Δευτέρα 19 Αυγούστου 2013

Βιβλιόφιλοι από κούνια! (Βιβλία για παιδιά από 1 έτους)


Η καλή μέρα από το πρωί φαίνεται, κι αν δεν προπονήσεις ένα παιδί από τη βρεφική του ηλικία στις καλές αναγνωστικές συνήθειες, ποτέ δεν ξέρεις τι θα σου ξημερώσει στο μέλλον. Επειδή λοιπόν κάποιες φίλες μου με ρωτάνε ποια βιβλία προτείνω για την εγκύκλια μόρφωση των βρεφών τους, ιδού ορισμένοι τίτλοι για πολύ, πολύ μικρά παιδάκια, ικανοί πάντως να ξεμυαλίσουν και πιο ώριμους αναγνώστες:

Σειρά Βρες με! Εκδόσεις Ψυχογιός, Μετάφραση: _, Αθήνα 2011-2013 





 Σειρά τεσσάρων –για την ώρα– τρισδιάστατων βιβλίων (Η φάρμα, Τα παιχνίδια, Τα ζωάκια, Τα οχήματα). Ανοίγοντας κάθε σελίδα, σε περιμένει μια μικρή έκπληξη – οχήματα που κινούνται, πύραυλοι που εκτοξεύονται, ζωάκια έτοιμα να πεταχτούν στην αγκαλιά σου, παιχνίδια που σαλεύουν κ.ο.κ. Καλοφτιαγμένα βιβλιαράκια, που, συνδυάζοντας εικόνα και κίνηση, εξάπτουν το φιλέρευνο πνεύμα του μωρού και τη διάθεσή του για παιχνίδι. 


  

Benji Davies, σειρά Ο Αρκουδάκος, μτφρ. Φίλιππος Μανδηλαράς, Εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2013

 

 

Σειρά δύο για την ώρα βιβλίων (Ο Αρκουδάκος στην πυροσβεστική! Ο Αρκουδάκος στο πειρατικό!). Όμορφη εικονογράφηση, μικρές ομοιοκατάληκτες φρασούλες, σελίδες από σκληρό χαρτόνι και πολλά κινούμενα μέρη. Το σκληρό χαρτόνι κάνει τα βιβλία ιδιαίτερα ανθεκτικά όχι μόνο σε μικρά χεράκια, τα οποία φαντάζουν ειδικευμένα στη χρήση τους, αλλά και σε ατσούμπαλα χέρια μεγάλων, όπως τα δικά μου. Κινούμενα μέρη προσαρμοσμένα στις ανάγκες του κειμένου, γεμάτα ευρηματικότητα και ιδανικά για να ακονίσουν την παρατηρητικότητα των παιδιών.

Fiona Watt, Συναυλία στο δάσος - Το πρώτο μου μουσικό βιβλίο, Εικονογράφηση Elisa Squillace, μτφρ. Αγαθή Δημητρούκα, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2012

 

 
 
Βιβλίο με ήχους για μικρά παιδιά. Στο δάσος ετοιμάζεται συναυλία και κάθε ζωάκι προβάρει το κομμάτι του στη φωλιά του. Στη συνέχεια, όλα μαζί, συμμετέχουν στη γενική πρόβα και στη συναυλία. Παράλληλα με το εικονογραφημένο κείμενο, το παιδί μπορεί να ακούσει και την ηχητική εκδοχή της πρόβας του κάθε ζώου αλλά και της γενικής πρόβας και της συναυλίας επιλέγοντας από το ηχητικό μενού στη δεξιά πλευρά του βιβλίου. Γλυκιά εικονογράφηση, πολύ καλή ηχητική απόδοση, αλλά και μια μικρή ανατροπή στο τέλος, που θα ενθουσιάσει τους μικρούς αναγνώστες. (Σε αντίστοιχο πνεύμα κινείται και η Χριστουγεννιάτικη συναυλία στο δάσος, από τις ίδιες δημιουργούς, αλλά δεν τη συστήνω καλοκαιριάτικα...)

Παρασκευή 2 Αυγούστου 2013

Οι περιπετειώδεις αρκούδες του Benjamin Chaud

  • Ένα νανούρισμα για αρκούδες, μτφρ. Έφη Κορομηλά, Εκδόσεις Κόκκινο, Καλαμάτα, 2012

  • Ένα καλοκαιράκι για αρκούδες, μτφρ. Γιώργος Κουραβέλος, Εκδόσεις Κόκκινο, Καλαμάτα, 2013


 
 
Το υπέροχο με τα εικονογραφημένα βιβλία είναι ότι μπορούν να σε κατακτήσουν ακαριαία, με την πρώτη ματιά στο εξώφυλλο ή έστω μ’ ένα απλό ξεφύλλισμα. Κάτι τέτοιο μού συνέβη πρώτα με το Ένα νανούρισμα για αρκούδες και κατόπιν με τη συνέχειά του, το Ένα καλοκαιράκι για αρκούδες, του Benjamin Chaud, δυο βιβλία των οποίων η εκπληκτική εικονογράφηση δε σου αφήνει περιθώρια διαφυγής. Είναι όμως μόνο αυτό; Όχι! Το μαγικό ταξίδι πατέρα και γιου αρκούδου στον εξαντλητικά λεπτομερειακό –και σε γενικές γραμμές ρεαλιστικά αποτυπωμένο– κόσμο της εικονογράφησης παίρνει σάρκα και οστά χάρη σε μια άκρως αντιρεαλιστική όσο και λιτά αφηγημένη ιστορία προσωπικής αναζήτησης, που διαρρηγνύει τις συμβάσεις, με τον τρόπο ακριβώς που ταιριάζει σ’ ένα παιδικό βιβλίο.

Έτσι, στο Νανούρισμα, ένα αρκουδάκι εγκαταλείπει τη φωλιά του, όπου είναι έτοιμο να πέσει σε χειμερία νάρκη μαζί με τον μπαμπά του, για να ακολουθήσει μια μέλισσα. Ο μπαμπάς σπεύδει να το αναζητήσει, εγκαταλείποντας το δάσος και μπαίνοντας στην πολύβουη πόλη. Η αναζήτηση του μικρού τον οδηγεί στη μεγάλη όπερα, όπου, ύστερα από ικανοποιητικό βαθμό πανικού και αναστάτωσης, κατορθώνει όχι μονάχα να ανακαλύψει τον μικρό του γιο αλλά και να βρουν παρέα το ιδανικό μέρος για χειμερία νάρκη. Ανατροπή στερεοτύπων –δυο αρκούδες που φτάνουν στη μεγάλη πόλη εγκαταλείποντας/υπερβαίνοντας έναν τρόπο ζωής ταυτισμένο με τη φύση τους– αλλά και δράση, που επιτείνεται από την αναζήτηση του μικρού αρκούδου σε αχανή δάση, πολύβουα αστικά τοπία, μποτιλιαρισμένους δρόμους, πολυσύχναστες όπερες. Αν μέσα σ’ αυτό το χάος ο πανικόβλητος μπαμπάς περνάει απαρατήρητος από τους βιαστικούς περαστικούς, τους επιθετικούς οδηγούς και τους πολυάσχολους εργαζόμενους της όπερας, φανταστείτε τι γίνεται με το μικροσκοπικό αρκουδάκι… Αναπόφευκτα, μικροί και μεγάλοι αναγνώστες σπεύδουμε να συνδράμουμε στην αγωνιώδη αναζήτηση σαρώνοντας κάθε λεπτομέρεια της εικόνας μπας και το πετύχουμε πουθενά – κι είναι κι αυτή άλλη μια αφορμή για να παραταθεί η οπτική απόλαυση αλλά και για να βρεθούμε αντιμέτωποι με τις μικρές δευτερεύουσες, ή έστω εν δυνάμει, ιστορίες που ξεπηδούν από την πανδαισία των εικόνων!



Το δεύτερο βιβλίο της σειράς, το Ένα καλοκαιράκι για αρκούδες, ανταμώνει πατέρα και γιο εκεί ακριβώς που τους άφησε το τέλος του προηγούμενου βιβλίου. Βέβαια, εδώ το καινούριο ταξίδι ξεκινάει ερήμην των επιθυμιών και των δυο τους: Βλέπετε, το τσουχτερό κρύο τούς κάνει να βρουν καταφύγιο σ’ ένα πολυκατάστημα, όπου ένα παιδάκι θα περάσει τον μικρό αρκούδο για λούτρινο και θα τον πάρει μαζί του στις διακοπές του, παρασύροντας εκ νέου τον ταλαίπωρο μπαμπά σε μια αναζήτηση που περιλαμβάνει κάθε λογής μεταφορικό μέσο, κάθε δυνατό προορισμό, κάθε παράλληλο της υφηλίου. Η πληθωρική εικονογράφηση γι’ άλλη μια φορά επιτείνει την περιπέτεια, καθώς ο Chaud επεκτείνει τη δράση του σε πολυσύχναστα τοπία του βυθού, σε τόπους οργιώδους βλάστησης, σε ζωηρές εξωτικές γιορτές και σε μακρινά παραδεισένια ακρογιάλια. Αλλά, επίσης γι’ άλλη μια φορά, η λιτή και κάποτε ελλειπτική λεκτική εξιστόρηση των γεγονότων πετυχαίνει όχι μόνο να θέσει εξαρχής το αντισυμβατικό πλαίσιο, αλλά και να κάνει νύξεις σε ποικίλα ζητήματα, όπως η αποκοπή από τη φύση –όταν, π.χ. ο μπαμπάς αρκούδος αποκαλεί την άγρια ζωή «επικίνδυνη», έχοντας αποκτήσει αστικές συνήθειες–, να διαφοροποιηθεί από αντιλήψεις/στάσεις που διέτρεχαν το Νανούρισμα –βλ. την ενθουσιώδη υποδοχή του μικρού αρκούδου από τους μασκαράδες σε αντιδιαστολή με τη φοβική στάση του κοινού της όπερας–, αλλά και να θέσει το ζήτημα του χάσματος των γενεών, εστιάζοντας στο φινάλε στον εξαντλημένο αλλά και προσκολλημένο στη συνήθεια μπαμπά αρκούδο, ο οποίος αδυνατεί να παρακολουθήσει τους ρυθμούς του ρηξικέλευθου γιου, και πρακτικά αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο ενός τρίτου γύρου περιπλανήσεων…

Τα βιβλία του Chaud σε μια πρώτη ματιά μπορεί να σε κάνουν να φανταστείς ότι η ιστορία είναι μονάχα η αφορμή για τη γοητευτική περιπέτεια της εικόνας, ωστόσο, αν η δεύτερη είναι ο μεγάλος, υπέροχος, ανεξερεύνητος κόσμος στον οποίο οι κεντρικοί ήρωες της ιστορίας μπορεί να συνιστούν μια απειροελάχιστη λεπτομέρεια, η πρώτη είναι μια προσωπική περιπέτεια αναζήτησης, συναισθημάτων και βαθιάς αγάπης, μια διακριτή προσωπική γραμμή μέσα στο χάος, χωρίς την οποία η πρώτη θα έχανε μεγάλο μέρος από το νόημά της.

Τρίτη 23 Ιουλίου 2013

Χρήστος Μπουλώτης, Η παράξενη αγάπη του αλόγου και της λεύκας

Ζωγραφιές Φωτεινή Στεφανίδη, Polaris, Αθήνα 2011 (από 6 ετών)

 




Ένα από αυτά τα βιβλία που φοβάσαι να τ’ αγγίξεις μην τυχόν και χαλάσεις κάτι από την ομορφιά τους. Μια ιστορία για την αγάπη που γεννιέται σ’ ένα λιβάδι ανάμεσα σε μια πανέμορφη μοναχική λεύκα κι ένα περήφανο άλογο, μια αγάπη που αναδύεται μέσα από την κοινή μοναξιά τους, η οποία θα είναι και η αφορμή για να προσέξουν το ένα την εκθαμβωτική ομορφιά του άλλου. Πλάσματα τελείως αλλιώτικα, το δέντρο και το ζώο θα βρουν κοινούς κώδικες, θα μοιραστούν γνώσεις, εμπειρίες, συναισθήματα και αισθήσεις. Ως την ημέρα που το άλογο εξαφανίζεται, καθώς ο ιδιοκτήτης του δεν έχει πια δουλειές στο χωράφι που γειτονεύει με το λιβάδι της λεύκας. Ο χωρισμός είναι αφόρητος και το άλογο θα βρει τρόπο να ξαναβρεθεί κοντά στην αγαπημένη του. Μα όταν η κακία κι ο φθόνος θα θέσουν σε κίνδυνο την ίδια τη ζωή της λεύκας, η ανθρωπιά θα είναι αυτή που θα διασώσει την αγάπη, κι εκείνη με τη σειρά της θα αγγίξει το θαύμα, χωρίς πάντως να απαρνηθεί το βασικό της χαρακτηριστικό, την πλήρη αποδοχή της διαφορετικότητας του άλλου.

Ειπωμένη ήρεμα κι αβίαστα σαν παραμύθι, η ιστορία του Χρήστου Μπουλώτη αργά, σταθερά, συνειδητά θραύει στερεότυπα και σχήματα, πετυχαίνοντας μια σειρά από ανέλπιστες ανατροπές των αναγνωστικών μας προσδοκιών: Πρώτα απ’ όλα, είναι ο τρόπος που γεννιέται η αγάπη δέντρου και ζώου, αργός και κοπιώδης. Όσο κι αν είναι μεγάλη η ομορφιά της λεύκας, όσο κι αν είναι πανέμορφο το λευκό άλογο, θα χρειαστεί να δώσουν προσοχή, να νοιαστούν το ένα για το άλλο για να αγαπηθούν. Βέβαια, κι η ίδια αυτή η ομορφιά φθείρεται, παύει κάποια στιγμή να υφίσταται – αλλά αυτό δεν κάνει καμία διαφορά, καθώς εκείνος που αγαπάει κατορθώνει να διακρίνει το ωραίο πέρα από την προφάνεια της εμφάνισης. Όσο για το κακό, μπορεί, τηρώντας τα προσχήματα, να είναι «κακομούτσουνο», ωστόσο ο κόσμος που πλάθει ο Μπουλώτης δεν ορίζεται από το απλουστευτικό δίπολο καλό-κακό. Οι ήρωές του έχουν κι αυτοί τις ψυχολογικές διακυμάνσεις τους και φτάνουν στην προσωπική τους αλήθεια με τον ίδιο τρόπο που κι η αγάπη, όπως προείπαμε, δεν κεραυνοβολεί αλλά κατακτιέται. Έτσι, ο ιδιοκτήτης του αλόγου μπορεί αρχικά να βάζει με το νου του να κόψει τη λεύκα, αλλά, έχοντας ακουστά την ικανότητα των λουλουδιών να μιλάνε, αφουγκράζεται τις πονεμένες κραυγές του δέντρου και συγκινείται απ’ την ιστορία του. Ένα μικρό θαύμα ανθρωπιάς. Και δεν είναι το μόνο: Τα θαύματα που γεννιούνται στο λιβάδι το οποίο στεγάζει αυτή την παράξενη αγάπη είναι μικρά αλλά συνιστούν γιγαντιαίες προσωπικές υπερβάσεις. Όπως το δέντρο που κατορθώνει να περπατήσει για χάρη του αγαπημένου του αλόγου. Κι αν οι από μηχανής θεοί δε λείπουν, πρόθυμοι να κάνουν πιο απλή τη ζωή των δυο αγαπημένων μεταμορφώνοντάς τους και τους δυο σε άλογα ή σε λεύκες, η ιστορία μας αποφεύγει να ακολουθήσει τις πεπατημένες βατραχιών που έγιναν πρίγκιπες ή γοργόνων που απέκτησαν πόδια, εμμένοντας στην ουσία της σχέσης των δυο αγαπημένων: αυτό που αγάπησαν ο ένας στον άλλο ήταν η διαφορά και ταυτόχρονα η μοναδικότητά τους. Περιορίζοντας έτσι νεράιδες και φεγγάρια, πλάσματα της φαντασίας, στο ρόλο του έκθαμβου παρατηρητή. Κι επιβεβαιώνοντας καθ’ ολοκληρίαν το «παράξενο» αυτής της αγάπης: με την έννοια όχι μονάχα του αλλόκοτου, του ακατανόητου, αλλά και του σπάνιου, του θαυμαστού.

Αυτό ακριβώς το «παράξενο» με τη διπλή του έννοια έρχεται να αποτυπώσει στις ζωγραφιές της η Φωτεινή Στεφανίδη. Αποδίδοντας το μεταφυσικό ως προϊόν, ή προέκταση, του φυσικού, του παράδοξα αυτονόητου της αγάπης ζώου και δέντρου. Οπτικοποιώντας το θαύμα κι εντάσσοντάς το αβίαστα, με τον ίδιο τρόπο που επιτάσσει και η αφήγηση, στο καθημερινό σύμπαν των δυο αγαπημένων. Ζωγραφίζοντας έναν κόσμο όπου της πραγματικότητας υπερίπτανται αμέριμνα το αφανές και το άρρητο, το μαγικό και το μυστικό, το μυθικό και το αρχέγονο, όχι ως περαστικοί ταξιδιώτες αλλά ως συστατικά της στοιχεία και μαζί στοχαστικοί παρατηρητές της. Και με την αδιάλειπτη παρουσία ενός ιπτάμενου βιβλίου να υπενθυμίζει την κατεξοχήν φύση της ιστορίας.

Με κάποιον τρόπο, ο δύσκολος δρόμος που διαλέγουν να πορευτούν τα δυο αυτά υπέροχα πλάσματα, το άλογο κι η λεύκα, φαντάζει γοητευτικός όχι μονάχα γιατί υποδηλώνει τη βαθιά αυτογνωσία τους και τη συνειδητότητα των επιλογών τους, αλλά και γιατί αντικατοπτρίζει μια καλλιτεχνική αντίληψη που, μακριά από απλουστεύσεις, μανιέρες, συνταγές και σπασμωδικές κραυγές, τολμά την ανατροπή χωρίς να την εκβιάζει, αγκαλιάζει το θαύμα χωρίς να αρνιέται την πραγματικότητα, αποφεύγει τη σχηματικότητα και την απλοϊκότητα χωρίς να επιζητά την εκζήτηση. Και μάλιστα σαν να μη μεσολάβησαν λέξεις, εικόνες, φθόγγοι, χρωστικές, κάθε λογής κώδικες κι υλικά, ανάμεσα στην αρχική πρόθεση και στην υλοποίησή της.


Όταν θέλησα να γράψω για το βιβλίο,
πήγα να το αναζητήσω στο δωμάτιο της κόρης μου
και δεν μπόρεσα να αντισταθώ στον πειρασμό να το φωτογραφίσω
με αυτό το φοβερό σελιδοδείκτη!
 

Σάββατο 13 Ιουλίου 2013

Γενέθλια


Όταν γράφεις σ’ ένα μπλογκ, είναι σαν να αφήνεις στη θάλασσα ένα μπουκάλι απ’ αυτά με τους μυστικούς χάρτες. Ποτέ δεν ξέρεις ποιος, πού, πότε και γιατί θα σε διαβάσει, τι θα καταλάβει, πώς θα σε ερμηνεύσει, αν θα κρατήσει τελικά τον αυτοσχέδιο χάρτη σου και αν αυτός θα τον οδηγήσει όντως σε άνθρακες ή σε θησαυρό. Είναι αυτό το τυχαίο του πράγματος, αυτή η μοναξιά μπροστά στην οθόνη η οποία ποτέ δεν ξέρεις πότε θα μεταλλαχτεί σε μια επικοινωνία φτιαγμένη μόνο από λέξεις, που κάνει το μπλόγκινγκ τόσο γοητευτικό.

Παρ’ όλη τη γοητεία του πράγματος πάντως, δεν έγινα μπλόγκερ από μια γενική κι αόριστη ανάγκη να επικοινωνήσω. Ξύπνησα ένα πρωί του περασμένου Ιουλίου με μια πολύ συγκεκριμένη ιδέα σφηνωμένη στο κεφάλι: να φτιάξω ένα μπλογκ για παιδικά βιβλία’ να μιλήσω στους φίλους και γνωστούς, αλλά και σ’ όποιον άγνωστο τύχαινε να συναπαντηθεί με τα κείμενά μου, για τις αναγνώσεις που μοιραζόμουν με τα παιδιά μου, να τους προτείνω συγγραφείς και ιστορίες. Είχα αρχίσει, βλέπετε, να συνειδητοποιώ ότι μια ενασχόληση που είχε ξεκινήσει με στόχο την εξεύρεση καλών βιβλίων για τη μεγάλη μου κόρη είχε καταλήξει να γίνει προσωπική μανία, σχεδόν υποκαθιστώντας τα ενήλικα διαβάσματά μου. Στο μυαλό μου υπήρχε ήδη μια λίστα από βιβλία για τα οποία θα έγραφα. Αρκεί να σας πω ότι για αρκετά από αυτά δεν έχω ακόμα γράψει. Στην πορεία βρέθηκαν άλλα στο δρόμο μου, με παρέσυραν, με ενθουσίασαν κι έτσι ακόμα κρατάω κάβα απ’ το περσινό καλοκαίρι ένα σωρό αναρτήσεις to be.

Όταν λίγες μέρες μετά ξεκίνησα το μπλογκ –Παρασκευή και 13, ημερομηνία που είμαι σίγουρη ότι θα απέφευγε κάθε σώφρων και νηφάλια σκεπτόμενος άνθρωπος–, άφησα τις πρώτες εκείνες αναρτήσεις να ταξιδέψουν στην καλοκαιρινή θάλασσα παρέα με τις ευχές λίγων καλών φίλων. Δεν το είπα σε πολλούς: Δεν ήθελα να επιβάλω στα κείμενά μου κανένα κοινό, δεν ήθελα να εκβιάσω κανένα αποτέλεσμα. Προτιμούσα να με ανακαλύψουν κατά τύχη, κι αν κάποιους τους αφορούσαν αυτά που έγραφα, ευπρόσδεκτοι! Άλλωστε πάντα πίστευα –κι εξακολουθώ να πιστεύω– στη γοητεία του τυχαίου, του αναπάντεχου. Όχι στη μοίρα, αλλά στη μαγεία της στιγμής. Και νομίζω πως αποζημιώθηκα γι’ αυτή μου την απόφαση: Οι στιγμές ήταν εκείνες που το έφεραν να ανακαλύψω πολλά συναρπαστικά ιστολόγια, να γνωρίσω, έστω διαδικτυακά, ενδιαφέροντες ανθρώπους, αλλά και να γνωριστώ εκ νέου με παλιούς γνώριμους με τρόπους ιδιαιτέρως αποκαλυπτικούς. Η αναγνωσιμότητα, ο αριθμός των χτυπημάτων, των likes, των αναγνωστών, δεν ήταν ποτέ ο στόχος. Ό,τι περισσότερο ήθελα ήταν να βρουν οι αναρτήσεις μου δύο, τρεις, πέντε, άντε δέκα συνειδητούς αναγνώστες που να μοιράζονται την αγάπη μου για το καλό παιδικό βιβλίο. Νομίζω ότι βρήκα περισσότερους και τους ευχαριστώ γι’ αυτό με όλη μου την καρδιά.

Αν πρέπει να διαλέξω κάποιες αναρτήσεις από τις εξήντα τέσσερις που μετράει το μπλογκ μέχρι σήμερα, με εντελώς συναισθηματικά κριτήρια, θα ξεχωρίσω την πρώτη πρώτη, αφιερωμένη στις φοβερές και τρομερές λυκοϊστορίες του Geoffroy de Pennart – και, μεταξύ μας, ευτυχώς που γράφτηκε πέρσι και δεν περιλαμβάνει το μετριότατο φετινό Πέσε πίτα να σε φάω, το οποίο κλόνισε αρκετά το θαυμασμό μου για το δημιουργό του Ιγκόρ, του Λουκά και των άλλων λυκόπαιδων· όπως και εκείνη της πρώτης μέρας των περσινών καλοκαιρινών διακοπών μας, γραμμένη σ’ ένα μπαλκονάκι που έβλεπε κι άκουγε το Μυρτώο, για τη γνωριμία μου αλλά και την πρώτη εμφάνιση στα ελληνικά του μεγάλου Oliver Jeffers. Λίγο καιρό αργότερα, ένα μεσημεράκι στο χωριό των παιδικών μου χρόνων, μου ήρθε να μιλήσω για ό,τι περισσότερο λατρεύω απ’ τον υπέροχο κύριο Ευγένιο. Μια φθινοπωρινή μέρα, πάλι, ήρθε μια ανάρτηση για ένα καραβάκι στο αγαπημένο μου χρώμα, το κόκκινο, που με οδήγησε σε μια βουτιά αναγνωστικής αυτογνωσίας, αναγκάζοντάς με να αλλάξω ακόμα και το προφίλ που είχα αναρτήσει στο μπλογκ. Αξέχαστο θα μου μείνει το ονειρικό ταξίδι που χάρισε ένας τρυφερός εγγονός στον αγαπημένο του παππού λίγο πριν από τον οριστικό τους χωρισμό σ’ ένα βιβλίο που ανακάλυψα δέκα χρόνια αφότου εκδόθηκε· όπως κι η συναισθηματική φόρτιση που ένιωσα γράφοντας για το βιβλίο μιας συγγραφέα που δε βρίσκεται πια στη ζωή και με την οποία είχε τύχει να γνωριστώ και να συνεργαστώ – και που η πριγκίπισσά της στάθηκε αφορμή να μάθει η μεγάλη μου κόρη να διαβάζει κάτι χειμωνιάτικα βράδια που μας άρεσε να παίζουμε με τις λέξεις παρέα με χαρτιά και πολύχρωμα μολύβια. Με τις λέξεις έχω ένα κόλλημα, κι η ανάρτηση για το ραφτάκο τους ήρθε αργά ένα σαββατιάτικο βράδυ του Νοέμβρη, ύστερα από ένα παιδικό πάρτι εν καιρώ κρίσης, όπου τα εφέ κι οι προκάτ εκπλήξεις είχαν αντικατασταθεί με πολύ κέφι, λέξεις και ήχους αγαπημένων τραγουδιών. Αν ήταν, πάλι, να στείλω γράμμα στον Αϊ-Βασίλη, θα του έστελνα αυτούσια τη χριστουγεννιάτικη ανάρτηση για ένα «τερατώδες» βιβλίο που πολύ θα ‘θελα να δω επιτέλους μεταφρασμένο στα ελληνικά. Δεν μπορώ να μη συμπεριλάβω σ’ αυτό το ιδιότυπο top 10 την ανάρτηση που αφιέρωσα σ’ ένα βιβλίο που με είχε κυριολεκτικά στοιχειώσει, με τα μάτια της πολυταξιδεμένης κούκλας του να με κυνηγούν παντού – στις διαδρομές με το αυτοκίνητο, στα πηγαινέλα στο σχολείο της κόρης μου, ακόμα και στο σούπερ μάρκετ. Ούτε και μιαν άλλη για ένα βιβλίο το οποίο πρωτοδιάβασα απνευστί μέσα σ’ ένα βιβλιοπωλείο λίγα λεπτά πριν ξεκινήσει η παρουσίασή του από τη συγγραφέα του και που οι δυο υπέροχες ηρωίδες του, η Μαραλά κι η Ροδινή, αυτοστιγμεί με συνεπήραν.

Ήταν αυτά τα βιβλία που αγάπησα περισσότερο; Τι να σας πω… Οι μαγικοί ήρωες του J. A. Rowe, ο ονειρικός βασιλιάς των Τρεβελιάν-Κόρνερ, το ελάφι του Jeffers, τα κοτόπουλα των Ζολιμπουά-Ενρίς, η αγελαδίτσα Σοφία, η Λούλα η γαλοπούλα, τα δαιμόνια Χμ, τα ποιητικά παραμύθια του Αλέξη Κυριτσόπουλου, ο Βιβλιοπόντικας, οι ιδιότυπες φιγούρες του Tassies, ο ασπρόμαυρος ζωγράφος, ο μοναδικός και μοναχικός Αγάπιος, χοντρικά περίπου όλα εκείνα για τα οποία έγραψα για κάποιο λόγο αγαπήθηκαν από αυτό το ιστολόγιο.

Πρόθεσή μου είναι σ' αυτό το πνεύμα να συνεχίσω για όσο πάει. Αν μια μέρα τελειώσει τούτο το ταξίδι, θέλω κι ελπίζω αυτό να γίνει επειδή θα 'χει δώσει τη θέση του σε κάποιο άλλο. Ποιο θα 'ναι αυτό; Τι να σας πω. Δεν μπορώ να ξέρω από τώρα με τι παράξενο όνειρο θα ξυπνήσω ένα πρωί κάποιου άλλου Ιουλίου και πού θα με πάει αυτό.
 
Και, για να μην το –και σας– κουράζω, θα ήθελα να κλείσω αυτή την αναδρομή με μια προσωπική διαπίστωση: Πριν από πολλά, πολλά χρόνια, τουτέστιν μια φορά κι έναν καιρό, η μικρή Ελένη διάβαζε μανιωδώς παιδικά βιβλία. Ύστερα από ένα διάλειμμα δεκαετιών, η μεγάλη Ελένη αποφάσισε να φτιάξει αυτό το μπλογκ για να προτείνει παιδικά βιβλία σε κάθε ενδιαφερόμενο. Αν αυτή η δεύτερη πίστεψε στο ξεκίνημα τούτης της διαδρομής ότι με κάποιον τρόπο αυτές οι αναγνώσεις θα σηματοδοτούσαν μια επιστροφή στην παιδικότητα, είναι σίγουρο ότι λάθεψε. Το μόνο που τελικά δύναται να αναβιώσει είναι η ανάμνηση του παιδιού που υπήρξαμε, έστω και ποτισμένη με μπόλικη δόση νοσταλγίας, άρα διαπαντός αλλοιωμένη από συναισθήματα που έπονται της παιδικότητας. Παιδιά, ας το πάρουμε απόφαση, δεν ξαναγινόμαστε – ωστόσο ποιος είπε ότι τα παιδικά βιβλία είναι μονάχα για παιδιά;

Δευτέρα 24 Ιουνίου 2013

Αλέξης Κυριτσόπουλος, Οι περιπέτειες της Ρόζας

Εκδόσεις Ίκαρος και Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα 2013 (για όλες τις ηλικίες)






Μέσα στο 2012 ο Αλέξης Κυριτσόπουλος μας χάρισε δύο εξαιρετικά βιβλία τα οποία, εκκινώντας από την επιθυμία του να φέρει τα παιδιά σε επαφή με το έργο σημαντικών Ελλήνων ποιητών, μας ταξίδεψαν, με μοναδικό το καθένα τρόπο, στην ποίηση πρώτα του Γιώργου Σεφέρη και κατόπιν του Νίκου Εγγονόπουλου. Στο Λίγο ακόμα, βιβλίο εμπνευσμένο από την ποίηση του Σεφέρη, βάλθηκε να περιηγηθεί, μέσα από μια εικαστική και ταυτόχρονα παιδική οπτική, τους βασικούς τόπους της σεφερικής μυθολογίας. Εξαιρετικά δύσκολη απόπειρα κατά τη γνώμη μου, μια άσκηση ισορροπίας ανάμεσα στη βαθιά ιστορική και υπαρξιακή οδύνη του έργου του Σεφέρη και στην άδολη παιδικότητα του πρωταγωνιστή του παραμυθιού. Κι όμως, ο Κυριτσόπουλος, χωρίς να πέσει στην παγίδα της ανθολόγησης, κατόρθωσε να αναδείξει μέσα από χαραμάδες φωτός τη λανθάνουσα αισιοδοξία του σεφερικού κειμένου, με τον μικρό ήρωά του ν’ ανταμώνει στο τέλος της περιπλάνησής του την πολυπόθητη γαλήνη. Στα Βεγγαλικά, πάλι, η αφήγηση απέκτησε πιο ενεργό ρόλο, σε μια απόπειρα παρουσίασης αυτή τη φορά της ποιητικής, της αντίληψης δηλαδή περί καλλιτεχνικής δημιουργίας, του Εγγονόπουλου: Ο ποιητής είναι ο συλλέκτης εικόνων, εμπειριών και υλικών, και ταυτόχρονα ο τεχνίτης, ο κατασκευαστής, ο μεταποιητής του απτού σε ομορφιά, του υλικού σε άυλο. Συνοδεύοντας τον κεντρικό ήρωά του στο ταξίδι αναζήτησης των υλικών του μέσα στον κόσμο, ο Κυριτσόπουλος επισκέπτεται ποιήματα και σταχυολογεί στιγμές από το έργο του Εγγονόπουλου που υπηρετούν την κεντρική του ιδέα. Η γραμμικότητα του Λίγο ακόμα εδώ δίνει τη θέση της σε μια πιο συνεκτική αφήγηση, λόγω και του κομβικού ρόλου των βεγγαλικών στην ιστορία – κι αυτό γίνεται ορατό ακόμα και στο επίπεδο της εικονογράφησης, όπου αναδύεται ένας συμπαγής κόσμος λαμπερής ομορφιάς.


 





















Πριν από λίγο καιρό, τα δύο πρώτα βιβλία της σειράς συμπληρώθηκαν από ένα τρίτο, τις Περιπέτειες της Ρόζας, με αφορμή αυτή τη φορά την ποίηση του Γιάννη Ρίτσου. Εδώ παρακολουθούμε τις περιπέτειες ενός μικρού κοριτσιού που βλέπει τους παιδικούς της χιονάνθρωπους να μεταμορφώνονται σε άγριους πολεμιστές, τη βαρυχειμωνιά να διαδέχεται την αναιμική καλοκαιρία, κι εκεί, μες στην καταιγίδα, την ελπίδα να ανατέλλει μέσα απ’ το πέταγμα μιας πεταλούδας. Είναι το πρώτο ίχνος της άνοιξης, κι αυτό θα κυνηγήσει επίμονα η μικρή Ρόζα -όνομα δηλωτικό ενδεχομένως και αυτής της αγωνιστικής της διάθεσης-, βρίσκοντας εντέλει καταφύγιο σ’ ένα παλιό αρχοντικό, το σπίτι μιας γηραιάς κυρίας – σε μια τέταρτη διάσταση όπου η μοναξιά και η εγκατάλειψη του γήρατος, πολιορκούμενη από τους οδυνηρούς εφιάλτες και τις αναμνήσεις μιας πρότερης, βασανισμένης ζωής, βρίσκει επιτέλους διέξοδο στο ανοιξιάτικο φως.

Στη Ρόζα ο Κυριτσόπουλος κάνει ένα βήμα παραπέρα σε σχέση με τα προηγούμενα δύο βιβλία του: Εδώ οι λέξεις μοιάζουν να δίνουν τη σκυτάλη της κατεξοχήν αφήγησης στις εικόνες. Ψιχία στίχων γίνονται η αφορμή, το έναυσμα, για ένα πολύχρωμο ταξίδι σ’ όλους τους τόπους και τις εποχές, τα αισθήματα και τις διαθέσεις της ποίησης του Ρίτσου, ποιητή πληθωρικού αλλά και άνισου, στρατευμένου αλλά και βαθιά λυρικού, εξωστρεφή αλλά και υπαρξιακά ανήσυχου. Είναι αυτή ακριβώς η πολυμορφία και αντιφατικότητα του έργου του που επιχειρεί να αποτυπώσει ο Κυριτσόπουλος. Κι αν κανείς θα πίστευε ότι η εξαντλητική ανθολόγηση θα μπορούσε να συνδράμει σε μια ολοκληρωμένη αποτύπωση της ποίησης του Ρίτσου, οι Περιπέτειες της Ρόζας τον διαψεύδουν. Οι λέξεις, χαρακτηριστικές, συμβολικές κι ωστόσο οι απολύτως απαραίτητες, στήνουν τον καμβά. Κι επάνω εκεί έρχεται να ξεδιπλωθεί ένας ολόκληρος ποιητικός κόσμος φιλοτεχνημένος από εικόνες. Γιατί εδώ η εικόνα, εύπλαστη, εύγλωττη, ενίοτε πολύσημη, δε δείχνει απλώς: είναι αυτή που αφηγείται, πλέκει ιστορίες, στήνει ανατροπές, γεννά περιπέτεια. Με αφηγηματική συνέπεια και χειμαρρώδη λυρισμό. Με καταιγιστική δράση και αμείωτη συναισθηματική ένταση. Όχι ερήμην της ποίησης, αλλά απόλυτα συντονισμένη με το πλουσιότατο ποιητικό υλικό του Μονεμβασιώτη ποιητή. Μεγεθύνοντας, πλαταίνοντας, βαθαίνοντας, προεκτείνοντάς το. Προβάλλοντάς το μέσα στο χώρο και στο χρόνο: αγώνες και ήττες, προσδοκίες και ματαιώσεις, ελπίδες και διαψεύσεις, φως και σκοτάδι, άνοιξη και χειμώνας, η μαχητικότητα της νιότης και η παραίτηση του γήρατος. Όλα εδώ, σε μια παράλληλη πορεία με την προσωπική, περιπετειώδη ζωή του ποιητή.

Αίσθησή μου διαβάζοντας τη Ρόζα ήταν ότι, βιβλίο με το βιβλίο, ο Αλέξης Κυριτσόπουλος, στη βόλτα του μες στα ποιήματα, φαίνεται να βρίσκει έναν ολοένα και πιο σταθερό, γεμάτο αυτοπεποίθηση βηματισμό. Προσεκτικός πάντα ακροατής κι ευαίσθητος παρατηρητής, αλλά δημιουργός κι ο ίδιος που, μακριά από εμμονές και αναστολές, χαράζει τα δικά του μονοπάτια, φέρνοντας μέσα από θραύσματα στίχων στην επιφάνεια χρώματα κι εικόνες που λανθάνουν μέσα τους και πλάθοντας με αυτά τις δικές του ιστορίες.

Δεν ανήκω σε κείνους που θα πουν ότι τα βιβλία του «θα μάθουν την ποίηση στα παιδιά». Η ποίηση κατά τη γνώμη μου δε μαθαίνεται, δε διδάσκεται, είναι μια απόλυτα προσωπική συνάντηση του αναγνώστη με το κείμενο. Αυτό ωστόσο που θα προσφέρουν σίγουρα τα ποιητικά παραμύθια του Κυριτσόπουλου στους μικρούς αναγνώστες τους είναι η συνειδητοποίηση των απρόσμενων συγκινήσεων που χαρίζει η περιπλάνηση μέσα στους στίχους και μια αίσθηση, μια αύρα αυτού που αντιπροσωπεύει ο κάθε ποιητής. Κι ακόμα, θα τους δώσουν την ευκαιρία να αντιληφθούν τη γόνιμη, δημιουργική σχέση που μπορούν να αναπτύξουν διαφορετικές τέχνες εμπνεόμενες και αντλώντας η μία από την άλλη. Αν και, εδώ που τα λέμε, ο Κυριτσόπουλος, όπως και ο Sendak, και ο Jeffers, και ο Tan, και όλοι οι μεγάλοι δημιουργοί, δεν απευθύνεται αποκλειστικά και μόνο στο παιδικό κοινό αλλά και σε μας τους ενήλικες, ξυπνώντας μέσα μας εκείνο τον λησμονημένο παιδικό εαυτό που ανακαλύπτει τρελαμένος από χαρά ένα μυστικό πέρασμα πίσω απ’ τα λουλούδια στο παρτέρι της αυλής, μια αναπάντεχη κρυψώνα κάτω απ’ τα δέντρα του κήπου, μια μικρή εσοχή που παρατείνει τη διαδρομή στη σκάλα του σπιτιού. Τι κι αν η κατάληξη είναι γνώριμη, τι κι αν η τοπιογραφία παραμένει απαράλλαχτη – αυτό που εντέλει μετράει είναι το απρόσμενο της διαδρομής κι η ολωσδιόλου νέα οπτική που αυτή σου χαρίζει.

Κατά τα λοιπά, τόσο ο παιδικός όσο κι ο ενήλικος εαυτός μου περιμένουν εναγωνίως το επόμενο βιβλίο της σειράς, με την ελπίδα ότι, όπως μέχρι τώρα, όλες μου οι αναγνωστικές προσδοκίες θα διαψευστούν από κάτι που για μιαν ακόμα φορά θα τις υπερβεί χαράζοντας μέσα σ’ ένα γνώριμο ποιητικό τοπίο ένα απρόσμενο και πιθανότατα μέχρι τη στιγμή της ανάγνωσης εντελώς αόρατο μονοπάτι.

Τετάρτη 19 Ιουνίου 2013

Λιάνα Δενεζάκη, Μία κόκκινη κλωστή κι ένα παρδαλό νησί!

Εκδοτικός Οίκος Α. Α. Λιβάνη, Αθήνα 2011 (από 4 ετών)

 
 



Δυο νησιά – το ένα υποταγμένο στην αρμονία της μουσικής, το άλλο παραδομένο στο παιχνίδι των χρωμάτων. Και δυο παιδιά – ο ένας ονειροπαρμένος ζωγράφος, η άλλη ρομαντική μουσικός. Μόνο που, για κακή τους τύχη, κι οι δυο γεννήθηκαν στο λάθος τόπο: στο νησί του αγοριού η πολυχρωμία είναι αιτία διωγμού και χλεύης, το ίδιο και η μουσική στο νησί του κοριτσιού. Μια μέρα τα δυο παιδιά παίρνουν των ομματιών τους και εγκαταλείπουν τον τόπο τους με πυξίδα την κόκκινη κλωστή των παραμυθιών. Θα συναντηθούν μεσοπέλαγα κι η συνάντησή τους αυτή θα γίνει η αιτία οι δυο τους κόσμοι να πλησιάσουν ο ένας τον άλλο και να μάθουν να συνυπάρχουν αρμονικά.

Μια ιστορία για το δικαίωμα στη διαφορετικότητα και στη συνύπαρξη, αλλά και για την ανεξάντλητη ομορφιά των ήχων και των εικόνων, γραμμένη και εικονογραφημένη από τη Λιάνα Δενεζάκη, η οποία δεν καταφεύγει σε σχηματικά δίπολα του τύπου «καλό-κακό», αλλά επιλέγει δυο απ’ τα πιο όμορφα συστατικά της ζωής μας, τη μουσική και το χρώμα, για να οικοδομήσει δυο συμπαγείς, απόλυτους στα πιστεύω τους και εχθρικά διακείμενους μεταξύ τους κόσμους. Δείχνοντας έτσι ότι ακόμα και τα όμορφα πράγματα, όταν ακολουθούν την οδό του απόλυτου, καταλήγουν να μεταλλαχτούν από πηγές χαράς σε κολαστήριο για οποιονδήποτε δεν μπορεί να ευθυγραμμιστεί με τη λογική τους. Οι ήρωες της ιστορίας μας ωστόσο, αν και μαύρα πρόβατα στον τόπο τους, όταν συναντηθούν κι ανακαλύψουν ο καθένας ότι το νησί του άλλου είναι ακριβώς το μέρος που αντιπροσωπεύει τις δικές του κλίσεις και τα δικά του ενδιαφέροντα, δεν καταφεύγουν στην απλοϊκή λύση της… ανταλλαγής πατρίδων. Ίσα ίσα, αυτό που ξυπνάει μέσα τους είναι η αγάπη κι η νοσταλγία για τον δικό τους τόπο, καθώς ό,τι άφησαν πίσω, όσο κι αν τους πλήγωσε και τους απόδιωξε, γίνεται πηγή έμπνευσης και δημιουργικής έκφρασης.

Η λύση στην ιστορία μας τελικά έρχεται από την κόκκινη κλωστή του παραμυθιού, η οποία φέρνει πιο κοντά τα δυο νησιά και τους κατοίκους τους. Μια κόκκινη κλωστή πάντως που δεν είναι ένας από μηχανής Θεός ο οποίος ως διά μαγείας δίνει διέξοδο στα προβλήματα των ηρώων. Είναι, ας μην ξεχνάμε, εκτός από παράγοντας της λύσης, και βασικό συστατικό της δέσης της ιστορίας, αφού πιασμένοι από αυτή φεύγουν οι δυο μικροί ήρωες από τα νησιά τους σε αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής. Έτσι, πέρα από το προφανές αυτοαναφορικό της στίγμα, αποκαλύπτει και μια μάλλον τραυματική και οδυνηρή πραγματικότητα: ότι, στον κόσμο των «απόλυτων» και «μοναδικών» αληθειών που έχουμε την ατυχία να ζούμε, συχνά μόνο η συνειδητή «απόδραση» στο παραμύθι, ή έστω η υιοθέτηση μιας εναλλακτικής, ονειρικής, παραμυθένιας οπτικής, μπορεί να μας απαλλάξει από τη σκλαβιά της μονοτονίας που αυθαίρετα επιβάλλεται στις ζωές μας. Στο παραμύθι, βλέπετε, όλα είναι εφικτά: τα εμπόδια κατανικούνται ή παραμερίζονται βολικά· η ομορφιά πάντα κερδίζει τη μάχη· και τα αντίθετα ζουν αρμονικά.

Η Λιάνα Δενεζάκη έχει την τύχη να γράφει και να ζωγραφίζει η ίδια τις ιστορίες της. Κατά κάποιον τρόπο έχει υπερβεί το διχασμό ανάμεσα στην αρμονία των λέξεων και στην πολυχρωμία των εικόνων. Έτσι, στο βιβλίο της βλέπουμε να μπλέκονται χρώματα απαλά και χρώματα έντονα, λέξεις χρωματιστές και μελωδικές ρίμες, ετερόκλητες γραμματοσειρές και κυματιστές νότες, με την κόκκινη κλωστή του παραμυθιού, πανταχού παρούσα, να τα τυλίγει όλα τρυφερά και μαγικά, φτιάχνοντας έναν όμορφο κόσμο όπου εντέλει βασιλεύουν παρέα η αρμονία των χρωμάτων κι η πολυχρωμία των ήχων.

Δευτέρα 27 Μαΐου 2013

Oliver Jeffers, Αυτό το ελάφι είναι δικό μου

Απόδοση: Φίλιππος Μανδηλαράς, Εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2013 (από 4 ετών)

 
 
 
Πριν από δέκα περίπου μήνες, σε μια από τις πρώτες μου αναρτήσεις σ’ αυτό εδώ το μπλογκ, εξέφραζα τον ενθουσιασμό μου για την έκδοση του πρώτου βιβλίου του Oliver Jeffers στα ελληνικά και διατύπωνα την ευχή ο Ίκαρος, ο εκδοτικός οίκος που τον έκανε γνωστό στην Ελλάδα τη δύσκολη εκδοτικά χρονιά του 2012, να μας χαρίσει στο μέλλον σε εξίσου φροντισμένες εκδόσεις τα άπαντα του σπουδαίου αυτού παραμυθά (εδώ). Και πριν καλά καλά καταλαγιάσει ο κουρνιαχτός από την κυκλοφορία του Ουπς, ο Ίκαρος βάλθηκε να κάνει την ευχή τη δική μου και πολλών άλλων φανατικών αναγνωστών του Jeffers πραγματικότητα εκδίδοντας το νέο βιβλίο του, με τον τίτλο Αυτό το ελάφι είναι δικό μου.

Ήρωας του βιβλίου ο Γουίλι, ο οποίος αποφασίζει να μετατρέψει σε κατοικίδιο ένα ελάφι, δίνοντάς του ένα όνομα της αρεσκείας του και διδάσκοντάς το μια σειρά από κανόνες συμπεριφοράς. Ώσπου μια μέρα κάνει την εμφάνισή της από το πουθενά μια γηραιά κυρία που περιπλέκει το ιδιοκτησιακό καθεστώς του ελαφιού! Ο Γουίλι παθαίνει σοκ, παρατάει σύξυλους ελάφι και προγενέστερη ιδιοκτήτρια και, πάνω στη φούρια του, βρίσκεται μόνος στη μέση του πουθενά, τυλιγμένος μ' ένα χιλιομπερδεμένο σκοινί, ανήμπορος να αντιδράσει. Ποιος θα τον βγάλει από τη δύσκολη θέση; Μα φυσικά το ελάφι, το οποίο, καταπώς φαίνεται, έχει εμπεδώσει τους κανόνες που του δίδαξε ο αφέντης του. Είναι όμως έτσι; Είναι η σχέση ιδιοκτησίας και υποτέλειας αυτή που καθορίζει τη συμπεριφορά του ελαφιού ή μήπως η συνειδητή επιλογή του να κάνει αυτό που του υπαγορεύει η ελεύθερη βούλησή του – η οποία τυχαίνει να εφάπτεται με κάποιους απ’ τους κανόνες του Γουίλι; Μάλλον το δεύτερο. Κάπως έτσι ο Γουίλι αποδέχεται το αυτονόητο: το δικαίωμα του άλλου να ορίζει τον εαυτό του και τις επιλογές του καταπώς του κάνει κέφι, κι ας παραμονεύουν στο δρόμο του πολλοί ακόμα πρώην «ιδιοκτήτες»...

Ένα εύστοχο σχόλιο του Oliver Jeffers πάνω στο τι μας ανήκει και τι όχι, πάνω στο δικαίωμα του άλλου να ορίζει ελεύθερα τον εαυτό του – και ταυτόχρονα μια αλληγορία γύρω από την αυθαιρεσία με την οποία ο άνθρωπος αντιμετωπίζει τη φύση και την άγρια ζωή. Μια άγρια ζωή η οποία, αν κρίνουμε από τη στάση του ελαφιού απέναντι στον ανήμπορο Γουίλι, δεν είναι απειλητική ή εχθρική, ούτε στερείται αισθημάτων αλληλεγγύης και αγάπης. Ο άνθρωπος είναι εκείνος που παρερμηνεύει, παραβλέπει, παρανοεί. Εκείνος που θέτει κανόνες ερήμην, που προσπαθεί να ορίσει και να ερμηνεύσει συμπεριφορές με βάση τα δικά του δεδομένα.

Ο Jeffers για μιαν ακόμα φορά ενορχηστρώνει λόγια, εικόνες, ακόμα και γραμματοσειρές, χωρίς να αφήνει τίποτα στην τύχη, πλάθοντας μια ιστορία που, παρά την προφανή της λιτότητα και την απουσία κάθε μορφής εκζήτησης, κατορθώνει, κινούμενη σε πολλά διαφορετικά επίπεδα, να ξαφνιάσει, να υπονομεύσει, να ανατρέψει, να σαρκάσει. Έτσι, στο επίπεδο της πλοκής, η αλλόκοτη επιθυμία του ήρωα να μετατρέψει το ελάφι σε υπάκουο, πιστό κατοικίδιο ακυρώνεται στην πορεία όχι από τη βίαιη αντίδραση του ίδιου του ζώου αλλά από την εμφάνιση περισσότερων του ενός «ιδιοκτητών». Μάλιστα, όπως αφήνει να εννοηθεί και η τελευταία σκηνή του βιβλίου, όσο αυξάνεται ο αριθμός των επίδοξων ιδιοκτητών, τόσο αποδυναμώνεται στη συνείδηση του αναγνώστη η ιδέα περί ιδιοκτησίας του ελαφιού και άλλο τόσο αυτονομείται το ίδιο. Εξάλλου, γι' άλλη μια φορά σε βιβλίο του Jeffers κείμενο και εικονογράφηση δε συμπίπτουν, αν όχι ως προς τα γεγονότα, πάντως σίγουρα ως προς τις αποχρώσεις τους. Έτσι, στο λεκτικό κομμάτι τα γεγονότα παρουσιάζονται από την οπτική του Γουίλι, με τον τρόπο που τα βλέπει και τα ερμηνεύει αυτός και μόνο. Η εικονογράφηση, από την άλλη, προβάλλει μια ελαφρώς διαφοροποιημένη και ουδέτερη πραγματικότητα, που τουλάχιστον σε επίπεδο ερμηνείας των συμβάντων ακυρώνει τον αβάσταχτο υποκειμενισμό του ήρωά μας. Μια εικονογράφηση που κι αυτή κινείται σε δυο τελείως διαφορετικά, αλληλοϋπονομευόμενα επίπεδα: στο φόντο άγρια τοπία, δανεισμένα από τους πίνακες του Alexander Dzigurski, και πάνω τους, παράταιρες, σχεδόν απρόσκλητες, οι γνωστές αφαιρετικές φιγούρες του Jeffers με τα λεπτά σαν ξυλαράκια πόδια, σε μια κραυγαλέα αντίστιξη της άγριας φύσης και των προθέσεων του μικροσκοπικού, καθωσπρέπει Γουίλι να την εξημερώσει. (Για μια ματιά στην εικονογράφηση πηγαίνετε εδώ.) Ταυτόχρονα, η χρήση, πέραν της κανονικής, και μιας «χειρόγραφης» γραμματοσειράς, η οποία χρησιμοποιείται, εκτός από τα συννεφάκια των διαλόγων, και για τη γραπτή αποτύπωση των κανόνων που βάζει ο Γουίλι στο ελάφι, καταδεικνύει την παιδιάστικη αυθαιρεσία αυτών των δεύτερων. Τέλος, δε λείπουν οι αναφορές σε παλιότερα βιβλία του συγγραφέα, αποτυπωμένες στη σειρά των εικόνων οι οποίες ξεπηδούν μες στο μυαλό του Γουίλι όταν αναζητά λύση σωτηρίας από τη δυσχερή θέση στην οποία έχει περιέλθει παγιδευμένος στο σκοινί του.

Και ετούτη τη φορά η βόλτα μας στον κόσμο του Jeffers αποδεικνύεται πολύπλευρη, απολαυστική, συναρπαστική, άκρως γοητευτική. Κι αυτό γιατί ο Ιρλανδός παραμυθάς, χωρίς να εγκαταλείπει το χαρακτηριστικό λιτό, έως ελλειπτικό, ύφος του και το ιδιαίτερο εικαστικό του στίγμα, κατορθώνει και πάλι να ξεφύγει απ’ τη μανιέρα, την επανάληψη, το αναμάσημα, το ναρκισσισμό, χαρίζοντάς μας ένα βιβλίο που θα διαβάσουμε και θα ξαναδιαβάσουμε άπειρες φορές μες στους επόμενους μήνες – και πάντως τουλάχιστον μέχρι την έκδοση του επόμενου!

Τετάρτη 22 Μαΐου 2013

Αντώνης Παπαθεοδούλου, Έχω για συμμαθητή έναν πειρατή

Εικονογράφηση: Ναταλία Καπατσούλια, Εκδόσεις Παπαδόπουλος, Αθήνα 2013 (από 6 ετών)





Μια οικογένεια καλών πειρατών –γιατί ναι, υπάρχουν και τέτοιοι, κι αν δε με πιστεύετε, σας παραπέμπω σε παλιότερο βιβλίο του συγγραφέα– ρίχνουν άγκυρα σ’ ένα λιμάνι κι αποφασίζουν να στείλουν το γιόκα τους τον Μπελαμή σχολείο. Ο μικρός, με πειρατική περιβολή κι όλες τις συναφείς συνήθειες, δε γίνεται δεκτός με τρελό ενθουσιασμό από τ’ άλλα παιδιά. Μονάχα ένας συμμαθητής του, ο αφηγητής της ιστορίας μας, κάνει την υπέρβαση και βεβαίως αποζημιώνεται. Γιατί ο Μπελαμής είναι παιδί απ’ τα λίγα: ξύπνιος, ταλαντούχος, πολύξερος, πάνω απ’ όλα καλός φίλος. Ο αφηγητής μας κάνει ό,τι περνάει απ’ το χέρι του για να βοηθήσει το πειρατόπουλο να γίνει αποδεκτό από την υπόλοιπη τάξη. Και τελικά τα καταφέρνει. Όχι μεταμορφώνοντάς το σε κάτι άλλο από αυτό που είναι, αλλά δίνοντας την ευκαιρία στους φίλους του να ανακαλύψουν πόσο συναρπαστικό μπορεί να είναι το να έχεις φίλο έναν πειρατή!


Στο πρόσωπο του πειρατή ο συγγραφέας πετυχαίνει να συμπυκνώσει ιδανικά μια σειρά από χαρακτηριστικά τα οποία στην ουσία καλύπτουν όλο το φάσμα των συναισθημάτων που γεννά το διαφορετικό: έτσι, ο Μπελαμής διαθέτει ανοίκεια εμφάνιση, που επισύρει χλεύη και κοροϊδία· κουβαλάει μια καραβιά προκαταλήψεις και φήμες περί το άτομο και την ιδιότητά του, που σκορπούν το φόβο και τον πανικό· έχει διαφορετικές συνήθειες, που γίνονται αντικείμενο αρνητικού σχολιασμού – και οι οποίες, εδώ που τα λέμε, συχνά είναι προσχηματικές δικαιολογίες για να εξακολουθήσουμε να απορρίπτουμε άκριτα και μετά βδελυγμίας ό,τι δε θυμίζει ακριβώς την εικόνα μας στον καθρέφτη. Ταυτόχρονα βέβαια το διαφορετικό, το άγνωστο, κρύβει και μια μοναδική γοητεία. Είναι ένας άλλος κόσμος, συχνά εφαπτόμενος με τα όνειρά μας, που περιμένει υπομονετικά να τον ανακαλύψουμε. Κι όταν οι προκαταλήψεις, οι αβάσιμοι φόβοι και τα αρνητικά σχόλια μπαίνουν στην άκρη, η μαγεία του καινούριου μάς συνεπαίρνει. Έτσι κι εδώ, η καθημερινότητα του μικρού πειρατή μετατρέπεται σε κανονικό πανηγύρι για τους φίλους του όταν αποφασίζουν να τη γνωρίσουν. (Αλήθεια, εσείς μπορείτε να μου βρείτε έστω κι ένα παιδί που να μην έχει ονειρευτεί τουλάχιστον μία φορά στη ζωή του να βρεθεί κουρσάρος σε πειρατικό καράβι;)


Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση επιτρέπει στο συγγραφέα να υιοθετήσει την παιδική οπτική του ήρωά του, κάνοντας εξαρχής ξεκάθαρο πως στον παιδικό κόσμο, όσο κι αν έχει αλλοιωθεί από το δηλητήριο των ενήλικων φόβων και προκαταλήψεων, τα πράγματα είναι πολύ πιο απλά και άμεσα κι οι ιστορίες καταδικασμένες να έχουν καλό τέλος. Όσο για τ’ όνομα του πειρατή, το οποίο εμένα τουλάχιστον το πρώτο πράγμα που μου έφερε στο νου ήταν το γνωστό άσμα του Μπιθικώτση, αυτό ας πούμε ότι αποτελεί ένα κλείσιμο του ματιού σ’ εμάς τους μεγάλους, με την αναφορά τόσο στο γαλλικό «Bel Ami» όσο και στον –υπαρκτό ιστορικά– γενναιόδωρο πειρατή Samuel Bellamy. Η γνωστή πειρατοεικονογράφος Ναταλία Καπατσούλια, η οποία μας έχει χαρίσει στο παρελθόν και την εξαιρετική εικονογράφηση των βιβλίων του πειρατή Περπερούα, ξαναχτυπά εδώ με εικόνες που ταιριάζουν γάντι στο ύφος του συγγραφέα, συνδυάζοντας χαριτωμένα παιδικότητα και χιουμοριστική διάθεση.


Και, για να προσγειώσουμε την ιστορία του Αντώνη Παπαθεοδούλου στην τρέχουσα πραγματικότητα, ομολογώ ότι μου φαίνεται κομματάκι δύσκολο να βρούμε εύκαιρο κάποιον πειρατή για συμμαθητή των παιδιών μας, το σίγουρο πάντως είναι ότι στα ελληνικά σχολεία θα ανακαλύψουμε πολλούς μικρούς μαθητές που, όσο κι αν δεν κουβαλάνε στα μπαγκάζια τους την αχλή κάποιου συναρπαστικού κουρσάρικου μύθου, έχουν τον τρόπο να χαρίσουν στα βλαστάρια μας τη χαρά της γνωριμίας με νέους, γοητευτικούς κόσμους.

Δευτέρα 20 Μαΐου 2013

Βαγγέλης Ηλιόπουλος, Κι οι ιστορίες μεταναστεύουν

Εικονογράφηση: Διατσέντα Παρίση, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2009 (από 6 ετών)





Η Φαουζέγια είναι ένα μικρό κορίτσι που αναγκάζεται να μεταναστεύσει μαζί με τους γονείς του από την Αλεξάνδρεια στην Αθήνα. Ερχόμενη στην Ελλάδα, χάνει όχι μονάχα τους φίλους της και τις συνήθειές της αλλά και το αγαπημένο της χελιδόνι που έχει χτίσει τη φωλιά του στην αυλή του σπιτιού της στην Αίγυπτο και με το οποίο μοιράζεται τις δικές της ιστορίες. Στην Ελλάδα όλα φαντάζουν δύσκολα για τη μικρή: οι συνθήκες διαβίωσης, οι συνήθειες, τα φαγητά, οι ανθρώπινες σχέσεις, η γλώσσα και κυρίως η γραφή. Ώσπου μια μέρα εμφανίζεται στη νέα της γειτονιά στην Αθήνα ο φίλος της το χελιδόνι. Η γλώσσα της λύνεται, οι ιστορίες της αποκτούν ζωή στο χαρτί, οι Έλληνες συμμαθητές της γίνονται κι αυτοί φίλοι με τον φτερωτό μετανάστη. Το ταξίδι του χελιδονιού πάνω απ’ τη Μεσόγειο επιτρέπει και στις ιστορίες να ταξιδέψουν απ’ τη μια άκρη της μεγάλης θάλασσας στην άλλη, φέρνοντας ανθρώπους διαφορετικής καταγωγής πιο κοντά.

Μια ανθρώπινη ιστορία, ειπωμένη με πηγαία διάθεση, χωρίς αφοριστικό πνεύμα και διδακτισμούς, από το Βαγγέλη Ηλιόπουλο. Όλα είναι εδώ: ο ξεριζωμός, η ανέχεια, οι άσχημες συνθήκες διαβίωσης των μεταναστών, η νοσταλγία, η μοναξιά, η δυσκολία του παιδιού να προσαρμοστεί στο νέο περιβάλλον, αλλά και το πείσμα για επιβίωση, οι ενθαρρυντικές, φιλικές συμπεριφορές του περιβάλλοντος -αντίβαρο στις όποιες αρνητικές στάσεις-, οι ιδιαίτεροι κώδικες επικοινωνίας των παιδιών, η λαχτάρα της μικρής να μοιραστεί καταβολές, μνήμες, συναισθήματα με τους νέους, αλλιώτικους και κάποτε καχύποπτους κι επιθετικούς φίλους. Το χελιδόνι είναι ο συνδετικός κρίκος της Φαουζέγια με την πατρίδα της, με τις αναμνήσεις της, με τον κόσμο που άφησε πίσω της. Ταυτόχρονα, όντας αποδημητικό πτηνό, έχοντας δυο τόπους κατοικίας, δυο πατρίδες, γίνεται και ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στη Φαουζέγια και στους συμμαθητές της, γκρεμίζοντας γλωσσικούς φραγμούς και πολιτιστικές διαφορές. Έχει μάθει άλλωστε να ζει και εδώ και εκεί, να δένεται με τους ανθρώπους, όπου κι αν ζουν αυτοί. Το ταξίδι του πάνω από τη Μεσόγειο δημιουργεί έτσι ένα νοερό δίκτυο όπου ιστορίες, αισθήματα και σκέψεις πάνε κι έρχονται, συναντιούνται, διασταυρώνονται, φέρνοντας τους ανθρώπους πιο κοντά.

Η εικονογράφηση της Διατσέντας Παρίση αποτυπώνει αρκετά πειστικά και ατμοσφαιρικά σκηνές από την πατρίδα της Φαουζέγια, όπως και τα αισθήματα νοσταλγίας που κυριεύουν τη μικρή και το πολιτισμικό σοκ του ερχομού της στην Ελλάδα. Και προς το τέλος της ιστορίας, εκεί που η ποιητική διάθεση του συγγραφέα δίνει τη σκυτάλη εξολοκλήρου στην εικόνα, η φαντασία της εικονογράφου γεμίζει τον ουρανό της Μεσογείου με ένα ιπτάμενο δίκτυο από γράμματα, ιστορίες και παιδιά που ταξιδεύουν απ’ τη μια άκρη της μεγάλης θάλασσας στην άλλη ευτυχισμένα κι ελεύθερα. Ακριβώς σαν το χελιδόνι-μετανάστη της μικρής Φαουζέγια!


Οι δικοί μας φτερωτοί μετανάστες, τα χελιδόνια που έφτιαξαν πριν από λίγα χρόνια
 τη φωλιά τους στο γκαράζ του σπιτιού μας αλλά μας ξέχασαν την τελευταία τριετία.

 

Παρασκευή 10 Μαΐου 2013

Ιωάννα Μπαμπέτα, Η νταντά μου

Εικονογράφηση: Φωτεινή Τίκκου, Εκδόσεις Ψυχογιός, Αθήνα 2013 (από 2 ετών)

 
 
 
 
Νταντά μου μέσα από μια απλή ιστοριούλα μιλάει στα πολύ μικρά παιδιά για ένα κομμάτι της καθημερινότητάς τους, εξοικειώνοντάς τα με τις ιδιαιτερότητές του.

Στην ιστοριούλα μας, ειπωμένη σε πρώτο πρόσωπο, μαθαίνουμε για τις πολλές ώρες απουσίας των εργασιομανών γονιών της μικρής πρωταγωνίστριας, ώρες που περνάει στο σπίτι παρέα με την αλλοδαπή νταντά της. Η μικρή γνωρίζει πως νταντά είναι μια δουλειά και πως η κοπέλα που την προσέχει ζει μεν μαζί με αυτή και τους γονείς της αλλά δεν είναι μέλος της οικογένειας και κάποια στιγμή θα φύγει από κοντά τους. Ωστόσο, παρότι φαίνεται να έχει μια ξεκάθαρη εικόνα των πραγμάτων και παρά το γεγονός ότι οι γονείς της της δείχνουν με κάθε τρόπο την αγάπη τους και φροντίζουν να περνάνε ποιοτικά τον κοινό τους χρόνο, η μικρούλα μας καταρρέει όταν ένα ωραίο πρωί η αγαπημένη της νταντά φεύγει από κοντά της. Κλαίει, χάνει το κέφι της, αδιαφορεί για τη νέα κοπέλα που αναλαμβάνει τη φροντίδα της. Ως την ημέρα που ένα γράμμα την πληροφορεί ότι η νταντά της επέστρεψε στην πατρίδα της γιατί ήρθε η ώρα να δημιουργήσει τη δική της οικογένεια.

Η Νταντά μου είναι ένα βιβλίο που μιλάει για πράγματα για τα οποία συχνά οι γονείς δυσκολεύονται ή διστάζουν να μιλήσουν στα παιδιά, για πράγματα που ενδεχομένως θεωρούν αυτονόητα ή και περιττά. Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση και η υιοθέτηση ενός παιδικού τόνου στο ύφος δίνουν στο κείμενο αμεσότητα και επιτρέπουν την εύκολη ταύτιση των μικρών αναγνωστών με την πρωταγωνίστρια, συνεπικουρούμενες από τη ζωηρή, ευχάριστη εικονογράφηση. Είναι σίγουρο ότι πολλά παιδάκια θα αναγνωρίσουν στα εξαντλητικά ωράρια των γονιών της αφηγήτριας τα ωράρια και των δικών τους γονιών. (Ελπίζω πολλά από αυτά να βρουν κάτι από τη δική τους καθημερινότητα και στο γεγονός ότι ο μπαμπάς κι η μαμά της ηρωίδας αφιερώνουν όλο τον ελεύθερο χρόνο τους στο παιδί τους – παρόλο που δεν είμαι σίγουρη ότι η πραγματικότητα είναι πάντοτε τόσο ρόδινη…) Όσο για τη συναισθηματική έκρηξη που προξενεί η φυγή της νταντάς, εδώ έχουμε να κάνουμε με μια συνειδητή συγγραφική επιλογή, που οδηγεί στην κλιμάκωση των συναισθημάτων της μικρής αλλά και επιτρέπει την αποφόρτισή της μέσα από τη γνώση που της παρέχει μόνο η λυτρωτική πληροφορία της επιστολής: η πράξη της νταντάς μπορεί να είναι αναμενόμενη, ωστόσο στο κεφάλι του μικρού κοριτσιού δικαιολογείται μόνο από την ανάγκη ενός άλλου παιδιού, του δικού της, να την έχει κοντά του και να εισπράξει την αγάπη και τη φροντίδα της. 

Και μη σας ξαφνιάζει το γεγονός ότι αμέσως μετά το παιδάκι παίρνει απ’ το χέρι τη νέα νταντά του και φεύγουν για την παιδική χαρά. Έτσι είναι τα παιδιά. Μια ειλικρινής εξήγηση είναι συχνά το μόνο που έχουν ανάγκη για να πάνε παρακάτω. Η ζωή ανοίγεται μπροστά τους κι είναι τόσο δύσκολο να αντισταθούν στο ορμητικό κάλεσμά της. Όσο για την παρακαταθήκη αγάπης που έχουν εισπράξει, αυτή ποτέ δε χάνεται, ακόμα κι αν λείψουν από κοντά τους οι άνθρωποι που απλόχερα τους τη χάρισαν.