Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 22 Απριλίου 2015

Βασίλης Παπαθεοδώρου, Ήταν το ίνδαλμά μου - Μια ιστορία για τη βία στα γήπεδα

Εικονογράφηση: Θανάσης Πέτρου, Παιδική Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2015

 
 

Ένα αγόρι παρακολουθεί μαγεμένο την ξέφρενη πορεία του μεγαλύτερου αδερφού του και τη γρήγορη ανέλιξή του στο ποδοσφαιρικό στερέωμα του τοπικού πρωταθλήματος, ονειρευόμενο μια μέρα να του μοιάσει. Ο τυφλός θαυμασμός του για τις ποδοσφαιρικές επιδόσεις του αδερφού του και η συνακόλουθη εμπλοκή του με ομάδες οργανωμένων οπαδών αποκόπτουν σταδιακά τον μικρό από τους φίλους και συμμαθητές του, από τα μαθήματα και από οποιονδήποτε άλλο επαγγελματικό στόχο. Μέσα από την αφήγησή του ο «μαγικός» κόσμος του ποδοσφαίρου και κυρίως οι παθογένειές του αποκαλύπτονται σε μια εντυπωσιακής σκληρότητας μικρογραφία: βία, ρατσισμός, ναζιστικές χειρονομίες, ντόπινγκ, χρηματισμός, εκβιασμοί, στημένοι αγώνες, η διαπλοκή των ποδοσφαιρικών παραγόντων με τον Τύπο, η χρησιμοθηρική ενασχόληση τόσο η δική τους όσο και πολιτικών παραγόντων με το άθλημα για ίδια κέρδη κτλ.

Καμιά μυθοπλαστική υπερβολή, καμιά εκτροπή από την πραγματικότητα. Όσοι τυχαίνει να παρακολουθούμε έστω και από απόσταση τα τεκταινόμενα στον χώρο του ελληνικού επαγγελματικού ποδοσφαίρου συνειδητοποιούμε διαβάζοντας το συγκεκριμένο βιβλίο ότι ο συγγραφέας καταγράφει μια απολύτως υπαρκτή κατάσταση. Ωστόσο, επιλέγοντας να εστιάσει τον φακό του σε ένα μικρότερο, τοπικής εμβέλειας  πρωτάθλημα, κατορθώνει να αναδείξει με τρόπο πολύ πιο προσιτό, οικείο και απτό στο παιδί τα προβλήματα που ταλανίζουν και τις μεγάλες επαγγελματικές κατηγορίες.

Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση, εκτός του ότι προσδίδει αμεσότητα στο κείμενο, πετυχαίνει και να φωτίσει πτυχές του χαρακτήρα του αφηγητή αλλά και τον βαθμό παραμόρφωσής του από την εμμονική σχέση του με το ποδόσφαιρο. Το σχηματικό και περιορισμένο λεκτικό του, το ρηχό και επιθετικό χιούμορ του, η μονοδιάστατη οπτική του αναδεικνύουν με επιτυχία την περιχαρακωμένη σκέψη του, τη συρρίκνωση των ενδιαφερόντων του, την απομόνωση από τους συνομηλίκους του, τον εντεινόμενο φανατισμό του.

Το σκληρό φινάλε της ιστορίας μπορεί να ματαιώνει όνειρα και προσδοκίες, φαντάζει όμως περίπου αναπόφευκτο, αφήνοντας μια χαραμάδα ελπίδας για τον μελλοντικό επαναπροσδιορισμό των στόχων των δυο παιδιών. Ένα δυνατό βιβλίο, που θα προβληματίσει και θα ευαισθητοποιήσει τους νεαρούς αναγνώστες, παρέχοντάς τους παράλληλα στο παράρτημα χρήσιμες πληροφορίες νομικού χαρακτήρα αναφορικά με τη σχέση τους με το ποδόσφαιρο και τον αθλητισμό γενικότερα. Ταιριαστή με το πνεύμα του κειμένου και η εικονογράφηση του Θανάση Πέτρου, με έντονα στοιχεία κόμικς.

Πέμπτη 5 Σεπτεμβρίου 2013

Ελένη Πριοβόλου, Ο τρυφεράκανθος

Εικονογράφηση: Κατερίνα Βερούτσου, Καλέντης, Αθήνα 2013 (από 5 ετών)




Ο τρυφεράκανθος ζει σ’ ένα πανέμορφο λιβάδι. Έχει φίλους τον ήλιο, το φεγγάρι, τον αέρα, το ουράνιο τόξο. Εσωστρεφής, ντροπαλός, διαισθητικός και ονειροπόλος όμως καθώς είναι, δεν μπορεί να γίνει κατανοητός από τα άλλα ζωντανά του λιβαδιού, που τον κοροϊδεύουν. Οι φίλοι του, ο ήλιος, ο αέρας, η ίριδα και το φεγγάρι, τον στηρίζουν λέγοντάς του ότι τους αρέσει ακριβώς όπως είναι, ωστόσο αυτός αποφασίζει να αλλάξει, να προξενεί το φόβο στους άλλους. Και με τη βοήθεια του ξωτικού του δάσους, μεταμορφώνεται σε ακανθόχοιρο, σκορπώντας πόνο γύρω του, βλάπτοντας όχι μονάχα εκείνους που τον κοροϊδεύουν αλλά και τους ίδιους τους φίλους του, που παίρνουν των ομματιών τους από το λιβάδι, οδηγώντας και τους υπόλοιπους κατοίκους του στην απόφαση να ξενιτευτούν. Ο τρυφεράκανθος συνειδητοποιεί το λάθος του και, κατορθώνοντας να ανακαλύψει βαθιά μέσα του ένα κομμάτι του παλιού του εαυτού, ξαναβρίσκει την πρώτη του μορφή, φέρνοντας πάλι τη χαρά και τη ζωή στο λιβάδι.

Η βία, ακόμα και λεκτική, ακόμα και ακούσια, παράγει βία, μας λέει η Ελένη Πριοβόλου. Κάποτε μάλιστα βία πολλαπλάσια της αρχικής, ανεξέλεγκτη, τυφλή. Όταν ο ήρωάς μας αποφασίζει να αλλάξει, στόχος του είναι απλώς να τρομάξει αυτούς που τον περιγελούν. Μόνο που καταλήγει να γίνει αποκρουστικός κι επικίνδυνος ακόμα και για τους αγαπημένους του, για τον ίδιο του τον εαυτό. Το χειρότερο, από θύμα γίνεται θύτης, κατηγορούμενος, υπόλογος απέναντι σε κείνους που πρώτοι τον αδίκησαν.

Δηλαδή η ειρωνεία, ο εμπαιγμός, η κοροϊδία δεν είναι μορφή βίας; θα μου πείτε. Φυσικά και είναι, και μάλιστα βία ύπουλη και βασανιστική. Μόνο που ο τρυφεράκανθος δε στέκει απροστάτευτος απέναντι στην ανόητη, αφελή, ενδεχομένως και ζηλόφθονη στάση των πλασμάτων του λιβαδιού: έχει τη ζεστασιά και την αγάπη φίλων καλών κι αγαπημένων’ την εξήγηση της σοφής κουκουβάγιας («ό,τι δεν μπορούν να καταλάβουν το κοροϊδεύουν»)’ αλλά και την έγκαιρη προειδοποίηση του ξωτικού του δάσους («Όταν σε φοβούνται… δε θα σ’ αγαπούν»). Κι όμως, εμμένει στην απόφασή του να γίνει μισητός. Και φυσικά το πληρώνει. Όταν μάλιστα πάει να εκφράσει το παράπονό του στα πλάσματα του λιβαδιού για τη συμπεριφορά τους, εκείνα αποσείουν την ευθύνη ισχυριζόμενα πως «απλώς έπαιζαν». Να σας πω την αλήθεια, εμένα δε με πείθουν εντελώς. Ίσως μάλιστα ο μικρός αναγνώστης, έχοντας συμπονέσει τον τρυφεράκανθο στην αρχή της ιστορίας, να περίμενε τουλάχιστον από μέρους τους μια παραδοχή και των δικών τους ευθυνών, που όμως δεν έρχεται ποτέ. Ευτυχώς έχει προηγηθεί η εξήγηση της κουκουβάγιας, αυτό το «δεν μπορούν να καταλάβουν», που τους παρέχει ένα ελαφρυντικό για τη στάση τους. Όσο για τον τρυφεράκανθο, η πορεία επιστροφής του προς τον πρότερο εαυτό του θα αποδειχθεί μοναχική και επώδυνη. Κανένα στοιχείο της φύσης δε θα διευκολύνει το δρόμο του, κανένα ξωτικό δε θα ζωντανέψει από τη δύναμη της διαίσθησής του. Η βύθιση στον εαυτό του, η συνειδητοποίηση του λάθους του είναι αυτές που θα ξαναφέρουν στην επιφάνεια αυτό που κάποτε ήταν, αποκαθιστώντας τις ισορροπίες στο λιβάδι.

Η συγγραφέας ζωντανεύει τον φυσικό κόσμο επιστρατεύοντας χρώματα, ήχους, ευωδιές και την πολυμορφία της πανίδας με έμφαση στα μικρά πλασματάκια, ενώ ανεμόσκαλες, βροχοκλωστές και βροχοσκάλες κάνουν δυνατή την επικοινωνία με τα φυσικά και υπερφυσικά στοιχεία, μεταλλάσσοντας το λιβάδι σε ένα θαυμαστό τοπίο όπου η μαγεία γίνεται απτή μόνο χάρη στην ιδιαίτερη ευαισθησία αυτού που την αναζητά. Η εικονογράφηση της Κατερίνας Βερούτσου, απόλυτα εναρμονισμένη με το κείμενο, δίνει το απαραίτητο χρώμα και βάθος, ζωντανεύοντας το σκηνικό και τους κατοίκους του και αποτυπώνοντας διαθέσεις και συναισθήματα χάρη στην εναλλαγή ανάμεσα σε φως και σκοτάδι, σε χρώματα και υφές, με εξαιρετικό για άλλη μια φορά αποτέλεσμα.

Ο Τρυφεράκανθος δεν είναι μόνο ένα βιβλίο για το σεβασμό στη διαφορετικότητα ή για τις πολλές κι αλληλένδετες μορφές της βίας. Επιπλέον, θίγει καίρια ζητήματα αυτογνωσίας (είμαστε συμφιλιωμένοι με τον εαυτό μας ανεξάρτητα από το τι λένε οι άλλοι για μας;), ανθρώπινων σχέσεων (είναι δυνατόν να μας καταλαβαίνουν όλοι;), αλλά και ατομικής επιλογής και ευθύνης (είναι αρκετή η βία των άλλων για να δικαιολογήσει αντίστοιχες δικές μας συμπεριφορές και αποφάσεις;). Η απουσία διδακτισμού μπορεί να συνεπάγεται λίγο περισσότερο παίδεμα κατά την ανάγνωση, αν και στο δικό μας σπίτι οι συζητήσεις γύρω από το συγκεκριμένο βιβλίο υπήρξαν αρκούντως παραγωγικές, κάνοντάς μας να συνδέσουμε την ιστορία του τρυφεράκανθου με στιγμές από τη δική μας πραγματικότητα αλλά και δίνοντας πάντα στην ερμηνεία μας μια καινούρια οπτική ή απόχρωση που την προηγούμενη φορά μάς είχε διαφύγει.

Πέμπτη 28 Μαρτίου 2013

Tàssies, μου έκλεψαν το όνομά μου

Μετάφραση: Δημήτρης Ψαρράς, ΕΨΥΠΕ, Αθήνα 2011




 
Ένα συγκλονιστικό βιβλίο. Μια ιστορία σχολικού εκφοβισμού και βίας ειπωμένη σκληρά, ειλικρινά, ωμά. Ο αφηγητής είναι το θύμα: ο καλός μαθητής, το ήσυχο παιδί, εκείνος που δεν μπλέκει σε καβγάδες και φασαρίες. Στοχοποιημένος από μια ομάδα συμμαθητών του, εγκαταλειμμένος απ’ όλους –το τρομαγμένο πλήθος αυτών που δεν ανακατεύονται γενικώς, ξέρετε, εκείνων των συμπαθητικών, καλόβολων τύπων που νομιμοποιούν το έγκλημα διά της τίμιας, αξιοπρεπούς, ατσαλάκωτης σιωπής τους–, μόνος. Έχει χάσει –ή μάλλον του έχουν κλέψει– το κέφι του για το σχολείο, το κέφι του για τη ζωή, το ίδιο του το όνομα, το κατεξοχήν προσδιοριστικό στοιχείο της μοναδικότητάς του. Κι όταν στον καθρέφτη δεν αναγνωρίζει καν τον εαυτό του, η ιδέα της φυγής μέσω της αυτοκτονίας δεν απέχει πολύ από την πραγματοποίηση. Τι τον σώζει τελικά απ’ το απονενοημένο διάβημα; Εμείς. Εγώ, εσείς, κάποιοι άλλοι που ακούσαμε την ιστορία του. Που τον πονέσαμε, τον καταλάβαμε, τον αισθανθήκαμε. Που του θυμίσαμε ότι είναι άνθρωπος, ότι έχει όνομα και υπόσταση. Πάνω απ’ όλα, ότι δεν είναι μόνος.

Σκοτεινά, μουντά χρώματα από τον Tàssies, ομοιόμορφες στολές –η εκπαίδευση στην πιο ισοπεδωτική, κανονιστική εκδοχή της, ήδη εκφοβιστική από μόνη της –, κεφάλια απρόσωπα, καθώς η σουρεαλιστική επιλογή του συγγραφέα-εικονογράφου να βάλει στη θέση τους μήλα απαλείφει την προφάνεια των εκφράσεων κι επιτρέπει στα σώματα να αφηγηθούν παραστατικά την ιστορία φρίκης και μοναξιάς που βιώνει το παιδί πρωταγωνιστής. Σε δυο μονάχα περιπτώσεις βλέπουμε πρόσωπα: στη μέση περίπου του βιβλίου, όταν αποκαλύπτονται οι μορφές θύτη και θύματος, και στο τέλος, όταν ο αφηγητής, ύστερα απ’ την εξομολόγησή του σε μας, μας απευθύνεται επιτέλους ανακουφισμένος τείνοντάς μας χείρα γνωριμίας. Στο προηγούμενο μόλις δισέλιδο έχει αποτυπωθεί εικαστικά η σκέψη του να αυτοκτονήσει. Λόγια εγκλωβισμένα σ’ ένα μικρό λευκό παραθυράκι - το κενό που χάσκει απειλητικό και άγνωστο μπροστά στα μάτια του. Αντιστρέφοντας την οπτική, απ’ τη δική μας πλευρά ιδωμένο, το ίδιο αυτό παραθυράκι φαντάζει ένα κομμάτι ελεύθερης ανάσας, μια στάλα ουρανού. Κι είναι αυτή η διαφορετική οπτική των πραγμάτων που του προσφέρουμε η οποία σώζει τελικά τον επίδοξο αυτόχειρα.                                   

                                     

Συνήθως δεν καταθέτω προσωπικές σκέψεις, πολλώ δε μάλλον ηθικοδιδακτικού χαρακτήρα, όταν παρουσιάζω βιβλία. Κι ούτε με θεωρώ κατάλληλη να μιλήσω για τη σχολική βία και τον εκφοβισμό. Οι εμπειρίες μου απ’ την εκπαίδευση είναι απειροελάχιστες και μακρινές, τα δε παιδιά μου είναι ακόμη μικρά. Θέλω απλώς να σταθώ σε αυτό το χιλιοειπωμένο ότι σε μεγάλο βαθμό για το πρόβλημα ευθύνεται η κοινωνία στην οποία ζούμε. Δε διαφωνώ. Αυτό ωστόσο που βολικά ξεχνάμε όλοι μας είναι ότι αυτή η ρημάδα η κοινωνία στην οποία με τόση άνεση φορτώνουμε καθετί στραβό είμαστε εμείς οι ίδιοι και κύτταρό της οι δικές μας οικογένειες. Ανήκοντας σε μια γενιά γονιών που ήδη από τη νιότη της δε φημίστηκε για τις επαναστάσεις και τις ρήξεις της αλλά πάσχισε απελπισμένα και μάλλον άχαρα να ταυτιστεί με τσιτάτα και συνθήματα άλλων εποχών, τη βλέπω με θλίψη να ποτίζει τα παιδιά της με το ίδιο δηλητήριο που φαρμάκωσε και τη δική της παιδικότητα. Μασκαρεύοντας τη δική της μετριότητα και απαιδευσιά πίσω από κορνιζαρισμένα πτυχία. Αποδίδοντας κάθε ήττα ή αποτυχία της στις παθογένειες του επάρατου συστήματος. Φορτώνοντας κάθε απωθημένο όνειρό της στα δύσμοιρα παιδιά της. Μανάδες που παρηγορούνται για όλους τους συμβιβασμούς της ζωής τους παίρνοντας εκδίκηση απ’ το σύμπαν μέσω του νταή γιου. Ανασφαλείς πατεράδες που μετράνε το αντριλίκι του παιδιού τους ανάλογα με τις φάπες με τις οποίες ο λεβέντης τους φιλοδώρησε πλάσματα πιο αδύναμα απ’ αυτόν. Άνθρωποι ανεκτικοί ως εκεί που αντέχει ο καθωσπρεπισμός τους. Δημοκρατικοί και προοδευτικοί ως εκεί  που κυριαρχεί η δική τους μοναδική άποψη. Άνθρωποι που κατά βάθος προτιμάνε να είναι το παιδί τους «κωλόπαιδο παρά ευαίσθητο».
 
Προ ημερών είχαμε εθνική γιορτή, κι εμένα πάντα τέτοιες μέρες με πιάνει μελαγχολία, γιατί σκέφτομαι τα γελοία δράματα που παίζονται στα ανά την Ελλάδα σπίτια για το ποιος θα κρατήσει τη σημαία. Είμαι σίγουρη ότι όλοι έχετε ακούσει ιστορίες απύθμενου μίσους μεταξύ συμμαθητών που κάποτε φτάνουν στη στοχοποίηση και στη βία λόγω μικροδιαφορών στις σχολικές βαθμολογίες τους. Με υποβολέα πάντα μια υστερική μάνα ή έναν μονομανή πατέρα. Με αναφορά όχι την προσωπική επιλογή, ιδιαιτερότητα ή μοναδικότητα αλλά τον εξοβελισμό του όποιου τυπικά ή συμπτωματικά «καλύτερου» άλλου.

Δε θέλω να συνεχίσω. Μια κουβέντα μόνο: Το πρόβλημα με τη βία, ψυχολογική, σωματική, δεν ξέρω τι άλλο, είναι ότι παράγει βία. Κι όταν αφήνεις/προτρέπεις/βάζεις το παιδί σου, έστω κι ασυνείδητα, έστω και με, υποτίθεται, τις πιο αθώες προθέσεις, έστω και για λόγους «αυτοάμυνας», για  να το γλιτώσεις από τα χειρότερα, να παίξει στο δίπολο θύμα-θύτης, στην πραγματικότητα ποτέ δεν ξέρεις πού θα κάτσει η μπίλια, αν όχι τώρα, πάντως κάποια στιγμή στο μέλλον.