύονται να εκλέξουν βασιλιά. Στόχος να βρεθεί ο πιο κακός απ’ όλους, ο οποίος θα είναι και ο καταλληλότερος για τη θέση. Διάφοροι θρασείς τύποι ανεβαίνουν στο βήμα διεκδικώντας την αρχηγία: ο λύκος που έφαγε την Κοκκινοσκουφίτσα και τη γιαγιά της, ένας άλλος, που καταβρόχθισε διαμιάς έξι κατσικάκια, κι ένας τρίτος, αυτός που γκρέμισε τα σπίτια των δύο από τα τρία γουρουνάκια. Καθένας προβάλλει την υπέρμετρη κακία του, την αδυσώπητη λαιμαργία του, το θυμό του ή την τεχνογνωσία που διαθέτει. Με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, το εκλογικό σώμα, ανακαλώντας τα φινάλε των παραμυθιών στα οποία πρωταγωνίστησαν οι επίδοξοι αρχηγοί, όλα άκρως εξευτελιστικά για τους ίδιους, τους βγάζει εκτός κούρσας ηγεσίας. Ώσπου ένα λυκάκι προτείνει να εκλέξουν βασιλιά όχι τον πιο κακό, αλλά τον πιο καλό. Ποιος λύκος όμως είναι αυτός που διαθέτει τόση καλοσύνη;
Ο καλόκαρδος λύκος, θα μου πείτε. Όχι, αυτός είναι από άλλο παραμύθι. Όπως και τα τρία μικρά λυκάκια – κι αυτά σε άλλες σελίδες ενδημούν. Η καλοσύνη των λύκων δεν είναι πράγμα ασυνήθιστο στην παιδική λογοτεχνία τις τελευταίες δεκαετίες. Έτσι, τα στερεότυπα ανατρέπονται και η ανατροπή αυτή γίνεται το όχημα για τη γνωριμία με μια εναλλακτική εκδοχή της πραγματικότητας. Μόνο που στο Βασιλιά λύκο η ανατροπή δεν επέρχεται μέσα από τη ρήξη με τα παραδοσιακά παραμύθια. Ίσα ίσα, εδώ τα ίδια τα παραμύθια στην κλασική τους μορφή γίνονται ο δούρειος ίππος  με τον οποίο η συγγραφέας αποδεικνύει εκ των ένδον ότι οι αυτοπροβαλλόμενοι ως φοβεροί και τρομεροί λύκοι δεν είναι άλλο από ξεδοντιασμένα, ηττημένα ζωάκια. Υπογραμμίζοντας παράλληλα ότι η κακία, ο θυμός κι η μισαλλοδοξία είναι η Κερκόπορτα των λεγόμενων ισχυρών, φέρνοντας πίκρα, αντιπάθεια κι άγρια, αβάσταχτη μοναξιά. Ότι οι διηγήσεις για ηρωικά κατορθώματα του παρελθόντος συχνά δεν είναι άλλο από σκέτα παραμύθια, κι η επίδειξη ισχύος ένα εφεύρημα πανούργων πολιτικάντηδων, σκέτο προπέτασμα καπνού για να αποκοιμηθούν τα πλήθη.
Ανάλαφρο, ευχάριστο κείμενο, που δεν αποφεύγει πάντως να πει δυσάρεστες αλήθειες. Έντονη η παρουσία ομοιοκατάληκτων λέξεων, που πετυχαίνουν να δώσουν έμφαση σε ενδιαφέρουσες νοηματικές συζεύξεις (π.χ., ότι ξέρεις την αλήθεια αν διαβάζεις παραμύθια), χωρίς από την άλλη η συγγραφέας να εγκλωβίζεται στο ανηλεές κυνήγι της μορφικής ή μετρικής πειθαρχίας με το χωρισμό του κειμένου σε στίχους.
Λύκοι σε όλα τα σχέδια, μεγέθη και χρώματα από τη Μυρτώ Δεληβοριά, που μετατρέπει μια μάλλον γκρίζα προεκλογική λυκομάζωξη σε ένα πολύχρωμο σόου γεμάτο μικρόφωνα, επιτραπέζια παιχνίδια, κουκλοθέατρα και λοιπά οπτικά εφέ, όπως η εικαστική –και διόλου ρεαλιστική– ενσωμάτωση των περασμένων «κατορθωμάτων» των λύκων στον τρέχοντα χρόνο της αφήγησης.
 
Όσο για το φινάλε, μπορεί να μη μας κάνει γνωστό το όνομα του νέου βασιλιά, πάντως μας διαβεβαιώνει ότι αν γυρεύεις καλοσύνη θα τη βρεις μονάχα στην ανόθευτη παιδική ψυχή. Το αν βέβαια η συγκεκριμένη λυκοπαρέα, εκτός από καλοσύνη, βρήκε στα λυκόπουλά της και ηγετικά χαρίσματα δεν ξέρω να σας το πω. Αυτό, όπως θα ’λεγε κι η συγγραφέας, είναι άλλο παραμύθι…

Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2012

Μάνος Κοντολέων, Κόκκινο καραβάκι, κόκκινο ποδήλατο

Εικονογράφηση: Μυρτώ Δεληβοριά, Εκδόσεις Ψυχογιός, Αθήνα 2012 (από 7 ετών)

 
 
Όταν ξεκίνησα να διαβάζω παιδικά βιβλία πριν απο τρία χρόνια, δεν αισθάνθηκα ούτε στιγμή ότι αποσυρόμουν σ' ένα απάνεμο λιμάνι αναγνωστικής αγρανάπαυσης, αλλά ότι έβαζα πλώρη για νέες περιπέτειες, ίσως όχι σε τρικυμισμένα νερά δύσβατων αφηγηματικών αναζητήσεων, πάντως σίγουρα σε ανεξερεύνητα μυθικά θαλασσινά βασίλεια. Ενδεχομένως η μοναδική μου επιθυμία στο ξεκίνημα αυτού του ταξιδιού να ήταν η αναβίωση του παιδικού μου ονείρου να ανακαλύψω τη χαμένη Ατλαντίδα. Ενός ονείρου που πάντως δε θα ξαναρχόταν στην επιφάνεια αν δεν του το επέβαλλαν, σχεδόν διά της βίας, τα ίδια τα βιβλία. Αυτά που αποτελούν το αδιάσειστο πειστήριο των ανεξάντλητων δημιουργικών αποθεμάτων της παιδικής λογοτεχνίας. Αυτά που δε σου επιτρέπουν να τα περιχαρακώσεις ηλικιακά, να τα ερμηνεύσεις σχηματικά, να τα αντιμετωπίσεις ως απλοϊκά, μονοσήμαντα λογοτεχνικά προϊόντα.
 
Το πιο πρόσφατο βιβλίο που μας έδωσε ο Μάνος Κοντολέων αποτελεί μια τέτοια περίπτωση. Μπορεί το καραβάκι του τίτλου να μη μας πηγαίνει σε μυθικά, παραμυθένια βασίλεια, μας ταξιδεύει όμως στον εύθραυστο συναισθηματικό κόσμο ενός μικρού παιδιού. Του μικρού Μάνου, ο οποίος, παραμονές Χριστουγέννων, αισθάνεται παραμελημένος και μόνος - πιθανότατα επειδή η μαμά περιμένει αδερφάκι κι ο ίδιος φοβάται ότι το νέο μέλος της οικογένειας θα του κλέψει την αγάπη και το ενδιαφέρον των δικών του. Αναζητώντας ένα στολίδι για το δέντρο της τάξης του, πέφτει πάνω σ' ένα χάρτινο καραβάκι με κόκκινα πανιά, που στο παιδικό μυαλό του γίνεται σύμβολο της δικής του μοναξιάς και θλίψης. Και, σε μια κρίση θυμού, δηλώνει ότι δε θέλει το καραβάκι του να δοθεί μαζί με τ' άλλα στολίδια του δέντρου της τάξης σε φτωχές οικογένειες. Θέλει να το κρατήσει για πάντα δικό του, ωστόσο κανείς δε φαίνεται να τον καταλαβαίνει. Έσχατο καταφύγιο του μικρού Μάνου ο μεγάλος Μάνος, ο παραμυθάς παππούς, που εμφανίζεται την ημέρα των Χριστουγέννων παρέα με την καινούρια του ιστορία, αληθινή, όπως λέει ο ίδιος, κι ωστόσο ημιτελή. Θα είναι ο μικρός Μάνος αυτός ο οποίος θα κληθεί να τη διαβάσει πρώτος και θα αναλάβει να της δώσει τον τίτλο και το φινάλε που ο ίδιος θα αποφασίσει, όταν παρέα με τον παππού θα επισκεφτεί έναν καταυλισμό προσφύγων, όπου το χαμένο κόκκινο καραβάκι του θα τον οδηγήσει, σαν άλλος μίτος της Αριάδνης, σ' ένα μονοπάτι ανθρωπιάς, δοσίματος και αναπάντεχης χαράς.

Σε μια σχηματική, περιχαρακωμένη αφήγηση, εγκλωβισμένη στις αναιμικές γραμμές μιας ιστορίας προορισμένης να λειτουργήσει ως παράδειγμα προς διδαχή, ο μικρός Μάνος θα ήταν ένα κακότροπο, κακομαθημένο παιδί που, αδιαφορώντας για τη φτώχεια και την ανέχεια που το περιβάλλει, δε θα ήξερε τι θέλει και θα βασάνιζε τους δικούς του με παράλογες, εξωφρενικές απαιτήσεις. Το Κόκκινο καραβάκι, κόκκινο ποδήλατο αρνείται τέτοιους απλουστευτικούς αφορισμούς, συνθέτοντας με λεπτές κλωστές ένα πολύχρωμο υφαντό συναισθημάτων που από σελίδα σε σελίδα αποκαλύπτει διαφορετικές ψυχικές διακυμάνσεις και αποχρώσεις. Ο Μάνος μπορεί να το έχει κάπως παρακάνει, να αρνείται πεισματικά να συνεργαστεί με το περιβάλλον του, δεν παύει ωστόσο να είναι ένα ευαίσθητο παιδάκι, φορτωμένο με όλες τις ανασφάλειες, τα άγχη και τους προβληματισμους της ηλικίας του. Τη φτώχεια και την ανέχεια τις έχει ακουστά, δεν έχει όμως πλήρη συναίσθηση του ότι αυτός ο άλλος, ο πρακτικά αφανής κόσμος ανασαίνει αθόρυβα κάπου παραδίπλα του. Είναι το προστατευμένο παιδί που, έχοντας μόνο "εγκυκλοπαιδική" γνώση της δύσκολης πλευράς της ζωής, φοβάται μη χάσει όσα δικαιωματικά κι αυτονόητα του ανήκουν: την αγάπη, τη φροντίδα, το ενδιαφέρον, την ασφάλεια. Ενδεχομένως οι φόβοι του να αποδεικνύονται υπερβολικοί και σίγουρα βρίσκεται σε ασφαλέστερη και πλεονεκτικότερη θέση έναντι άλλων, λιγότερο ευνοημένων από τη μοίρα παιδιών. Μπορεί όμως να του απαγορεύσει κανείς να αισθάνεται πόνο, λύπη, αγωνία, θυμό, τη στιγμή μάλιστα που τα πράγματα δεν είναι εντελώς ξεκάθαρα στο κεφάλι του; Πόσο θεμιτό είναι να βάζεις κοινωνικά και εισοδηματικά κριτήρια στα παιδικά συναισθήματα;

Από τη δύσκολη θέση τον Μάνο θα τον βγάλει ο παραμυθάς παππούς του, η καταλυτική παρουσία του οποίου στην ιστορία υπαγορεύεται από δύο βασικές ιδιότητές του: Από τη μια είναι ο φυσικός του ρόλος, αυτός του παππού, που του προσδίδει μια σχέση συνωμοτικής οικειότητας με τον εγγονό. Ο μεγάλος Μάνος είναι εκείνος που καταλαβαίνει καλύτερα απ' όλους τον μικρό, που τον υποστηρίζει χωρίς επικρίσεις ή επιπλήξεις. Άλλωστε εγγονός και παππούς μοιάζουν, μοιράζονται τον ίδιο χαρακτήρα, τις ίδιες προτιμήσεις. Ο μεγάλος Μάνος είναι η αναφορά, το έρεισμα του μικρού Μάνου στο παρελθόν, ο μικρός, πάλι, είναι για τον μεγάλο Μάνο η προβολή του δικού του εαυτού στο μέλλον.

Βέβαια, ο συγκεκριμένος παππούς έχει κι ένα δεύτερο ρόλο, αυτόν του παραμυθά, του αφηγητή ιστοριών. "Ψεύτη παππού" τον λέει κάθε λίγο και λιγάκι ο εγγονός του, ο οποίος δεν είναι αφελής: Ο παππούς μπορεί να τον παρηγορεί με τις ιστορίες του, ωστόσο η επίγνωση ότι πολλά απ' αυτά που του ιστορεί είναι επινοήσεις της φαντασίας του επαναφέρει συχνά την τρυφερή μομφή στα χείλη του μικρού. Κι όμως, θα είναι ακριβώς η ιδιότητα αυτή του παππού ως δημιουργού ιστοριών που θα αποτελέσει την αφετηρία για την ίαση του μικρού Μάνου από τις ανασφάλειες και τους φόβους. Ή μάλλον για την αυτο-ίαση, αφού ο μικρός θα πάρει τη σκυτάλη της αφήγησης, συμπληρώνοντας ο ίδιος το τέλος της μισοφτιαγμένης ιστορίας που του δίνει ο παππούς να διαβάσει. Με τον τρόπο αυτό, με την εισαγωγή δηλαδή μιας δεύτερης αφήγησης μέσα στην αρχική -και μάλιστα μιας δεύτερης αφήγησης η οποία μας πηγαίνει στο δικό του μακρινό, έστω και πλασματικό, παρελθόν-, ο παραμυθάς παππούς καθορίζει αποφασιστικά την εξέλιξη της πλοκής. Όχι επιβάλλοντας τη λύση, αλλά στήνοντας τον καμβά κι αφήνοντας τον μικρό πρωταγωνιστή του να φιλοτεχνήσει με τα δικά του χρώματα το τέλος.

Ένα τέλος που δεν κινείται σε λογικές ελεημοσύνης: Όσο ανάγλυφα κι αν παρουσιάζεται στο κείμενο η φτώχεια στον καταυλισμό των προσφύγων, οι άνθρωποι που συναντάει ο μικρός Μάνος, με τα σημάδια της βίας και της ανάγκης αποτυπωμένα στα πρόσωπά τους, δεν είναι στερημένοι από αξιοπρέπεια, γενναιοδωρία και αγάπη. Μπορεί ο πιτσιρικάς μας φτάνοντας στον καταυλισμό να μην τυχαίνει της διθυραμβικής υποδοχής που θα περίμενε βασισμένος στα λόγια του παππού, πάντως, πριν ακόμα αποφασίσει να δώσει, παίρνει ο ίδιος ένα καλό μάθημα αδερφικής αγάπης, που θα σηματοδοτήσει και τη δική του συναισθηματική μεταστροφή.

Το κείμενο, λιτό, χαμηλότονο, χωρίς συναισθηματικές εξάρσεις και διάθεση για στράτευση, χτίζει μέσα από τη διαδοχή σκηνών και γεγονότων, υπομονετικά και πειστικά, την κλιμάκωση των συναισθημάτων του μικρού πρωταγωνιστή, και με τους ίδιους ρυθμούς αποτυπώνει τη σταδιακή αποφόρτισή του. Το χιούμορ δε λείπει, δοσμένο μέσα από μια παιδική οπτική -π.χ. στο σημείο που εύχονται στην έγκυο μαμά "Καλή λευτεριά" ο μικρός Μάνος, όπως κάθε φυσιολογικό παιδάκι, αναρωτιέται πότε σκλαβώθηκε η μανούλα-, σ' ένα κείμενο που θα μπορούσε -ή, καλύτερα, θα επιβαλλόταν- να διαβαστεί και από ενήλικες. Όχι μόνο γιατί, όπως και άλλα βιβλία του συγγραφέα, διαρρηγνύει τα στεγανά ηλικιακών οριοθετήσεων, αλλά και επειδή πολλοί από μας θα αναγνωρίσουμε στο μικρό Μάνο τα δικά μας παιδιά, συνειδητοποιώντας τα λάθη μας, τις αβλεψίες μας ή τις εσφαλμένες εκτιμήσεις μας, που συχνά μάς οδηγούν στην υπερπροστασία, στην αποκοπή από την πραγματικότητα, στην υιοθέτηση λογικών θερμοκηπίου.

Όσο για τις ζωγραφιές της Μυρτώς Δεληβοριά, αποδεικνύουν διά της παρουσίας τους ότι η εικονογράφηση ενός παιδικού βιβλίου δεν είναι μια συμπληρωματική, διακοσμητική εργασία, αλλά ένα εικαστικό γεγονός. Εικόνες λιτές, που με τις απλές γραμμές τους και ντυμένες στο κόκκινο, στο θαμπό χρυσό και στ' άλλα χρώματα των Χριστουγέννων, χαρίζουν στον αναγνώστη κάτι από την άδολη, παιδική ματιά του μικρού Μάνου. Με το χάρτινο καραβάκι να επανέρχεται διαρκώς και σε διάφορες παραλλαγές, ως υπόμνηση της μοναξιάς και της θλίψης του μικρού αλλά και ως θεμελιακό στοιχείο της πλοκής.

Πάει μία εβδομάδα από τη μέρα που διάβασα για πρώτη φορά το Κόκκινο καραβάκι, κόκκινο ποδήλατο, κι όταν αναζητάω το αποτύπωμά του μέσα μου, η εικόνα που σχεδόν αυτόματα αναδύεται στο μυαλό μου είναι αυτή του μικρού προσφυγόπουλου στον καταυλισμό που κρατάει στην αγκαλιά του το αδερφάκι του. Μια εικόνα που λειτουργεί ως συνδετική γραμμή με τις αφηγήσεις των γιαγιάδων μου και του πατέρα μου για το πώς τα μεγαλύτερα παιδιά των πολυμελών, φτωχών οικογενειών της Κατοχής, του Εμφυλίου και του μεταπολέμου μεγάλωναν τα μικρότερα αδέρφια τους. Και καθώς η εικόνα αυτή επανέρχεται στο μυαλό μου, δεν μπορώ να μην αναρωτηθώ πώς ένα σημαντικό κομμάτι αυτού του λαού με την τόσο πρόσφατη κι οδυνηρή θητεία στον πόλεμο, στην προσφυγιά και στη μετανάστευση μπόρεσε μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα να απολέσει την ικανότητα να αναγνωρίζει στα πρόσωπα των άλλων τα ίδια εκείνα σημάδια και τις ουλές που άφησε η ιστορία στις μορφές και των δικών του γονιών και παππούδων. Κι αν κάτι προσδοκώ από αυτό το βιβλίο, είναι το ίχνος στο χιόνι από το χάρτινο καραβάκι του μικρού και του μεγάλου Μάνου να οδηγήσει εμάς, τους αναγνώστες του, στη συμφιλίωση με το βολικά ξεχασμένο χτες μας, στη συνειδητοποίηση του σήμερα που επιμένουμε να αγνοούμε και στο αύριο που θα θέλαμε να καθρεφτίζεται στα μάτια των παιδιών μας.