Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παπαδόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παπαδόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 18 Ιουνίου 2018

Kimberly Brubaker Bradley, Ο πόλεμος που έσωσε τη ζωή μου


Μετάφραση Στέλλα Κάσδαγλη, Εκδόσεις Παπαδόπουλος, Αθήνα 2018



Τι ωραίο όταν ένα βιβλίο κατορθώνει, μέσα από μία ευρηματική και καλοδουλεμένη ιστορία, με εξελισσόμενους, στρογγυλούς χαρακτήρες, ενδιαφέρουσα δράση, ζυγισμένες ανατροπές, όχι μόνο να σε βάλει στο κλίμα μιας περασμένης εποχής αλλά και να θίξει με καίριο, ουσιώδη τρόπο ζητήματα που απασχολούν και τις σύγχρονες κοινωνίες. Αυτά σκεφτόμουν διαβάζοντας το εξαιρετικό βιβλίο της Kimberly Brubaker Bradley για το οποίο γράφω σήμερα, ένα μυθιστόρημα που κεντρίζει το ενδιαφέρον του αναγνώστη ήδη από τον τίτλο – Ο πόλεμος που έσωσε τη ζωή μου. Τι σόι παράδοξος και ακατανόητος πόλεμος είναι αυτός; Τι ακριβώς θέλει να πει ο ποιητής – ή έστω η ποιήτρια;

Το μυθιστόρημα της Brubaker Bradley μας μεταφέρει στη Βρετανία του Β Παγκοσμίου Πολέμου και μας συστήνει τη δεκάχρονη Έιντα, ένα παιδί με στρεβλοποδία, έγκλειστο σε ένα ασφυκτικό λαϊκό δωμάτιο, κακοποιημένο ψυχικά και σωματικά από τη μητέρα του, στερημένο από κάθε κοινωνική παράσταση ή δεξιότητα, από το δικαίωμα στη μόρφωση, από το δικαίωμα στη ζωή. Το κορίτσι, κατά τη διάρκεια της εκκένωσης του Λονδίνου από παιδιά για λόγους ασφαλείας, κατορθώνει να δραπετεύσει στην αγγλική εξοχή μαζί με τον μικρότερο αδερφό της και να βρει τη θαλπωρή και την αποδοχή στο σπίτι μιας μοναχικής και δύστροπης γυναίκας, της Σούζαν. Αυτή η τελευταία, αν και αποκομμένη από τον κόσμο, κουβαλώντας το βάρος μιας μεγάλης απώλειας, θα ανακαλύψει στο μεγάλωμα των δυο παιδιών έναν σκοπό και θα χτίσει σταδιακά μια σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης και αγάπης μαζί τους. Εκείνα, από την πλευρά τους, βρίσκοντας για πρώτη φορά τα χρειώδη για μια αξιοπρεπή διαβίωση, την αποδοχή και το ενδιαφέρον που έχουν στερηθεί ακόμα και στο στοιχειωδέστερο επίπεδο, και μέσα από τη λυτρωτική επαφή με τη φύση και τα πλάσματά της, θα μπορέσουν να παλέψουν με τους εσωτερικούς τους δαίμονες, τους φόβους, τις προκαταλήψεις αλλά και τη φρίκη του επερχόμενου πολέμου, συνειδητοποιώντας αλήθειες, υφιστάμενα απώλειες αλλά κατορθώνοντας, έστω κι έπειτα από κοπιώδη προσπάθεια, να σταθούν στα πόδια τους και να επιβιώσουν.

Τα δυο αδέρφια, βέβαια, δεν ακολουθούν τις ίδιες ψυχικές διαδρομές. Η αφηγήτρια, η Έιντα, χωρίς καμία επαφή με το εξωτερικό περιβάλλον, το σχολείο, την κοινωνική πραγματικότητα ως τη στιγμή που εγκαταλείπει το άθλιο διαμέρισμα της μητέρας της, πεπεισμένη πως η ίδια φταίει για την αναπηρία της, θα μπορέσει, όχι χωρίς πισωγυρίσματα, αμφιβολίες, αμφισβητήσεις, βαθύ εσωτερικό πόνο, να πιστέψει στις δυνάμεις της, να μάθει, να απενοχοποιηθεί, να αυτενεργήσει. Η ίδια, παρά την καχυποψία που νιώθει απέναντι στη Σούζαν, φαίνεται να αποδέχεται ταχύτερα το γεγονός πως η απομάκρυνση από τη μητέρα της θα είναι σωτήρια για κείνη, κάτι με το οποίο αδυνατεί να συμφιλιωθεί ο μικρότερος αδερφός της, που εκδηλώνει εξαρχής την άρνησή του με εξαιρετικά βίαια συμπτώματα. Αν οι δρόμοι που ακολουθούν τα δυο παιδιά δεν είναι ακριβώς παράλληλοι, εκείνοι των δυο γυναικών που εμπλέκονται στο μεγάλωμά τους –της φυσικής μητέρας και της Σούζαν– μοιάζουν εκ διαμέτρου αντίθετοι. Κι οι δυο δείχνουν να ξεκινούν από παρόμοια αφετηρία –δε φαίνεται να τις αφορά ιδιαίτερα το να κάνουν και να μεγαλώσουν παιδιά–, ωστόσο, αν η πρώτη αποδεικνύεται κυνικά ανεύθυνη και αδιάφορη, η δεύτερη, εμφορούμενη αρχικά από την αίσθηση του καθήκοντος και από ανθρωπιστικά συναισθήματα, στην πορεία εμπλέκεται συναισθηματικά με την Έιντα και τον Τζέιμι.

Όπως προείπα, το φόντο είναι η αγγλική επαρχία στη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Αναπόφευκτα η Brubaker Bradley μιλά για τη φρίκη του πολέμου, ο οποίος κάθε άλλο παρά διακοσμητικό ρόλο παίζει στο βιβλίο της. Έχοντάς τον πάντα κατά νου μάλιστα χτίζει αβίαστα όσο και μεθοδικά την πλοκή της. Όσο τα σύννεφά του μοιάζουν να βρίσκονται μακριά –με μόνα στοιχεία που παραπέμπουν σε αυτόν να είναι ο αεροδιάδρομος κοντά στο σπίτι, το δελτίο στα τρόφιμα, τα Επίκαιρα κτλ.–, εστιάζει κυρίως στα μικρά ή μεγάλα ορόσημα της καθημερινότητας των δυο παιδιών, που τους επιτρέπουν βαθμιαία να εξελιχθούν και να ωριμάσουν. Όταν ο πόλεμος με τη μορφή της απτής απειλής, της απώλειας, του ίδιου του θανάτου τούς χτυπήσει την πόρτα, η Έιντα θα έχει σε τέτοιο βαθμό προχωρήσει, ώστε όχι μονάχα να είναι σε θέση να παρασταθεί στον πόνο άλλων ανθρώπων αλλά να γίνει, από έγκλειστη και ανεπιθύμητη, κανονική ηρωίδα.

Αλλά ο πόλεμος είναι μία μόνο, αν και ιδιαίτερης σημασίας, παράμετρος της ιστορίας. Χωρίς να γίνεται μελό αλλά και αποφεύγοντας την ωραιοποίηση, η συγγραφέας επιλέγει μέσα σε αυτό το ιστορικό φόντο να μιλήσει για την παιδική παραμέληση, θέτοντας με ξεκάθαρο, σκληρό τρόπο το εξαιρετικά επίκαιρο ερώτημα περί του ποιος δικαιούται να λέγεται και να είναι γονιός. Και, φυσικά, παρακολουθεί τη βασανιστική, κοπιώδη πορεία ενός παραμελημένου παιδιού, το οποίο, μέσα από αλλεπάλληλες ανατροπές που κόβουν την ανάσα προς το τέλος του βιβλίου, όχι μονάχα θα δει να σώζεται η δική του ζωή, αλλά και θα κατορθώσει αυτό το ίδιο να σώσει τις ζωές άλλων ανθρώπων. Σκληρό και μαζί παρηγορητικά αισιόδοξο, συναρπαστικό και αθόρυβα πολυεπίπεδο, ωραία μεταφρασμένο από τη Στέλλα Κάσδαγλη, το μυθιστόρημα της Brubaker Bradley είναι ένα βιβλίο που πραγματικά αξίζει να διαβαστεί.

Κυριακή 15 Απριλίου 2018

Εμείς και οι άλλοι


Τέσσερα βιβλία που εστιάζουν σε θέματα ταυτότητας, αποδοχής, αυτογνωσίας και προκατάληψης. Πάντα μέσα από το πρίσμα της επαφής, της αλληλεπίδρασης του εγώ με τους άλλους.


  • Jarvis, Κυριάκος ο Σαγόνιας, σπόδοση-επιμελεια Μάνος Μπονάνος, Εκδόσεις Παπαδόπουλος, Αθήνα 2018
  • Rob Hodgson, Φτου και βγαίνω, απόδοση-επιμέλεια Μάνος Μπονάνος, Εκδόσεις Παπαδόπουλος, Αθήνα 2018
  • Άλεξ Λάτιμερ - Πάτρικ Λάτιμερ, Γούλφι, μισός λύκος, μισός πρόβατο, μια καρδιά, απόδοση Γεωργία Τσάκωνα, Εκδόσεις Φουρφούρι, Αθήνα 2018  
  • David Litchfield, Ο παππούς μου έχει φίλο έναν γίγαντα, Εκδόσεις Μικρή Σελήνη, Αθήνα 2017






O Κυριάκος ο Σαγόνιας είναι ένας άγριος κροκόδειλος που αρέσκεται, όπως και οι εξαιρετικά τρομακτικοί πρόγονοί του, να τρομοκρατεί τα ζώα της ζούγκλας επιδεικνύοντας τα καλοακονισμένα δόντια του. Ώσπου μια μέρα ένα από τα θύματά του ανακαλύπτει ότι η  οδοντοστοιχία του Κυριάκου είναι ψεύτικη. Ο άλλοτε φοβερός και τρομερός κροκόδειλος, όσο κι αν προσπαθήσει, δε θα ξανακαταφέρει να τρομάξει τα υπόλοιπα ζώα. Άραγε θα μπορέσει να βρει άλλο λόγο ύπαρξης τώρα που έπαψε να είναι ο φόβος κι ο τρόμος της ζούγκλας;

O Jarvis σε αυτό του το βιβλίο μιλάει για τον φόβο του επιγόνου μπροστά στην αδυναμία του να σταθεί αντάξιος της οικογενειακής του κληρονομιάς, αλλά και για τις ανασφάλειες που μπορεί να κρύβει η υπερβολική αυτοπεποίθηση ή και επιθετικότητα. Και μάλιστα δίνει στο πρόβλημα του ήρωά του μια λύση γεμάτη αγάπη και τρυφερότητα, αφού ο ξεδοντιασμένος κροκόδειλος κατορθώνει, σε ένα περιβάλλον αποδοχής, να μετουσιώσει την αδυναμία του σε πηγή δημιουργικής έκφρασης, σκορπίζοντας τελικά τη χαρά στα υπόλοιπα ζώα. Υπέροχες, πολύχρωμες, γεμάτες κίνηση εικόνες, ζωηρά χρώματα σε τολμηρούς συνδυασμούς, εκφραστικές φατσούλες ζώων και άφθονη δόση χιούμορ σε ένα βιβλίο που θα χαρούν τα παιδιά.



Ένα μικρό πλασματάκι μένει κλεισμένο στη σπηλιά του πάνω σ’ ένα βουνό γιατί απέξω παραφυλάει με άγριες διαθέσεις ο κακός ο λύκος. Και διαρκώς προσπαθεί να βγάλει το πλασματάκι από τη σπηλιά τάζοντάς του τον ουρανό με τ’ άστρα. Εκείνο αρνείται να βγει, ο λύκος επιμένει, το πλασματάκι επιμένει κι αυτό στην άρνησή του, τα νεύρα του λύκου δοκιμάζονται, ώσπου στο τέλος βρίσκει το τέλειο δέλεαρ και κατορθώνει να πείσει το υποψήφιο θύμα του να βγει από τη σπηλιά. Τότε όμως βρίσκεται αντιμέτωπος με μια μεγάλη έκπληξη!

Μια πανέξυπνη ιστορία από τον Rob Hodgson, βασισμένη σε μεγάλο βαθμό στην ευφυή του εικονογράφηση, η οποία παραμένει προσηλωμένη στο ίδιο πάντα σκηνικό – τον λύκο έξω από τη σπηλιά, μέρα και νύχτα, επίμονο, ανυπόμονο, πονηρό, βαριεστημένο, με βροχή, με ήλιο, με χιόνι, να παλεύει να πείσει τον ένοικο της σπηλιάς να βγει έξω. Και μονάχα με τα μάτια αυτού του τελευταίου να διακρίνονται τρομαγμένα, απορημένα, θλιμμένα, διστακτικά μες στο σκοτάδι της σπηλιάς. Ως τη στιγμή που θα αποκαλυφθεί ολόκληρο. Παιγνιώδες κι απολαυστικό βιβλίο, που αβίαστα φέρνει το γέλιο με το ανατρεπτικό του τέλος, θέτοντας παράλληλα και ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον ερώτημα: Μήπως συχνά, από φόβο κι ανασφάλεια, αγνοούμε τις πραγματικές μας δυνάμεις, αφήνοντας τους άλλους να νομίζουν ότι μπορούμε να γίνουμε εύκολα λεία του θράσους και της ανεξέλεγκτης επιθετικότητάς τους;





Μια λύκαινα κι ένα πρόβατο γνωρίζονται κι ερωτεύονται. Παντρεύονται, παρά τις αντιρρήσεις του κοπαδιού του γαμπρού και της αγέλης της νύφης. Και κάνουν κι έναν γιο, τον Γούλφι. Μισό λύκο, μισό πρόβατο. Που κάποια στιγμή, μεγαλώνοντας, αισθάνεται την ανάγκη να αποκτήσει φίλους. Στην αρχή πλησιάζει τους λύκους, καμουφλάροντας τα προβατίσια χαρακτηριστικά του. Κερδίζει την αποδοχή τους μα δεν είναι ευτυχισμένος. Κι έτσι, αποφασίζει να πλησιάσει τα πρόβατα. Καμουφλάρει τα λυκίσια του χαρακτηριστικά για να κερδίσει τη δική τους αποδοχή, μα και πάλι δεν αντέχει τις μισές λύσεις. Κι έτσι μένει μόνος. Άραγε θα βρει παρέα;

Μια αρκετά πρωτότυπη ιστορία με ήρωα τον καρπό της αγάπης όχι απλώς δυο παραδοσιακών εχθρών, αλλά του θύτη και του θύματος. Ειπωμένη με αβίαστο χιούμορ, εικονογραφημένη με εκφραστικότητα και ζωντάνια, μιλάει στους μικρούς αναγνώστες για την ανάγκη εκείνου που κουβαλάει την κληρονομιά δυο κόσμων να τη δει να υλοποιείται και να εκφράζεται μέσα σε μια ενιαία όσο και μοναδική ταυτότητα, χωρίς καταπιεστικά ημίμετρα και συμβιβασμούς. Και για την απολυτότητα των ομοιογενών ομάδων που αδυνατούν συχνά να αποδεχτούν ως μέλος τους εκείνον που κουβαλά ένα κομμάτι της δικής τους κληρονομιάς σεβόμενες παράλληλα και τα άλλα, τα διαφορετικά στοιχεία που συνυπάρχουν με αυτή μέσα του.



Στην πόλη του Νικόλα ζει ένας μυστικός γίγαντας που λύνει τα προβλήματα των ανθρώπων και τους βοηθά να τα βγάλουν πέρα στα δύσκολα: τους προστατεύει, διορθώνει ζημιές, σώζει βάρκες από καταιγίδες και σκυλάκια εγκλωβισμένα σε σκεπές, γενικά κάνει πάντα το καλό, τουλάχιστον σύμφωνα με τα λεγόμενα του παππού… Αλλά μήπως ο παππούς τα βγάζει όλα αυτά από το κεφάλι του, μια και τον γίγαντα αυτόν δεν τον έχει δει ποτέ κανείς να εμφανίζεται; Όχι βέβαια! Απλώς ο γίγαντας παραμένει κρυμμένος γιατί δεν αντέχει τον φόβο των ανθρώπων όταν τον αντικρίζουν! Ο Νικόλας αποφασίζει να πάει να τον συναντήσει. Στη θέα όμως της πελώριας μορφής του γίγαντα, το βάζει κι αυτός στα πόδια. Όταν συνειδητοποιεί το λάθος του, προσπαθεί να επανορθώσει, βάζοντας σε εφαρμογή ένα έξυπνο σχέδιο…

Ο David Litchfield στήνει μια όμορφη ιστορία για τα στερεότυπα και την προκατάληψη απέναντι στο διαφορετικό, για τη λύπη που μπορεί να προκαλέσει αυτή η τελευταία στον φαινομενικά ισχυρό και παντοδύναμο που όμως έχει κι αυτός ανάγκη από φίλους. Κι επίσης εικονογραφεί με τον γνωστό μαγικό του τρόπο. Όμορφα χρώματα σε σαλόνια που απεικονίζουν γραφικές πόλεις και μαγικά δάση, τρικυμισμένες θάλασσες και χαριτωμένα εξοχικά σπιτάκια, έναν κόσμο που κινείται ανάμεσα στην πραγματικότητα και στο όνειρο, αλλά και ήρωες με εκφραστικά πρόσωπα, γεμάτα έντονα συναισθήματα. Η επιβλητική όσο και φιλική μορφή του γίγαντα, με το γαλήνιο, σιωπηλό πρόσωπο και το πολύχρωμο μωσαϊκό της αμφίεσής του να κυριαρχούν, καταλύει κάθε αρνητικό συναίσθημα και γίνεται σύμβολο χαράς, ασφάλειας κι αισιοδοξίας.       


Δευτέρα 20 Νοεμβρίου 2017

Όταν το χρώμα αφηγείται



  • Drew Daywalt, Η μέρα που τα κραγιόνια τα παράτησαν, εικονογράφηση Oliver Jeffers, απόδοση Φίλιππος Μανδηλαράς, Εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2017
  • Jim Helmore - Richard Jones, Το λευκό λιοντάρι, μετάφραση Αιμιλία Γιασεμή, Εκδόσεις Παπαδόπουλος, Αθήνα 2017
  • Olga de Dios, Ρόζα το τερατάκι, μετάφραση-επιμέλεια Μαριάννα Ψύχαλου, Μικρή Σελήνη, Αθήνα 2017



Τρία υπέροχα εικονογραφημένα βιβλία στο σημερινό μενού, στα οποία κείμενο και εικόνα, σφιχταγκαλιασμένα, πλάθουν έξυπνες και αισιόδοξες ιστορίες με υλικά την απλότητα και την ευρηματικότητα. Μακριά από κάθε είδους εκζήτηση και διάθεση για ρητορείες.




Ο Ντάνκαν λατρεύει τη ζωγραφική αλλά τα κραγιόνια του έχουν άλλη άποψη. Μια μέρα λοιπόν, καθώς ανοίγει την κασετίνα του να πάρει κάποια από αυτά για να ζωγραφίσει, βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα πακέτο από γράμματα γεμάτα παράπονα. Οι φίλοι του τα κραγιόνια βεβαίως δεν έχουν όλοι τους ίδιους καημούς και τις ίδιες αγωνίες. Υπάρχει ο υπεραπασχολημένος, ο υπερβολικά τακτικός, ο παραγκωνισμένος, ο κουρασμένος, ο άδειος, ο κοντός, ο αχρησιμοποίητος, ο γυμνός… Αλλά κι ένας ευχαριστημένος πλην προβληματισμένος και δυο δεδηλωμένα κολλητοί του σε μόνιμη μεταξύ τους κόντρα… Όσο για τα παράπονά τους, είναι κάθε λογής, από εντελώς λογικά έως απολύτως εξωφρενικά. Σε καμία περίπτωση πάντως ταυτόσημα, αφού, ακόμα κι όταν αφορμώνται από την ίδια αιτία, εκφράζουν τελείως διαφορετικές αγωνίες και προβληματισμούς – και ιδού ένας υπέροχος τρόπος να μιλήσει ο συγγραφέας για την πολύπαθη διαφορετικότητα χωρίς σημαίες και ταμπούρλα. 

Ο οποίος έχει τη σπάνια τύχη να του εικονογραφεί το βιβλίο του ο μεγάλος Oliver Jeffers. Έτσι, δίπλα στο χιουμοριστικό κείμενο του Daywalt, γραμμένο «στο χέρι» με διαφορετικό σε κάθε σελίδα χρώμα, φιγουράρουν οι εικόνες του Jeffers, όμοιες με παιδικές ζωγραφιές. Τόσο πειστικές, ώστε να περιέχουν ακόμα και μολυβιές εκτός γραμμών. Με τον τρόπο ενός παιδιού, αν και ο Jeffers βάζει τη σφραγίδα του πετώντας σε ανύποπτες στιγμές χαρακτηριστικά στοιχεία της τεχνοτροπίας του. Όσο για το πώς διαχειρίζεται ο Ντάνκαν τα προβλήματα των κραγιονιών του, βρίσκοντας τελικά τη λύση, εκεί δε λειτουργεί ως πολιτικάντης που μοιράζει υποσχέσεις με την οκά, αλλά με τον αντισυμβατικό τρόπο ενός παιδιού που πλάθει τον κόσμο του με νέα υλικά. Τίποτα λιγότερο από μια εκκωφαντικά χρωματική λύση σε ένα κείμενο που μιλάει για χρώματα. Ευτυχία!




Η Σοφία κι η μαμά της πάνε να ζήσουν στο καινούριο τους σπίτι πάνω σε ένα λόφο. Η μικρή Σοφία νιώθει μοναξιά στο σπίτι με τους λευκούς τοίχους. Ως τη στιγμή που ξεπηδά από αυτούς ένα λευκό λιοντάρι. Η μικρή βρίσκει σε αυτό τον φανταστικό φίλο μια παρηγοριά στη μοναξιά της. Αλλά κι έναν αρωγό, που θα την προτρέψει να σταθεί στα πόδια της, να κάνει αληθινούς φίλους και να προσαρμοστεί γρήγορα και ομαλά στη νέα της πραγματικότητα. 

Στη λιτή ιστορία του Jim Helmore η εναλλαγή των χρωμάτων παίζει καταλυτικό ρόλο. Έτσι, το μαύρο της ανασφάλειας και του φόβου που επικρατεί στο πρώτο σαλόνι το διαδέχεται το λευκό της πλήξης και της μοναξιάς. Το εξαιρετικό εύρημα του λευκού λιονταριού που ξεπηδά μέσα από τους λευκούς τοίχους, περνώντας με ευκολία από την κατάσταση του ορατού σε κείνη του αόρατου, χαρίζει μια σειρά από εικόνες που αποτυπώνουν εύστοχα την ακροβασία της μικρής μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας. Η εισβολή των χρωμάτων στο σπίτι της, τέλος, θα σημάνει την προσαρμογή της στη νέα πραγματικότητα, τους νέους δεσμούς φιλίας και τη χαρά της συνύπαρξης – αν και, μαζί με αυτά, την απόσυρση, έστω και προσωρινή, του φανταστικού φίλου.

Μια πολύ τρυφερή ιστορία που με λίγες λέξεις και πανέμορφες εικόνες μιλάει για νέα ξεκινήματα και ρίχνει μια αισιόδοξη ματιά στις δυσκολίες προσαρμογής σε νέα περιβάλλοντα.





Η Ρόζα είναι ένα γλυκό μονόφθαλμο τερατάκι με πλατύ χαμόγελο. Για κακή της τύχη, είναι εντελώς διαφορετική από τους υπόλοιπους κατοίκους του τόπου στον οποίο ζει. Όχι μονάχα στην εμφάνιση αλλά και στις συνήθειες. Αν οι πάντες τριγύρω της είναι μικροκαμωμένοι και λευκοί, εκείνη είναι μεγαλόσωμη και ροζ. Αν οι άλλοι είναι αγέλαστοι και μίζεροι και σαν στρατιωτάκια, αυτή είναι παιχνιδιάρα και αξιαγάπητη. Και μόνη. Τo μόνο που της κρατά παρέα είναι τα όνειρά της. Κι αυτά αποφασίζει να ακολουθήσει τραβώντας τον δρόμο της με κάθε δυνατό μέσον, περνώντας από κάθε δυνατό μέρος, χωρίς να χάνει την αισιοδοξία, το χαμόγελο και το κουράγιο της. Ώσπου να φτάσει σε έναν τόπο όπου ο καθένας είναι μοναδικός και ιδιαίτερος. Τη νέα της πατρίδα.


Η Olga de Dios παίζει εξαιρετικά με το χρώμα, αφού στο μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου της το ζωηρό ροζ της υπέροχης ηρωίδας της αιχμαλωτίζει το βλέμμα μας. Τα ασπρόμαυρα ομοιόμορφα σκίτσα των προσώπων αλλά και του σκηνικού μοιάζουν το παράταιρο ντεκόρ ενός κόσμου που δε χωρά αυτή την πληθωρική ηρωίδα. Το χρώμα σταδιακά κερδίζει χώρο στη διάρκεια του ταξιδιού της Ρόζας, το κίτρινο και το μπλε έρχονται να συντροφέψουν το ροζ, ένα ουράνιο τόξο στρώνει το χαλί και… τα υπόλοιπα σαλόνια ως το τέλος του βιβλίου μετατρέπονται σε ένα μοναδικό πανηγύρι χρωμάτων και εικόνων που απογειώνουν τη φαντασία. Χωρίς στιγμή να απαντά στο βιβλίο ίχνος βίας, αντιπαράθεσης ή θυμού. Με την πίστη στην προσωπική επιλογή να ανοίγει δρόμους όχι μόνο σε κείνον που ακολουθεί τα θέλω του αλλά και σε όσους, εγκλωβισμένοι σε στερεότυπα, δεν παύουν να είναι ευπρόσδεκτοι στον όμορφο κόσμο του.