Σάββατο, 19 Ιανουαρίου 2019

Aaron Becker, Ταξίδι


Φουρφούρι, Αθήνα 2018



Πριν από λίγο καιρό οι σχετικά νέες εκδόσεις Φουρφούρι, με πολύ ενδιαφέρονται δείγματα γραφής ως τώρα, μας χάρισαν το Ταξίδι του Aaron Becker, ένα πανέμορφο βιβλίο όπου η εικόνα υποκαθιστά πλήρως το κείμενο, αφηγούμενη χωρίς τα δεκανίκια των λέξεων την ιστορία ενός μοναχικού κοριτσιού που, απαυδισμένο από την αδιαφορία όλων των μελών της οικογένειάς του, αποδρά από την πληκτική του πραγματικότητα με τη βοήθεια ενός απλού κόκκινου μολυβιού. Αρκεί να σχεδιάσει το σχήμα μιας πόρτας στον τοίχο για να μετατραπεί αυτή σε αληθινή και να ανοίξει σε έναν συναρπαστικό, πολύχρωμο κόσμο, όπου τη μικρή περιμένει η ομορφιά, η μαγεία, η περιπέτεια αλλά κι ο κίνδυνος. 

Η εικόνα στο βιβλίο του Becker κυριαρχεί, οδηγώντας την ηρωίδα σε παραμυθένια δάση, μαγικές καστροπολιτείες με τρεχούμενα νερά, μυστηριώδεις ιπτάμενες κατασκευές, ονειρικούς έναστρους ουρανούς, παράγοντας με ιλιγγιώδεις, κινηματογραφικούς ρυθμούς πλοκή και δράση, μην αφήνοντας τόσο το κορίτσι της ιστορίας όσο και τον αναγνώστη να πάρουν ανάσα. Εξαιρετική η διαχείριση του χρώματος, όπως κι η σημειολογία του. Οι μουντές, άχρωμες πρώτες σελίδες όπου η μικρή υφίσταται την αδιαφορία όλων των μελών της οικογένειάς της που της αρνούνται μια βόλτα για παιχνίδι εκτός σπιτιού βυθισμένα στον κόσμο της τεχνολογίας (τηλέφωνο, τάμπλετ, υπολογιστή), με τα παιχνίδια της και, φυσικά, το μολύβι, σε χρώμα κόκκινο όλα, να σπάνε τη μονοτονία, δίνουν στην πορεία τη θέση τους σε έναν βομβαρδισμό από χρώματα. Το μαγικό κόκκινο μολύβι γίνεται το όχημα του κοριτσιού στον καινούργιο κόσμο όπου την οδηγεί η φαντασία της: με αυτό σκαρώνει μια βάρκα που τη βοηθά να διασχίσει ένα ποτάμι, ένα αερόστατο που θα της επιτρέψει να αποδράσει από μια γέφυρα που καταρρέει, ένα χαλί για να ακολουθήσει ένα μαγικό πουλί. Και κάπου λίγο πριν από το τέλος του ταξιδιού, δίπλα στο κόκκινο έρχεται το μοβ, αρχικά με τη μορφή του πουλιού, στην πορεία με κείνη ενός άλλου χρωματιστού μολυβιού, να χαρίσει στη μικρή, εκτός από χείρα βοηθείας, και ένα νέο, λιγότερο μοναχικό παράθυρο στη ζωή. Μπορεί η ίδια η πρωταγωνίστρια σε όλη τη διάρκεια του ταξιδιού της να παραμένει σχεδόν ασπρόμαυρη, σε χρώματα σέπια, μπορεί κι ο κόσμος της, στον οποίο τελικά επιστρέφει, να έχει τις ίδιες αποχρώσεις, ωστόσο ο δρόμος μοιάζει ορθάνοιχτος για νέες περιπέτειες.

Κι οι λέξεις; θα πείτε. Μπορεί να ειπωθεί μια ιστορία μονάχα με εικόνες; Πού είναι τα ονόματα, οι πληροφορίες για τη ζωή και τον χαρακτήρα των ηρώων, για τις προθέσεις και τα σχέδια εκείνων που συναντούν στον δρόμο τους, οι αναγκαίες εξηγήσεις για όλα αυτά τα παράδοξα μέρη που επισκέπτεται η ηρωίδα, για όλα όσα τέλος πάντων οι εικόνες δε μας λένε; Κι αυτό ακριβώς είναι το πιο ενδιαφέρον στοιχείο στο βιβλίο του Becker. Ότι, ενώ δημιουργεί μια ιστορία με ιλιγγιώδη πλοκή και συναρπαστικές ανατροπές, στην πραγματικότητα την αφήνει ορθάνοιχτη σε αναγνωστικές εικασίες κι επιλογές που θα συμπληρώσουν τα κενά με τον δικό τους μοναδικό τρόπο. Όπως κάθε ιστορία, έτσι κι αυτή εδώ που αφηγείται το Ταξίδι μπορεί στις αδρές της γραμμές να είναι μία και μοναδική, ωστόσο, όπως το χρώμα στις εικόνες, έτσι κι οι λέξεις με τις οποίες θα προτιμήσει να την ντύσει κάθε διαφορετικός αφηγητής, ανάλογα με την οπτική, το πνεύμα, τη διάθεση και τα ενδιαφέροντά του, είναι ικανές να της χαρίσουν άπειρες μεταμορφώσεις. Εν αναμονή των δυο επόμενων βιβλίων της τριλογίας του Becker, μια δοκιμή θα σας πείσει.

Τετάρτη, 2 Ιανουαρίου 2019

Βασίλης Παπαθεοδώρου, Τη νύχτα που έσβησαν τ' αστέρια


Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2018





Ένα δεκαεφτάχρονο κορίτσι εξαφανίζεται ένα βράδυ του Γενάρη. Κανείς δεν ξέρει το πώς και το γιατί. Κανείς δε γνωρίζει αν είναι ζωντανή ή νεκρή. Εγκληματική πράξη ή συνειδητή επιλογή; Κι αν πρόκειται για το δεύτερο, ποια είναι άραγε τα αίτια που οδήγησαν στην εξαφάνιση της Λένας Μανιέ; Ποιες αναταράξεις προξενεί το γεγονός αυτό στις ζωές των κοντινών της ανθρώπων; Τι ενοχές, φόβους, απωθημένα, επιθυμίες, μικρά και μεγάλα μυστικά αναμοχλεύει μέσα τους; Ο Βασίλης Παπαθεοδώρου χτίζει το τελευταίο βιβλίο του, Τη νύχτα που έσβησαν τ’ αστέρια, πάνω σε μια σειρά από πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις ανθρώπων του στενού ή ευρύτερου περιβάλλοντος της νεαρής Λένας Μανιέ, χαρίζοντάς μας ένα τολμηρό, σκληρό όσο και αποκαλυπτικό νεανικό μυθιστόρημα, που κρατά τον αναγνώστη καθηλωμένο από την πρώτη ως την τελευταία του σελίδα.

Το μυθιστόρημα ως λογοτεχνικό είδος είναι σύνθεση, κι η πολυπρισματική αφήγηση του Παπαθεοδώρου, μέσα από τις πολλαπλές οπτικές των αφηγητών του, ανθρώπων που αγάπησαν ή πλήγωσαν την εξαφανισμένη Λένα, φίλων, ανταγωνιστών, συμμαθητών, καθηγητών, συγγενών, αλλά και μιας ευαίσθητης αστυνομικού που αναλαμβάνει τη διαλεύκανση της υπόθεσης, του επιτρέπει να χτίσει με συνέπεια το περιβάλλον της κοπέλας, ένα περιβάλλον σύνθετο, γεμάτο αντιφατικές σχέσεις, συγκρουόμενα συναισθήματα, εντάσεις και ασάφειες. Κάθε αφήγηση, κάθε οπτική, προσθέτει κι ένα λιθαράκι στη μισοτελειωμένη εικόνα, άλλοτε γεμίζοντας κενά, άλλοτε προξενώντας νέες ρωγμές σε πρόσκαιρες βεβαιότητες, άλλοτε προωθώντας την πλοκή κι άλλοτε στρέφοντάς τη σε άλλη κατεύθυνση από εκείνη που αρχικά φαινόταν να πηγαίνει. Κάθε οπτική και μια άλλη πλευρά του πρίσματος, μια άλλη λήψη της πραγματικότητας, του σχολικού ή οικογενειακού μικρόκοσμου, της ίδιας της Λένας. Μικρά και μεγάλα οικογενειακά μυστικά, απωθημένες ερωτικές επιθυμίες, αντιπάθειες ενδεδυμένες τον μανδύα της φιλίας, κίνητρα όχι και τόσο αλτρουιστικά ή υψηλόφρονα όσο φαντάζουν σε μια πρώτη ματιά, απρόσμενες εκλεκτικές συγγένειες, η ελληνική κοινωνία στο μικροσκόπιο, γυμνή, με έναν τρόπο απροκάλυπτο, χωρίς ωραιοποιήσεις και βολικά στρογγυλέματα. 

Οι χαρακτήρες που χτίζει ο συγγραφέας δεν είναι τέλειοι και ιδανικοί. Ακόμα και οι καλύτεροι από αυτούς, οι λιγότερο ενοχλητικοί, διαθέτουν ατέλειες, αδυναμίες, σκοτεινές πλευρές. Γεγονός που τους καθιστά πολύπλευρους, ανάγλυφους, και επιτείνει το ενδιαφέρον του αναγνώστη, καθώς δεν είναι λίγες οι φορές που οι μεταστροφές τους, οι απρόσμενες αποκαλύψεις και ο τρόπος με τον οποίο αυτοί εξελίσσονται μέσα στη ροή των γεγονότων αλλάζει την εικόνα που έχουμε γι’ αυτούς.

Μέσα σε όλο αυτό το τοπίο, η ίδια η Λένα, το κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας, μοιάζει να περνά σαν σκιά, μέσα από τις διηγήσεις των ανθρώπων που την περιβάλλουν. Απόκοσμη κι ιδιαίτερη, ιδιότυπα επαναστάτρια, αιρετική, αντιπαθής στους πολλούς, διόλου εμφανώς χαρισματική, ένα αερικό που μοιάζει να ασκεί μεγαλύτερη επιρροή στους γύρω του όντας απούσα παρά παρούσα. Η σκιώδης παρουσία της, συνειδητή επιλογή, νομίζω, του συγγραφέα, ο οποίος δεν ενδίδει σε καμία στιγμή στο μελό και στην εύκολη συναισθηματολογία –γι’ αυτό εξάλλου, εικάζω, αποφεύγει στην ομάδα των αφηγητών του να συμπεριλάβει και τη μητέρα του θύματος, την οποία επίσης γνωρίζουμε μόνο μέσα από τις αφηγήσεις άλλων– μοιάζει να αγγίζει χορδές, να κινητοποιεί συναισθήματα, να ξεγυμνώνει κίνητρα και προθέσεις όλων όσοι μένουν πίσω.

Και να λειτουργεί με τρόπο καταλυτικά αποκαλυπτικό. Η Νύχτα που έσβησαν τα αστέρια είναι ένα μυθιστόρημα που ξεχαρβαλώνει στερεότυπα, διαψεύδει βεβαιότητες, ανατρέπει παγιωμένες αντιλήψεις, επαναπροσδιορίζοντας συνολικά την εικόνα μας για τη σημερινή ελληνική πραγματικότητα: φέρνοντας στο προσκήνιο απρόσμενες μορφές ρατσισμού, χλευάζοντας ψευτοεπαναστατικές πρακτικές, σαρκάζοντας την επιδερμικότητα των συναισθηματολογικών ξεσπασμάτων στα σόσιαλ μίντια, ψηλαφώντας προσεκτικά τις αμέτρητες πληγές στο σώμα της αγίας ελληνικής οικογένειας, αμφισβητώντας το μονόπλευρο δικαίωμα στο σωστό και στο αποδεκτό, ξεσκεπάζοντας τη μικροπρέπεια και τη συμφεροντολογία που μπορεί να ελλοχεύει ακόμα και στα μυαλά ανήλικων παιδιών, βάζοντάς μας να δούμε με άλλη ματιά ζητήματα, όπως για παράδειγμα η ενδοσχολική βία ή η πολύπαθη διαφορετικότητα, που η σχηματική και περίπου προκάτ διαχείρισή τους ταλανίζει τόσο την ελληνική κοινωνία όσο και τη λογοτεχνική μας παραγωγή.

Η επιλογή του συγγραφέα, εκατό σελίδες περίπου πριν από το τέλος, να μεταβεί αιφνίδια από το πριν στο μετά, από την αγωνία και το σασπένς της εξαφάνισης της Λένας στα παρεπόμενα της εύρεσης του κακοποιημένου πτώματός της, δεν αποδυναμώνει την πλοκή, αφού είναι αυτό ακριβώς το μετά, το πέρασμα από την αβεβαιότητα της άγνοιας στη σιγουριά της γνώσης, που θα απαλλάξει καθέναν από τους αφηγητές του Παπαθεοδώρου από προσχήματα, φέρνοντάς τους στις απολύτως πραγματικές τους διαστάσεις κι αποκαλύπτοντας τα πραγματικά τους κίνητρα: τη συμφεροντολογία και την ιδιοτέλεια όσων μόνο επιδερμικά ένιωσαν κάποτε την παρουσία της νεκρής πια Λένας. Αλλά και τη συνειδητοποίηση, τη λυτρωτική απελευθέρωση, την ουσιαστική εξέλιξη και υπέρβαση του εαυτού εκείνων που, μακριά από λογικές κοπαδιού, μοναχικοί όπως κι η ίδια, έστω κι εκ των υστέρων, την ένιωσαν, την κατάλαβαν, την αγάπησαν. Κι από την άποψη αυτή, η Νύχτα που έσβησαν τ’ αστέρια, ένα τραγικά επίκαιρο βιβλίο μια και η έκδοσή του συνέπεσε με μια πραγματική όσο και συγκλονιστική ιστορία κακοποίησης μιας νεαρής κοπέλας, είναι ένα βαθιά αισιόδοξο και τρυφερό μυθιστόρημα.