Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κάστωρ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κάστωρ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2013

Το πολύ το Κύριε ελέησον...


  • Σουζάννα Ταμάρο, Χαρτοφοβία, εικονογράφηση Τζοβάννι Μάννα, μετάφραση Σώτη Τριανταφύλλου, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2003 (από 5 ετών)

  • Μπερνάρ Κλαβέλ, Το χάρτινο κάστρο, εικονογράφηση Γιαν Νασιμπέν, μετάφραση Έφη Κορομηλά, Εκδόσεις Κάστωρ, Αθήνα 2005 (από 7 ετών)

 
 
Καλά τα βιβλία, αλλά μήπως ο τρόπος που προσπαθούμε να τα επιβάλουμε στα παιδιά μας είναι κάπως μονοκόμματος και οδηγεί στα αντίθετα αποτελέσματα από τα επιθυμητά; Κάτι τέτοιο θέλει να μας πει το βιβλίο της Σουζάννα Ταμάρο Χαρτοφοβία, με τους ανεκδιήγητους γονείς του μικρού Λεοπόλδου, οι οποίοι έχουν αποφασίσει ότι το μοναδικό σημαντικό πράγμα στη ζωή του γιου τους πρέπει να είναι τα βιβλία. Δεν τους απασχολεί αν ο μικρός λαχταράει να τρέξει έξω, ούτε η προσμονή με την οποία περιμένει να του δωρίσουν ένα ζευγάρι αθλητικά παπούτσια. Πάνω απ’ όλα, δεν μπαίνουν στη διαδικασία να αναρωτηθούν γιατί το παιδί τους αντιπαθεί τα βιβλία, γιατί και μόνο στη θέα μιας σελίδας το πιάνει ζαλάδα. Όταν επιτέλους αντιλαμβάνονται ότι ο Λεοπόλδος απεχθάνεται το διάβασμα, τον πάνε σε ψυχολόγο, ο οποίος αποφαίνεται ότι το παιδί πάσχει από χαρτοφοβία. Και συνιστά ομοιοπαθητική θεραπεία, δηλαδή βιβλία! Αποτέλεσμα: εφιάλτες, αϋπνίες, και η αυτονόητη ερώτηση: Γιατί πρέπει να διαβάζουμε; Οι εκτός τόπου και χρόνου γονείς απαντούν με γενικότητες και κοινοτοπίες. Καμία νύξη στη χαρά του διαβάσματος, στην αναγνωστική απόλαυση. Ο μικρός αποφασίζει να το σκάσει από το σπίτι για να μην τον αποτρελάνουν. Για καλή του τύχη, στο δρόμο του βρίσκει έναν ηλικιωμένο τυφλό, ο οποίος όχι μονάχα κατορθώνει να κεντρίσει το ενδιαφέρον του για τα βιβλία, αλλά και να διαγνώσει τη βαθύτερη αιτία της απέχθειάς του για το διάβασμα: ο Λεοπόλδος χρειάζεται επειγόντως γυαλιά!

Σαν σε αρχαιοελληνική τραγωδία, θα χρειαστεί ένας τυφλός για να δει αυτό που αρνούνται να αντιληφθούν οι κοντόφθαλμοι, κολλημένοι και γραφικά εμμονικοί γονείς του Λεοπόλδου και να λάβει τέλος μια σύγχρονη τραγικωμωδία που είμαι σίγουρη ότι πολλοί από μας έχουμε δει να παίζεται σε σπίτια γνωστών, φίλων ή συγγενών. Με γονείς που με φανατισμό προσπαθούν να χρίσουν τα παιδιά τους ιδιοφυΐες, πρωταθλητές ή σούπερ ταλέντα κινούμενοι από προσωπικές εμμονές και απωθημένα, θέλοντας να τους επιβάλουν -συχνά με βεβιασμένο τρόπο- ενδιαφέροντα και δραστηριότητες που ενδεχομένως να μην τα συγκινούν κι αγνοώντας τις πραγματικές δυνατότητες ή αδυναμίες τους. Φιμώνοντας έτσι το δικαίωμά τους στην επιλογή. Ισοπεδώνοντας τη μοναδικότητα της προσωπικότητάς τους. Τσακίζοντας επιθυμίες, όνειρα, πάνω απ’ όλα τον αυθορμητισμό της παιδικότητας.
                        

Κάπως διαφορετική είναι η ιστορία του μικρού Ιβ στο Χάρτινο κάστρο. Ο μπαμπάς του έχει ένα σπίτι ασφυκτικά γεμάτο βιβλία και είναι και ποιητής, αλλά τουλάχιστον η αγάπη του για το διάβασμα απορρέει από μια γνήσια δημιουργική διάθεση. Μια διάθεση βέβαια που τον κάνει κάπως απόμακρο και μάλλον αδιάφορο για το γιο του. Ο Ιβ, από την άλλη, είναι τύπος πρακτικός κι ονειρεύεται να χτίσει ένα κάστρο. Αποφασίζει να χρησιμοποιήσει ως υλικό κατασκευής κάμποσα από τα βιβλία του μπαμπά του ενώ εκείνος είναι απορροφημένος από τη σύνθεση ενός ποιήματος. Ο ποιητής, στον κόσμο του, δεν παίρνει είδηση τη σταδιακή αποψίλωση της αχανούς βιβλιοθήκης του, αφού τα βιβλία του είναι τόσο πολλά που, όσα κι αν πάρει ο γιος του, τα ράφια παραμένουν γεμάτα τόμους. Περνά ο καιρός, το κάστρο αποκτά ικανοποιητικό ύψος και σκεπή, το ποίημα του μπαμπά πάλι λιμνάζει αδικαιολόγητα, ώσπου μια μέρα εκείνος, αναζητώντας έναν τόμο, φτάνει στην αυλή του σπιτιού, όπου υψώνεται το κάστρο, παίρνει το βιβλίο που χρειάζεται, αφήνοντας μια τρύπα στην τοιχοποιία, κι αποχωρεί. Το σαφάρι των τόμων συνεχίζεται, η μια τρύπα διαδέχεται την άλλη, κι όταν μια μέρα ξεσπά καταιγίδα, ο Ιβ φοβάται ότι το διάτρητο κάστρο δε θα μπορέσει να την αντέξει, όπως δεν μπορεί να αντέξει και την οργή του μπαμπά το τελειωμένο του ποίημα, που δεν του αρέσει καθόλου. Τα βιβλία του κάστρου ξαναγυρνούν στη βιβλιοθήκη, ενώ τα χαρτιά με το ποίημα καταλήγουν στα στομάχια κάτι πεινασμένων ποντικιών, μακρινών ξαδερφιών του Βιβλιοπόντικα προφανώς. Τα ποντικάκια αφομοιώνουν το ποίημα σε τέτοιο βαθμό ώστε όταν το απαγγέλλουν αναδεικνύουν όλη τη φαντασία και την ομορφιά που κρατούσε φυλακισμένη μέσα του το χαρτί. Μακριά από τον βαρύ ίσκιο των βιβλιοθηκών, πατέρας και γιος θα ανακαλύψουν ο πρώτος τη χαρά του να χτίζεις ένα κάστρο κι ο δεύτερος την ομορφιά της αληθινής, ανόθευτης ποίησης.

Ο Ιβ, σε αντίθεση με τον Λεοπόλδο, βρίσκει έναν εναλλακτικό τρόπο χρήσης των βιβλίων του πατέρα του, μετατρέποντάς τα σε οικοδομικό υλικό που θα στεγάσει το κατασκευαστικό του όνειρο. Μ’ αυτό τον τρόπο απεγκλωβίζεται από τον σκοτεινό, μοναχικό, διανοουμενίστικο κόσμο του μπαμπά του. Παράλληλα κατορθώνει να ξεκολλήσει κι εκείνον από το ασφυκτικά γεμάτο με βιβλία σπίτι του και να του δώσει να καταλάβει ότι τα αποστειρωμένα περιβάλλοντα αποδυναμώνουν ακόμα και τα ομορφότερα λογοτεχνικά δημιουργήματα.

Όσο για μας, ας αναλογιστούμε, έχοντας κατά νου τόσο τους αφοριστικούς γονείς του Λεοπόλδου όσο και τον αφηρημένο, αδιάφορο για το γιο του διανοούμενο πατέρα του Ιβ, την αξία του μέτρου, το σεβασμό στο δικαίωμα του παιδιού για αυτενέργεια, ή έστω τη γραφικότητα των εμμονών μας, που μετατρέπουν ακόμα και τις καλύτερες προθέσεις μας στην πιο ανώδυνη περίπτωση σε σκηνές από κωμωδία εποχής, στη χειρότερη και πιο οδυνηρή σε οικογενειακά δράματα διαρκείας.

 

Πέμπτη 15 Νοεμβρίου 2012

Κατί Τρεβελιάν - Χάιντ Κόρνερ, Το όνειρο του βασιλιά Ιβάν

Μετάφραση: Πόλυ Βασιλάκη, Εκδόσεις Κάστωρ, Αθήνα 2001 (από 5 ετών)


Κι όμως, υπάρχουν και τέτοιοι βασιλιάδες: ευαίσθητοι, ποιητικοί, λάτρεις της μουσικής και κυνηγοί του ονείρου. Στα παραμύθια τουλάχιστον. Εκεί που όλα μπορούν να γίνουν αλήθεια και τ' όνειρο ν' ανοίξει μονοπάτια ευτυχίας που η πραγματικότητα αρνείται να αποκαλύψει.

Ένας τέτοιος τύπος είναι ο βασιλιάς Ιβάν. Μοναχικός, χωρίς να έχει ποτέ του αγαπήσει. Ένα βράδυ, στον ύπνο του, καταδύεται στο τοπίο ενός αλλόκοτου ονείρου, που τον ταξιδεύει σε πορφυρούς ουρανούς και σε καταπράσινα λιβάδια με γιγαντιαία λουλούδια, σ' έναν κόσμο όπου βασιλεύει η μουσική. Ένα φίδι-φλάουτο, ένα μουσικό δέντρο όπου ανθίζει ένα βιολί, ένα πουλί-αρμόνικα, ο άνεμος, ένα πουλί-λύρα, ψάρια-τρομπέτες και μια γάτα-ακορντεόν θα κατευθύνουν τον Ιβάν πάνω από λόφους και δάση, μέσα από λίμνες και θλιμμένες πολιτείες, πέρα από ηφαίστεια, στην είσοδο μιας σπηλιάς. Κι όταν, φτάνοντας μες στη σπηλιά, θ' ακούσει το τραγούδι της όμορφης βασίλισσας, τ' όνειρο τον εγκαταλείπει, κι αυτός ξυπνά απελπισμένος. Στον πραγματικό κόσμο πια, θα βρει στην αγωνιώδη του αναζήτηση της βασίλισσας μια ανέλπιστη σύμμαχο και βοηθό, που θα του αποκαλύψει πού ζει η αγαπημένη του και θα τον συνοδέψει στο ταξίδι με το βασιλικό αερόστατο ως τη χώρα της.

Η αφήγηση μοιράζεται σκόπιμα μ' έναν τρόπο ανισοβαρή ανάμεσα στην ονειρική βόλτα του βασιλιά και στην αναζήτηση της βασίλισσας στον πραγματικό κόσμο. Αν η περιπλάνησή του μέσα στ' όνειρο είναι χρονοβόρα και κοπιώδης, το να μάθει το πώς και το πού θα βρει τη βασίλισσά του στην πραγματικότητα αποδεικνύεται πολύ πιο εύκολο, οδηγώντας τον με συνοπτικές διαδικασίες στην ευτυχία. Το όνειρο άλλωστε είναι αυτό που του δίνει το μεγάλο κι ωραίο ταξίδι: την ανακάλυψη των βαθύτερων επιθυμιών του. Η πραγματικότητα μετά απ' αυτό είναι πολύ πιο εύκολα αναγνώσιμη. Με απλά λόγια, η ιστορία του Ιβάν μάς λέει ότι συχνά αυτό που επιθυμούμε βρίσκεται σε προφανές σημείο. Αυτός που μας το κρύβει είναι ο ίδιος μας ο εαυτός και τα ανυπέρβλητα εμπόδια που μας βάζουν οι αυτολογοκριτικοί μηχανισμοί μας, φυλακίζοντας τις επιθυμίες μας στα σπηλαιώδη, εσώτερα βάθη του είναι μας. Οι ψυχαναλυτικές αναφορές είναι σαφείς. Όσο για τα αλλόκοτα πλάσματα που συναντά ο Ιβάν, όχι μόνο δεν προξενούν κανένα τρόμο, αλλά λειτουργούν ως τα μέσα που θα τον οδηγήσουν τελικά στην κατάδυση στο ασυνείδητό του και κατ' επέκταση στην ανακάλυψη των εσώτερων -και αρχικά τουλάχιστον άγνωστων ακόμα και στον ίδιο- επιθυμιών του.

Η μουσική γίνεται ο κώδικας αποτύπωσης της αναζήτησης και της συναισθηματικής κλιμάκωσης του Ιβάν: άλλοτε θλιμμένη, άλλοτε χαρωπή, άλλοτε γοητευτική, άλλοτε αέρινη, ουράνια, θεϊκή, ύστερα παράφωνη κι εντέλει σπαρακτική. Κι αν ο ήχος απ' το βιολί κι από τα παράδοξα μουσικά πλάσματα που συνοδεύουν το βασιλιά στην αναζήτησή του είναι δάνειος και μεταλλάσσεται ανάλογα με τις συναισθηματικές μεταπτώσεις του ήρωα, το αντικείμενο του έρωτά του έχει μόνο το τραγούδι της φωνής του, μαγευτικότερο απ' όλες τις άλλες μουσικές. 

Αξίζει να σταθούμε ιδιαίτερα στην εξαιρετική εικονογράφηση, η οποία, με σουρεαλιστική διάθεση ανάμεικτη μ' ένα ναΐφ πνεύμα, με πλάσματα  τα οποία στη σύλληψή τους τουλάχιστον μοιάζουν να έχουν δραπετεύσει από πίνακα του Νταλί και στην εκτέλεσή τους παραπέμπουν σε πολιτισμούς της Ανατολής, αποτυπώνει μοναδικά τόσο τον ονειρικό όσο και τον πραγματικό κόσμο του Ιβάν.

Ο βασιλιάς Ιβάν μπορεί να έχει την πολυτέλεια να κινείται σ' έναν παραμυθένιο κόσμο όπου τα βάσανα της διακυβέρνησης περισσεύουν, πάντως κατόρθωσε να κερδίσει μια ξεχωριστή θέση στις καρδιές μας. Θεωρώ ιδανική κατακλείδα για τη σημερινή ανάρτηση το σχόλιο της πενταμισάχρονης συναναγνώστριάς μου όταν φτάσαμε στην τελευταία σελίδα του βιβλίου: "Ωραίο!" Με ένα τεράστιο, ευτυχισμένο χαμόγελο να συνοδεύει αυτή τη μία και μοναδική λέξη, που ήδη τα είχε πει από μόνη της όλα.
 

Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2012

Ζίγκριντ Λάουμπε - Μαρία Μπλαζεγιόφσκι, Ο παππούς πετάει

Μετάφραση: Χαρά Στρώνη, Εκδόσεις Κάστωρ, Αθήνα 2000 (από 5 ετών)


Μερικές φορές τα βιβλία έρχονται και σε βρίσκουν μ' έναν τρόπο απρόσμενα αποκαλυπτικό. Ξυπνούν μέσα σου σκέψεις κι αισθήματα που δεν υπολόγιζες ότι έμεναν εκεί, τόσο καλά φυλαγμένα, ανέγγιχτα από τη διάβρωση του χρόνου και την -αναπόφευκτη- μετάλλαξη που επιφέρει η προσγείωση στην ενηλικίωση. Το συγκεκριμένο βιβλίο ήρθε και με βρήκε ένα ήσυχο κυριακάτικο πρωινό, δώδεκα χρόνια μετά την έκδοσή του. Βλέπετε, όταν είχε πρωτοβγεί, εγώ ούτε παιδιά είχα ούτε παιδικά βιβλία διάβαζα. Κάλλιο αργά παρά ποτέ, θα πείτε. Εγώ απλώς είπα ευτυχώς που μικροί εκδότες όπως ο Κάστωρ πρόλαβαν να μας χαρίσουν τέτοια αριστουργήματα.

Ένας παππούς κατάκοιτος, με αδύναμη καρδιά, ανήμπορος. Και δίπλα του ένας εγγονός, ο Βάλεντιν, που του κρατά το χέρι και του υπόσχεται πως αν καταφέρει να γίνει ανάλαφρος σαν πουλί θα τον πάρει μαζί του σε μια βόλτα στον κόσμο. Το θαύμα συντελείται κι οι δυο τους ξεκινούν το μαγικό τους ταξίδι πάνω από δέντρα, χωριά, λιβάδια, δάση. Ο παππούς παραδίνεται στη μαγεία των αισθήσεων: στο θρόισμα του ανέμου, στα παιχνιδίσματα του φωτός, στο άγγιγμα του νερού, στο μεθυστικό άρωμα και στη γεύση των φρούτων, στους ήχους του δάσους, στην παρατήρηση των εντόμων και των ζουζουνιών, στα χρώματα των λουλουδιών. Άλλοτε χαρούμενος κι άλλοτε συγκινημένος, άλλοτε ανέμελος κι άλλοτε περήφανος. Και τόσο όμορφος που, όπως λέει ο εγγονός του, έχει στο πρόσωπό του ένα ουράνιο τόξο. Το τέλος της μέρας φέρνει σύννεφα στον ουρανό και βαραίνει τις κινήσεις του παππού, που, αποκαμωμένος, κλείνει τα μάτια, ήρεμος πια και χαμογελαστός και με το χέρι του πάντοτε μες στο χέρι του εγγονού του.

Ένα ποιητικό βιβλίο για τη ζωή και για το θάνατο. Για την αγάπη παππού κι εγγονού, που γίνεται η κινητήρια δύναμη για το ταξίδι στο όνειρο, κάνοντας εφικτό το αδύνατο. Ο παππούς θέλει μα δεν μπορεί. Ο εγγονός, πάλι, και θέλει και μπορεί. Είναι η ορμητικότητα, η σφοδρότητα της επιθυμίας της παιδικής ηλικίας που κατορθώνει να κάνει τον παππού να πετάξει για να γευτεί με όλη τη δύναμη των αισθήσεών του, έστω για τελευταία φορά, τη χαρά της ζωής. Και είναι η πηγαία αισιοδοξία και η αστείρευτη χαρά του παιδιού αυτή που θα μετατρέψει το θαυμαστό τους ταξίδι σε ένα απέραντο πανηγύρι χρωμάτων, ήχων, αγγιγμάτων, αρωμάτων και γεύσεων, όπου ο χρόνος, εξόριστος, επιβραδύνεται για να αφήσει απερίσπαστες τις αισθήσεις να μεταγγίσουν στον παππού λίγη από την παιδική ανεμελιά, τη δίψα για ζωή του εγγονού Βάλεντιν.

Η αφήγηση στο τέλος του βιβλίου προτιμάει να υπονοήσει παρά να πει. Το πουλί που πετάει παίρνει μαζί του τη μέρα και συνειρμικά μάς οδηγεί να σκεφτούμε το φτερούγισμα της ψυχής του παππού προς το θάνατο. Μόνο που, κλείνοντας τα μάτια παντοτινά, ο παππούς παίρνει μαζί του την όμορφη εκδρομή και το τραγούδι του κότσυφα που πετάει κι αυτό ψηλά μαζί του.

Η ονειρική εικονογράφηση της Μαρία Μπλαζεγιόφσκι κινείται με μια έμπνευση που την οδηγεί πέρα από το κείμενο, όχι σχολιαστικά, αλλά επιτείνοντας την ποιητική, υπερβατική διάθεσή του. Έτσι, όταν παππούς κι εγγονός ξεκινούν το ταξίδι τους στους αιθέρες, τους βλέπουμε γαντζωμένους σε μια πολύχρωμη ομπρέλα. Οι εξημμένες αισθήσεις τους απ' όλα τα θαυμαστά που θ' ανταμώσουν στο δρόμο τους αποτυπώνονται οπτικά με τη μεγέθυνση των πλασμάτων της φύσης, των λουλουδιών και των φρούτων ή με την εικαστική μεταμόρφωση του Βάλεντιν και του παππού άλλοτε σε πουλιά, άλλοτε σε ιπτάμενους καβαλάρηδες γιγαντιαίων ακρίδων, άλλοτε σε ταξιδευτές μέσα σε θάλασσες λουλουδιών. Μόνο που η επανερχόμενη φιγούρα του παππού αμίλητου, με κλειστά μάτια και ένα μελαγχολικό μειδίαμα στα χείλη σε κάποιες σελίδες λειτουργεί ως υπενθύμιση της αναπότρεπτης πραγματικότητας. Στο προτελευταίο σαλόνι, ντυμένοι στα μελαγχολικά χρώματα του σούρουπου και της επερχόμενης καταιγίδας, παππούς κι εγγονός είναι ξαπλωμένοι στα σύννεφα. Ο μικρος μπρούμυτα, με το χαμογελαστό, γεμάτο περιέργεια και προσμονή πρόσωπό του στραμμένο σε όλα τα επερχόμενα θαύματα της μελλοντικής ζωής του. Ο παππούς ανάσκελα, λίγο πιο ψηλά, με τα μάτια κλειστά. Ήδη φευγάτος.

Κλείνοντας το βιβλίο, ξανάριξα μια ματιά στην εικόνα του εξώφυλλου: ένας παππούς με αγγελικά φτερά αναπαύεται τρισευτυχισμένος μέσα σ' ένα γιγαντιαίο κατακόκκινο λουλούδι κι ο χαμογελαστός εγγονός κρατάει το μίσχο με τα δικά του φτερά παραμάσχαλα. Και δεν μπόρεσα παρά να μακαρίσω κάθε τυχερό παππού που φεύγει για το μεγάλο ταξίδι προλαβαίνοντας να κλείσει μέσα στο είναι του τόση απέραντη ομορφιά, τόση αστείρευτη ζωή, τόσες μεθυστικές αισθήσεις όσες χωράνε σε μια μικρή παιδική παλάμη.