Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κόκκινο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κόκκινο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 14 Απριλίου 2014

Fabrizio Silei, Maurizio A. C. Quarello, Οφσάιντ, Ματίας Ζίντελαρ, Ο Μότσαρτ του ποδοσφαίρου

Μετάφραση: Ελένη Κατσαμά & Φίλιππος Μανδηλαράς, Εκδόσεις Κόκκινο, Καλαμάτα 2014 (από 8 ετών)

 
 

Χρονιά Μουντιάλ η φετινή, και δεν μπορώ να μη σκεφτώ ότι οι περισσότερες από τις σπουδαίες εθνικές ομάδες που έλαμψαν κατά καιρούς στο ποδοσφαιρικό στερέωμα, ανεξάρτητα από το αν τελικά κέρδισαν κάποιον παγκόσμιο ή ευρωπαϊκό τίτλο, είχαν έναν μεγάλο ηγέτη, έναν ποδοσφαιριστή από αυτούς που λέμε ότι κάνουν τη διαφορά, αφήνοντας ανεξίτηλα τα ίχνη του ταλέντου τους στις μνήμες των φιλάθλων. Γι’ αυτό και μιλάμε για τη Βραζιλία του Πελέ, την Αργεντινή του Μαραντόνα, την Ολλανδία του Κρόιφ, τη Γαλλία του Πλατινί ή, αργότερα, του Ζιντάν… Μια τέτοια περίπτωση ποδοσφαιριστή ήταν κι ο Ματίας Ζίντελαρ, ο αποκαλούμενος «χάρτινος άνθρωπος», ένας αέρινος σέντερ φορ, ηγέτης της προπολεμικής μεγάλης εθνικής ομάδας της Αυστρίας. Όταν η Αυστρία «προσαρτήθηκε» στη ναζιστική Γερμανία, ο Ζίντελαρ, παρά τις πιέσεις που δέχτηκε από το χιτλερικό καθεστώς, αρνήθηκε να αγωνιστεί στην ενιαία πλέον εθνική ομάδα των δύο χωρών, ενώ στον αγώνα που διοργανώθηκε για τον «εορτασμό» του Άνσλους, παρά το ότι είχε προσυμφωνηθεί να λήξει ισόπαλος, ο ίδιος σκόραρε το πρώτο από τα δύο γκολ της νίκης των συμπατριωτών του. Η αντιναζιστική του στάση είχε ως αποτέλεσμα τον περίεργο θάνατο του ίδιου και της αρραβωνιαστικιάς του λίγους μήνες αργότερα.

Το βιβλίο Οφσάιντ, από τους δημιουργούς του Λεωφορείου της Ρόζας, εστιάζει στην περίοδο λίγο πριν από τον μεγάλο αγώνα μεταξύ Αυστριακών και Γερμανών και ως τον θάνατο του Ζίντελαρ, παρακολουθώντας τα γεγονότα από την οπτική ενός πατέρα κι ενός γιου, θαυμαστών του Αυστριακού ποδοσφαιριστή. Η απλοϊκή, σχηματική αντίληψη του μικρού Μάρκους, που, με την παιδική του αφέλεια και ποτισμένος από τη ναζιστική προπαγάνδα που δέχεται στο σχολείο του, βλέπει με καλό μάτι την ένωση των δυο εθνικών ομάδων Αυστρίας και Γερμανίας, πιστεύοντας ότι έτσι ο αγαπημένος του ποδοσφαιριστής θα παίζει σε ένα παντοδύναμο σύνολο, αντιπαρατίθεται με τη θεώρηση του αντιστασιακού πατέρα του, ο οποίος προσπαθεί να προσεγγίσει μυστικά τον Ζίντελαρ και να τον πείσει να μην ενδώσει στις πιέσεις των ναζί. Με έντονα χρώματα περιγράφονται η αμηχανία και ο φόβος του πατέρα, που, θέλοντας να προστατέψει τον εαυτό του αλλά και το ίδιο το παιδί του, δεν τολμάει να αποκαλύψει στον γιο του τις απόψεις του. Όσο για τον μικρό Μάρκους, αυτός μόνο όταν δει τον Ζίντελαρ να σκοράρει και να πανηγυρίζει μπροστά στους ναζί, ξεσηκώνοντας ένα ολόκληρο στάδιο γεμάτο συμπατριώτες του, θα αρχίσει επιτέλους να αφυπνίζεται.
Εξαιρετική γι’ άλλη μια φορά εικονογράφηση, η οποία, με κινηματογραφική λεπτομέρεια και ένταση, αποτυπώνει όχι μόνο μορφές αλλά και την ατμόσφαιρα μιας ολόκληρης εποχής. Έντονα συναισθήματα στα πρόσωπα, παιχνίδι με τις φωτοσκιάσεις, το κόκκινο της στολής του Ζίντελαρ και το πράσινο του γηπέδου, το κιτρινισμένο φύλλο μιας εφημερίδας… Κι η αέρινη μορφή του «χάρτινου ανθρώπου», του Μότσαρτ του ποδοσφαίρου, να κυριαρχεί, εύγλωττη αν και στο μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου σιωπηλή.
Ξαναγυρνάω εκεί απ’ όπου ξεκίνησα: στο επερχόμενο Μουντιάλ, στους μεγάλους αστέρες της στρογγυλής θεάς, στο χορό των γκολ και των δισεκατομμυρίων που γι’ άλλη μια φορά θα στηθεί. Ουκ ολίγες φορές έχουμε δει μεγάλες αθλητικές επιτυχίες να γίνονται μοχλός χειραγώγησης, κουκουλώματος κοινωνικών προβλημάτων, εθνικιστικού παραληρήματος από απολυταρχικά καθεστώτα. Πάνω κάτω ό,τι επιχείρησε να κάνει κι ο Χίτλερ τη δεκαετία του ’30 – κι ας του χάλασαν τη σούπα άλλοτε ο Ζίντελαρ στο ποδόσφαιρο, άλλοτε ο Τζέσσε Όουενς στο στίβο. Δε θα ’ταν λοιπόν καθόλου κακή ιδέα τις μέρες του φετινού Παγκόσμιου Πρωταθλήματος Ποδοσφαίρου να εφοδιάσουμε τους μικρούς ποδοσφαιρόφιλους με το βιβλίο των Silei-Quarello. Για να γνωρίσουν έναν πολύ μεγάλο ποδοσφαιριστή του παρελθόντος. Αλλά και για ν’ αγαπήσουν μ’ έναν άλλο τρόπο αυτό το υπέροχο άθλημα.  
 
 

 

Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2014

Fabrizio Silei - Maurizio A. C. Quarello, Το λεωφορείο της Ρόζας

Μετάφραση: Δημήτρης Λυμπερόπουλος, Εκδόσεις Κόκκινο, Καλαμάτα 2011 (από 8 ετών)



Ένας Αφροαμερικανός παππούς επισκέπτεται με τον εγγονό του το Μουσείο Χένρυ Φορντ στο Ντιτρόιτ για να τον ξεναγήσει σε ένα και μοναδικό έκθεμα, το παλιό λεωφορείο της γραμμής Κλίβελαντ Άβενιου στο Μοντγκόμερυ της Αλαμπάμα, και να του διηγηθεί μια αληθινή ιστορία που έμελλε να αλλάξει τη μοίρα μιας ολόκληρης χώρας: Αλαμπάμα, αμερικανικός Νότος, ρατσισμός, Κου Κλουξ Κλαν. Οι μαύροι ζουν μια ζωή παράλληλη με κείνη των λευκών. Διαφορετικά σχολεία, διαφορετικά μαγαζιά, ακόμα και διαφορετικά ουρητήρια! Στο λεωφορείο μπορούν να καθίσουν σε συγκεκριμένες θέσεις υπό την προϋπόθεση ότι δεν υπάρχει λευκός όρθιος. Ως την ημέρα του Δεκέμβρη του 1955 που στο συγκεκριμένο λεωφορείο μια γυναίκα, η Ρόζα Παρκς, αρνείται να δώσει τη θέση της σε λευκό! Ο παππούς, που έχει ήδη παραχωρήσει φοβισμένος τη δική του θέση, βλέπει την αστυνομία να συλλαμβάνει τη γυναίκα, μένοντας απλός και άβουλος θεατής. Και μόνο όταν η πράξη της Ρόζας θα αποτελέσει το εφαλτήριο για την κινητοποίηση των μαύρων και την καλυτέρευση των συνθηκών ζωής τους, ο ίδιος, με ανάμεικτα αισθήματα ντροπής για τη δική του ατολμία και θαυμασμού για τη σπουδαία αυτή γυναίκα, θα αντιληφθεί ότι έχασε για πάντα το λεωφορείο της ιστορίας.

Η πρωτοπρόσωπη, συναισθηματικά φορτισμένη αφήγηση του παππού, που εκτείνεται στο μεγαλύτερο τμήμα του κειμένου, προσδίδει βιωματική ένταση και αμεσότητα στα γεγονότα, ενώ ο αντιηρωικός χαρακτήρας του απλού θεατή της ιστορίας, τονισμένος από τα αισθήματα πικρίας και ενοχής για την αδυναμία του, υπογραμμίζει αντιστικτικά τη δύναμη του χαρακτήρα και την αποφασιστικότητα της Ρόζας. Η συγγνώμη του προς τον εγγονό του για το χρέος που ο ίδιος δεν είχε την τόλμη να επιτελέσει απέναντι στις μελλοντικές γενιές βρίσκει την τρυφερή αποδοχή του μικρού – δεν είναι όλοι οι παππούδες πλασμένοι για ήρωες, αλλά αυτό δε μειώνει στο ελάχιστο την αγάπη του παιδιού για κείνον.  

Εξαιρετική εικονογράφηση, όπου το παιχνίδι ανάμεσα στο ασπρόμαυρο και στο έγχρωμο παραπέμπει στην εναλλαγή εικόνων απ’ το παρελθόν και το παρόν, με συμβολικές νύξεις στην γκρίζα πραγματικότητα της δεκαετίας του ’50 και στην πιο φωτεινή σημερινή. Πλάνα απ’ το 1955 μακρινά, πρόσωπα που δεν κοιτάζουν τον αναγνώστη, πλάτες γυρισμένες, μορφές ασαφείς, με τον εικονογράφο να εστιάζει επίμονα μονάχα στη φυσιογνωμία της Ρόζας: στο ήρεμο, αποφασισμένο βλέμμα της, στα χείλη της καθώς προφέρουν το «Όχι». Αλλά και ο σημερινός ανώνυμος αφηγητής, ο παππούς, ο κομπάρσος της ιστορίας, αφηγείται με κατεβασμένο βλέμμα και μισοκρυμμένα χαρακτηριστικά. Ίσως από ντροπή. Ίσως σε μια υπόμνηση του ότι η μορφή του δε θα διασωθεί απ’ το χρόνο, η φωτογραφία του δε θα κοσμήσει κανένα μουσείο. Ίσως κι από το βάρος της γνώσης ότι η ιστορία κάνει μία και μοναδική φορά ένα φευγαλέο πέρασμα στη ζωή μας, με τον ίδιο αναπάντεχο τρόπο που εμφανίζονται προς στιγμήν στην αφήγησή του ένας πάστορας που λεγόταν Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και στο πρωτοσέλιδο της εφημερίδας που διαβάζει η φωτογραφία ενός άντρα ονόματι Μπαράκ Ομπάμα.

Σάββατο 4 Ιανουαρίου 2014

Beatrice Alemagna, Το γιγάντιο πραγματάκι

Μετάφραση: Γιώργος Κουραβέλος, Εκδόσεις Κόκκινο, Καλαμάτα 2011 (από 4 ετών)






Λυπούμαι γιατί άφησα να περάσει ένα πλατύ ποτάμι
μέσα από τα δάχτυλά μου
χωρίς να πιω ούτε μια στάλα.
 
Γ. Σεφέρης, Μυθιστόρημα 


Τι είναι αυτό το άπιαστο, φευγαλέο, απειροελάχιστο, ονειρικό, ανέλπιστο, αφανές, κάποτε τρομακτικό, άλλοτε παιχνιδιάρικο γιγάντιο πραγματάκι; Αυτό που άλλοτε κατοικεί μέσα μας κι άλλοτε κρύβεται σε μια ξένη αγκαλιά, σ’ ένα ανεπαίσθητο άγγιγμα ή στην παρακάτω γωνιά; Αυτό που δεν αποκτιέται, δεν αγοράζεται, δεν κυνηγιέται, δε γίνεται κτήμα κανενός; Αυτό που άλλοτε μας ξανακάνει παιδιά, άλλοτε μας πλημμυρίζει νοσταλγία και συγκίνηση και κάποτε μας αφήνει αποκαμωμένους απ’ τη μάταιη αναζήτησή του;

Η Beatrice Alemagna σ’ αυτό το πανέμορφο εικονογραφημένο βιβλίο για όλες τις ηλικίες καταπιάνεται με τον ορισμό αυτού που αποκαλούμε ευτυχία, πετυχαίνοντας να αποτυπώσει στη συνείδηση του αναγνώστη, μικρού ή μεγάλου, αν όχι αυτό που είναι ή που δεν είναι η ευτυχία, τουλάχιστον κάτι από την αύρα της. Η Alemagna συνθέτει την ιστορία της βάζοντας δίπλα δίπλα πολλές μικροσκοπικές ψηφίδες, θαρρείς στην τύχη διαλεγμένες: Προσωπικές ιστορίες και κοινές εμπειρίες διαφορετικών ανθρώπων. Τυχαία συναπαντήματα και μάταιες αναζητήσεις. Ιστορίες απώλειας και ιστορίες ανέλπιστης χαράς. Στιγμές διεσταλμένες που ζυγίζουν όσο μια ζωή και ζωές συμπιεσμένες ώστε να χωράνε σε μετρήσιμα μεγέθη. Ένα καλειδοσκόπιο στιγμών και συναισθημάτων.

Και εικόνων. Χρωμάτων. Συνάντησα αυτές τις υπέροχες εικόνες ένα σεπτεμβριάτικο απογευματάκι σ’ έναν υπαίθριο πάγκο γεμάτο βιβλία. Τις χάζεψα μία μία, κι εκεί, μέσα σ’ ένα σαματά από πιτσιρίκια και μουσικές, με περαστικούς να με σπρώχνουν κι ένα παιδικό χεράκι να με τραβάει επίμονα, οι ζωγραφιές της Alemagna –προπαντός ένα κόκκινο τούβλινο σπίτι και το ζεστό πράσινο ενός κήπου, κάτι πολύχρωμα μπαλόνια και δυο τρία υπέροχα μοβ δέντρα, όλα σε τόσο κραυγαλέα χρωματική αντίστιξη με το συναίσθημα της απώλειας που κυριαρχούσε στο κείμενο το οποίο τα συνόδευε– φωτίστηκαν αλλιώς από τις τελευταίες ακτίνες του φθινοπωρινού ήλιου. Σ’ εκείνο το απειροελάχιστο χρονικό διάστημα που όλος ο κόσμος είχε προλάβει να χωρέσει μέσα σ’ ένα βιβλίο, ήξερα πως είχα ζήσει μια στιγμή σπάνιας αναγνωστικής –ή μπορεί και σκέτης– ευτυχίας.

Καλή χρονιά, καλά διαβάσματα!

Τετάρτη 27 Νοεμβρίου 2013

Marie Colmont - Olivier Tallec, Μίσκα, Ένα χριστουγεννιάτικο παραμύθι

Μετάφραση: Φίλιππος Μανδηλαράς, Εκδόσεις Κόκκινο, Καλαμάτα 2013 (από 3 ετών)





Ένα από τα μεγαλύτερα αμαρτήματα αυτού του μπλογκ –αν και οπωσδήποτε όχι το μοναδικό– είναι η παντελής απουσία του ονόματος του Olivier Tallec από τις αναρτήσεις του. Γι’ αυτό και η σημερινή παρουσίαση της ιστορίας της Marie Colmont με τις εικόνες του σπουδαίου αυτού εικονογράφου λειτουργεί και ως ένα είδος εξιλέωσης…

Αφήνοντας στην άκρη τα αναγνωστικοϋπαρξιακά μου, να σας πω ότι ο Μίσκα του τίτλου είναι ένα λούτρινο αρκουδάκι που, απαυδισμένο από την άθλια συμπεριφορά της ιδιοκτήτριάς του, της Ελισάβετ, τα μαζεύει χριστουγεννιάτικα από το δωμάτιό της και δραπετεύει στο δάσος. Γοητευμένος από την πρωτόγνωρη ελευθερία που βιώνει, απολαμβάνει κάθε στιγμή της περιπλάνησής του, ώσπου μια τυχαία συζήτηση που ακούει του γεννά την επιθυμία να κάνει, μέρα που είναι, μια καλή πράξη. Στο δρόμο του θα συναντήσει το έλκηθρο του Αϊ-Βασίλη, και το λούτρινο παιχνιδάκι θα βρεθεί να μοιράζει μαζί μ’ έναν τάρανδο παιχνίδια στα παιδιά. Μόνο που κάποια στιγμή, όταν τα παιχνίδια στερέψουν, ο Μίσκα θα πρέπει να επιλέξει ανάμεσα στη νέα ελευθερία του και στο να δώσει χαρά σ’ ένα φτωχό παιδί επιστρέφοντας στον παλιό καλό του ρόλο, αυτόν του παιχνιδιού.

Έξυπνο το εύρημα της Colmont να ζωντανέψει ένα κακοπαθημένο λούτρινο ζωάκι, κάνοντας το παιδί αναγνώστη να προβληματιστεί πάνω στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει το ίδιο τα παιχνίδια του, αλλά και ευφυές το δίλημμα που θέτει ανάμεσα στο παράδοξο της ελευθερίας που βιώνει το ψεύτικο αρκουδάκι στο φυσικό περιβάλλον μιας αληθινής αρκούδας και στο ενδεχόμενο επιστροφής του στη «σκλαβιά» ενός σπιτιού που αφενός δεν ανήκει στην κακότροπη ιδιοκτήτριά του, αφετέρου είναι ο φυσικός του χώρος.

Και πάνω σ’ αυτό ακριβώς το εσωτερικό δίλημμα έχω την αίσθηση ότι χτίζει ο Olivier Tallec ολόκληρη την εικονογράφησή του. Πριν προχωρήσω, να σας πω ότι ο Μίσκα της Marie Colmont πρωτοκυκλοφόρησε στη Γαλλία πριν από εβδομήντα δύο χρόνια, το 1941, με εντελώς διαφορετική εικονογράφηση. Στη νέα έκδοση, του 2011, ο Tallec αναλαμβάνει το βάρος να δώσει στο κείμενο μια νέα αύρα, ενδεχομένως να το φωτίσει διαφορετικά, σεβόμενος ωστόσο το πνεύμα του. Ένα πνεύμα που, για παράδειγμα, δεν του αφήνει τα περιθώρια να μας χαρίσει μια χρωματική πανδαισία ανάλογη του πρώτου κυρίως βιβλίου του Μικρού και του Μεγάλου Λύκου. Το τοπίο εδώ είναι χειμωνιάτικο, κι ο Μίσκα μια μικροσκοπική φιγούρα στο αχανές δάσος: γκρίζοι κορμοί, παιχνίδι με τις φωτοσκιάσεις και τις αποχρώσεις του μπλε και του λευκού. Κι όπου δίνεται η ευκαιρία, ένα φωτεινό κόκκινο να χαρίζει λίγη αισιοδοξία κι ελπίδα. Κάπως έτσι επιλέγει να αποτυπώσει ο Tallec την ανασφάλεια, τη μοναξιά, το επικείμενο «Και τώρα τι;» που διατρέχουν τη φαινομενικά ανέμελη περιπέτεια του Μίσκα, υπογραμμίζοντας το παράταιρο και εφήμερο της παρουσίας του στο δάσος.

Αν πάντως θεωρείτε ότι αυτή η εικονογραφική επιλογή αποπνέει κάποια μελαγχολία, εγώ θα αντέτεινα πως προετοιμάζει εξαιρετικά το έδαφος για την –περίπου αυτονόητη– τελική απόφαση του ήρωα, αυτή που θα σηματοδοτήσει ενδεχομένως μια νέα, καλύτερη αρχή στη ζωή του, καθιστώντας τον πηγή παρηγοριάς αλλά και αντικείμενο φροντίδας από ένα παιδί που θα τον έχει αληθινά ανάγκη.


Το εξώφυλλο της αρχικής έκδοσης (εικον. Fédor Rojankovsky)
 

Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2013

Έγκλημα και τιμωρία ή τα χαμένα καπέλα του Jon Klassen (από 4 ετών)

Jon Klassen, Θέλω πίσω το καπέλο μου, μετάφραση Μαρία Τοπάλη, Εκδόσεις Κόκκινο, Καλαμάτα 2012

 
 

 
 

Ένας ελαφρώς νυσταλέος αρκούδος ψάχνει το χαμένο καπέλο του. Στο μόνιμο, επαναλαμβανόμενο ερώτημά του «Μήπως είδες το καπέλο μου;» απαντούν μια σειρά από ζώα. Τα περισσότερα λένε ότι δεν το έχουν δει, κάποια άλλα ισχυρίζονται ότι δεν ξέρουν καν τι είναι καπέλο ή ότι έχουν δει κάπου, κάποτε ένα άλλο καπέλο. Ένα απ’ αυτά ψεύδεται, και μάλιστα απροκάλυπτα. Ο αρκούδος θα χρειαστεί κάποιο χρόνο και λίγη βοήθεια για να το αντιληφθεί. Κι όταν το καταλάβει, θα φροντίσει να βάλει τα πράγματα στη θέση τους.
Αυτό είναι το Θέλω πίσω το καπέλο μου του Jon Klassen. Μια κατά βάθος νουάρ ιστορία βασισμένη σ’ ένα διάλογο όπου όσα λέγονται δεν ισχύουν κατ’ ανάγκη, και σε μια μινιμαλιστική εικονογράφηση που δεν αποκαλύπτει φόρα παρτίδα εκφράσεις και συναισθήματα –αρκεί να προσέξουμε ότι οι ήρωες της ιστορίας έχουν μιλιά αλλά δεν έχουν στόμα κι οι όποιες μεταπτώσεις τους δηλώνονται μόνο από κάτι αδιόρατες κινήσεις των ματιών–, ωστόσο, άλλοτε διακριτικά κι άλλοτε πιο έκδηλα, φέρνει στο φως όσα ο διάλογος κρύβει ή διαστρέφει.
Στην περίπτωσή μας πάντως, ο… κυρίως ρουφιάνος της υπόθεσης είναι το χρώμα, τόσο στην εικονογράφηση όσο και στο κείμενο. Έτσι, ενώ και στις εικόνες και στις γραμματοσειρές κυριαρχούν οι μουντές αποχρώσεις πάνω σε ένα ανοιχτόχρωμο φόντο, η χρήση του κόκκινου σε συγκεκριμένα σημεία γίνεται αποκαλυπτική συναισθημάτων, διαθέσεων αλλά και γεγονότων: Για παράδειγμα, η εμφάνιση του κόκκινου καπέλου στην εικόνα  που ο αρκούδος συναντά το δράστη ξεσκεπάζει το ψέμα του δεύτερου, ενώ η επαναλαμβανόμενη παρουσία του στις τελευταίες σελίδες το παγιώνει στη συνείδησή μας ως σύμβολο του –όποιου– εγκλήματος και του –όποιου– ψεύδους επιστρατεύεται για να το καλύψει. Το θρασύ εμπαιγμό και την απροκάλυπτη ενοχή υπογραμμίζει και η χρήση κόκκινης γραμματοσειράς για να αποτυπωθούν οι ψευδείς ισχυρισμοί του δράστη, ενώ ένα εξολοκλήρου κόκκινο φόντο σε μια συγκεκριμένη σελίδα γίνεται δηλωτικό της συνειδητοποίησης της αλήθειας από τον εξαπατημένο ιδιοκτήτη και της άγριας οργής που αυτή συνεπάγεται.
Στο φινάλε, το έγκλημα δεν επιφέρει απλώς τη δίκαιη τιμωρία αλλά κάτι πολύ χειρότερο από αυτή. Θα το υπονοήσει ευφυώς η εικόνα, την ώρα που το κείμενο, με ειρωνική διάθεση, θα μας θυμίσει ότι όλοι οι δράστες όλων των εγκλημάτων σ’ αυτό τον κόσμο επιμένουν να χρησιμοποιούν τις ίδιες πάντα δικαιολογίες. Όπως κι ότι, με τον ίδιο τρόπο που οι λέξεις δε λένε πάντα την αλήθεια, έτσι κι ο φαινομενικά άκακος κι αφελής κρύβει συχνά μέσα του έναν εν δυνάμει εγκληματία…

 

Jon Klassen, Αυτό δεν είναι το καπέλο μου, μετάφραση Γιώργος Κουραβέλος, Εκδόσεις Κόκκινο, Καλαμάτα 2013 

 
 
Ομολογώ ότι δεν έχω δει πιο ανατρεπτική συνέχεια βιβλίου από αυτή που μας έδωσε πρόσφατα ο Jon Klassen με το Αυτό δεν είναι το καπέλο μου. Ένα βιβλίο που κυριολεκτικά φέρνει τα πάνω κάτω. Αρχής γενομένης από τη φράση του τίτλου, η οποία δεν είναι η απλή διαπίστωση κάποιου που αίφνης ανακάλυψε ότι φοράει λάθος καπέλο – είναι ομολογία, και μάλιστα ενοχής! Γιατί η οπτική εδώ είναι ανεστραμμένη σε σχέση με το προηγούμενο βιβλίο: τα γεγονότα είναι δοσμένα από την πλευρά του δράστη. Αλλά κι ο κόσμος στον οποίο διαπράττεται το νέο έγκλημα δε βρίσκεται πάνω στη γη αλλά κάτω απ’ το νερό. Ακόμα και το σχήμα του βιβλίου είναι αναποδογυρισμένο, αφού, αντί για κάθετο, είναι οριζόντιο, για να φιλοξενήσει ζώα που δε διαθέτουν ύψος αλλά μήκος. (Καθότι, ναι, όπως θα αντιληφθήκατε, και οι ήρωες αυτού του βιβλίου καμία σχέση δεν έχουν με εκείνους του προηγούμενου…) Ανατροπή και στο χρώμα, καθώς εδώ κυριαρχεί το μαύρο φόντο για να αποδώσει το τοπίο του βυθού. Πάνω σ’ αυτό το μαύρο ο Jon Klassen τοποθετεί ψάρια και φυτά σε μεταλλικές αποχρώσεις, δίνοντας στο βιβλίο μια λάμψη που δε διαθέτει το Θέλω πίσω το καπέλο μου. Το αντικείμενο του εγκλήματος βέβαια είναι πάντα ένα καπέλο – αλλά καμία σχέση με το κόκκινο μυτερό καπέλο του αρκούδου. Αυτή τη φορά είναι γαλαζωπό και στρογγυλό. (Μήπως έχει κάποια συγγένεια μ’ εκείνο το μπλε στρογγυλό καπέλο που ισχυρίζεται ότι είχε δει το φίδι στο Θέλω πίσω το καπέλο μου; Δεν αποκλείεται…) Φάτσες γι’ άλλη μια φορά χωρίς στόματα, αν και εδώ τα βλέμματα είναι πολύ πιο εκφραστικά. Όσο για το διάλογο… ε, λοιπόν, διάλογος δεν υπάρχει. Έχει αντικατασταθεί από το μονόλογο του δράστη.
Ο οποίος είναι ένα μικρούλι ψαράκι που αρπάζει το καπέλο ενός μεγάλου ψαριού – να μια άλλη ομοιότητα: μικροσκοπικός ο δράστης, τεράστιο το θύμα. Το ψαράκι μας μάλιστα αιτιολογεί την πράξη του λέγοντας πως το απόκτημά του παραήταν μικρό για το νόμιμο ιδιοκτήτη του. Και καθησυχάζει αφελώς τον εαυτό του πιστεύοντας ότι το θύμα του κοιμόταν τον ύπνο του δικαίου όταν το ίδιο διέπραττε το έγκλημα κι ότι ακόμα κι ο μοναδικός αυτόπτης μάρτυρας δεν πρόκειται να το καταδώσει. Την ώρα που στο κείμενο διαβάζουμε αυτές τις αισιόδοξες σκέψεις, η εικόνα τις υπονομεύει ανελέητα, κάνοντάς μας να γελάμε και μαζί να κλαίμε με την αφέλεια του μικρού ψαριού: Ενώ αυτό ταξιδεύει αμέριμνο για τη θαλάσσια κρυψώνα του, το μεγάλο ψάρι θα ξυπνήσει, ο αυτόπτης μάρτυρας θα μιλήσει… Και μετά;
Πάντα το μετά έχει να κάνει με τον τρόπο που ξέρει να επιβάλλει το δίκαιό του το θύμα της κλοπής. Το δίκαιο του ισχυρού και σε τούτο το βιβλίο, που σε αφήνει πάντα με ανάμεικτα συναισθήματα. Θέμα τρόπου επιβολής; Ή μήπως το γεγονός ότι στερεοτυπικά είμαστε πάντα πιο επιεικείς με τον μικρό και χαριτωμένο, έστω και κλεφτάκο; Τόσο το έγκλημα όσο κι η τιμωρία πάντως δε διαπράττονται σε κοινή θέα. Και στις δυο περιπτώσεις, το πρώτο δηλώνεται, η δεύτερη υπονοείται. Την ίδια ώρα που περίπου προκλητικά διατυμπανίζονται η παιδαριώδης αφέλεια κι η καραμπινάτη διπροσωπία και εξαπάτηση.
 
Ο Jon Klassen μάς χαρίζει δυο βιβλία για όλες τις ηλικίες: Aν ο ενήλικας γοητεύεται από τη διαποτισμένη με μαύρο χιούμορ υπαινικτικότητά τους, το παιδί διασκεδάζει με την αμυαλιά των δραστών και με τις ανατροπές καταστάσεων και ρόλων. Όσο για το αν και πώς αυτό το δεύτερο αντιλαμβάνεται το μέγεθος και τη σκληρότητα της τιμωρίας, αυτό ο δημιουργός δεν το εκβιάζει ούτε το επιβάλλει. Το αφήνει στην ωριμότητα, στη φαντασία και στην παρατηρητικότητα του καθενός.  

 
 ---

Παρασκευή 2 Αυγούστου 2013

Οι περιπετειώδεις αρκούδες του Benjamin Chaud

  • Ένα νανούρισμα για αρκούδες, μτφρ. Έφη Κορομηλά, Εκδόσεις Κόκκινο, Καλαμάτα, 2012

  • Ένα καλοκαιράκι για αρκούδες, μτφρ. Γιώργος Κουραβέλος, Εκδόσεις Κόκκινο, Καλαμάτα, 2013


 
 
Το υπέροχο με τα εικονογραφημένα βιβλία είναι ότι μπορούν να σε κατακτήσουν ακαριαία, με την πρώτη ματιά στο εξώφυλλο ή έστω μ’ ένα απλό ξεφύλλισμα. Κάτι τέτοιο μού συνέβη πρώτα με το Ένα νανούρισμα για αρκούδες και κατόπιν με τη συνέχειά του, το Ένα καλοκαιράκι για αρκούδες, του Benjamin Chaud, δυο βιβλία των οποίων η εκπληκτική εικονογράφηση δε σου αφήνει περιθώρια διαφυγής. Είναι όμως μόνο αυτό; Όχι! Το μαγικό ταξίδι πατέρα και γιου αρκούδου στον εξαντλητικά λεπτομερειακό –και σε γενικές γραμμές ρεαλιστικά αποτυπωμένο– κόσμο της εικονογράφησης παίρνει σάρκα και οστά χάρη σε μια άκρως αντιρεαλιστική όσο και λιτά αφηγημένη ιστορία προσωπικής αναζήτησης, που διαρρηγνύει τις συμβάσεις, με τον τρόπο ακριβώς που ταιριάζει σ’ ένα παιδικό βιβλίο.

Έτσι, στο Νανούρισμα, ένα αρκουδάκι εγκαταλείπει τη φωλιά του, όπου είναι έτοιμο να πέσει σε χειμερία νάρκη μαζί με τον μπαμπά του, για να ακολουθήσει μια μέλισσα. Ο μπαμπάς σπεύδει να το αναζητήσει, εγκαταλείποντας το δάσος και μπαίνοντας στην πολύβουη πόλη. Η αναζήτηση του μικρού τον οδηγεί στη μεγάλη όπερα, όπου, ύστερα από ικανοποιητικό βαθμό πανικού και αναστάτωσης, κατορθώνει όχι μονάχα να ανακαλύψει τον μικρό του γιο αλλά και να βρουν παρέα το ιδανικό μέρος για χειμερία νάρκη. Ανατροπή στερεοτύπων –δυο αρκούδες που φτάνουν στη μεγάλη πόλη εγκαταλείποντας/υπερβαίνοντας έναν τρόπο ζωής ταυτισμένο με τη φύση τους– αλλά και δράση, που επιτείνεται από την αναζήτηση του μικρού αρκούδου σε αχανή δάση, πολύβουα αστικά τοπία, μποτιλιαρισμένους δρόμους, πολυσύχναστες όπερες. Αν μέσα σ’ αυτό το χάος ο πανικόβλητος μπαμπάς περνάει απαρατήρητος από τους βιαστικούς περαστικούς, τους επιθετικούς οδηγούς και τους πολυάσχολους εργαζόμενους της όπερας, φανταστείτε τι γίνεται με το μικροσκοπικό αρκουδάκι… Αναπόφευκτα, μικροί και μεγάλοι αναγνώστες σπεύδουμε να συνδράμουμε στην αγωνιώδη αναζήτηση σαρώνοντας κάθε λεπτομέρεια της εικόνας μπας και το πετύχουμε πουθενά – κι είναι κι αυτή άλλη μια αφορμή για να παραταθεί η οπτική απόλαυση αλλά και για να βρεθούμε αντιμέτωποι με τις μικρές δευτερεύουσες, ή έστω εν δυνάμει, ιστορίες που ξεπηδούν από την πανδαισία των εικόνων!



Το δεύτερο βιβλίο της σειράς, το Ένα καλοκαιράκι για αρκούδες, ανταμώνει πατέρα και γιο εκεί ακριβώς που τους άφησε το τέλος του προηγούμενου βιβλίου. Βέβαια, εδώ το καινούριο ταξίδι ξεκινάει ερήμην των επιθυμιών και των δυο τους: Βλέπετε, το τσουχτερό κρύο τούς κάνει να βρουν καταφύγιο σ’ ένα πολυκατάστημα, όπου ένα παιδάκι θα περάσει τον μικρό αρκούδο για λούτρινο και θα τον πάρει μαζί του στις διακοπές του, παρασύροντας εκ νέου τον ταλαίπωρο μπαμπά σε μια αναζήτηση που περιλαμβάνει κάθε λογής μεταφορικό μέσο, κάθε δυνατό προορισμό, κάθε παράλληλο της υφηλίου. Η πληθωρική εικονογράφηση γι’ άλλη μια φορά επιτείνει την περιπέτεια, καθώς ο Chaud επεκτείνει τη δράση του σε πολυσύχναστα τοπία του βυθού, σε τόπους οργιώδους βλάστησης, σε ζωηρές εξωτικές γιορτές και σε μακρινά παραδεισένια ακρογιάλια. Αλλά, επίσης γι’ άλλη μια φορά, η λιτή και κάποτε ελλειπτική λεκτική εξιστόρηση των γεγονότων πετυχαίνει όχι μόνο να θέσει εξαρχής το αντισυμβατικό πλαίσιο, αλλά και να κάνει νύξεις σε ποικίλα ζητήματα, όπως η αποκοπή από τη φύση –όταν, π.χ. ο μπαμπάς αρκούδος αποκαλεί την άγρια ζωή «επικίνδυνη», έχοντας αποκτήσει αστικές συνήθειες–, να διαφοροποιηθεί από αντιλήψεις/στάσεις που διέτρεχαν το Νανούρισμα –βλ. την ενθουσιώδη υποδοχή του μικρού αρκούδου από τους μασκαράδες σε αντιδιαστολή με τη φοβική στάση του κοινού της όπερας–, αλλά και να θέσει το ζήτημα του χάσματος των γενεών, εστιάζοντας στο φινάλε στον εξαντλημένο αλλά και προσκολλημένο στη συνήθεια μπαμπά αρκούδο, ο οποίος αδυνατεί να παρακολουθήσει τους ρυθμούς του ρηξικέλευθου γιου, και πρακτικά αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο ενός τρίτου γύρου περιπλανήσεων…

Τα βιβλία του Chaud σε μια πρώτη ματιά μπορεί να σε κάνουν να φανταστείς ότι η ιστορία είναι μονάχα η αφορμή για τη γοητευτική περιπέτεια της εικόνας, ωστόσο, αν η δεύτερη είναι ο μεγάλος, υπέροχος, ανεξερεύνητος κόσμος στον οποίο οι κεντρικοί ήρωες της ιστορίας μπορεί να συνιστούν μια απειροελάχιστη λεπτομέρεια, η πρώτη είναι μια προσωπική περιπέτεια αναζήτησης, συναισθημάτων και βαθιάς αγάπης, μια διακριτή προσωπική γραμμή μέσα στο χάος, χωρίς την οποία η πρώτη θα έχανε μεγάλο μέρος από το νόημά της.