Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ναζισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ναζισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 13 Ιουνίου 2017

Τζον Μπόιν, Το αγόρι στην κορυφή του βουνού



Μετάφραση: Πετρούλα Γαβριηλίδου, Εκδόσεις Ψυχογιός, Αθήνα 2016




Ο Πιερό μεγαλώνει στη Γαλλία την εποχή ανάμεσα στους δυο μεγάλους πολέμους. Γιος Γερμανού μπαμπά, ανεπανόρθωτα τσακισμένου από την ήττα της πατρίδας του στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, και μιας Γαλλίδας μαμάς, που θα αναλάβει εξολοκλήρου τη φροντίδα του μικρού μετά τον χαμό του συζύγου της, ώσπου να χάσει κι αυτή τη μάχη με την αρρώστια. Μόνος πια, ο Πιερό θα αναγκαστεί να εγκαταλείψει τη ζωή που ήξερε, τον κολλητό του φίλο, τον μικρό Εβραίο Ανσέλ, αλλά και την ίδια του τη χώρα, για να ζήσει με την άγνωστή του αδελφή του πατέρα του, η οποία εργάζεται ως οικονόμος σε ένα μυστηριώδες σπίτι πάνω σε ένα βουνό: το σπίτι του Αδόλφου Χίτλερ. 

Γίνεται άραγε ένα παιδί να αλλάξει ζωή από τη μια μέρα στην άλλη; Και μαζί πατρίδα, όνομα, παρέες, ταυτότητα; Ο Τζον Μπόιν παρακολουθεί από κοντά τη σταδιακή μετάλλαξη του Πιερό σε Πίτερ, του Γάλλου πιτσιρικά σε Γερμανό, του φίλου του Ανσέλ σε ναζιστή. Τίποτα δεν αλλάζει από τη μια μέρα στην άλλη. Ο Πιερό, πριν φτάσει να γίνει άλλο ένα γρανάζι της ναζιστικής ιδεολογίας, θα υποστεί τη βία της, θα βιώσει μια τεράστια γκάμα συναισθημάτων για τον Φύρερ: φόβο, ανασφάλεια, δέος, θαυμασμό. Όχι ότι δε θα του δοθούν ευκαιρίες να πάρει έναν άλλο δρόμο. Στο σπίτι και στον περίγυρο που μεγαλώνει, δε λείπουν εκείνοι που διόλου δε συμπαθούν τον Φύρερ – κάποιοι μάλιστα σχεδιάζουν ακόμα και τη δολοφονία του. Ο Πίτερ ωστόσο έχει επιλέξει τη σκληρότητα και την άτεγκτη, τυφλή προσήλωση στις επιταγές του Χίτλερ, σκοτώνοντας ό,τι κι όποιον του χαρίζει ενδιαφέρον κι αγάπη, οδηγούμενος στην απαλοιφή κάθε στοιχείου της ταυτότητάς του κι εντέλει σε μια θανατερή, αυτοκαταστροφική μοναξιά.

Από αυτή την άποψη, η πορεία του μοιάζει αντίστροφη προς εκείνη ενός άλλου ήρωα του Μπόιν, του Μπρούνο στο Αγόρι με τη ριγέ πιτζάμα. Μπορεί οι δυο τους να μοιάζουν ως προς το ότι βρίσκονται από τη μια στιγμή στην άλλη σε μέρη όπου γράφονται κάποιες από τις πιο ζοφερές σελίδες του 20ού αιώνα. Διαφέρουν όμως ως προς το ότι ο προνομιούχος Μπρούνο είναι το ανύποπτο θύμα της θηριωδίας της ίδιας του της πατρίδας, του ίδιου του του πατέρα, τη στιγμή που ο Πιερό/Πίτερ καταλήγει να γίνει ο εχθρός κι ο δήμιος των δικών του ανθρώπων. Είναι ένας γνήσιος αντιήρωας, που το τέλος της ιστορίας του τον βρίσκει μόνο κι αποκαμωμένο να αναζητά εξιλέωση για το κακό που έχει κάνει. Όχι από όποιον κι όποιον – εξάλλου όλοι τον έχουν εγκαταλείψει. Έσχατο καταφύγιό του είναι εκείνος που θα αναλάβει το βαρύ έργο να τον ακούσει και να κάνει γνωστή την ιστορία του. Ο συγγραφέας του.

Άραγε, μας θέτει ο Μπόιν το ερώτημα στο τέλος του βιβλίου, μπορεί η μυθοπλασία να λειτουργήσει ως κολυμβήθρα του Σιλωάμ; Να επιστρέψει στον Πιερό, στον κάθε Πιερό, τη χαμένη του παιδικότητα, κάνοντάς τον ίσως να μοιάσει κάπως περισσότερο με τον Αιμίλιο, τον ήρωα του Έριχ Καίστνερ, σταθερή διακειμενική αναφορά στο Αγόρι στην κορυφή του βουνού; Η απάντηση, αμείλικτη και μαζί τρυφερή, όσο παράδοξα κι αν ηχεί στ’ αυτιά το πάντρεμα των δυο λέξεων, στις τελευταίες, συγκλονιστικές σελίδες αυτού του εξαιρετικού μυθιστορήματος, που απευθύνεται τόσο σε εφήβους όσο και σε ενήλικους αναγνώστες.

Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2014

Τζον Μπόιν, Το αγόρι με τη ριγέ πιτζάμα

Μετάφραση: Αριάδνη Μοσχονά, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2006 (από 13 ετών)



Η λογοτεχνία είναι σε μεγάλο βαθμό ζήτημα οπτικής, κι αυτό φαίνεται να το γνωρίζει πολύ καλά ο Τζον Μπόιν, εφαρμόζοντάς το εξαιρετικά στο βιβλίο του Το αγόρι με τη ριγέ πιτζάμα. Το οποίο, εκ πρώτης όψεως, είναι η ιστορία ενός συνηθισμένου πιτσιρικά κεραυνοβολημένου από την αιφνίδια μετάθεση του καριερίστα μπαμπά του, η οποία θα πάρει τον μικρό μακριά από το σπίτι που μεγάλωσε, από την πόλη του και τους αγαπημένους του φίλους. Αλλά τι σόι δουλειά είναι αυτή που κάνει ο μπαμπάς; Και πού ακριβώς βρίσκεται το μακρινό μέρος που σηματοδοτεί τη ραγδαία επαγγελματική του ανέλιξη; Πώς θα τη βγάλει καθαρή ο μικρός στο αφιλόξενο Ούστβιτς; Τι ρόλο θα παίξουν στη ζωή του οι άνθρωποι που θα γνωρίσει εκεί; Και πώς η συνάντησή του με ένα αγόρι με ριγέ πιτζάμα θα χαράξει με τρόπο καθοριστικό τη μοίρα του;

Μια ιστορία για το Ολοκαύτωμα ιδωμένη από την πλευρά του προνομιούχου πλην ανύποπτου μέχρι αφέλειας γιου του διοικητή ενός ναζιστικού στρατοπέδου συγκέντρωσης. Ο εννιάχρονος Μπρούνο, του οποίου η εμφάνιση έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το πρότυπο του Άριου που λανσάρει το χιτλερικό καθεστώς, ξεριζωμένος από το μέρος που μεγάλωσε, ζώντας σε ένα στρατοκρατούμενο κι αφιλόξενο σπίτι που ποτέ δε γίνεται σπίτι του, αποκομμένος από τους γονείς του, που μοιάζουν να ζουν ο καθένας στον κόσμο του, εστιάζει στα καθημερινά αγνοώντας παγκόσμιους συσχετισμούς, συχνά παρερμηνεύοντας καταστάσεις ή δίνοντας αυθαίρετα υποκειμενικές ερμηνείες στα γεγονότα, ψηλαφώντας βήμα με το βήμα, μέρα με τη μέρα, μια πραγματικότητα της οποίας ως το τέλος δε θα μπορέσει να αντιληφθεί πλήρως τη φρίκη. Μέσα από τον παραμορφωτικό φακό της αφελούς ματιάς του, τα πάντα –από τον αλκοολισμό και την απιστία της μαμάς, μέχρι τα βάσανα που υφίστανται οι Εβραίοι κρατούμενοι πέρα απ’ το συρματόπλεγμα που χωρίζει το σπίτι του με το στρατόπεδο– αποκτούν μια έντονα ειρωνική αν και στο βάθος τραγική διάσταση. Η βία, ακόμα κι όταν είναι απροκάλυπτα παρούσα, παραλείπεται εύγλωττα, λες κι ο μικρός Μπρούνο, κάποτε όχι άμοιρος ευθυνών κι ενοχών, επιλέγει να κλείσει τα μάτια ασκώντας αυστηρή λογοκρισία σε μια πραγματικότητα που του είναι αβάσταχτη. Την ίδια ώρα η επιμονή του να παραποιεί συστηματικά τοπωνύμια και ονόματα προσώπων –ο Φύρης, το Ούστβιτς–, όσο κι αν δίνει μια ανάλαφρη, παιγνιώδη νότα στην ιστορία του, μοιάζει με απελπισμένη όσο και συνειδητή ως έναν βαθμό απόπειρα αναδίπλωσης σε μια μύχια παιδικότητα που θα τον προστατέψει από τη φρίκη της πρόωρα κι οδυνηρά επερχόμενης ενηλικίωσης. Ο Μπρούνο δεν είναι ήρωας, δεν είναι μια εξιδανικευμένη μορφή, δεν ξεπερνάει σχεδόν ποτέ τον εαυτό του. Κι αυτή ακριβώς η ειρωνική απόσταση που διατηρεί από αυτόν ο συγγραφέας, σε αντιδιαστολή με τη διστακτική αν και πολύ πιο συνειδητή στάση του φίλου του του Εβραίου Σμούελ, υπογραμμίζει εμφατικά το τυχαίο της θέσης και της μοίρας του καθενός τους.

Όσο για τον Σμούελ, το αγόρι απ’ την άλλη πλευρά του συρματοπλέγματος, το μικρό Εβραιόπουλο με τη ριγέ πιτζάμα, γεννημένο την ίδια ακριβώς μέρα με τον πρωταγωνιστή του βιβλίου, μοιάζει με αντικατοπτρισμό του ίδιου του Μπρούνο: Όσα κι αν είναι αυτά που τους χωρίζουν, δεν παύουν να είναι δυο παιδιά μόνα και φοβισμένα, σ’ έναν κόσμο εφιαλτικά παράδοξο κι ακατανόητο, δυο πιτσιρικάδες που, αγνοώντας σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό την ακριβή τους κατάσταση, γυρεύουν να μοιραστούν σκέψεις κι αγωνίες. Δυο παιδιά τόσο όμοια, με το συρματόπλεγμα και τη διαφορετική τους αμφίεση να τραβούν μια αυθαίρετη γραμμή ανάμεσα στο θύτη και στο θύμα, στον ευνοημένο από τη μοίρα και στον καταδικασμένο να πάει ως πρόβατο στη σφαγή.

Καθώς ο συγγραφέας οδηγεί με αφηγηματική ακρίβεια την ιστορία του προς τη συγκλονιστική της κλιμάκωση και το αναπάντεχο τέλος, ξυπνώντας στον ενήλικα αναγνώστη μνήμες από την Εκλογή της Σόφι ή από το Η ζωή είναι ωραία, η ριγέ πιτζάμα του Σμούελ αναδεικνύεται σε κομβικό στοιχείο της πλοκής ως ειδοποιό χαρακτηριστικό ταυτισμένο με την προδιαγεγραμμένη μοίρα του κατόχου της. Μόνο που ο Τζον Μπόιν δεν αρκείται σε αυτό τον ρόλο, υποβάλλοντας στον αναγνώστη του το ανατριχιαστικό, τελειωτικό ερώτημα: Άραγε μπορεί ένα απλό ρούχο, εκτός από δηλωτικό της μοίρας εκείνου που το φοράει, να φτάσει ακόμα και να την ορίσει; Η απάντηση-γροθιά στο στομάχι στις σελίδες αυτού του εξαιρετικού βιβλίου.   

Δευτέρα 14 Απριλίου 2014

Fabrizio Silei, Maurizio A. C. Quarello, Οφσάιντ, Ματίας Ζίντελαρ, Ο Μότσαρτ του ποδοσφαίρου

Μετάφραση: Ελένη Κατσαμά & Φίλιππος Μανδηλαράς, Εκδόσεις Κόκκινο, Καλαμάτα 2014 (από 8 ετών)

 
 

Χρονιά Μουντιάλ η φετινή, και δεν μπορώ να μη σκεφτώ ότι οι περισσότερες από τις σπουδαίες εθνικές ομάδες που έλαμψαν κατά καιρούς στο ποδοσφαιρικό στερέωμα, ανεξάρτητα από το αν τελικά κέρδισαν κάποιον παγκόσμιο ή ευρωπαϊκό τίτλο, είχαν έναν μεγάλο ηγέτη, έναν ποδοσφαιριστή από αυτούς που λέμε ότι κάνουν τη διαφορά, αφήνοντας ανεξίτηλα τα ίχνη του ταλέντου τους στις μνήμες των φιλάθλων. Γι’ αυτό και μιλάμε για τη Βραζιλία του Πελέ, την Αργεντινή του Μαραντόνα, την Ολλανδία του Κρόιφ, τη Γαλλία του Πλατινί ή, αργότερα, του Ζιντάν… Μια τέτοια περίπτωση ποδοσφαιριστή ήταν κι ο Ματίας Ζίντελαρ, ο αποκαλούμενος «χάρτινος άνθρωπος», ένας αέρινος σέντερ φορ, ηγέτης της προπολεμικής μεγάλης εθνικής ομάδας της Αυστρίας. Όταν η Αυστρία «προσαρτήθηκε» στη ναζιστική Γερμανία, ο Ζίντελαρ, παρά τις πιέσεις που δέχτηκε από το χιτλερικό καθεστώς, αρνήθηκε να αγωνιστεί στην ενιαία πλέον εθνική ομάδα των δύο χωρών, ενώ στον αγώνα που διοργανώθηκε για τον «εορτασμό» του Άνσλους, παρά το ότι είχε προσυμφωνηθεί να λήξει ισόπαλος, ο ίδιος σκόραρε το πρώτο από τα δύο γκολ της νίκης των συμπατριωτών του. Η αντιναζιστική του στάση είχε ως αποτέλεσμα τον περίεργο θάνατο του ίδιου και της αρραβωνιαστικιάς του λίγους μήνες αργότερα.

Το βιβλίο Οφσάιντ, από τους δημιουργούς του Λεωφορείου της Ρόζας, εστιάζει στην περίοδο λίγο πριν από τον μεγάλο αγώνα μεταξύ Αυστριακών και Γερμανών και ως τον θάνατο του Ζίντελαρ, παρακολουθώντας τα γεγονότα από την οπτική ενός πατέρα κι ενός γιου, θαυμαστών του Αυστριακού ποδοσφαιριστή. Η απλοϊκή, σχηματική αντίληψη του μικρού Μάρκους, που, με την παιδική του αφέλεια και ποτισμένος από τη ναζιστική προπαγάνδα που δέχεται στο σχολείο του, βλέπει με καλό μάτι την ένωση των δυο εθνικών ομάδων Αυστρίας και Γερμανίας, πιστεύοντας ότι έτσι ο αγαπημένος του ποδοσφαιριστής θα παίζει σε ένα παντοδύναμο σύνολο, αντιπαρατίθεται με τη θεώρηση του αντιστασιακού πατέρα του, ο οποίος προσπαθεί να προσεγγίσει μυστικά τον Ζίντελαρ και να τον πείσει να μην ενδώσει στις πιέσεις των ναζί. Με έντονα χρώματα περιγράφονται η αμηχανία και ο φόβος του πατέρα, που, θέλοντας να προστατέψει τον εαυτό του αλλά και το ίδιο το παιδί του, δεν τολμάει να αποκαλύψει στον γιο του τις απόψεις του. Όσο για τον μικρό Μάρκους, αυτός μόνο όταν δει τον Ζίντελαρ να σκοράρει και να πανηγυρίζει μπροστά στους ναζί, ξεσηκώνοντας ένα ολόκληρο στάδιο γεμάτο συμπατριώτες του, θα αρχίσει επιτέλους να αφυπνίζεται.
Εξαιρετική γι’ άλλη μια φορά εικονογράφηση, η οποία, με κινηματογραφική λεπτομέρεια και ένταση, αποτυπώνει όχι μόνο μορφές αλλά και την ατμόσφαιρα μιας ολόκληρης εποχής. Έντονα συναισθήματα στα πρόσωπα, παιχνίδι με τις φωτοσκιάσεις, το κόκκινο της στολής του Ζίντελαρ και το πράσινο του γηπέδου, το κιτρινισμένο φύλλο μιας εφημερίδας… Κι η αέρινη μορφή του «χάρτινου ανθρώπου», του Μότσαρτ του ποδοσφαίρου, να κυριαρχεί, εύγλωττη αν και στο μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου σιωπηλή.
Ξαναγυρνάω εκεί απ’ όπου ξεκίνησα: στο επερχόμενο Μουντιάλ, στους μεγάλους αστέρες της στρογγυλής θεάς, στο χορό των γκολ και των δισεκατομμυρίων που γι’ άλλη μια φορά θα στηθεί. Ουκ ολίγες φορές έχουμε δει μεγάλες αθλητικές επιτυχίες να γίνονται μοχλός χειραγώγησης, κουκουλώματος κοινωνικών προβλημάτων, εθνικιστικού παραληρήματος από απολυταρχικά καθεστώτα. Πάνω κάτω ό,τι επιχείρησε να κάνει κι ο Χίτλερ τη δεκαετία του ’30 – κι ας του χάλασαν τη σούπα άλλοτε ο Ζίντελαρ στο ποδόσφαιρο, άλλοτε ο Τζέσσε Όουενς στο στίβο. Δε θα ’ταν λοιπόν καθόλου κακή ιδέα τις μέρες του φετινού Παγκόσμιου Πρωταθλήματος Ποδοσφαίρου να εφοδιάσουμε τους μικρούς ποδοσφαιρόφιλους με το βιβλίο των Silei-Quarello. Για να γνωρίσουν έναν πολύ μεγάλο ποδοσφαιριστή του παρελθόντος. Αλλά και για ν’ αγαπήσουν μ’ έναν άλλο τρόπο αυτό το υπέροχο άθλημα.