Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φαντασία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φαντασία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 28 Φεβρουαρίου 2018

Βαγγέλης Ηλιόπουλος, Θωμάς Q.Bit - Ταξιδιώτης στο κάτοπτρο του χρόνου



Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2017

 
Ο Θωμάς, μαθητής του λυκείου, έχει πάθος με τους υπολογιστές. Κλεισμένος διαρκώς στο δωμάτιό του, αποξενωμένος από τους φίλους του, κατορθώνει να χακάρει μια μεγάλη εταιρεία ηλεκτρονικών παιχνιδιών και να πείσει τον ισχυρό της άνδρα να του επιτρέψει να παίξει σε ένα παιχνίδι εικονικής πραγματικότητας που θα τον οδηγήσει στο παρελθόν, και συγκεκριμένα στο 1944, στην κατεχόμενη από τους Γερμανούς Αχαΐα. Μια εμπειρία που θα αλλάξει για πάντα τη ζωή του και τον τρόπο που βλέπει τα πράγματα, αφήνοντάς τον ωστόσο με την απορία: άραγε αυτό που έζησε ήταν εικονική πραγματικότητα ή αληθινό ταξίδι στο απολύτως υπαρκτό παρελθόν;

Ένα συναρπαστικό εφηβικό μυθιστόρημα φαντασίας από τον Βαγγέλη Ηλιόπουλου, που εξαρχής δε σου αφήνει το παραμικρό περιθώριο να πλήξεις, αφού με το καλημέρα βρίσκεσαι στο κέντρο μιας σειράς καταιγιστικών γεγονότων που θυμίζουν ταινία δράσης: Η αστυνομία έχει ζώσει το σπίτι του μυστηριώδους εφήβου με σκοπό να τον συλλάβει. Αλήθεια, ποιος είναι ο Θωμάς; Τι μυστικά κρύβει; Τι σχέδιο έχει στο μυαλό του; Είναι άραγε τόσο σίγουρος ότι θα τα καταφέρει ή απλώς μπλοφάρει; Το σκηνικό, και μαζί του η αλήθεια, ξεδιπλώνεται κομμάτι κομμάτι, μοιρασμένο σε μικρά, σφιχτά κεφάλαια. Η πρωτοπρόσωπη αφηγήση κυριαρχεί – με αφηγητές άλλοτε τον Θωμά κι άλλοτε τους υπόλοιπους χαρακτήρες του βιβλίου, που μας χαρίζουν τη δική τους ματιά στα γεγονότα. Και με μιαν άλλη φωνή –εκείνη του παντογνώστη συγγραφέα– να επεμβαίνει σχολιαστικά στην αρχή ή στο τέλος κάθε κεφαλαίου, απευθυνόμενη, άλλοτε με στοχαστική κι άλλοτε με διερευνητική διάθεση, στον εκάστοτε αφηγητή, θέτοντας ερωτήματα, εκφράζοντας αμφιβολίες, φωτίζοντας πτυχές χαρακτήρων και γεγονότων. Δεύτερο πρόσωπο χρησιμοποιεί κι ο Θωμάς στο ταξίδι του στο παρελθόν, απευθυνόμενος από χρονική απόσταση στα πρόσωπα που συνάντησε εκεί. Ψηλαφώντας χαρακτήρες, προσωπικές ιστορίες, σκέψεις, γεγονότα. Θαρρείς και παλεύει μέσα από αυτή τη δίχως ανταπόκριση απεύθυνση στον όποιο άλλο να καταλάβει, να ερμηνεύσει αλλά και να εδραιώσει την παρουσία του σε έναν κόσμο που δεν ξέρει αν είναι υπαρκτός ή όχι.

Τελικά είναι ή δεν είναι; Τι ακριβώς βίωσε ο Θωμάς; Πόσο διαφωτιστική θα είναι η επιστροφή του στο παρόν; Τι αλλαγές έχει επιφέρει στον χαρακτήρα του και στη συμπεριφορά του το ταξίδι του στο 1944; Και πόσο απλή υπόθεση είναι η ανακάλυψη της αλήθειας; Όχι και τόσο, αν κρίνουμε από τις ανατροπές, τις εκπλήξεις, τις μέχρι τέλους απρόβλεπτες αποκαλύψεις με τις οποίες βρίσκονται συνεχώς αντιμέτωποι πρωταγωνιστής και αναγνώστης. Χωρίς να ανακόψει καθόλου τους γρήγορους ρυθμούς της αφήγησής του, ο συγγραφέας κατορθώνει να ελέγξει τόσο όσο χρειάζεται τη ροή των πληροφοριών, παίζοντας εξαιρετικά με τις αναγνωστικές μας προσδοκίες. Ακόμα και τα σημεία εκείνα που το κείμενο μοιάζει να φλερτάρει με την κοινοτοπία και το κλισέ δε συνιστούν άλλο από καλοστημένες παγίδες που κυοφορούν την ανατροπή, σε ένα μυθιστόρημα όπου η αλήθεια, όχι σπάνια, θυμίζει αντικατοπτρισμό. Ο Θωμάς μοιάζει να πατά διαρκώς σε σαθρό έδαφος, αφού αποδεικνύεται ότι κανείς γύρω του, ακόμα και η ίδια η οικογένειά του, δεν είναι αυτό που φαίνεται. Κι ο ίδιος ο πρωταγωνιστής της ιστορίας όμως, επιφυλακτικός, καχύποπτος, άπιστος μέχρι τέλους, δεν παύει να μας εκπλήσσει με τα καλοκρυμμένα μυστικά του, αλλά και με την οξυδέρκεια και την ικανότητά του να προβλέπει και να ξεπερνά κινδύνους και εμπόδια.

Ο Θωμάς Q.Bit – Ταξιδιώτης στο κάτοπτρο του χρόνου ωστόσο δεν είναι απλώς ένα καλοκουρδισμένο, εντυπωσιακό μυθιστόρημα φαντασίας. Έχει και μια έντονα κοινωνική και υπαρξιακή διάσταση, αφού θίγει ζητήματα που άπτονται τόσο της επιστημονικής ηθικής όσο και της σχέσης του ατόμου με το ιστορικό παρελθόν. Άραγε πώς μπορεί να επηρεάσει μια εμπειρία σαν κι αυτή του Θωμά τα συναισθήματα των εμπλεκομένων, την ψυχοσύνθεσή τους, την ίδια τη ζωή τους; Και πόσο «πραγματική» είναι η σχέση των σημερινών παιδιών με το ιστορικό παρελθόν αλλά και με την ίδια τη φύση του πολέμου, όταν έχουν συνηθίσει να τα βιώνουν μέσα από καθαρά εγκεφαλικές διεργασίες και ως αποκλειστικά «ψυχαγωγικές» δραστηριότητες από την ασφαλή απόσταση της οθόνης τους, προστατευμένα από τον πόνο, την καταστροφή, την απώλεια, αλλά και την επίγνωση, τη συνειδητοποίηση, την ευθύνη; Μέσα από αυτό το πρίσμα ιδωμένες, οι διακειμενικές αναφορές τόσο στη Νέκυια όσο και στους Άθλιους του Ουγκό δεν είναι καθόλου τυχαίες, αφού η ανθρωπιστική παιδεία μοιάζει να είναι ο μίτος που μας συνδέει με το αφανές, βαθύτερο κομμάτι της ύπαρξής μας, με την ίδια την ανθρωπινότητά μας. Όσο για το ανοιχτό τέλος που επιλέγει για το μυθιστόρημά του ο συγγραφέας, αυτό μπορεί να αφήνει στο μισόφωτο κάποια κομμάτια του παζλ, κυρίως όμως συνιστά την υπόσχεση για μια νέα αρχή, ένα προσκλητήριο σε ένα ταξίδι που έχει κι άλλους σταθμούς, κι άλλες αποκαλυπτικές εμπειρίες.

Κυριακή 24 Δεκεμβρίου 2017

Δυο χριστουγεννιάτικα βιβλία φαντασίας του Ματ Χέιγκ



  • Ματ Χέιγκ, Το αγόρι που το είπαν Χριστούγεννα, εικονογράφηση Κρις Μόουλντ, μετάφραση Αργυρώ Πιπίνη, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2016
  • Ματ Χέιγκ, Το κορίτσι που έσωσε τα Χριστούγεννα, εικονογράφηση Κρις Μόουλντ, μετάφραση Αργυρώ Πιπίνη, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2017




Αξίζει να πιστέψουμε στο αδύνατο; Υπάρχει η μαγεία; Μπορεί η ελπίδα από μόνη της να αλλάξει τον κόσμο; Ναι, ναι και ναι, απαντά ο Ματ Χέιγκ στα δυο χορταστικά μυθιστορήματά του Το αγόρι που το είπαν Χριστούγεννα και Το κορίτσι που έσωσε τα Χριστούγεννα, τα οποία κυκλοφόρησαν στα ελληνικά πέρσι και φέτος από τις Εκδόσεις Πατάκη σε ωραία μετάφραση από την Αργυρώ Πιπίνη. Δυο εξαιρετικά βιβλία φαντασίας, που, με αφετηρία την ιστορία του Πατέρα Χριστούγεννα ή Άγιου Νικόλαου (που εμείς τον αποκαλούμε Αϊ-Βασίλη), μας μεταφέρουν σε έναν μακρινό κόσμο όπου βασιλεύουν η μαγεία, η περιπέτεια και η πίστη στο αδύνατο.

Στο πρώτο βιβλίο ο Χέιγκ αφηγείται την ιστορία ενός μικρού φτωχού, ορφανού από μητέρα αγοριού που ζει στη Φινλανδία και το οποίο, μην αντέχοντας τη βάναυση συμπεριφορά της θείας του, στην οποία έχει αναθέσει τη φροντίδα του ο πατέρας του, αποφασίζει να ακολουθήσει τα ίχνη αυτού του τελευταίου ως τη μακρινή χώρα των ξωτικών. Ο μικρός Νικόλαος θα κατορθώσει έπειτα από ταλαιπωρίες και βάσανα να φτάσει ως εκεί, ωστόσο η υποδοχή της οποίας θα τύχει δε θα είναι ακριβώς αυτή που θα περιμένει: καχύποπτα ξωτικά, αλλόκοτα αερικά, επιθετικά τρολ κι άπληστοι άνθρωποι θα του κάνουν τη ζωή δύσκολη. Η έμφυτη καλοσύνη του, η τόλμη και η ευαισθησία του θα είναι τα όπλα χάρη στα οποία θα κατορθώσει τελικά να κερδίσει την εμπιστοσύνη των ξωτικών και σταδιακά να μεταμορφωθεί στον αγαπημένο άγιο των παιδιών.

Γνωρίζοντας καλά τους κανόνες της πλοκής, ο Χέιγκ μάς χαρίζει μια ιστορία γεμάτη σασπένς, ανατροπές, ενδιαφέροντες χαρακτήρες, χιούμορ αλλά και συγκίνηση, την οποία, στα πιο απίθανα σημεία διανθίζει με μικρές, φαινομενικά τυχαίες αναφορές και απίθανες εξηγήσεις για το πώς γεννήθηκαν βασικά στοιχεία της αγιοβασιλιάτικης μυθολογίας.    




Στο Κορίτσι που έσωσε τα Χριστούγεννα πετυχαίνουμε τον Πατέρα Χριστούγεννα σε μια δύσκολη στιγμή: Αν και την πρώτη χρονιά που αποπειράθηκε να μοιράσει δώρα στον κόσμο όλα πήγαν καλά χάρη στην πίστη και στην ελπίδα ενός παιδιού, της μικρής Αμέλιας, την επόμενη μια μεγάλη καταστροφή δε θα του επιτρέψει να ικανοποιήσει τις επιθυμίες των παιδιών. Και κυρίως του πρώτου παιδιού που πίστεψε στη μαγεία των Χριστουγέννων. Έπειτα από ένα χρόνο απουσίας λοιπόν, και καθώς ύπουλα τρολ επιβουλεύονται τη χώρα των ξωτικών και η ελπίδα κι η μαγεία μοιάζουν να έχουν εγκαταλείψει τον κόσμο, ο Πατέρας Χριστούγεννα κινά να βρει το πρώτο εκείνο παιδί, τη μικρή καπνοδοχοκαθαριστή κι ορφανή από μητέρα Αμέλια, που ζει στο Λονδίνο του 19ου αιώνα. 

Καταιγιστική δράση, αναπάντεχες και ανατρεπτικές συναντήσεις με προσωπικότητες της εποχής, όπως ο Κάρολος Ντίκενς και η βασίλισσα Βικτωρία, μπόλικες δόσεις μαγείας και χιούμορ, αλλά κι ένας έρωτας που γεννιέται στις πιο απίθανες συνθήκες, συνθέτουν αυτό το χορταστικό μυθιστόρημα που, όπως και το Αγόρι που το είπαν Χριστούγεννα, διαβάζεται απνευστί από μικρούς και μεγάλους. Ο Χέιγκ μάλιστα, στο δεύτερο αυτό βιβλίο της σειράς, κατορθώνει να μοιράσει μαεστρικά την πλοκή σε δυο διαφορετικούς τόπους, το Λονδίνο της Αμέλιας και τη χώρα των ξωτικών, επιτείνοντας, χωρίς να κουράζει, τη δράση και το σασπένς.

Εξαιρετική και στα δυο βιβλία η γεμάτη κίνηση και ένταση εικονογράφηση του Κρις Μόουλντ, που χτίζει παραμυθένια σκηνικά και ζωντανεύει χαρακτήρες αποτυπώνοντας ανάγλυφα όχι μόνο στοιχεία της εμφάνισής τους αλλά και βαθύτερα συναισθήματα.   

Τετάρτη 25 Οκτωβρίου 2017

Γιώργος Παναγιωτάκης, Λέσχη Αλλόκοτων Πλασμάτων, Βιβλίο 1, Το μυστικό καταφύγιο

Εικονογράφηση: Μυρτώ Δεληβοριά, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2017






Πάντα όταν διαβάζω το πρώτο από μια σειρά βιβλίων σκέφτομαι πόσο ιδιαίτερη διαδικασία πρέπει να συνιστά η συγγραφή του: Πώς άραγε θα μπορέσει ο συγγραφέας να συστήσει τους χαρακτήρες του στο κοινό του, να στήσει πειστικά το σκηνικό του, χωρίς παράλληλα να χάσει το τρένο της δράσης; Ο Γιώργος Παναγιωτάκης, στο πρώτο βιβλίο της σειράς Λέσχη Αλλόκοτων Πλασμάτων που κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες κατορθώνει να αποφύγει αυτό τον σκόπελο, καθώς χαρακτήρες και πλοκή συναντιούνται μέσα από ένα δυναμικό ξεκίνημα καταιγιστικής δράσης, που μάλιστα κατορθώνει να αιχμαλωτίσει διπλά το ενδιαφέρον μας: από τη μια κάνοντάς μας να θέλουμε να μάθουμε τι θα γίνει στη συνέχεια, από την άλλη χτίζοντας βήμα βήμα τις προσωπικότητες των κεντρικών ηρώων, δίνοντάς μας στοιχεία για το παρελθόν τους και συστήνοντάς μας με τον χώρο της δράσης.

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή: η ιστορία περιστρέφεται γύρω από τις περιπέτειες μιας ομάδας παιδιών με παράδοξες –και άσχετες μεταξύ τους– ιδιότητες, που στέλνονται σε ένα πολύ ιδιαίτερο σχολείο το οποίο θα τα βοηθήσει να τις καλλιεργήσουν σε ένα περιβάλλον αποδοχής και αρμονικής συνύπαρξης. Τόσο η μετάβασή τους σε αυτό το μέρος όσο και η διαμονή τους εκεί θα σημαδευτούν από περιπέτειες και νέες προκλήσεις, βοηθώντας τα να γνωριστούν καλύτερα τόσο με τον κόσμο που τα περιβάλλει όσο και με τον εαυτό τους.

Ο συγγραφέας, ενσωματώνοντας το παράδοξο με τον πλέον φυσιολογικό τρόπο σε ένα αρχικά ρεαλιστικό πλαίσιο, παλαντζάρει με άνεση μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, εμβαθύνοντας σταδιακά στη δεύτερη, με τη χρήση μιας σειράς από ενδιαφέροντα υλικά: με έναν τίτλο που εύλογα ανακαλεί τη Λέσχη Αλλόκοτων Επαγγελμάτων του Τσέστερτον, ονόματα προσώπων και τοπωνύμια ποικίλης προέλευσης –να σημειώσω ότι, όπως και στην Αλάστρα, η Περσική Αυτοκρατορία έχει την τιμητική της με τον Δαρείο Μεγάβαζο, αν και την παράσταση κλέβει η εκρηκτική Μήδεια Κρακατόα– και με τις παράδοξες ιδιότητες των χαρακτήρων του, που, πέρα από το ότι συνιστούν ειδοποιά στοιχεία τους, συμβάλλουν στην εξέλιξη αλλά και στη λύση της πλοκής. 

Μια Αλάστρα, λοιπόν, θα έλεγε κανείς, με κάτι από Αταξίες στην τάξη; Οπωσδήποτε όχι. Η Λέσχη Αλλόκοτων Πλασμάτων έχει τη δική της, ξεχωριστή υπόσταση. Αν στην Αλάστρα πραγματικό και φανταστικό συνιστούν δυο διακριτούς κόσμους, εδώ συμφύρονται, τη στιγμή που η περιπέτεια –όχι μόνο σε επίπεδο δράσης, αλλά και εσωτερική, υπαρξιακή– αντικαθιστά τη χιουμοριστική ελαφράδα των Αταξιών. Κι επιπλέον: Μπορεί να είμαστε ακόμα στο πρώτο βιβλίο, ωστόσο, πέρα από τις συστάσεις και τον πρώτο γύρο δράσης, διάσπαρτα στο κείμενο ένα σωρό ερωτήματα, λειψά προσωπικά στοιχεία, πληγές έτοιμες να κακοφορμίσουν, σκοτεινές σκιές του παρελθόντος γυρεύουν απαντήσεις - να άλλη μια βασική διαφορά με τις Αταξίες, εδώ οι γραμμές των ιστοριών μοιάζουν να έχουν συνέχεια. Αναπόφευκτα, επιβάλλεται όταν γράφει κανείς το πρώτο βιβλίο μιας τέτοιου είδους σειράς να έχει και λίγο στο μυαλό του το δεύτερο. Περιμένουμε εναγωνίως.

ΥΓ.: Ατμοσφαιρικό εξώφυλλο, διακριτικές αλλά εντός κλίματος οι βινιέτες της Μυρτώς Δεληβοριά, που εμπλουτίζει με τα σκίτσα της τη μαθητική έκθεση που γεφυρώνει ευρηματικά τα δυο σκέλη της πλοκής στη μέση περίπου του βιβλίου.       



Τρίτη 17 Οκτωβρίου 2017

Κάθριν Άπλγκεϊτ, Ο φίλος μου ο Κρένσο

Μετάφραση: Σέβυ Σπυριδογιαννάκη, Εκδόσεις Ψυχογιός, Αθήνα 2016

 

 

Ο Τζάκσον, ένα αγόρι που πρόκειται να πάει Πέμπτη Δημοτικού, περνάει δύσκολες στιγμές: ο άνεργος μουσικός μπαμπάς πάσχει από χρόνια ασθένεια, ενώ η μαμά, απολυμένη καθηγήτρια, παλεύει από δω κι από κει για τα προς το ζην. Τα χρήματά τους ωστόσο δε φτάνουν όχι μόνο για το ενοίκιο, αλλά ούτε καν για το φαγητό τους. Και δε θα είναι η πρώτη φορά που ο Τζάκσον, η αδελφή του κι ο σκύλος τους ίσως χρειαστεί να μείνουν στο μίνι βαν της οικογένειας. Καθώς ο Τζάκσον θυμάται την προηγούμενη εμπειρία τους ως περιπλανώμενων αστέγων στο αυτοκίνητό τους, τρία χρόνια πριν, ανακαλεί και την πρώτη γνωριμία του με τον Κρένσο. Έναν τεράστιο γάτο. Που όμως δεν είναι άλλο από ένας φανταστικός φίλος. Όταν η οικογένεια ξαναβρίσκει στέγη, ο γάτος χάνεται για ένα διάστημα. Και θα ξανακάνει την εμφάνισή του όταν η πείνα και το φάσμα της έξωσης θα ξαναχτυπήσουν την πόρτα τους.

Μέσα από την ολοζώντανη αφήγηση του αγοριού πρωταγωνιστή της ιστορίας της, η βραβευμένη με Newbery Medal Κάθριν Άπλγκεϊτ περιγράφει τις δύσκολες συνθήκες μέσα στις οποίες προσπαθούν να επιβιώσουν πολλές αμερικανικές και όχι μόνο οικογένειες. Το μενού περιλαμβάνει τα πάντα: μια οικογένεια που κοιμάται στοιβαγμένη σε ένα αυτοκίνητο, βιβλιοθήκες που λειτουργούν ως χώροι ανάπαυσης και στοιχειώδους προσωπικής φροντίδας, πεινασμένα παιδιά σε διαδρόμους σούπερ μάρκετ να κοιτούν με λαχτάρα τους προνομιούχους συμμαθητές τους ή να παίζουν «μπολ κορν φλέικς» προσποιούμενα ότι έχουν φαγητό, χειρονομίες ελεημοσύνης από αγνώστους, σταδιακό ξεπούλημα κάθε περιουσιακού στοιχείου από τους γονείς.

Κι όμως, αν κάτι δεν αισθάνεται ο αναγνώστης, αιχμαλωτισμένος από τη λιτή, συγκρατημένα απελπισμένη κι ωστόσο σε κάποια σημεία υποδόρια χιουμοριστική αφήγηση του αγοριού, αυτό είναι οίκτος ή συμπόνια. Δε σου το επιτρέπει η ματιά του Τζάκσον, ένα κράμα παιδικότητας και πρώιμης ωριμότητας, φροντίδας για τους άλλους και μοναχικότητας, στωικότητας και ελεγχόμενης απελπισίας. Δεν είναι λίγα αυτά που τον βασανίζουν: πέρα από τη διαρκή πείνα και τον κίνδυνο απώλειας στέγης, είναι και ο φόβος ότι ένας ενδεχόμενος νέος γύρος περιπλανήσεων θα του στερήσει την καλύτερή του φίλη και το σχολείο που πηγαίνει. Αλλά και το ότι αδυνατεί συναισθηματικά να διαχειριστεί, αυτός, ένας άνθρωπος των δεδομένων, την ύπαρξη του Κρένσο, του παράξενου φανταστικού φίλου, που μάλιστα επανεμφανίζεται στο αγόρι σε μια ηλικία που τα παιδιά δεν έχουν πια φανταστικούς φίλους. Πάνω απ’ όλα, τον απασχολεί η αδυναμία του να καταπνίξει μέσα από εκλογικευτικές και εξωραϊστικές σκέψεις τον θυμό του για την κατάστασή του και για το ότι οι ίδιοι του οι γονείς επιμένουν να υποβαθμίζουν τα προβλήματά τους μέσα από επιδερμικά χιουμοριστικές προσεγγίσεις. Καθώς η απόγνωσή του, μυστική, άγνωστη στον περίγυρό του, όπως κι η κατάσταση της οικογένειάς του, φουντώνει μέσα του, οδηγώντας τον σε πράξεις απελπισίας που πυροδοτούν κύματα τύψεων και πανικού, ο Κρένσο, αφανής σε μεγάλο βαθμό στην ιστορία, είναι εκείνος που θα του δώσει τη λύση, έτσι ώστε να βγάλει από μέσα του ό,τι τον πονάει. Μια ψυχολογική λύση που θα συνδυαστεί με μια ανακουφιστική, αν και πρόσκαιρη εύρεση νέας στέγης, που θα αποτρέψει για την ώρα τα χειρότερα, σε ένα ανοιχτό τέλος που καθιστά πιθανά όλα τα ενδεχόμενα για την οικογένεια του παιδιού.

Ίσως είναι αυτή η αβεβαιότητα για το μέλλον, σε συνδυασμό με μια αδρή, αφοπλιστικά ρεαλιστική αφήγηση που σου κόβει την ανάσα και μαζί σε παρασύρει, φέρνοντάς σε πρόσωπο με πρόσωπο με τις συνθήκες ανέχειας και αβεβαιότητας τις οποίες βιώνει ο αφηγητής, που καθιστά τόσο δύσκολο τον αποχωρισμό σου από αυτόν. Τον αφήνεις μ’ ένα κράμα τρυφερότητας και θαυμασμού, με την ελπίδα ότι κάπου, κάποτε θα τον συναντήσεις, σ’ ένα μέλλον πιο φωτεινό για κείνον. Ίσως και με την πίστη ότι δεν μπορεί να αξίζει σε αυτό το στοργικό, φιλοσοφημένο και τόσο ζυμωμένο μέσα στις δυσκολίες παιδί τίποτα λιγότερο από αυτό. Ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί και από μικρούς και από μεγάλους. Όχι μονάχα γιατί θα φέρει στη σκέψη του αναγνώστη αντίστοιχες καταστάσεις που βιώνουν πολλοί άνθρωποι και στη δική μας χώρα. Αλλά κι επειδή η ανθρωπιά της συγγραφέα κι η αφηγηματική αρτιότητα του κειμένου δεν ενδίδουν στιγμή στο μελόδραμα και στον επιδερμικό, επικαιρικό διδακτισμό.