Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φύση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φύση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2017

Εύη Γεροκώστα, Μικρά ξυπνήματα



Εικονογράφηση: Πέρσα Ζαχαριά, Εκδόσεις Παρρησία, Αθήνα 2016




Θα μπορούσε να είναι ποίημα. Ή τραγούδι. Είναι ένα όμορφο, μικρό βιβλίο με λέξεις και εικόνες – παιδικό, ενήλικο, δεν ξέρω αν έχει νόημα η διάκριση. Ένα ταξίδι στα χρώματα και στο φως της μέρας που ξυπνά, παρασύροντας μαζί της τον κόσμο. Μια περιπλάνηση στις αποχρώσεις και στις σκιές της νύχτας που, μες στον ύπνο, ξυπνά αισθήσεις κι αισθήματα.

Στο πρώτο μισό του βιβλίου η μέρα καταφτάνει και, με μια σειρά από συνειρμικές κι αναπάντεχες εικόνες, συμπαρασύρει στο διάβα της ολόκληρη τη φύση, σ’ ένα ταξίδι από τον ουρανό στα δέντρα, στη γη, στον υπόγειο κόσμο, στα νερά θαλασσών και ποταμών. Ένα ταξίδι ανεμελιάς και αισιοδοξίας, όπου ακόμα και η βροχή ή η πτώση των φύλλων των δέντρων σκορπούν κατάφαση και ομορφιά. Είναι η ζωή σε όλες της τις εκφάνσεις, που επαναπροσδιορίζει σημασίες, λειτουργίες και μεγέθη για να οδηγήσει τους πάντες και τα πάντα στη χαρά του ταξιδιού και της χάραξης νέων δρόμων, άλλοτε μυστικών και άλλοτε φανερών. 

Στη μέση του ταξιδιού τα πάντα αλλάζουν. Η μέρα γίνεται νύχτα. Κι όλα βυθίζονται στον ύπνο, καθώς ο ορατός κόσμος, φυλακισμένος μέσα σ’ ένα κοχύλι, γίνεται αίσθηση, ακοή, κατόπιν συναίσθημα. Είναι το πέρασμα από το ορατό κι απτό στο αόρατο και μυστικό. Το αθόρυβο βύθισμα στο εσώτερο είναι μας. Στον κόσμο των ονείρων, των σκέψεων, των αισθημάτων – της αγάπης και της απώλειας, της τρυφερότητας και της θλίψης. Σ’ όλα όσα κλείνει μέσα της μια πάλλουσα ανθρώπινη καρδιά.

Η Γεροκώστα, χρησιμοποιώντας γι' άλλη μια φορά απλά υλικά, αφήνει ελεύθερη τη φαντασία της να περιπλανηθεί στον κόσμο συλλέγοντας στιγμιότυπα και εικόνες που, σε μια ακούραστη σκυταλοδρομία ξυπνημάτων και ύπνων, καταλήγουν να χτίσουν μια άρτια αρχιτεκτονημένη αφήγηση. Μ' έναν ρυθμό που, χάρη στη διαρκή επανάληψη της πρώτης πρότασης κάθε φράσης, μας παραπέμπει σε παιδικό τραγούδι. Κι έχοντας την ευτυχία να υποστηρίζεται από μια εικονογράφηση που ανταποκρίνεται απόλυτα στο πνεύμα του κειμένου της. Απαλά χρώματα, σκιές και λεπτομέρειες από τον κόσμο της φύσης αγκαλιάζουν διακριτικά όσο και ζεστά τα μικρά ξυπνήματα της μέρας, καθώς το φόντο αθόρυβα γλιστρά βήμα βήμα προς τα χρώματα της νύχτας. Κι όταν αυτή πέφτει και τα πάντα χάνονται μέσα στους λαβύρινθους του ύπνου, τα χρώματα γίνονται πιο έντονα, οι αντιθέσεις πιο εμφανείς, με το κόκκινο, το χρώμα της αγάπης, της επιθυμίας, της καρδιάς, να κάνει λιγότερο ή περισσότερο αισθητή την παρουσία του σε όλα τα σαλόνια.

Φτάνοντας στο τέλος της σημερινής ανάρτησης, έχοντας πει ό,τι είχα να πω γι’ αυτό το πανέμορφο βιβλίο, αισθάνομαι ότι το αδικώ κατάφωρα. Μήνες τώρα, κάθε φορά που το πιάνω στα χέρια μου και το ξεφυλλίζω αναζητώντας στις σελίδες του ένα άλλο μονοπάτι μες στην καθημερινότητα αλλά και μέσα στον ίδιο τον εαυτό μου, αισθάνομαι πως ό,τι κι αν πω γι’ αυτό δε θα μπορέσει να περιγράψει επαρκώς την ατόφια ομορφιά του. Θα το καταλάβετε όταν το διαβάσετε κι εσείς.

Καλή χρονιά!

Τετάρτη 28 Δεκεμβρίου 2016

Julia Donaldson - Axel Scheffler, Ο Ξυλαράκης



Απόδοση: Φίλιππος Μανδηλαράς, Εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2016 




Η ικανότητα της Julia Donaldson να γεννά πρωτότυπους κι αξιαγάπητους ήρωες και του Axel Scheffler να δίνει πνοή στα άψυχα και να τα μετατρέπει σε ζωντανά πλάσματα είναι μοναδική. Όπως και το ταλέντο της πρώτης να σκαρώνει όμορφα στιχάκια για να τρέξει μέσα τους την εκάστοτε ιστορία της και του δεύτερου να τη ζωντανεύει μέσα από ζωηρόχρωμες εικόνες, απλές φαινομενικά αλλά τόσο δουλεμένες ώστε οι λεπτομέρειές τους να τις κάνουν να φαντάζουν σχεδόν ανάγλυφες.

Ξεκινάω λίγο ανάποδα σήμερα, γιατί αυτά τα αισθήματα μου γέννησε στην πρώτη του ανάγνωση ο Ξυλαράκης τους. Και τα επέτεινε στις –πολλές– επόμενες. Όπου Ξυλαράκης ίσον αυτό που ακούτε, ένα λεπτό ξυλαράκι που ζει σε μια κουφάλα δέντρου μαζί με τη γυναίκα του και τα κουτσούβελά του ήσυχα κι ωραία, ώσπου ένας σκύλος τον αρπάζει κι αποφασίζει να τον πάει στο αφεντικό του. Κάπως έτσι αρχίζει η μεγάλη Οδύσσεια του πάτερ φαμίλια σε πάρκα, ποτάμια, θάλασσες, παραλίες. Σε κάθε πιθανό κι απίθανο ρόλο –άλλοτε παιχνίδι, άλλοτε όπλο, άλλοτε εργαλείο-, περνώντας στο διάβα των εποχών και των τόπων από τα χέρια κάθε πιθανού και –κυρίως– απίθανου ιδιοκτήτη. Επιβιώνοντας πάντως ως τη στιγμή που θα βρεθεί έτοιμος να κατασπαραχθεί από τη φωτιά. Κι εκεί, με τον πιο ανέλπιστο τρόπο, θα δώσει βοήθεια και θα βοηθηθεί κι ο ίδιος να επιστρέψει επιτέλους στην οικογένειά του. Και μάλιστα την καταλληλότερη, την ιδανικότερη στιγμή του χρόνου.

Οι περιπέτειες του Ξυλαράκη, δοσμένες με ανάλαφρο ρυθμό αλλά και μια υποδόρια τρυφερότητα και έγνοια, όπως αποκαλύπτεται από την επανάληψη της προειδοποίησης «Ξυλαράκη, Ξυλαράκη» (στο ελληνικό κείμενο) κάθε τρεις και λίγο, και εικονογραφημένες με καλόβολο χιούμορ και αισιόδοξη διάθεση, πέρα από το αίσθημα αγωνίας που πυροδοτούν μέσα μας για την τύχη του ήρωα, γεννούν κι ένα σωρό άλλες σκέψεις και αισθήματα, που έχουν να κάνουν με ζητήματα περιβαλλοντικής ευαισθησίας, με τη βίαιη αποκοπή από την οικογενειακή εστία, με τη σχετικότητα καταστάσεων και αισθημάτων –ο Ξυλαράκης, π.χ., χρησιμοποιείται ως παιχνίδι άλλων παιδιών τη στιγμή που τα δικά του παιδιά τον στερούνται, ενώ αυτό που ορίζουμε ως κατεξοχήν γιορτινή, χριστουγεννιάτικη θαλπωρή καταλήγει θανάσιμος κίνδυνος για τον ίδιο– και που αριστοτεχνικά αφήνουν να αναδυθούν οι δυο χαρισματικοί δημιουργοί του.

Πολύπαθος όσο και στωικός, μικροσκοπικός όσο και ανθεκτικός και προσαρμοστικός στις δυσκολίες, ο Ξυλαράκης θα επιβιώσει την ώρα του μέγιστου κινδύνου χάρη στην έμφυτη καλοσύνη του. Το καλό, πάει να πει, σου επιστρέφει, ακόμα και με τον πιο απρόσμενο τρόπο την πιο απρόβλεπτη στιγμή. Ή, αντίστροφα, μην ξεγράφεις τίποτα και κανέναν, ακόμα κι αν τον θεωρείς από χέρι καμένο – ίσως αυτός σου τείνει την πιο ανέλπιστη κι όμως σωτήρια χείρα βοηθείας την ώρα της μεγάλης δυσκολίας. Όπως και να ‘χει, απ’ όποια πλευρά κι αν το δεις, το καλό στο τέλος θριαμβεύει. Γιατί είναι Χριστούγεννα. Γιατί έτσι γίνεται στα παραμύθια. Γιατί έτσι θα ’πρεπε να ’ναι και στη ζωή.  
  

Τετάρτη 17 Αυγούστου 2016

Γεωργία Γαλανοπούλου, Ο Βόρακας, ο Κόρακας και η Σονάτα της Φανής


Εικόνες: Βαγγέλης Παυλίδης, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2015






Σε μια κάποτε όμορφη πόλη, τώρα γκρίζα και μουντή, τα παιδιά αναζητούν σε έναν παλιό θρύλο την εξήγηση για την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει ο τόπος. Κι ο θρύλος αυτός θα οδηγήσει ένα από αυτά, το πιο περίεργο –και μάλλον και το πιο γενναίο–, να γυρέψει απαντήσεις στα ερωτήματά του πηγαίνοντας στο στοιχειωμένο καράβι που γέρνει ρημαγμένο στο άδειο λιμάνι. Εκεί θα ανταμώσει τον υπαίτιο της δυστυχίας, τον τρομακτικό Βόρακα, και μαζί τον υποτακτικό του, τον δουλοπρεπή Κόρακα. Μέσα από τις αφηγήσεις αρχικά του Βόρακα και του Κόρακα στη συνέχεια, ο μικρός θα ανακαλύψει πώς η αυξανόμενη κι ακόρεστη απληστία του πρώτου έφερε σταδιακά την καταστροφή του φυσικού πλούτου, την καταστρατήγηση κάθε έννοιας δικαίου, αλλά και την προσωπική του δυστυχία και ανασφάλεια, και μαζί το ψέμα, την αδικία, τη μισανθρωπία, τον αυταρχισμό και την άγνοια, οδηγώντας μια ολόκληρη κοινωνία στον μαρασμό. Τι κι αν η Φανή, του δίκιου η φωνή, πασχίζει να νουθετήσει τον αχόρταγο Βόρακα; Άλλοτε αδιαφορώντας για τα λόγια της κι άλλοτε λοιδορώντας, απειλώντας τη ή χειροδικώντας σε βάρος της, εκείνος θα την κάνει να πάρει των ομματιών της και να χαθεί από την πόλη, αφαιρώντας από τους κατοίκους της κάθε ελπίδα και προοπτική.  

Αυτοί οι δυο, ο Βόρακας και η Φανή, αποτελούν ένα ενδιαφέρον δίπολο χαρακτήρων που ενσαρκώνουν μια σειρά από εύγλωττα ορατές όσο κι αντιθετικές αξίες. Αν ο πρώτος, δύσμορφος και τρομακτικός, όπως αποδίδεται εικονογραφικά, είναι η αιτία για όλα τα δεινά της πόλης, ακολουθούμενος μάλιστα από έναν εξίσου άχαρο βοηθό, τον Κόρακα, η δεύτερη, μικροσκοπική, ροδαλή, σχεδόν διάφανη, είναι η προσωποποίηση του δίκιου. Με ένα άλλο πουλί, το αηδόνι με τη μελωδική φωνή, να συνθέτει τη σονάτα της που θα σημάνει την επιστροφή της ελπίδας στη ρημαγμένη πόλη. Πάνω σε αυτό το δίπολο και σε ό,τι κατ’ επέκταση εκπροσωπεί, σκότος και φως, μουντάδα και χρώμα, βασίζει την εικονογράφησή του ο Βαγγέλης Παυλίδης. Με τα πρώτα να κυριαρχούν στις περισσότερες σελίδες, χωρίς να λείπουν κάποιες, συνήθως μικρές, άλλοτε εκτενέστερες, και πάντως σκόπιμα παράταιρες, εισβολές φωτεινών, χρωματιστών μορφών, που δηλώνουν εμφατικά την αντίθεση ανάμεσα σε όσα πρεσβεύουν από τη μια ο Βόρακας κι από την άλλη η Φανή και τα παιδιά της πόλης.
  
Η συγγραφέας, από την πλευρά της, επιλέγει –για λόγους τόσο πρακτικούς, αφού η Φανή απουσιάζει από το αφηγηματικό παρόν, όσο και, νομίζω, αφηγηματικής σκοπιμότητας– να αφήσει τους δυο «κακούς», Βόρακα και Κόρακα, να διηγηθούν τα γεγονότα στο μικρό αγόρι. Μια επιλογή που, σε συνδυασμό με την κυριαρχία του έμμετρου λόγου και τη χρήση μιας αρκετά ευρηματικής ομοιοκαταληξίας, αναδεικνύει σε όλο τους το μεγαλείο την αφοπλιστική ωμότητα και τον κυνισμό του αμετανόητου Βόρακα και τη θρασύδειλη στάση του τσιρακιού του, του Κόρακα, χαρίζοντας ταυτόχρονα στον αναγνώστη αποφορτιστικά χιουμοριστικές στιγμές μέσα από απρόσμενα παντρέματα λέξεων και ανατρεπτικούς διαλόγους. Από το –κυρίως έμμετρο– κείμενο δε λείπουν μικρές, ευχάριστες ανάπαυλες πεζού λόγου, που όχι μόνο δεν ανακόπτουν τον χειμαρρώδη ρυθμό της αφήγησης, αλλά και της προσδίδουν ένα διαφορετικό αφηγηματικό βάρος –κυρίως μέσα από τη δραματική χρήση της επανάληψης στην αρχή– αλλά και χρονικό βάθος, προτρέποντας τον αναγνώστη να σταθεί για λίγο και να αγναντέψει το έμμετρο κείμενο, που εξάλλου δε φείδεται στοιχείων τα οποία παραπέμπουν στη λαϊκή παράδοση, από την απόσταση που ταιριάζει σε μακρινό θρύλο. 

Κλείνοντας, να επισημάνω ότι η ιστορία της Γεωργίας Γαλανοπούλου, αν και ευτυχής ως προς την κατάληξή της, με την καίρια παρέμβαση μιας επίμονης αλλά και συγκροτημένης πνευματικά νέας γενιάς, φωνάζει μια αλήθεια που συνήθως αποφεύγουμε να πούμε, ειδικά όταν απευθυνόμαστε στα παιδιά: Ότι η έννοια του δικαίου δεν είναι δεδομένη και αυτονόητη ποτέ και πουθενά. Ούτε αρκεί η επίκλησή του ή οι δημόσιοι οδυρμοί κι ολολυγμοί περί του αυτονόητου της ύπαρξής του. Όσο δυνατή κι αν είναι μια φωνή βοώντος εν τη ερήμω, μια φωνή που δε συνοδεύεται από ενεργό συμμετοχή εκείνων που επιμένουν να κάθονται παθητικά κλαίγοντας τη μοίρα τους χωρίς να σηκώνουν ούτε το μικρό τους δαχτυλάκι για να διεκδικήσουν το αυτονόητο, θα έρθει η μέρα που, απαυδισμένη, όχι μόνο θα σωπάσει αλλά και θα χαθεί. Κι ίσως τότε η αντίστροφη πορεία, από το άδικο και το κακό προς το δίκιο και το καλό, να είναι μακροχρόνια και επίμοχθη, απαιτώντας, πέρα από ευχολόγια και καλές προθέσεις, επίγνωση αλλά κι ενσυναίσθηση, υπομονή αλλά και θυσίες – όλα όσα τελικά υπαγορεύει αλλά και προϋποθέτει αυτή η μαγική λέξη που λέγεται «σεβασμός».