Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θαύμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θαύμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2014

Μάνος Κοντολέων, Ο Εέ άπό τ' άστρα

Εικονογράφηση: Αντώνης Καλαμάρας, νέα έκδοση βελτιώμένη, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2014 (από 8 ετών)



Ανήκω σε μια γενιά παιδιών που μεγάλωσαν με το μυαλό και το βλέμμα καρφωμένο στον μαγικό κόσμο του διαστήματος. Από τη Μάχη των πλανητών ως το Σταρ Τρεκ κι από την Οδύσσεια του διαστήματος ως τον ΕΤ, η γενιά μου χρόνια ταλανίστηκε από το ερώτημα της ύπαρξης ή μη εξωγήινης ζωής. Αντιλαμβάνεστε λοιπόν πώς ένιωσα όταν διάβασα αυτό εδώ το βιβλίο, ένα μυθιστόρημα που γράφτηκε για τα παιδιά της δικής μου γενιάς πριν από κοντά τριάντα πέντε χρόνια. Κι ας μην έχει την παραμικρή πρόθεση να απαντήσει, τουλάχιστον με τον τρόπο που εγώ θα 'θελα, στο καυτό ερώτημα της ύπαρξης ή μη εξωγήινης ζωής που βασάνισε την παιδική μου ηλικία. Ως βιβλίο φαντασίας, αυτή τη θεωρεί δεδομένη. Ο ήρωάς του, ο Εέ, ορατός μονάχα από τα παιδιά, καταφτάνει μια μέρα απ’ το μακρινό Αστέρι των Παιδιών στη Γη κι αλλάζει με θαυμαστό τρόπο τη ζωή δυο αδερφών, της Άννας και του Δημήτρη. Είναι ένα πλάσμα με απίθανες δυνάμεις, ικανό να εκμηδενίσει χρόνους κι αποστάσεις, να μεταμορφώσει κόσμους, να μεταλλάξει ανθρώπινα αισθήματα και συμπεριφορές, προβάλλοντας ολοζώντανο στα μάτια των παιδιών έναν κόσμο ομορφιάς, ανθρωπιάς, ευαισθησίας, οικολογικής συνειδητοποίησης.

Θα μου πείτε, τι είναι αυτός ο Εέ, κανένας θαυματοποιός; Την απάντηση, νομίζω, θα τη δώσουμε αν διαβάσουμε το σημείωμα του συγγραφέα, εκεί που εξηγεί ότι το μυθιστόρημα αυτό το έγραψε μαζί με παιδιά αναγνώστες του παιδικού περιοδικού Παιδιά γεια χαρά. Αυτά του έδωσαν τους ήρωες και τα επεισόδια μέσα από τα γράμματά τους. Ο ίδιος συνένωσε, συνταίριαξε, έδωσε το λογοτεχνικό χρώμα και την αφηγηματική γραμμή στην ιστορία του. Κι έδωσε, ή τουλάχιστον αίσθησή δική μου είναι πως ο συγγραφέας το έδωσε, και κάτι ακόμα, ένα στοιχείο στην πλοκή που παρακάμπτει με μαεστρία το σκόπελο του να θεωρηθεί ο Εέ ένας κοινός θαυματοποιός: Έτσι, όσο σφοδρή κι αν αναδύεται στο κείμενο η επιθυμία των παιδιών να δουν τον κόσμο τους να μεταμορφώνεται από τις μαγικές δυνάμεις του Εέ, τα θαύματα του εξωγήινου φίλου τους δεν κρατάνε για πολύ. Ο μαγικός του κόσμος, έτσι όπως ξεπετάγεται μέσα από την άχαρη καθημερινότητά τους με υπερρεαλιστικές εικόνες λαμπερής ομορφιάς, φαντάζει περισσότερο σαν προβολή ονείρου παρά σαν παγιωμένη πραγματικότητα. Με κάποιον τρόπο, ο Εέ δείχνει τον δρόμο, κάνει το όνειρο να μοιάσει απτό και εφικτό. Δε σερβίρει έτοιμες λύσεις. Δίνει υπόσταση στο όραμα. Και γι' αυτό κι η δική του παραμονή στη Γη δεν είναι παρά μόνο προσωρινή, μια παρένθεση στην ασχήμια, μια ανάσα ελπίδας, ένας αντικατοπτρισμός ενός άλλου κόσμου, μακρινού κι ωστόσο εν δυνάμει υπαρκτού.

Εκσυγχρονισμένη, τεχνολογικά ενημερωμένη και βελτιωμένη, αυτή η νέα έκδοση του Εέ από τ’ άστρα σε αφήνει εντέλει με μια γλυκόπικρη αίσθηση: Από τη μια, χαμογελάς στη σκέψη πως, όσα χρόνια κι αν περάσουν, η άδολη επιθυμία των παιδιών για έναν καλύτερο κόσμο θα είναι ίδια κι απαράλλαχτη. Κι από την άλλη, συνειδητοποιείς πως η γενιά παιδιών για την οποία και με την οποία γράφτηκε αυτό το βιβλίο, η δική σου γενιά, κληροδοτεί με προθυμία στα δικά της παιδιά τα ίδια προβλήματα και τις ίδιες παθογένειες που κάποτε ήθελε κι η ίδια να εξαλείψει. Κι υποψιάζεσαι, χωρίς ωστόσο να θες να το πιστέψεις, με το βλέμμα πια όχι στ’ αστέρια αλλά στον κόσμο που σε περιβάλλει, πως ίσως η μετάβαση από την παιδική ηλικία στην ενηλικίωση να μην είναι άλλο από ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή απ’ το Αστέρι των Παιδιών, εκεί που όλα είναι λαμπερά, θαυμαστά κι αιώνια, εδώ κάτω, στον Πλανήτη Γη.

Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2013

Βασίλης Παπαθεοδώρου, Ναι, Βιρτζίνια, υπάρχει Άγιος Βασίλης!

Εικονογράφηση: Λίλα Καλογερή, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2013 (από 8 ετών)

 
 


Πριν από 116 χρόνια, τα Χριστούγεννα του 1897, χρονιάς που η χώρα μας ζούσε μια από τις μεγαλύτερες εθνικές της τραγωδίες, στη μακρινή Αμερική η μικρή Βιρτζίνια Ο’Χάνλον στέλνει ένα γράμμα σε μια ευρείας κυκλοφορίας εφημερίδα ζητώντας να της επιβεβαιώσουν την ύπαρξη ή μη του Αϊ-Βασίλη. Ο συντάκτης που αναλαμβάνει να της απαντήσει, έπειτα από πολλή σκέψη, και αφορμώμενος από μια προσωπική ανάμνηση, γράφει και δημοσιεύει στην εφημερίδα μια τεκμηριωμένη απάντηση που επιβεβαιώνει την ύπαρξη του αγίου των παιδιών, αλλάζοντας για πάντα τη ζωή της μικρής Βιρτζίνια.

Κάπως έτσι ξεκινάει το βιβλίο του Βασίλη Παπαθεοδώρου, το οποίο, εκκινώντας από την αληθινή και πολυαφηγημένη ιστορία της Βιρτζίνια, εστιάζει στη συνέχεια σε στιγμές από τη ζωή της ενήλικης πια ηρωίδας του, και μάλιστα στιγμές χριστουγεννιάτικες: η Βιρτζίνια δασκάλα, να προσπαθεί να μεταλαμπαδεύσει την πίστη της για την ύπαρξη του Αϊ-Βασίλη στους μικρούς μαθητές της, η Βιρτζίνια μητέρα μιας μονογονεϊκής οικογένειας να μεγαλώνει με αγάπη και στοργή την κόρη της, η Βιρτζίνια να προσφέρει στήριξη, φιλοξενία και χείρα βοηθείας και αλληλεγγύης σε φτωχούς, κυνηγημένους και απόκληρους της κοινωνίας.

Η γραμμική –με ελάχιστες εξαιρέσεις, όπως στην περίπτωση της ανάμνησης του δημοσιογράφου– αφήγηση, σε συνδυασμό με την εστίαση σε στιγμιότυπα από τη ζωή της ηρωίδας, που προϋποθέτει σημαντικά χρονικά άλματα, δίνει τη δυνατότητα στο συγγραφέα όχι μόνο να παρακολουθήσει την εξέλιξη του χαρακτήρα της αλλά και να αναδείξει τη συνέπεια με την οποία πορεύτηκε η Βιρτζίνια στη ζωή της, προβάλλοντας ταυτόχρονα, σαν σε τοιχογραφία, μια συνοπτική καταγραφή της ιστορίας του εικοστού αιώνα: δυο παγκόσμιοι πόλεμοι, το κραχ του ’29, οι φυλετικές διακρίσεις σε βάρος των μαύρων στην Αμερική, η βία των πόλεων. Εικόνες από το όχι και τόσο μακρινό παρελθόν, εφιαλτικά επίκαιρες. Το σκληρό πρόσωπο της ανθρωπότητας αντιστικτικά βαλμένο απέναντι στη χαρά των Χριστουγέννων. Και κάπου εκεί ανάμεσα η ελπίδα να ανατέλλει χάρη στο θετικό πνεύμα και την πίστη της Βιρτζίνια.

Η Βιρτζίνια Ο'Χάνλον κατέχει τον κεντρικό ρόλο στο βιβλίο, πλαισιωμένη από πρόσωπα που, όσο κι αν απασχολούν με την ιστορία τους ένα, το πολύ δύο κεφάλαια, δεν παύουν να επανέρχονται στη συνέχεια, έστω ως απλοί θεατές ή κομπάρσοι, με συνδετικό πάντα κρίκο την ίδια την πρωταγωνίστρια, η οποία τελικά κατορθώνει να αποδείξει έμπρακτα ότι ο Αϊ-Βασίλης όντως υπάρχει: ενσαρκωμένος στο δικό της πρόσωπο, πηγή παρηγοριάς, ελπίδας, γενναιοδωρίας και ανθρωπιάς. Για τον ίδιο άλλωστε λόγο είχε επιβεβαιώσει την ύπαρξη του αγίου στη μικρή Βιρτζίνια κι ο Φράνσις Τσερτς, ο αρχισυντάκτης της εφημερίδας Σαν, το μακρινό 1897, ενθυμούμενος το φτερούγισμα ελπίδας που χάρισε σ’ ένα πλήθος δυστυχισμένων, τσακισμένων από τον πόλεμο παιδιών η δική του απρόσμενη παρουσία ανάμεσά τους.

Κι αν η αληθινή ιστορία του Φράνσις Τσερτς και της Βιρτζίνια Ο’Χάνλον, δυο ανθρώπων που, σημειωτέον, ποτέ δε συναντήθηκαν μεταξύ τους, μπόρεσε να αποτελέσει πηγή έμπνευσης για τη λογοτεχνία και όχι μόνο, τότε, με τη δική της σειρά, η λογοτεχνία χρωστάει και στους δυο τους το θαύμα μιας συνάντησης που ποτέ δεν πραγματοποιήθηκε στη διάρκεια της ζωής τους. Μα και το άλλο θαύμα, αυτό στο οποίο με θέρμη πίστεψαν σ’ όλη τους τη διαδρομή. Στο βιβλίο του Παπαθεοδώρου θα τα δούμε να πραγματοποιούνται και τα δύο. Έστω και την ύστατη ώρα.

Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2013

Μάνος Κοντολέων, Μανόλο & Μανολίτο

Εικονογράφηση: Ίρις Σαμαρτζή, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2013 (από 11 ετών)

 
 


Το καινούριο βιβλίο του Μάνου Κοντολέων είναι ένα μυθιστόρημα σε δύο μέρη και με πρωταγωνιστές δυο φίλους πολύ αλλιώτικους μεταξύ τους: τον Μανόλο, ενήλικα, πολυδιαβασμένο συγγραφέα, και τον Μανολίτο, έναν πιτσιρικά γεμάτο απορίες. Οι δυο τους, στις κοινές τους περιπλανήσεις δίπλα στο ποτάμι της γειτονιάς τους παρέα μ’ ένα σκύλο, θα ανταμώσουν ένα πλήθος από θαυμαστά και παράδοξα και θα ανακαλύψουν ιστορίες αγάπης που θα φωτίσουν αλλιώς τόσο τον κόσμο γύρω τους όσο και τη δική τους ζωή.

Στο πρώτο μέρος του βιβλίου, τις «4 εποχές», οι ιστορίες αγάπης που θα τους αφηγηθεί η μυστηριακή, αρχετυπική γυναίκα, η Κυρά η Φύση, η οποία θα εμφανιστεί αναπάντεχα μπροστά τους μια μέρα, θα χρωματίσουν με τρόπο απρόσμενο τις τέσσερις εποχές του χρόνου: άλλοτε θα ’ναι οι πεταλούδες της άνοιξης που κουβαλάνε τα όνειρα των παιδιών· ή ο επίπονος μόχθος της επιβίωσης σ’ ένα ξερό και άνυδρο καλοκαιρινό τοπίο· κάποτε η λαχτάρα για περιπέτεια και η ελπίδα του καινούριου που κυοφορείται στην καρδιά του φθινοπώρου· και, τέλος, όλη η ομορφιά του χειμώνα που κουβαλάει σαν ανάμνηση ένα και μόνο δεντράκι.

Βέβαια, η συγγραφή δεν είναι ζήτημα συμμετρίας, αναλογίας, αντιστοιχίας, ούτε καν ισορροπίας. Δεν είναι πρόσθεση, αράδιασμα γεγονότων, αλλά η διαπλοκή τους. Γι' αυτό λοιπον κι εδώ το πρώτο μέρος, φτιαγμένο από απλά υλικά –έναν άντρα, ένα παιδί, ένα σκύλο, μια γυναίκα, μια γειτονιά με ένα ποτάμι–, είναι το γόνιμο έδαφος που, μπολιασμένο από τις αφηγήσεις αγάπης της μυστηριώδους γυναίκας, επιτρέπει να ανθίσει, να απλωθεί, η μία και μοναδική ιστορία αγάπης που θα απασχολήσει εν είδει μυστηρίου τους δυο φίλους στο δεύτερο μέρος.

Εξάλλου, σ’ αυτό το δεύτερο μέρος, με τον τίτλο «36 αμυγδαλιές», τα πάντα επικεντρώνονται με μεγαλύτερη ευκρίνεια σε πρόσωπα και γεγονότα· γίνονται πιο συγκεκριμένα: Ο Μανόλο κι ο Μανολίτο, πρώτα και κύρια, αποκτούν απτά χαρακτηριστικά. Μαθαίνουμε γι’ αυτούς, για τη ζωή τους, για τις συνήθειές τους, για την οικογένεια του Μανολίτο. Ο χώρος δράσης οριοθετείται κι αυτός πιο αυστηρά: Το κέντρο του ενδιαφέροντος είναι ένα έρημο σπίτι με ξεραμένα δέντρα – αυτό το έρημο σπίτι που έχει στοιχειώσει και ξεσηκώσει τη φαντασία κάθε ανθρώπου που υπήρξε κάποτε παιδί. Μια γυναικεία μορφή κυριαρχεί κι εδώ – κι ας μην είναι πια η μυστηριακή θεότητα που, παράδοξα παρούσα, επιβάλλει, ή έστω υποβάλλει, καθοδηγεί το θαύμα, αλλά η θλιβερά απούσα φθαρτή ύπαρξη που θα το κυνηγήσει, έστω και μάταια.

Έπειτα, αν στο πρώτο μέρος ο Μανόλο, ο ενήλικας, ο συγγραφέας, ο –προνομιακός– αφηγητής της ιστορίας, είναι αυτός που –νομίζει, ή μας κάνει να νομίζουμε, ότι– εξηγεί, ερμηνεύει, καθοδηγεί, στο δεύτερο απλώς ακολουθεί ασθμαίνοντας τον Μανολίτο στην αναζήτηση της αλήθειας που κρύβει το ερειπωμένο σπίτι με τα ξερά δέντρα. Όχι, δεν πρόκειται ακριβώς για ανατροπή, αλλά για το ξεσκέπασμα μιας απλής οφθαλμαπάτης: Οι «4 εποχές» κρατούν βαθιά μέσα τους όλα τα μυστικά: Μην ξεχνάμε, στο πρώτο μέρος ο Μανολίτο ήταν εκείνος που άκουσε όλες τις ιστορίες της Φύσης, τη στιγμή που ο Μανόλο τη συνάντησε μονάχα τρεις φορές. Τυχαίο; Μάλλον όχι. Όπως διόλου τυχαία δεν είναι κι η αναφορά που κάνει η Κυρά η Φύση στην πρώτη, την ανοιξιάτικη ιστορία της, στα όνειρα των παιδιών. Γιατί ο Μανολίτο, όπως μαθαίνουμε στις «36 αμυγδαλιές», είναι πλασμένος από το υλικό των ονείρων. Όνειρα που γεννούν οι ζωγραφιές της μαμάς του και που ζωντανεύουν τα ξύλινα κουκλάκια του μπαμπά του.

Όπως και να ’χει, αυτό που θα ανακαλύψουν οι δυο φίλοι ανοιξιάτικα, την εποχή της ανθοφορίας των δέντρων και των ονείρων, είναι μια πικρή ιστορία αγάπης κι ενός θαύματος που δε συντελέστηκε. Ο Μανολίτο θα αντιληφθεί επιπλέον ότι αυτό που τον σπρώχνει επίμονα να φωτίσει το μυστήριο του έρημου σπιτιού δεν είναι μόνο ο παιδικός του ενθουσιασμός, αλλά και η δική του, προσωπική ιστορία, αυτή που κυλά στο αίμα του και ορίζει την ύπαρξή του, αφού στα λείψανα που άφησε πίσω της η ματαιωμένη ιστορία αγάπης που κρύβει το ερειπωμένο σπίτι με τα ξερά δέντρα εδράζεται η δική του ονειρική υπόσταση.

Το βιβλίο δεν τελειώνει εδώ: Όπως μια ιστορία δεν υπάρχει χωρίς αναγνώστη, έτσι κι ένα θαύμα δεν μπορεί να υλοποιηθεί χωρίς ένα θεματοφύλακα που θα το περιμένει υπομονετικά όσο χρειαστεί. Ο ένας απ’ τους δυο φίλους δε θα εγκαταλείψει την προσπάθεια. Ο ένας απ’ τους δυο φίλους θα πιστέψει. Κι επειδή εκεί που ανταμώνουν οι ιστορίες με τα όνειρα γεννιούνται τα θαύματα, έστω κι ετεροχρονισμένα, ο Μανόλο κι ο Μανολίτο θα δουν τα γυμνά δέντρα του έρημου σπιτιού ν’ ανθίζουν…

Ένα μαγικό βιβλίο, όπου πρόσωπα, γεγονότα και ιστορίες, όμορφα φιλοτεχνημένα από την Ίριδα Σαμαρτζή, θυμίζουν κινούμενες ψηφίδες απ’ το συνδυασμό των οποίων αναδύονται διαρκώς νέες εικόνες κι απρόσμενες διασυνδέσεις. Ένα σχόλιο πάνω στη δύναμη της αγάπης και της φύσης, αλλά και πάνω στη διαδικασία της γραφής, της έμπνευσης και της δημιουργίας. Ένας συγγραφέας-αφηγητής που, αυτοϋπονομευόμενος, απολαμβάνει την ήττα του, η οποία δεν είναι άλλο από τον ολοκληρωτικό θρίαμβο της τέχνης του. Ένας πιτσιρικάς ονειρικός, κινητήριος μοχλός και ταυτόχρονα αποδέκτης της ιστορίας. Κι ένα θαύμα, που, όσο κι αν, στο επίπεδο της μυστηριώδους ιστορίας που βιώνουν Μανόλο και Μανολίτο, φαντάζει μεταφυσικό, στη σφαίρα της καθημερινότητάς τους υλοποιείται με τρόπο ολωσδιόλου φυσικό: στο πρόσωπο του ίδου του Μανολίτο, όπως τον έφτιαξαν από τα ανασυνθεμένα κομμάτια μιας άλλης, κατεστραμμένης ζωής οι υπέροχοι γονείς του, ακολουθώντας την προαιώνια κι αναλλοίωτη συνταγή της Φύσης!  

  

Τρίτη 23 Ιουλίου 2013

Χρήστος Μπουλώτης, Η παράξενη αγάπη του αλόγου και της λεύκας

Ζωγραφιές Φωτεινή Στεφανίδη, Polaris, Αθήνα 2011 (από 6 ετών)

 




Ένα από αυτά τα βιβλία που φοβάσαι να τ’ αγγίξεις μην τυχόν και χαλάσεις κάτι από την ομορφιά τους. Μια ιστορία για την αγάπη που γεννιέται σ’ ένα λιβάδι ανάμεσα σε μια πανέμορφη μοναχική λεύκα κι ένα περήφανο άλογο, μια αγάπη που αναδύεται μέσα από την κοινή μοναξιά τους, η οποία θα είναι και η αφορμή για να προσέξουν το ένα την εκθαμβωτική ομορφιά του άλλου. Πλάσματα τελείως αλλιώτικα, το δέντρο και το ζώο θα βρουν κοινούς κώδικες, θα μοιραστούν γνώσεις, εμπειρίες, συναισθήματα και αισθήσεις. Ως την ημέρα που το άλογο εξαφανίζεται, καθώς ο ιδιοκτήτης του δεν έχει πια δουλειές στο χωράφι που γειτονεύει με το λιβάδι της λεύκας. Ο χωρισμός είναι αφόρητος και το άλογο θα βρει τρόπο να ξαναβρεθεί κοντά στην αγαπημένη του. Μα όταν η κακία κι ο φθόνος θα θέσουν σε κίνδυνο την ίδια τη ζωή της λεύκας, η ανθρωπιά θα είναι αυτή που θα διασώσει την αγάπη, κι εκείνη με τη σειρά της θα αγγίξει το θαύμα, χωρίς πάντως να απαρνηθεί το βασικό της χαρακτηριστικό, την πλήρη αποδοχή της διαφορετικότητας του άλλου.

Ειπωμένη ήρεμα κι αβίαστα σαν παραμύθι, η ιστορία του Χρήστου Μπουλώτη αργά, σταθερά, συνειδητά θραύει στερεότυπα και σχήματα, πετυχαίνοντας μια σειρά από ανέλπιστες ανατροπές των αναγνωστικών μας προσδοκιών: Πρώτα απ’ όλα, είναι ο τρόπος που γεννιέται η αγάπη δέντρου και ζώου, αργός και κοπιώδης. Όσο κι αν είναι μεγάλη η ομορφιά της λεύκας, όσο κι αν είναι πανέμορφο το λευκό άλογο, θα χρειαστεί να δώσουν προσοχή, να νοιαστούν το ένα για το άλλο για να αγαπηθούν. Βέβαια, κι η ίδια αυτή η ομορφιά φθείρεται, παύει κάποια στιγμή να υφίσταται – αλλά αυτό δεν κάνει καμία διαφορά, καθώς εκείνος που αγαπάει κατορθώνει να διακρίνει το ωραίο πέρα από την προφάνεια της εμφάνισης. Όσο για το κακό, μπορεί, τηρώντας τα προσχήματα, να είναι «κακομούτσουνο», ωστόσο ο κόσμος που πλάθει ο Μπουλώτης δεν ορίζεται από το απλουστευτικό δίπολο καλό-κακό. Οι ήρωές του έχουν κι αυτοί τις ψυχολογικές διακυμάνσεις τους και φτάνουν στην προσωπική τους αλήθεια με τον ίδιο τρόπο που κι η αγάπη, όπως προείπαμε, δεν κεραυνοβολεί αλλά κατακτιέται. Έτσι, ο ιδιοκτήτης του αλόγου μπορεί αρχικά να βάζει με το νου του να κόψει τη λεύκα, αλλά, έχοντας ακουστά την ικανότητα των λουλουδιών να μιλάνε, αφουγκράζεται τις πονεμένες κραυγές του δέντρου και συγκινείται απ’ την ιστορία του. Ένα μικρό θαύμα ανθρωπιάς. Και δεν είναι το μόνο: Τα θαύματα που γεννιούνται στο λιβάδι το οποίο στεγάζει αυτή την παράξενη αγάπη είναι μικρά αλλά συνιστούν γιγαντιαίες προσωπικές υπερβάσεις. Όπως το δέντρο που κατορθώνει να περπατήσει για χάρη του αγαπημένου του αλόγου. Κι αν οι από μηχανής θεοί δε λείπουν, πρόθυμοι να κάνουν πιο απλή τη ζωή των δυο αγαπημένων μεταμορφώνοντάς τους και τους δυο σε άλογα ή σε λεύκες, η ιστορία μας αποφεύγει να ακολουθήσει τις πεπατημένες βατραχιών που έγιναν πρίγκιπες ή γοργόνων που απέκτησαν πόδια, εμμένοντας στην ουσία της σχέσης των δυο αγαπημένων: αυτό που αγάπησαν ο ένας στον άλλο ήταν η διαφορά και ταυτόχρονα η μοναδικότητά τους. Περιορίζοντας έτσι νεράιδες και φεγγάρια, πλάσματα της φαντασίας, στο ρόλο του έκθαμβου παρατηρητή. Κι επιβεβαιώνοντας καθ’ ολοκληρίαν το «παράξενο» αυτής της αγάπης: με την έννοια όχι μονάχα του αλλόκοτου, του ακατανόητου, αλλά και του σπάνιου, του θαυμαστού.

Αυτό ακριβώς το «παράξενο» με τη διπλή του έννοια έρχεται να αποτυπώσει στις ζωγραφιές της η Φωτεινή Στεφανίδη. Αποδίδοντας το μεταφυσικό ως προϊόν, ή προέκταση, του φυσικού, του παράδοξα αυτονόητου της αγάπης ζώου και δέντρου. Οπτικοποιώντας το θαύμα κι εντάσσοντάς το αβίαστα, με τον ίδιο τρόπο που επιτάσσει και η αφήγηση, στο καθημερινό σύμπαν των δυο αγαπημένων. Ζωγραφίζοντας έναν κόσμο όπου της πραγματικότητας υπερίπτανται αμέριμνα το αφανές και το άρρητο, το μαγικό και το μυστικό, το μυθικό και το αρχέγονο, όχι ως περαστικοί ταξιδιώτες αλλά ως συστατικά της στοιχεία και μαζί στοχαστικοί παρατηρητές της. Και με την αδιάλειπτη παρουσία ενός ιπτάμενου βιβλίου να υπενθυμίζει την κατεξοχήν φύση της ιστορίας.

Με κάποιον τρόπο, ο δύσκολος δρόμος που διαλέγουν να πορευτούν τα δυο αυτά υπέροχα πλάσματα, το άλογο κι η λεύκα, φαντάζει γοητευτικός όχι μονάχα γιατί υποδηλώνει τη βαθιά αυτογνωσία τους και τη συνειδητότητα των επιλογών τους, αλλά και γιατί αντικατοπτρίζει μια καλλιτεχνική αντίληψη που, μακριά από απλουστεύσεις, μανιέρες, συνταγές και σπασμωδικές κραυγές, τολμά την ανατροπή χωρίς να την εκβιάζει, αγκαλιάζει το θαύμα χωρίς να αρνιέται την πραγματικότητα, αποφεύγει τη σχηματικότητα και την απλοϊκότητα χωρίς να επιζητά την εκζήτηση. Και μάλιστα σαν να μη μεσολάβησαν λέξεις, εικόνες, φθόγγοι, χρωστικές, κάθε λογής κώδικες κι υλικά, ανάμεσα στην αρχική πρόθεση και στην υλοποίησή της.


Όταν θέλησα να γράψω για το βιβλίο,
πήγα να το αναζητήσω στο δωμάτιο της κόρης μου
και δεν μπόρεσα να αντισταθώ στον πειρασμό να το φωτογραφίσω
με αυτό το φοβερό σελιδοδείκτη!