Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δαρλάση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δαρλάση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 23 Σεπτεμβρίου 2017

Αγγελική Δαρλάση, Ιστορίες Νεοελληνικής Μυθολογίας

  • Οι Μοίρες, εικόνες Σάντρα Ελευθερίου, Μεταίχμιο, Αθήνα 2017

  • Το Πετροκάραβο, εικόνες Θέντα Μιμηλάκη, Μεταίχμιο, Αθήνα 2017

     

    Ανακάλυψα την ελληνική λαϊκή παράδοση φοιτήτρια, μέσα από το μάθημα της λαογραφίας. Παρότι η σχέση μου μαζί της δεν ξεκίνησε με τους καλύτερους οιωνούς, αφού η νεανική μου επαναστατικότητα αντιστάθηκε αρχικά σθεναρά στην ιδέα να πάρω στα σοβαρά εκείνο το φαινομενικά βαρετό γνωστικό αντικείμενο, τελικά, μέσα στα τέσσερα χρόνια των σπουδών μου, στη διάρκεια των οποίων αφιέρωσα άπειρες ώρες στη συγκέντρωση λαογραφικού υλικού, έφτασα όχι μονάχα να την αγαπήσω αλλά και να ανακαλύψω τη γραμμή που συνέδεε την ενηλικίωσή μου με τον μαγικό κόσμο των παιδικών μου χρόνων. Το παρόν μου με ό,τι φάνταζε μακρινό και για πάντα χαμένο στο παρελθόν.

    Αυτά σκεφτόμουν προ καιρού, σαν έπιασα στα χέρια μου τα δυο βιβλία της Αγγελικής Δαρλάση από τη σειρά «Ιστορίες Νεοελληνικής Μυθολογίας»: τις Μοίρες και το Πετροκάραβο. Δυο βιβλία στα οποία η καταξιωμένη συγγραφέας επιχειρεί να γνωρίσει στα παιδιά ιστορίες από τη νεοελληνική παράδοση: Εκείνη των τριών Μοιρών από τη μια – πού ζουν, τι κάνουν, πώς και πότε επισκέπτονται το νεογέννητο μωρό, τι είδους υποδοχή τούς επιφυλάσσουν οι μανάδες και πώς τελικά εκείνες ορίζουν την τύχη του. Και τον θρύλο του πετροκάραβου, την τραγική ιστορία της καπετάνισσας που θέλησε να αναμετρηθεί με το φεγγάρι και πλήρωσε την αλαζονεία της με τη ζωή της.

    Όσο απλό κι αν φαντάζει, το εγχείρημα με το οποίο καταπιάνεται η Δαρλάση δεν είναι καθόλου εύκολο, αφού όποιος το αποτολμήσει οφείλει από τη μια να σεβαστεί, χωρίς να αλλοιώσει ή να διαστρεβλώσει, την παγιωμένη μέσα στον χρόνο παράδοση, κι από την άλλη να την καταστήσει οικεία κι ενδιαφέρουσα στον σύγχρονο αναγνώστη. Κάτι που η συγγραφέας εδώ πετυχαίνει ικανοποιητικά επιστρατεύοντας τον ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο, τον στίχο που συνδέεται άρρηκτα με τη δημοτική μας ποίηση. Έναν δεκαπεντασύλλαβο όμως που λειτουργεί ως φορέας μιας ζωντανής, τρέχουσας γλώσσας, κι όχι ως προθήκη βαρύγδουπων γλωσσικών απολιθωμάτων. Μιας γλώσσας που με ακρίβεια και εκφραστική λιτότητα περιγράφει ή αφηγείται με τρόπο εύληπτο και αβίαστο, χωρίς να εκβιάζει, χωρίς να σκοντάφτει, χωρίς να γεννά απορία ή αμηχανία. Όπως ακριβώς θα άρμοζε σ’ ένα κείμενο που θα επιθυμούσε να διατηρήσει ζωντανή την παράδοση σε ένα σύγχρονο πλαίσιο, μακριά από ενοχλητικές γραφικότητες.



    Χωρίς βεβαίως να αποτελεί ο δεκαπεντασύλλαβος πανάκεια, μαγική συνταγή, πολλώ δε μάλλον όταν το θέμα με το οποίο καταπιάνεται σε καθένα από τα βιβλία η συγγραφέας απαιτεί εντελώς διαφορετική αφηγηματική διαχείριση: στο πρώτο η Δαρλάση κατορθώνει να τονώσει ένα υπό άλλες συνθήκες έντονα περιγραφικό τελετουργικό εισάγοντας το στοιχείο της ενεστωτικής δράσης – κάτι στο οποίο συμβάλλει και η εικονογράφηση της Σάντρας Ελευθερίου, με τις εντυπωσιακές, ψηλόλιγνες και άκρως εκφραστικές φιγούρες της, που αποπνέουν έντονο μυστήριο. Στο δεύτερο, πάλι, όπου η δράση είναι δεδομένη, η σταδιακή κλιμάκωσή της χρωματίζεται από την εστίαση της αφήγησης στα έντονα συναισθήματα της κεντρικής ηρωίδας, με την εικονογράφηση, της Θέντας Μιμηλάκη αυτή τη φορά, να συνομιλεί με την παράδοση μέσα από έντονα δραματικές, ποιητικές εικόνες.

    Και στις δυο περιπτώσεις πάντως, η «σύγχρονη» ματιά στη λαϊκή μας παράδοση υπογραμμίζεται από το αποφορτιστικό και σκεπτικιστικό φινάλε, όπου η εγκυρότητα των όσων έχουν προειπωθεί τίθεται εν αμφιβόλω, όχι πάντως με διάθεση αφοριστική και υπαγορευμένη από κάποιου είδους στεγνή, επιστημονική λογική, αλλά με την τρυφερότητα και την επιείκεια που τόσο ανάγλυφα αποτυπώνονται στην προσφώνηση «καρδούλα μου». Συμφιλιώνοντας το χτες με το σήμερα, την αλήθεια με τον θρύλο, μέσα από την ιαματική ισχύ και την ομορφιά των ιστοριών – αληθινών ή όχι και τόσο, αν και αυτό δεν κάνει τελικά και τόσο σπουδαία διαφορά…

     

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2015

Αγγελική Δαρλάση, Το παλιόπαιδο

Εικονογράφηση: Ίρις Σαμαρτζή, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2014

 
 


Το τελευταίο βιβλίο της Αγγελικής Δαρλάση αφηγείται την ιστορία ενός φτωχού παιδιού, μεγαλωμένου σε μια οικογένεια τραυματισμένη από την αρρώστια και την ανεργία, που αναγκάζεται, για λόγους επιβίωσης, να ενταχθεί σε μια συμμορία ανηλίκων. Από αυτή και τη συνακόλουθη εγκληματική δράση θα το σώσει ένας άντρας, ανοίγοντάς του ένα παράθυρο ελπίδας και δίνοντάς του την ευκαιρία να χαράξει έναν καινούριο δρόμο μέσα απ’ τον κόσμο της μουσικής.

Αφορμώμενη από τη δράση του ιδρυτή του El Sistema Χοσέ Αντόνιο Αμπρέου, η συγγραφέας βάζει εξαρχής τον αναγνώστη της στο ζοφερό κλίμα της καθημερινότητας του ήρωά της: η φτώχεια της οικογένειας, η αρρώστια της μάνας, η απουσία του πατέρα, κι ένα παιδί χωρίς όνομα, πρακτικά χωρίς ταυτότητα. Και χωρίς φωνή. Η πρώτη φορά που ακούμε τον μικρό να αρθρώνει λόγο είναι όταν εντάσσεται στη συμμορία Τίγρεις των Δρόμων. Εκεί μοιάζει να αποκτά και κάποιου είδους ψευδαίσθηση ταυτότητας. Η ένταξη στην ομάδα ωστόσο δεν ισοδυναμεί με την ευτυχία, το καινούριο μπουφάν που αντικαθιστά το παλιό θλιβερό παλτό του φαντάζει παράταιρο, κι η φωνή της όποιας συνείδησης, όπως εκφράζεται από τη μομφή της μητέρας, μοιάζει κι αυτή να το σπρώχνει στην παραβατική συμπεριφορά. Η εμφάνιση του άντρα που θα χαρίσει στον μικρό ένα βιολί είναι αυτή που του δίνει υπόσταση, που του επιτρέπει να χρησιμοποιήσει επιτέλους το όνομά του (Φέλιξ, Ευτυχισμένος), που τόσο αταίριαστο έμοιαζε με την προηγούμενή του κατάσταση, και να ξαναφορέσει το παλιό του γκρίζο παλτό, που μένει να του θυμίζει τις ρίζες και τις κοινωνικές αναφορές του. Η σταδιακή κλιμάκωση, σε συνδυασμό με ένα κείμενο σφιχτό, απέριττο, όπου η μια –σύντομη συνήθως– πρόταση διαδέχεται την άλλη χωρίς πισωγυρίσματα και φλυαρίες, με μικρές ωστόσο ποιητικές ανάσες, λειτουργεί καθηλωτικά χωρίς να εκβιάζει τα συναισθήματα του αναγνώστη, προξενώντας του μια υποβλητική συγκίνηση. Η επιλεκτική, έως φειδωλή, εξάλλου, εστίαση σε λεπτομέρειες, όχι μόνο δεν οδηγεί σε αφηρημένες, τεχνητές γενικεύσεις, αλλά πετυχαίνει την άμεση ταύτιση του αναγνώστη με καταστάσεις και πρόσωπα.

Η Ίρις Σαμαρτζή με χρωματικά της όπλα το ασπρόμαυρο και το κόκκινο, συνδυάζοντας σε ορισμένα σημεία σκίτσο και φωτογραφία, σε μια απόπειρα ένταξης της μυθοπλασίας στην πραγματικότητα, αποτυπώνει τη δύσκολη καθημερινότητα του παιδιού τονίζοντας με πινελιές κόκκινου χαρακτηριστικά, πράξεις, συναισθήματα, ακόμα κι αναμνήσεις. Η γνωριμία του παιδιού με τον κόσμο της μουσικής συνοδεύεται από την πιο εκτεταμένη χρήση του χρώματος, χωρίς ωστόσο η κυριαρχία του να είναι συντριπτική. Γιατί, όσο κι αν το πρώτο, βροχερό, μαυρόασπρο σαλόνι του βιβλίου μετατρέπεται σε μια βροχή από νότες και κτίρια με κόκκινα περιγράμματα στο τελευταίο σαλόνι, η δυστυχία, ο πόνος, ο κοινωνικός αποκλεισμός κι η φτώχεια ούτε εκλείπουν ούτε απαλείφονται από τη μνήμη με τρόπο μαγικό.

Δεν είναι άλλωστε το στιγμιαίο, περαστικό, άκοπο θαύμα το ζητούμενο. Ούτε στην τέχνη αλλά ούτε και σ’ αυτό τον κόσμο. Η ιστορία του Παλιόπαιδου, μια ιστορία στην οποία η μουσική, με όπλα την επιμονή και την πίστη, τολμά να αναμετρηθεί με τη ζοφερή πραγματικότητα και κατορθώνει να τη νικήσει, είναι η ζωντανή απόδειξη.