Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2013

Geoffroy de Pennart, Η πριγκίπισσα, ο δράκος κι ο ατρόμητος ιππότης

Μετάφραση: Κατερίνα Τριανταφύλλου, Εκδόσεις Παπαδόπουλος, Αθήνα 2012

 
 


 
 
Είναι ένας από τους αγαπημένους μου. Και ο πρώτος για τον οποίο έγραψα στο μπλογκ. Ήθελα, βλέπετε, να μιλήσω για τα βιβλία του, για την αλησμόνητη εκείνη στιγμή που το μάτι μου έπεσε, μες στο παιδικό τμήμα της Πολιτείας, στον Καλόκαρδο λύκο. Θυμάμαι το ακριβές ράφι, την ακριβή ώρα της ημέρας, πάνω απ’ όλα το κύμα ενθουσιασμού που με κατέλαβε όταν ξεφύλλισα το βιβλίο. Έρωτας με την πρώτη ματιά. Κάπως έτσι ένιωσα και με το The Great Paper Caper ενάμιση χρόνο αργότερα, αλλά, τι να τα λέμε, η πρώτη αγάπη είναι αυτή που τελικά σε καθορίζει.

Περί έρωτος ο λόγος και στο βιβλίο του Geoffroy de Pennart που θα παρουσιάσω σήμερα, ένα βιβλίο που εκδόθηκε στην Ελλάδα το 2012 και που μας ταξιδεύει στα χρόνια των πριγκιπισσών, των δράκων και των ιπποτών μιλώντας μας για έναν έρωτα αγνό και ποιητικό που κατανικάει κάθε εμπόδιο. Φυσικά, όπως πάντα, ο συγγραφέας αφορμάται από το γόνιμο έδαφος της παράδοσης, την οποία βεβαίως μας σερβίρει αρκούντως πειραγμένη! Έχουμε λοιπόν και λέμε: Μια πριγκίπισσα που εργάζεται ως δασκάλα και διαθέτει κάμποση ευφυΐα, καπατσοσύνη και δυναμισμό. Ένας δράκος ελαφρώς μπουνταλάς, προστάτης και υπηρέτης της πριγκίπισσας. Κι ένας ιππότης παράτολμος μεν και γενναίος, αλλά και αφελής, επιπόλαιος και κοκορόμυαλος.

Το στόρι: Ο παράτολμος ιππότης μας, ονόματι Ιούλιος, βλέπει από μακριά το γερο-δράκο Αργύρη σκυμμένο στο παράθυρο του σχολείου όπου διδάσκει η πριγκίπισσα και παρεξηγεί τις προθέσεις του. Του ορμάει, τον χτυπάει –μάλλον ελαφρά–, κι όταν αντιλαμβάνεται το λάθος του, σπεύδει να βρει ένα θεραπευτικό βότανο για να γιατρέψει τις πληγές του τραυματία, με τις ευλογίες του γερο-δράκου, που στην πραγματικότητα διαθέτει τεράστια αποθέματα του περί ου ο λόγος φαρμάκου αλλά θέλει να ξεφορτωθεί με συνοπτικές διαδικασίες το παλικάρι. Ο τρελούτσικος ιππότης αγνοεί όλες τις συμβουλές και προειδοποιήσεις που του δίνει η πριγκίπισσα για τους κινδύνους που θα συναντήσει στο δρόμο του, κάνει του κεφαλιού του, μπλέκει σε μύριες περιπέτειες, αλλά στο τέλος επιστρέφει όχι μονάχα σώος –αν και κομματάκι τσαλακωμένος–, αλλά και αποφασισμένος να εξομολογηθεί τον έρωτά του στη νεαρά!

Τις περιπέτειες και τις κουτουράδες του Ιούλιου εμείς τις παρακολουθούμε εξ αποστάσεως, παρέα με την πριγκίπισσα και τον Αργύρη. Ταυτόχρονα ακούμε τα σχόλιά τους, που μας δίνουν την ευκαιρία να διαπιστώσουμε τη σταδιακή μεταστροφή τους. Έτσι, η πριγκίπισσα, ενώ στην αρχή αντιμετωπίζει περιφρονητικά τον αφελή ιππότη εκτοξεύοντας δηλητηριώδη σχόλια για την ευφυΐα του, σταδιακά γοητεύεται από τον παράτολμο χαρακτήρα του και από τα κατορθώματά του, συνειδητοποιώντας ταυτόχρονα την απάτη του πονηρού Αργύρη. Ο δράκος, από την άλλη, ενώ αρχικά παριστάνει το θύμα, στην πορεία αποδεικνύεται ότι είναι ο εν δυνάμει θύτης, αφού έχει άνευ λόγου στείλει τον ιππότη να αντιμετωπίσει θανάσιμους κινδύνους με στόχο να τον ξεφορτωθεί – κι εδώ έχω την αίσθηση ότι ο Pennart υπονομεύει ως ένα βαθμό τη δική του συγγραφική πρακτική στο χτίσιμο των χαρακτήρων σε παλιότερα βιβλία του, αφού το αρχικό ξάφνιασμα από το γεγονός ότι ο δράκος είναι άκακος διαδέχεται ένα δεύτερο, με την αποκάλυψη του υποχθόνιου, εκδικητικού χαρακτήρα του.

Εκεί που πραγματικά ο Pennart δίνει ρέστα είναι στην αποτύπωση των περιβόητων κινδύνων που ανταμώνει στο δρόμο του ο ήρωάς του: φαγανόσαυροι, αγριόσκυλα, βατραχαγριάνθρωποι, αραχνοδοντιασμένες, μυρμηγκανθρωποφάγοι, ό,τι παράδοξο πλάσμα βάζει ο νους είναι εκεί έτοιμο να τον κατασπαράξει. Πώς τα βγάζει πέρα ο Ιούλιος; Θα σας γελάσω. Μάλλον από κεκτημένη ιπποτική ταχύτητα, αν και ο συγγραφέας δεν μπαίνει στον κόπο να μας το αναλύσει ιδιαίτερα. Ίσως επειδή τα παραμύθια μάς έχουν τόσες και τόσες φορές εξιστορήσει αναλυτικά τα πολεμικά κατορθώματα των γενναίων ιπποτών ώστε να μην αξίζει να μας προσφέρει κι εδώ ο Pennart μια απ’ τα ίδια.

Όπως και να έχει, το Η πριγκίπισσα, ο δράκος κι ο ατρόμητος ιππότης είναι ένα βιβλίο που θέτει εν αμφιβόλω πολλές, υποτίθεται, ακλόνητες αξίες, τουλάχιστον όπως μας έχουν σερβιριστεί διαχρονικά: Το ιπποτικό ιδεώδες, για παράδειγμα, τσαλακώνεται αρκούντως, καθώς ο συγγραφέας θέτει κάποια στιγμή το δίλημμα «ήρωας ή τρελός;». Η άνευ όρων αφοσίωση του γερο-δράκου ως απόρροια γνήσιων συναισθημάτων αποδεικνύεται εντέλει ότι μάλλον εκκινεί από τη διάθεσή του για βόλεμα σε μια κατάσταση την οποία θέλει να διατηρήσει αδιατάρακτη πάση θυσία. Όσο για τον έρωτα, αυτός ναι, μπορεί τελικά να κερδίζει τη μάχη, και μάλιστα διαβαίνοντας το γνώριμο μονοπάτι του ηρωισμού και της αυταπάρνησης, ωστόσο μην ξεχνάμε ότι τουλάχιστον από τη μεριά της πριγκίπισσας δεν είναι έρωτας με την πρώτη ματιά. Άλλωστε στις μορφές των δυο ερωτευμένων έρχονται να προσωποποιηθούν απ' τη μια η παράδοση, με την εμμονή σε συγκεκριμένες αξίες και ιδεώδη, και απ' την άλλη το μοντέρνο, με την έξοδο της γυναίκας από το σπίτι, την έμφαση στις πνευματικές της ικανότητες και την ανάληψη πρωτοβουλιών από μέρους της.

Βέβαια, η αγάπη όλα τα μπορεί – ακόμα και να φέρει κοντά δυο τόσο αλλιώτικους ανθρώπους. Κι έτσι, η δικαιοσύνη, ο έρωτας και το καλό στο τέλος θριαμβεύουν όπως πάντα, αν και αυτό που δίνει τη χαρά στον αναγνώστη –μικρό ή μεγάλο– είναι το ωραίο όσο και παράδοξο ταξίδι που μας χαρίζει μια γραφή χαριτωμένα υπονομευτική και μια εκφραστική, γεμάτη κωμικά στοιχεία εικονογράφηση. Άλλωστε, μην ξεχνιόμαστε, με βιβλίο του Geoffroy de Pennart έχουμε να κάνουμε…

Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2013

Παναγιώτης Τσιρίδης, Ο Ευτύχιος Καλλέργης και η συλλογή με τους εφιάλτες

Εκδόσεις Ψυχογιός, Αθήνα 2012 (από 10 ετών)


 
 
Ένα γνώριμο αφηγηματικό τέχνασμα εφαρμόζει στο βιβλίο του ο Παναγιώτης Τσιρίδης για να μας μιλήσει για τους εφιάλτες και για τον τρόπο με τον οποίο αυτοί μπορούν να επηρεάσουν ή και να αλλάξουν εξολοκλήρου τη ζωή μας: εμφανίζει τον αφηγητή του βιβλίου του ως αποδέκτη μιας συλλογής εφιαλτών την οποία του εμπιστεύεται ο καταγραφέας τους, ένας γηραιός κύριος, κάτοικος της γειτονιάς του, ο Ευτύχιος Καλλέργης, τον οποίο μας παρουσιάζει στο εισαγωγικό του κεφάλαιο.

Ο κύριος Ευτύχιος είναι παλαιοπώλης, συλλέκτης παλιών αντικειμένων. Επειδή ο ίδιος δε βλέπει όνειρα, γίνεται και συλλέκτης των ονείρων των άλλων, και κυρίως των εφιαλτών των παιδιών της γειτονιάς. Μέσα από τη συλλογή και την ανάγνωση των ξένων εφιαλτών, ο κύριος Ευτύχιος αρχίζει κι ο ίδιος να βλέπει όνειρα. Αλλά και τα παιδιά στα οποία κάποια μέρα θα διαβάσει το αλλόκοτο αυτό κείμενο ο αφηγητής του βιβλίου θα μπορέσουν χάρη στη συλλογή του γέρου παλαιοπώλη να διηγηθούν και τα ίδια τους εφιάλτες που βασανίζουν τον ύπνο τους και να ανακουφιστούν από αυτούς.

Τι είναι όμως αυτή η Συλλογή με τους εφιάλτες; Πρόκειται για τις παιδικές αφηγήσεις δώδεκα εφιαλτών και μιας αληθινής ιστορίας η οποία μοιάζει απελπιστικά με εφιάλτη κι αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, ένα κλείσιμο του ματιού, μια ευφυή υπόμνηση από το συγγραφέα του τρόπου με τον οποίο μια δυσάρεστη πραγματικότητα μετασχηματίζεται στο κεφάλι του παιδιού σε εφιάλτη στην προσπάθειά του να την απωθήσει.

Και οι δεκατρείς αφηγήσεις, γραμμικές, απλές στη μορφή, χτισμένες από σύντομες φράσεις, όπως ταιριάζει στον παιδικό λόγο, περιγράφουν εφιάλτες που στην πλειονότητά τους έχουν ταλαιπωρήσει τα περισσότερα παιδικά μυαλά: εγκλωβισμός σε κάποια αδιέξοδη κατάσταση, μια μορφή καταδίωξης, αγωνία για τις εξετάσεις –το αγαπημένο μου!–, κάποιος κίνδυνος τον οποίο φαίνεται να αντιλαμβάνεται μόνο ο πρωταγωνιστής του ονείρου, σε αντίθεση με το περιβάλλον του, το οποίο αντιμετωπίζει το γεγονός με απάθεια κ.ο.κ.

Φυσικά, από τις αφηγήσεις έχουν απαλειφθεί στοιχεία προφορικότητας τα οποία ενδεχομένως θα κούραζαν ή θα αποδιοργάνωναν τον αναγνώστη. Επιπλέον, ο συγγραφέας συνειδητά εστιάζει στην υφολογική ομοιομορφία των παιδικών αφηγήσεων ως εργαλείο για την πειστική αποτύπωση τόσο των εφιαλτών όσο και της ατμόσφαιρας που τους περιβάλλει. 

Ο συγγραφέας επιλέγει τον ενεστώτα για το τμήμα των ιστοριών στο οποίο περιγράφεται ο εφιάλτης. Με την επιλογή αυτή, και σε συνδυασμό με τις κοφτές φράσεις του κειμένου, επιτείνεται ο αγωνιώδης ρυθμός της αφήγησης και αποτυπώνεται πειστικά η αναβίωση από την πλευρά του παιδιού τόσο του εφιάλτη όσο και των συναισθημάτων που ξαναφέρνει στην επιφάνεια η λεκτική του ανάπλαση. Ταυτόχρονα, ο αναγνώστης παρασύρεται από την αμεσότητα της -πρωτοπρόσωπης- αφήγησης, εύκολα ταυτίζεται με τον ήρωα της εκάστοτε ιστορίας, συμπάσχει μαζί του κι ανακαλεί δικές του παρόμοιες εμπειρίες από εφιάλτες.

Το ξύπνημα, πάλι, από τον εφιάλτη σηματοδοτεί και το πέρασμα από τον ενεστώτα στον αόριστο. Η χρήση παρελθοντικού χρόνου εδώ υποδηλώνει τη συναισθηματική αποστασιοποίηση του παιδιού με το πέρας της περιγραφής του εφιάλτη και την επιστροφή του στην πραγματικότητα. Σε κάθε περίπτωση δίνεται μια σύντομη περιγραφή των συνθηκών με τις οποίες βρίσκεται αντιμέτωπος ξυπνώντας ο εκάστοτε μικρός αφηγητής: των προσώπων που είναι κοντά του, των αντιδράσεών τους, αλλά και των φυσικών συνθηκών που επικρατούν στο χώρο στον οποίο κοιμήθηκε. Σε ορισμένες περιπτώσεις η αιτία του εφιάλτη εδράζεται στις φυσικές συνθήκες – υπερβολική ζέστη, παρουσία εντόμων κτλ. Σε άλλες υπονοείται μέσα από στοιχεία της συμπεριφοράς των γονιών του παιδιού τόσο απέναντι στο ίδιο όσο και του ενός προς τον άλλο. Στη δεύτερη αυτή περίπτωση η αφήγηση μας αφήνει συχνά με ένα ερωτηματικό, αφού αρνείται να απαντήσει με σαφήνεια αν ο παιδικός φόβος είναι πραγματικός ή συνέπεια κάποιου συγκυριακού γεγονότος.
 
Δε νομίζω άλλωστε ότι το αποκλειστικό ζητούμενο είναι να αποδοθούν ευθύνες ή να προσδιοριστούν με σαφήνεια τα αίτια. Ο συγγραφέας θέλει κυρίως να μας δώσει να καταλάβουμε ότι οι εφιάλτες είναι ο μηχανισμός αποφόρτισής μας από εσωτερικές εντάσεις,  ενδόμυχους φόβους και ανασφάλειες, ο τρόπος που έχει ο ανθρώπινος νους να αποδιώχνει ό,τι τον βαραίνει, έστω και μεταμφιεσμένο. Γι' αυτό και η λεκτική αναβίωση των εφιαλτών μας λειτουργεί ως ένα είδος κάθαρσης, σαν ξόρκι, που μας επιτρέπει να αναγνωρίσουμε, ενδεχομένως και να θεραπευτούμε από όσα μας βασανίζουν. 

Δεν ήταν λίγες οι φορές πάντως που διαβάζοντας τη συλλογή του κύριου Ευτύχιου διέκρινα στους εφιάλτες των παιδιών στοιχεία που λόγω αδιαφορίας, επιπολαιότητας ή ελλιπούς πληροφόρησης έχουμε αφήσει να νοθεύσουν τα παιδικά μυαλά, για παράδειγμα σκηνές από ταινίες βίας, σχηματικές, συναισθηματικά φορτισμένες εκδοχές ιστορικών γεγονότων, απουσία κοινής αντίληψης στον τρόπο διαχείρισης της παιδικής συμπεριφοράς κ.ο.κ., τα οποία γιγαντώνουν τα ερωτηματικά, οξύνουν τις εντάσεις και ενισχύουν τους παιδικούς φόβους. Και, χωρίς να διαφωνώ στο ελάχιστο με τα όσα λέει ο κύριος Ευτύχιος Καλλέργης στην επιστολή του προς τον αφηγητή στο τέλος του βιβλίου για την ιαματική, εξισορροπητική αξία των εφιαλτών στη ζωή μας, συνειδητοποιώ ότι μας βαραίνει κι εμάς τους γονείς ικανή δόση ευθύνης για παιδικά άγχη, αγωνίες κι ανασφάλειες που θα μπορούσαν να λείπουν αν στις πιο ανύποπτες στιγμές της καθημερινότητάς μας είχαμε σταθεί λίγο πιο προσεκτικοί.

Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2013

Ιωάννα Μπαμπέτα, Ο βασιλιάς λύκος

Εικόνες: Μυρτώ Δεληβοριά, σειρά "Μικρές καληνύχτες", Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2012 (από 5 ετών)

 
 

Οι λύκοι μαζεύονται να εκλέξουν βασιλιά. Στόχος να βρεθεί ο πιο κακός απ’ όλους, ο οποίος θα είναι και ο καταλληλότερος για τη θέση. Διάφοροι θρασείς τύποι ανεβαίνουν στο βήμα διεκδικώντας την αρχηγία: ο λύκος που έφαγε την Κοκκινοσκουφίτσα και τη γιαγιά της, ένας άλλος, που καταβρόχθισε διαμιάς έξι κατσικάκια, κι ένας τρίτος, αυτός που γκρέμισε τα σπίτια των δύο από τα τρία γουρουνάκια. Καθένας προβάλλει την υπέρμετρη κακία του, την αδυσώπητη λαιμαργία του, το θυμό του ή την τεχνογνωσία που διαθέτει. Με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, το εκλογικό σώμα, ανακαλώντας τα φινάλε των παραμυθιών στα οποία πρωταγωνίστησαν οι επίδοξοι αρχηγοί, όλα άκρως εξευτελιστικά για τους ίδιους, τους βγάζει εκτός κούρσας ηγεσίας. Ώσπου ένα λυκάκι προτείνει να εκλέξουν βασιλιά όχι τον πιο κακό, αλλά τον πιο καλό. Ποιος λύκος όμως είναι αυτός που διαθέτει τόση καλοσύνη;
Ο καλόκαρδος λύκος, θα μου πείτε. Όχι, αυτός είναι από άλλο παραμύθι. Όπως και τα τρία μικρά λυκάκια – κι αυτά σε άλλες σελίδες ενδημούν. Η καλοσύνη των λύκων δεν είναι πράγμα ασυνήθιστο στην παιδική λογοτεχνία τις τελευταίες δεκαετίες. Έτσι, τα στερεότυπα ανατρέπονται και η ανατροπή αυτή γίνεται το όχημα για τη γνωριμία με μια εναλλακτική εκδοχή της πραγματικότητας. Μόνο που στο Βασιλιά λύκο η ανατροπή δεν επέρχεται μέσα από τη ρήξη με τα παραδοσιακά παραμύθια. Ίσα ίσα, εδώ τα ίδια τα παραμύθια στην κλασική τους μορφή γίνονται ο δούρειος ίππος  με τον οποίο η συγγραφέας αποδεικνύει εκ των ένδον ότι οι αυτοπροβαλλόμενοι ως φοβεροί και τρομεροί λύκοι δεν είναι άλλο από ξεδοντιασμένα, ηττημένα ζωάκια. Υπογραμμίζοντας παράλληλα ότι η κακία, ο θυμός κι η μισαλλοδοξία είναι η Κερκόπορτα των λεγόμενων ισχυρών, φέρνοντας πίκρα, αντιπάθεια κι άγρια, αβάσταχτη μοναξιά. Ότι οι διηγήσεις για ηρωικά κατορθώματα του παρελθόντος συχνά δεν είναι άλλο από σκέτα παραμύθια, κι η επίδειξη ισχύος ένα εφεύρημα πανούργων πολιτικάντηδων, σκέτο προπέτασμα καπνού για να αποκοιμηθούν τα πλήθη.
Ανάλαφρο, ευχάριστο κείμενο, που δεν αποφεύγει πάντως να πει δυσάρεστες αλήθειες. Έντονη η παρουσία ομοιοκατάληκτων λέξεων, που πετυχαίνουν να δώσουν έμφαση σε ενδιαφέρουσες νοηματικές συζεύξεις (π.χ., ότι ξέρεις την αλήθεια αν διαβάζεις παραμύθια), χωρίς από την άλλη η συγγραφέας να εγκλωβίζεται στο ανηλεές κυνήγι της μορφικής ή μετρικής πειθαρχίας με το χωρισμό του κειμένου σε στίχους.
Λύκοι σε όλα τα σχέδια, μεγέθη και χρώματα από τη Μυρτώ Δεληβοριά, που μετατρέπει μια μάλλον γκρίζα προεκλογική λυκομάζωξη σε ένα πολύχρωμο σόου γεμάτο μικρόφωνα, επιτραπέζια παιχνίδια, κουκλοθέατρα και λοιπά οπτικά εφέ, όπως η εικαστική –και διόλου ρεαλιστική– ενσωμάτωση των περασμένων «κατορθωμάτων» των λύκων στον τρέχοντα χρόνο της αφήγησης.
 
Όσο για το φινάλε, μπορεί να μη μας κάνει γνωστό το όνομα του νέου βασιλιά, πάντως μας διαβεβαιώνει ότι αν γυρεύεις καλοσύνη θα τη βρεις μονάχα στην ανόθευτη παιδική ψυχή. Το αν βέβαια η συγκεκριμένη λυκοπαρέα, εκτός από καλοσύνη, βρήκε στα λυκόπουλά της και ηγετικά χαρίσματα δεν ξέρω να σας το πω. Αυτό, όπως θα ’λεγε κι η συγγραφέας, είναι άλλο παραμύθι…

Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2013

Αυτό το βιβλίο ποιος θα το μεταφράσει;

Thé Tjong-King, Waar is de taart? Uitgeverij Lannoo nv, Tielt 2004

Αγγλική μετάφραση: T. T. Khing, Where Is the Cake? Abrams Books for Young Readers, New York/London 2007

(από 3 ετών)

 
 
Ένα βιβλίο που δεν κυκλοφορεί στα ελληνικά και που η καταιγιστική, πολυεπίπεδή του πλοκή θα σας καθηλώσει. Μη σας πτοεί η απουσία ελληνικής έκδοσης. Το Waar is de taart? (αγγλιστί
Where Is the Cake?) του Thé Tjong-King δεν έχει ανάγκη από μετάφραση, καθώς είναι γραμμένο αποκλειστικά στην παγκόσμια γλώσσα των εικόνων.

 
Η ιστορία απλώνεται σε δώδεκα σαλόνια, το καθένα από τα οποία παρουσιάζει μια πανοραμική εικόνα ενός τοπίου όπου εκτυλίσσονται μια σειρά από παράλληλες αλλά όχι άσχετες μεταξύ τους ιστορίες: δυο ποντικοί κλέβουν την τούρτα ενός ζεύγους σκύλων, ένα λαγουδάκι χάνει το παιχνιδάκι του, οι πίθηκοι κλέβουν το καπέλο της γάτας, ένα γουρουνάκι βρίσκεται σε κίνδυνο. Κυνηγητά, αναζητήσεις, δράση, αναπάντεχοι κίνδυνοι. Από σαλόνι σε σαλόνι, η εικόνα μετατοπίζεται ελαφρά ακολουθώντας τη δράση, κι έτσι τα δάση εναλλάσσονται με βράχια, ποτάμια, βουνά, γκρεμούς κ.ο.κ. Οι ιστορίες μπλέκουν η μια με την άλλη, τα απρόσμενα γεγονότα στο δρόμο του ενός ήρωα επηρεάζουν αναπόφευκτα και κάποιον άλλο, σε ορισμένα σαλόνια η γραμμή δράσης της μιας ιστορίας υποχωρεί –κάποιες φορές κρυμμένη κάπου πίσω από το γεωγραφικό ανάγλυφο– και τη σκυτάλη παίρνει μία άλλη.

 
Στην πραγματικότητα, τα δώδεκα σαλόνια στα οποία ξεδιπλώνεται οπτικά η ιστορία είναι δώδεκα στιγμιότυπα. Και είναι αλήθεια ότι όλες αυτές οι παράλληλες γραμμές δράσης δε θα γινόταν να παρουσιαστούν διαφορετικά. Παρ’ όλη την κινηματογραφική ταχύτητα των γεγονότων που διαδραματίζονται μπροστά στα μάτια μας, δεν μπορώ να φανταστώ κινηματογραφική κάμερα που θα κατόρθωνε να τα αιχμαλωτίσει όλα μαζί σε ένα –κινούμενο– πλάνο. Όπως και δεν μπορώ να φανταστώ κάποια μορφή αφήγησης που θα πετύχαινε να κλείσει μέσα της ικανοποιητικά, ή έστω ανεκτά, τόσες ταυτόχρονες γραμμές δράσης. Η εικόνα, αποτυπώνοντας τη στιγμή, παγώνοντάς τη στο χρόνο, σου δίνει τη δυνατότητα να τη χαζέψεις όσο θέλεις, να ανακαλύψεις κρυμμένα μυστικά στη σελίδα, να αναρωτηθείς πού χάθηκε μια λεπτομέρεια από το προηγούμενο σαλόνι και να αιφνιδιαστείς ευχάριστα από κάποια εξέλιξη για την οποία δεν είχες προϊδεαστεί νωρίτερα. Δεν είναι λίγες οι φορές που μπαίνεις στον πειρασμό να γυρίσεις πίσω, να αναζητήσεις κάτι που σου είχε διαφύγει, μια χαμένη κλωστή ή έναν αδιόρατο υπαινιγμό που αποτελεί το συνεκτικό κρίκο δυο συνεχόμενων σαλονιών – και σας βεβαιώνω ότι, όσες φορές κι αν ξεφυλλίσετε το βιβλίο, πάντα θα ανακαλύψετε κάτι που σας έχει ξεγλιστρήσει!
Οι δυνατότητες αξιοποίησης του συγκεκριμένου βιβλίου από ένα παιδί είναι απεριόριστες, αφού κάθε φορά μπορεί να εστιάσει σε διαφορετική ιστορία, να αναδιατάξει τη σειρά παρουσίασης των γεγονότων, να επικεντρωθεί σε μια διαφορετική λεπτομέρεια. Κι όσο για τον ενήλικα, διαπιστώνει ότι το καθάριο παιδικό μυαλό, αλώβητο από κανονιστικές αντιλήψεις, αφηγηματικές συνήθειες, αναγνωστικές προκαταλήψεις και τα ρέστα, είναι πολύ πιο ευέλικτο, δημιουργικό, παρατηρητικό και δεκτικό από το περιχαρακωμένο δικό του.
Το Where Is the Cake? μέχρι το φινάλε του επιβεβαιώνει αυτό που εξαρχής σού δίνει να καταλάβεις: ότι είναι ένα βιβλίο που δεν αφήνει στιγμή ήσυχο το βλέμμα. Θα το καταλάβετε άλλωστε όταν εκεί προς το τέλος το ίδιο το τοπίο, το σκηνικό στο οποίο εκτυλίσσεται η δράση, αποδειχτεί κι αυτό ζωντανό κομμάτι της.
Τα υπόλοιπα εντός του βιβλίου!    
Στα αγγλικά κυκλοφορεί και το βιβλίο Where Is the Cake Now?, επίσης από τις εκδόσεις Abrams.
 
 
Για έναν πλήρη κατάλογο των βιβλίων του T. T. Khing που κυκλοφορούν στα ολλανδικά, δείτε εδώ.
 
 
 

Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2013

Αλεξάνδρα Μητσιάλη, Η κούκλα που ταξίδευε στον κόσμο

Εικονογράφηση: Κατερίνα Χαδουλού, Εκδόσεις Παπαδόπουλος, Αθήνα 2012 (από 6 ετών)



Το τελευταίο βιβλίο της Αλεξάνδρας Μητσιάλη, Η κούκλα που ταξίδευε στον κόσμο, καταπιάνεται με ζητήματα που έχουν απασχολήσει τη συγγραφέα και σε παλιότερά της βιβλία: Η παιδική εργασία, οι δυσκολίες του παιδιού μετανάστη, η οικονομική δυσπραγία έρχονται στο προσκήνιο μέσα από το ταξίδι μιας κούκλας από χώρα σε χώρα, από χέρι σε χέρι, από παιδί σε παιδί.

Η αφήγηση ξεκινάει από μια χώρα της Ασίας, μέσα σ’ ένα εργοστάσιο όπου ένα μικρό κορίτσι, η Ναϊρί, δουλεύει αδιάκοπα ντύνοντας κούκλες που δεν προορίζονται για την ίδια αλλά για κάποια άλλα, πιο τυχερά παιδιά, που ζουν σε άλλες, μακρινές χώρες. Κάπου ανάμεσα στην κούραση απ’ τη δουλειά και στις τάσεις φυγής που της ξυπνά ο ήχος της τροπικής βροχής, η Ναϊρί ξεχωρίζει μια κούκλα με βλέμμα αλλιώτικο απ’ των άλλων, που θα τη συντροφέψει δίνοντάς της μια στάλα παρηγοριάς ως το τέλος της βάρδιας της.

Σε μιαν άλλη χώρα, καιρό αργότερα, μια μικρή Ρωσίδα μετανάστρια, η Όλια, ανακαλύπτει την ίδια εκείνη κούκλα με το απροσδιόριστο χρώμα στο βλέμμα στις σακούλες με τα εμπορεύματα που φέρνουν στο σπίτι οι πλανόδιοι πωλητές γονείς της. Ο χρόνος που θα προλάβει να περάσει η Όλια με την κούκλα θα είναι λίγο περισσότερος από κείνον που είχε στη διάθεσή της η Ναϊρί, ωστόσο θα ‘χει κι αυτός ημερομηνία λήξης.

Από τα χέρια της μικρής Όλιας θα πάρει την κούκλα ο μπαμπάς της Σόφης για να την κάνει δώρο στην κόρη του για τα γενέθλιά της. Μη φανταστείτε ότι η οικογένεια της Σόφης είναι τίποτα βαθύπλουτοι. Μεροκαματιάρης ο μπαμπάς, και το δώρο των γενεθλίων το μοναδικό που παίρνει η μικρή μες στη χρονιά. Και μάλιστα δώρο από πλανόδιο μικροπωλητή, όχι από κάποιο μεγάλο, φανταχτερό παιχνιδάδικο. Βέβαια, η Σόφη, σε αντίθεση με τα δυο άλλα κοριτσάκια, δε χρειάζεται να δουλέψει, ούτε να ξενιτευτεί. Έχει τα χρειώδη, αυτά που για τη Ναϊρί φαντάζουν άπιαστα, για την Όλια μακρινά.

Με το ταξίδι της από ιδιοκτήτρια σε ιδιοκτήτρια, η πρωταγωνίστρια, η κούκλα με το απροσδιόριστο χρώμα στα μάτια, γίνεται η συνδετική γραμμή ανάμεσα στις ιστορίες και στις ζωές τριών παιδιών που, παρά τη διαφορετική καταγωγή τους και τις διαφορετικές συνθήκες διαβίωσής τους, αισθάνονται την ίδια ανάγκη για συντροφιά, για παιχνίδι και για παρηγοριά. Το καθένα μάλιστα θα δώσει κι ένα δικό του όνομα στην κούκλα, ανάλογο σε μέγεθος με το χρόνο που προλαβαίνει να την κρατήσει κοντά του: μονοσύλλαβο η Ναϊρί, δισύλλαβο η Όλια, τρισύλλαβο η Σόφη. Το Λι της πρώτης γίνεται Λιλί της δεύτερης και Λιλίκα της τρίτης. Η καθεμιά τους προσθέτει κι ένα λιθαράκι, μια συλλαβή στο όνομα της κούκλας, λες και αυτό είναι προορισμένο να αποτελέσει το άθροισμα της αγάπης και της ευγνωμοσύνης και των τριών τους. Με τον ίδιο τρόπο τα μάτια της κούκλας θα προλάβουν να αιχμαλωτίσουν και να αθροίσουν μέσα τους κάθε διαφορετικό παιδικό βλέμμα, κάθε προσδοκία, ελπίδα ή θλίψη που καθρεφτίζεται σε αυτό. Και ίσως γι’ αυτό το λόγο να είναι κι απροσδιόριστο το χρώμα τους, γιατί συμπυκνώνουν πολλά διαφορετικά χρώματα ματιών, πολλά διαφορετικά βλέμματα παιδιών, πολλές διαφορετικές υφές συναισθημάτων. Και θα είναι αυτές οι πολλές διαφορετικές εκδοχές παιδικής τρυφερότητας και αγάπης που σταδιακά θα μεταλλάξουν την κούκλα σε σχεδόν ανθρώπινο πλάσμα, καθώς το κάθε κοριτσάκι αφήνει μαζί με το φιλί του αποχαιρετισμού πάνω στο πλαστικό δέρμα της κι ένα αποτύπωμα του ίδιου του του εαυτού.

Η συγγραφέας αφηγείται την ιστορία της χωρίς να ενδίδει σε υπεραπλουστεύσεις, πιστή σε μια γλώσσα που κατορθώνει να βρει ισορροπία ανάμεσα στην αφηγηματική λιτότητα και στην ποιητική εικονοποιία. Με τον ίδιο τρόπο που και η εικονογράφηση της Κατερίνας Χαδουλού, επικεντρώνοντας στα πρόσωπα και κυρίως στα μάτια των τριών κοριτσιών και της κούκλας, ισορροπεί ανάμεσα στην αποτύπωση της σκληρής πραγματικότητας των ηρωίδων και στις ονειρικές, νοσταλγικές αποδράσεις τους, ανάμεσα στο αναπότρεπτο της καθημερινότητάς τους και στην άδολη παιδικότητά τους.

Η Κούκλα που ταξίδευε στον κόσμο δεν είναι ένα βιβλίο περαστικό. Έρχεται για να μείνει, να χαραχτεί στο μυαλό σου. Μπορεί η διαδρομή της από αγκαλιά σ’ αγκαλιά αναπόφευκτα να ταυτίζεται με τα χαμένα όνειρα, με τη θλίψη της κάθε μικρής ή μεγάλης απώλειας, ωστόσο η σταδιακή μετάλλαξή της από απλό παιχνίδι σε αποδέκτη των ίδιων παιδικών συναισθημάτων και ελπίδων εδραιώνει μέσα σου την πεποίθηση ότι τα παιδιά σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης είναι κι αυτά ίδια κι απαράλλαχτα. Κι ας φαντάζει συχνά το απλό κι αυτονόητο των συναισθημάτων τους τόσο δύσκολο και θαυμαστό να αποκρυπτογραφηθεί όσο και το να στήσεις μια όμορφη παιδική ιστορία σαν αυτήν εδώ.
[Ενόσω έγραφα αυτό το κείμενο έτυχε να δω στο μπλογκ Φιλαναγνωσία μια ανάρτηση με πανέμορφες παιδικές ζωγραφιές εμπνευσμένες από την Κούκλα που ταξίδευε στον κόσμο. Αξίζει να ρίξετε μια ματιά εδώ για να τις χαρείτε κι εσείς.]

Κυριακή 20 Ιανουαρίου 2013

Κριστιάν Ζολιμπουά / Κριστιάν Ενρίς, Ζωή & κότα

  • Η κοτούλα που ήθελε να δει τη θάλασσα

  • Το διαστημικό κοτέτσι

  • Ένας αδερφούλης και για μένα!


Μετάφραση: Φίλιππος Μανδηλαράς, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2012 (από 4 ετών)


Ποιοι δράκοι, ποια τέρατα, ποιοι λύκοι, ποιες αλεπούδες, ποια γουρουνάκια… Όλα αυτά ανήκουν στο παρελθόν. Οι νέοι ήρωες των παιδιών είναι τα κοτόπουλα. Όχι όποια κι όποια κοτόπουλα βέβαια, αλλά ο απίθανος Καρμελίτο και το σόι του, η φοβερή και τρομερή κοτοοικογένεια διά χειρός Κριστιάν Ζολιμπουά και Κριστιάν Ενρίς, που έκανε πρόσφατα την εμφάνισή της στα ελληνικά βιβλιοπωλεία μέσα από τρία βιβλιαράκια μικρού σχήματος, που ιστορούν με κέφι, ανατρεπτικό χιούμορ και πνευματώδη διάθεση τα κατορθώματα των υπέροχων αυτών πουλερικών.

Στο πρώτο βιβλίο της σειράς, Η κοτούλα που ήθελε να δει τη θάλασσα, γνωρίζουμε την Καρμέλα, μια κοτούλα με ανήσυχο πνεύμα και ροπή στην περιπέτεια, η οποία λαχταράει να δει τη θάλασσα. Κι επειδή ο αυστηρός μπαμπάς της ούτε ν’ ακούσει δε θέλει για θάλασσες και ταξίδια, ένα βράδυ η Καρμέλα το σκάει και ξεκινάει για τη μεγάλη περιπέτεια… Τη θάλασσα κάποια στιγμή τη βρίσκει, ωστόσο παρασύρεται απ’ τα κύματα, για να διασωθεί τελικά ύστερα από μέρες περιπλάνησης από το πλήρωμα του… Χριστόφορου Κολόμβου! Και ναι, καλά το καταλάβατε, η Καρμέλα θα είναι ανάμεσα σε κείνους που θ' ανακαλύψουν την Αμερική! Εκεί θα γνωρίσει έναν κόσμο αλλιώτικο όσο και θαυμαστό, θα συναντήσει τον έρωτα της ζωής της και μια μέρα… Αλλά καλύτερα να μη σας τα πω όλα. Θα σας καταστρέψω τη χαρά της ανάγνωσης και δεν το θέλω.

Στο δεύτερο βιβλίο, Το διαστημικό κοτέτσι, ο γιος της Καρμέλας, το ροζ κοκοράκι Καρμελίτο, το οποίο μάλλον έχει κληρονομήσει τις ανησυχίες της μαμάς αλλά σε πιο προχωρημένη έκδοση, θέλει να ταξιδέψει στο διάστημα. Κι επειδή έχει καταντήσει ο περίγελως του αγροκτήματος, σπεύδει να συμβουλευτεί ένα γεράκο που μένει εκεί τριγύρω και μελετάει τ’ αστέρια, τον κύριο Γαλιλαίο, αν έχετε ακουστά… Βέβαια, τα χρόνια εκείνα τα διαστημικά ταξίδια δεν είχαν ακόμα μπει στη ζωή ανθρώπων και κοτόπουλων, ωστόσο τα όνειρα διαχρονικά έχουν τη συνήθεια να πραγματοποιούνται με τον πιο παράδοξο τρόπο. Αυτό θα συμβεί και στην περίπτωση του Καρμελίτο, όταν ένα διαστημικό λεωφορείο με επιβάτες μια τάξη από εξωγήινα κοτοπουλάκια σε εκπαιδευτική εκδρομή θα προσγειωθεί μπροστά στα έκπληκτα μάτια του!

Οι περιπέτειες του Καρμελίτο συνεχίζονται στο τρίτο βιβλίο, Ένας αδερφούλης και για μένα!, όταν η σφοδρή επιθυμία του να αποκτήσει αδερφούλη προσκρούει στην καθημερινή συνήθεια της επιστάτισσας να παίρνει απ’ το κοτέτσι όλα τα αυγά της Καρμέλας, χωρίς να της αφήνει ούτε ένα να κλωσήσει. Φυσικά, θα βρεθεί λύση και το αυγό της μαμάς θα καταλήξει σε… παρένθετη κλώσα. Όλα κυλούν ομαλά, μέχρι τη στιγμή που το αυγό πέφτει θύμα απαγωγής κι ο Καρμελίτο με τον κολλητό του φίλο Κρι Άρη εξαπολύουν ένα άγριο κυνηγητό αναζητώντας τους απαγωγείς. Κι όταν, πάνω στο κυνήγι, θα σκάσει μύτη ο νεοσσός μέσα απ’ το αυγό, μια σειρά από εκπλήξεις περιμένουν τον Καρμελίτο, καθώς το νεογέννητο ούτε αδερφούλης είναι, ούτε ανάγκη από την καθοδήγηση του μεγάλου αδερφού έχει και μάλλον έχει υιοθετήσει αρκετές από τις συνήθειες της παρένθετης κλώσας…

Χιούμορ, δράση, ταξιδιάρικη διάθεση, απρόβλεπτα συναπαντήματα με ιστορικές προσωπικότητες αλλά και με ήρωες παραμυθιών, διακειμενικές πινελιές, λογοπαίγνια, αυτοσαρκαστική αλλά και υπονομευτική διάθεση και μια πλειάδα από ολοζώντανους χαρακτήρες, όπως ο πολυταξιδεμένος Πέδρο ο κορμοράνος ή ο κολλητός φίλος του Καρμελίτο, ο φοβητσιάρης Κρι Άρης, είναι τα υλικά με τα οποία ο Κριστιάν Ζολιμπουά φτιάχνει τρεις ελκυστικές ιστοριούλες στις οποίες δεν μπορούν να αντισταθούν ούτε μικροί ούτε μεγάλοι. Η πολύχρωμη εικονογράφηση του Κριστιάν Ενρίς, με καρτουνίστικη, χιουμοριστική διάθεση, όχι μόνο δίνει μορφή και έκφραση στους χαριτωμένους ήρωες του συγγραφέα αλλά συχνά παίρνει τη σκυτάλη της δράσης από την αφήγηση, με ξεκαρδιστικά αποτελέσματα.

Μια χαριτωμένη σειρά βιβλίων που –αν κρίνω από τις αντιδράσεις που κατέγραψα στο δικό μας σπίτι– θα ενθουσιάσει μικρούς αλλά και μεγάλους. Ίσως μάλιστα αυτούς τους δεύτερους περισσότερο απ' τους πρώτους!  

Δείτε όλα τα βιβλία της σειράς που κυκλοφορούν στα γαλλικά εδώ

Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2013

Βασίλης Κουτσιαρής - Γιάννης Διακομανώλης, Ένας απρόσμενος φίλος


 


Εικονογράφηση: Ζωή Λούρα, Κόκκινη κλωστή δεμένη, Πάτρα 2012

 
Υποψιάζομαι ότι το υποχόνδριο βιβλίο της Βασιλικής Κάργα, τώρα που ανακάλυψε την ομορφιά του έξω κόσμου και τη χαρά του να το διαβάζουν, δεν πρόκειται να ξαναμαζευτεί σε βιβλιοθήκη. Και μακάρι να μπορούσα να πω το ίδιο και για ένα άλλο βιβλίο, πολλά χιλιόμετρα μακριά, που, αν και ποθεί να διαβαστεί, δε φαίνεται να έχει ιδιαίτερη τύχη. Αν ήταν κάτοικος Βιβλιοποντικοθήκης φυσικά, θα τύχαινε της ιδιαίτερης φροντίδας που δείχνουν ο Βιβλιοπόντικας κι η παρέα του στα παραπονεμένα βιβλία, αλλά, φευ, η βιβλιοθήκη όπου βρίσκεται δεν παρέχει τέτοιες υπηρεσίες.

Κι έτσι, το βιβλίο των Βασίλη Κουτσιαρή και Γιάννη Διακομανώλη μένει ξεχασμένο στο ράφι του ως την ημέρα που εμφανίζεται ένας απρόσμενος επισκέπτης. Είναι ο μικρός Φώτης, που, γεμάτος ενθουσιασμό, μπαίνει στη βιβλιοθήκη κι αρχίζει να ψάχνει σχολαστικά, ώσπου βρίσκει αυτό που θέλει: το παραπονεμένο βιβλίο μας! Αναγνώστης και βιβλίο, με το που συναντιούνται, μοιράζονται μια τεράστια συγκίνηση. Ο Φώτης παίρνει το βιβλίο στα χέρια του, κάθεται σ’ ένα τραπέζι της βιβλιοθήκης, διαβάζει μεγαλόφωνα την ιστορία, χαϊδεύει τις εικόνες, αγγίζει το βιβλίο με τρυφερότητα, το προσέχει. Κι έτσι, το βιβλίο μας, αν και ανήμπορο να δει το ίδιο τον αναγνώστη του –αφού, σύμφωνα με τους συγγραφείς, όλα τα βιβλία είναι τυφλά–, εισπράττει στο ακέραιο την αγάπη του παιδιού. Με τον καιρό, το δέσιμο των δυο τους μεγαλώνει, ώσπου μια μέρα ο Φώτης εξαφανίζεται. Κι όταν, καιρό αργότερα, ξαναεπισκέπτεται τη βιβλιοθήκη και παίρνει στα χέρια του το αγαπημένο του βιβλίο, δεν μπορεί πια να το διαβάσει: έχει χάσει την όρασή του! Συντετριμμένο από την ανημπόρια του να δει γράμματα και εικόνες, το παιδί αρχίζει να κλαίει. Και είναι τόσο πολλά τα δάκρυά του, ώστε, θαρρείς, ποτίζουν τα γράμματα, τα κάνουν να μεγαλώσουν, να βγουν στην επιφάνεια, να γίνουν ανάγλυφα για να μπορέσει να τα διαβάσει…

Να σημειώσω ότι το θαύμα που συντελείται εδώ δεν είναι εξ ουρανού, ούτε αποτέλεσμα της μαγικής παρέμβασης κάποιας καλόβολης νεράιδας. Είναι το θαύμα της θέλησης, της σφοδρής επιθυμίας για κάτι αγαπημένο, απόρροια της αμοιβαίας στοργής βιβλίου κι αναγνώστη, μιας σχέσης μοναδικής, που δε χωράει κανενός είδους μεσάζοντες και δεν καταλαβαίνει από ημίμετρα. Αλλά και της ιδιαίτερης ευαισθησίας του βιβλίου στο ζήτημα της τυφλότητας, αφού και το ίδιο δεν μπορεί να δει. Κατανοώντας το πρόβλημα του παιδιού, συμπάσχοντας στην κυριολεξία μαζί του, γίνεται αρωγός του, υπερβαίνοντας και το ίδιο τον εαυτό του.
Κι αυτή ακριβώς η υπέρβαση ή θαύμα, όπως θέλετε πείτε το, οπτικοποιείται εξαιρετικά από την εικονογράφο σε δυο μαγικά σαλόνια με ιπτάμενα γράμματα, εικόνες που σαλεύουν, ένα ολόκληρο βιβλίο που ανθίζει ποτισμένο από τα δάκρυα του μικρού παιδιού!
 
Το Ένας απρόσμενος φίλος είναι μια ιστορία που με ευαίσθητο τρόπο αναδεικνύει τις ιδιαίτερες δυσκολίες που αντιμετωπίζουν παιδιά με προβλήματα υγείας και ειδικές ανάγκες, υπογραμμίζοντας τη σημασία της αλληλεγγύης προς αυτά. Μια ιστορία για τη δύναμη της φιλίας που ανθίζει μέσα στις πιο αντίξοες συνθήκες, αλλά για το μοναδικό όσο και παράδοξο δέσιμο βιβλίου-αναγνώστη – ένας ύμνος στη φιλαναγνωσία.

Στο τέλος του βιβλίου, ο ένας απ’ τους δυο φίλους βρίσκει το φως του. Ο άλλος δεν τα καταφέρνει, βρίσκει όμως αγάπη, φροντίδα, τη χαρά της ζωής. Όλα αυτά που, κατά τους συγγραφείς, δίνουν λόγο ύπαρξης στη ζωή μας. Κι η μαγική πινελιά της εικονογράφου στο προτελευταίο σαλόνι μάς πείθει απόλυτα γι’ αυτό.

Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2013

Βασιλική Κάργα, Το βιβλίο που δεν ήθελε να διαβαστεί

Εικονογράφηση Νίκος Κουμαριάς, Επόμενος Σταθμός, Θεσσαλονίκη 2008 (από 5 ετών)

 

Βιβλιόφιλοι, βιβλιόφοβοι, απ’ όλα έχει ο μπαξές. Τα βιβλία, αλήθεια, τα ρωτήσαμε αν τους κάνει κέφι να τα διαβάσουμε; Γιατί, αν πιστεύετε ότι δεν έχουν κι αυτά άποψη, είστε μακριά νυχτωμένοι. Η Βασιλική Κάργα, για παράδειγμα, ανακάλυψε ένα που δε θέλει με τίποτα να διαβαστεί! Υποχόνδριο, καχύποπτο, ακατάδεχτο, κάνει ό,τι περνάει απ’ το χέρι του για ν’ αποφύγει βλέμματα, αγγίγματα, επαφές εν γένει με τους αναγνώστες της βιβλιοθήκης στην οποία βρίσκεται. Κι όχι μονάχα αυτό, αλλά η απομόνωση το έχει κάνει να αγνοεί ακόμα και την ίδια του τη φύση, τον τίτλο του, το περιεχόμενό του. Για κάμποσο καιρό τα κόλπα του πιάνουν και γλιτώνει ολωσδιόλου τις δοσοληψίες με αναγνώστες. Ακόμα και τη μέρα που εμφανίζεται στη βιβλιοθήκη ένα αγόρι το οποίο θέλει να το δανειστεί, εκείνο αντιστέκεται με κάθε τρόπο. Εντέλει, τσακισμένο, αποδέχεται την ήττα του. Είναι όμως ήττα αυτό που βιώνει όταν, ύστερα από μια μαγική βόλτα με το αυτοκίνητο, ξαφνικά βρίσκεται σ’ έναν ολάνθιστο κήπο; Μπα, τελικά ο κόσμος που τόσον καιρό απαρνιόταν αποδεικνύεται πιο όμορφος από το σκοτεινό, σκονισμένο ράφι του. Όπως και το γεγονός ότι επιτέλους μαθαίνει τι σόι βιβλίο είναι: ένα βιβλίο μουσικής, που σκορπάει πανέμορφες, μελωδικές νότες τριγύρω του.
 
Με την αλληγορική αυτή ιστορία η συγγραφέας μάς μιλάει για την απομόνωση ως επιλογή ανθρώπων που φοβούνται ότι αν ανοιχτούν στον κόσμο θα πληγωθούν. Προτιμούν λοιπόν να παραμένουν ερμητικά κλειστοί, απρόσιτοι στο βλέμμα των άλλων, αλλά και μόνοι, δυστυχείς, στερημένοι από τη χαρά που προσφέρει η επαφή με τον κόσμο, κι επιπλέον καταδικασμένοι να αγνοούν ακόμα και πτυχές του ίδιου του εαυτού τους. Η αυτογνωσία, μας λέει η Βασιλική Κάργα, περνάει μέσα από την επαφή με τους άλλους, η οποία μας επιτρέπει να διατυπώσουμε απόψεις, να αναδείξουμε ταλέντα, να εκφραστούμε δημιουργικά. Η απομόνωση το μόνο που καταφέρνει είναι να φυλακίσει μέσα μας ό,τι καλό κουβαλάμε, κρυμμένο όχι μονάχα από τους άλλους αλλά κι από εμάς τους ίδιους.
 
Η πλοκή χτίζεται έξυπνα γύρω από το αρχικό εύρημα της συγγραφέα, καθώς η ολοκληρωτική άρνηση του βιβλίου να διαβαστεί ξυπνά το ενδιαφέρον του αναγνώστη, που θέλει να μάθει ποιο φοβερό και τρομερό μυστικό κρύβει μέσα του ο εν λόγω τόμος. Ένα ενδιαφέρον που ενισχύεται από το γεγονός ότι και το ίδιο το βιβλίο αγνοεί το περιεχόμενό του. Κι αν το αρχικό μυστήριο γύρω από τη φύση του βιβλίου μπαίνει προσώρας στην άκρη καθώς παρακολουθούμε γεμάτοι αγωνία για το μέλλον του το ταξίδι του με το αυτοκίνητο και την άφιξή του στον όμορφο κήπο, η αποκάλυψη της ταυτότητάς του μπορεί να μην έχει καμία απολύτως σχέση με κανένα φοβερό και τρομερό μυστικό, σίγουρα πάντως μας αποζημιώνει στο ακέραιο, πλημμυρίζοντάς μας με αισθήματα έκπληξης αλλά και ενθουσιασμού. Η συγγραφέας στις τελευταίες σελίδες αποτυπώνει με ποιητική διάθεση τη σταδιακή απελευθέρωση του βιβλίου από τους φόβους του, συνεπικουρούμενη από την εικονογράφηση, η οποία μας μεταφέρει σ’ έναν κήπο γεμάτο με κάθε λογής φυτά και λουλούδια, όπου πετάνε πεταλούδες και κυματίζουν νότες.

Η ιστορία της Βασιλικής Κάργα δεν είναι αυτό που λέμε "βιβλιοφιλική": αφορμάται από τα βιβλία για να μιλήσει για τους ανθρώπους και τις ανασφάλειές τους, αποκαλύπτοντάς μας ότι ο καθένας κρύβει μέσα του έναν εαυτό που αν αναγνωστεί σωστά έχει πολλά να προσφέρει τόσο στους γύρω του όσο και σ’ αυτόν τον ίδιο.
 
Όσο για σας, μπορείτε, παρ’ όλη τη σθεναρή αντίσταση που σίγουρα θα καταβάλει στην προσπάθειά του να σας αποτρέψει, να διαβάσετε και να ακούσετε το Βιβλίο που δεν ήθελε να διαβαστεί εδώ.

Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2013

Το πολύ το Κύριε ελέησον...


  • Σουζάννα Ταμάρο, Χαρτοφοβία, εικονογράφηση Τζοβάννι Μάννα, μετάφραση Σώτη Τριανταφύλλου, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2003 (από 5 ετών)

  • Μπερνάρ Κλαβέλ, Το χάρτινο κάστρο, εικονογράφηση Γιαν Νασιμπέν, μετάφραση Έφη Κορομηλά, Εκδόσεις Κάστωρ, Αθήνα 2005 (από 7 ετών)

 
 
Καλά τα βιβλία, αλλά μήπως ο τρόπος που προσπαθούμε να τα επιβάλουμε στα παιδιά μας είναι κάπως μονοκόμματος και οδηγεί στα αντίθετα αποτελέσματα από τα επιθυμητά; Κάτι τέτοιο θέλει να μας πει το βιβλίο της Σουζάννα Ταμάρο Χαρτοφοβία, με τους ανεκδιήγητους γονείς του μικρού Λεοπόλδου, οι οποίοι έχουν αποφασίσει ότι το μοναδικό σημαντικό πράγμα στη ζωή του γιου τους πρέπει να είναι τα βιβλία. Δεν τους απασχολεί αν ο μικρός λαχταράει να τρέξει έξω, ούτε η προσμονή με την οποία περιμένει να του δωρίσουν ένα ζευγάρι αθλητικά παπούτσια. Πάνω απ’ όλα, δεν μπαίνουν στη διαδικασία να αναρωτηθούν γιατί το παιδί τους αντιπαθεί τα βιβλία, γιατί και μόνο στη θέα μιας σελίδας το πιάνει ζαλάδα. Όταν επιτέλους αντιλαμβάνονται ότι ο Λεοπόλδος απεχθάνεται το διάβασμα, τον πάνε σε ψυχολόγο, ο οποίος αποφαίνεται ότι το παιδί πάσχει από χαρτοφοβία. Και συνιστά ομοιοπαθητική θεραπεία, δηλαδή βιβλία! Αποτέλεσμα: εφιάλτες, αϋπνίες, και η αυτονόητη ερώτηση: Γιατί πρέπει να διαβάζουμε; Οι εκτός τόπου και χρόνου γονείς απαντούν με γενικότητες και κοινοτοπίες. Καμία νύξη στη χαρά του διαβάσματος, στην αναγνωστική απόλαυση. Ο μικρός αποφασίζει να το σκάσει από το σπίτι για να μην τον αποτρελάνουν. Για καλή του τύχη, στο δρόμο του βρίσκει έναν ηλικιωμένο τυφλό, ο οποίος όχι μονάχα κατορθώνει να κεντρίσει το ενδιαφέρον του για τα βιβλία, αλλά και να διαγνώσει τη βαθύτερη αιτία της απέχθειάς του για το διάβασμα: ο Λεοπόλδος χρειάζεται επειγόντως γυαλιά!

Σαν σε αρχαιοελληνική τραγωδία, θα χρειαστεί ένας τυφλός για να δει αυτό που αρνούνται να αντιληφθούν οι κοντόφθαλμοι, κολλημένοι και γραφικά εμμονικοί γονείς του Λεοπόλδου και να λάβει τέλος μια σύγχρονη τραγικωμωδία που είμαι σίγουρη ότι πολλοί από μας έχουμε δει να παίζεται σε σπίτια γνωστών, φίλων ή συγγενών. Με γονείς που με φανατισμό προσπαθούν να χρίσουν τα παιδιά τους ιδιοφυΐες, πρωταθλητές ή σούπερ ταλέντα κινούμενοι από προσωπικές εμμονές και απωθημένα, θέλοντας να τους επιβάλουν -συχνά με βεβιασμένο τρόπο- ενδιαφέροντα και δραστηριότητες που ενδεχομένως να μην τα συγκινούν κι αγνοώντας τις πραγματικές δυνατότητες ή αδυναμίες τους. Φιμώνοντας έτσι το δικαίωμά τους στην επιλογή. Ισοπεδώνοντας τη μοναδικότητα της προσωπικότητάς τους. Τσακίζοντας επιθυμίες, όνειρα, πάνω απ’ όλα τον αυθορμητισμό της παιδικότητας.
                        

Κάπως διαφορετική είναι η ιστορία του μικρού Ιβ στο Χάρτινο κάστρο. Ο μπαμπάς του έχει ένα σπίτι ασφυκτικά γεμάτο βιβλία και είναι και ποιητής, αλλά τουλάχιστον η αγάπη του για το διάβασμα απορρέει από μια γνήσια δημιουργική διάθεση. Μια διάθεση βέβαια που τον κάνει κάπως απόμακρο και μάλλον αδιάφορο για το γιο του. Ο Ιβ, από την άλλη, είναι τύπος πρακτικός κι ονειρεύεται να χτίσει ένα κάστρο. Αποφασίζει να χρησιμοποιήσει ως υλικό κατασκευής κάμποσα από τα βιβλία του μπαμπά του ενώ εκείνος είναι απορροφημένος από τη σύνθεση ενός ποιήματος. Ο ποιητής, στον κόσμο του, δεν παίρνει είδηση τη σταδιακή αποψίλωση της αχανούς βιβλιοθήκης του, αφού τα βιβλία του είναι τόσο πολλά που, όσα κι αν πάρει ο γιος του, τα ράφια παραμένουν γεμάτα τόμους. Περνά ο καιρός, το κάστρο αποκτά ικανοποιητικό ύψος και σκεπή, το ποίημα του μπαμπά πάλι λιμνάζει αδικαιολόγητα, ώσπου μια μέρα εκείνος, αναζητώντας έναν τόμο, φτάνει στην αυλή του σπιτιού, όπου υψώνεται το κάστρο, παίρνει το βιβλίο που χρειάζεται, αφήνοντας μια τρύπα στην τοιχοποιία, κι αποχωρεί. Το σαφάρι των τόμων συνεχίζεται, η μια τρύπα διαδέχεται την άλλη, κι όταν μια μέρα ξεσπά καταιγίδα, ο Ιβ φοβάται ότι το διάτρητο κάστρο δε θα μπορέσει να την αντέξει, όπως δεν μπορεί να αντέξει και την οργή του μπαμπά το τελειωμένο του ποίημα, που δεν του αρέσει καθόλου. Τα βιβλία του κάστρου ξαναγυρνούν στη βιβλιοθήκη, ενώ τα χαρτιά με το ποίημα καταλήγουν στα στομάχια κάτι πεινασμένων ποντικιών, μακρινών ξαδερφιών του Βιβλιοπόντικα προφανώς. Τα ποντικάκια αφομοιώνουν το ποίημα σε τέτοιο βαθμό ώστε όταν το απαγγέλλουν αναδεικνύουν όλη τη φαντασία και την ομορφιά που κρατούσε φυλακισμένη μέσα του το χαρτί. Μακριά από τον βαρύ ίσκιο των βιβλιοθηκών, πατέρας και γιος θα ανακαλύψουν ο πρώτος τη χαρά του να χτίζεις ένα κάστρο κι ο δεύτερος την ομορφιά της αληθινής, ανόθευτης ποίησης.

Ο Ιβ, σε αντίθεση με τον Λεοπόλδο, βρίσκει έναν εναλλακτικό τρόπο χρήσης των βιβλίων του πατέρα του, μετατρέποντάς τα σε οικοδομικό υλικό που θα στεγάσει το κατασκευαστικό του όνειρο. Μ’ αυτό τον τρόπο απεγκλωβίζεται από τον σκοτεινό, μοναχικό, διανοουμενίστικο κόσμο του μπαμπά του. Παράλληλα κατορθώνει να ξεκολλήσει κι εκείνον από το ασφυκτικά γεμάτο με βιβλία σπίτι του και να του δώσει να καταλάβει ότι τα αποστειρωμένα περιβάλλοντα αποδυναμώνουν ακόμα και τα ομορφότερα λογοτεχνικά δημιουργήματα.

Όσο για μας, ας αναλογιστούμε, έχοντας κατά νου τόσο τους αφοριστικούς γονείς του Λεοπόλδου όσο και τον αφηρημένο, αδιάφορο για το γιο του διανοούμενο πατέρα του Ιβ, την αξία του μέτρου, το σεβασμό στο δικαίωμα του παιδιού για αυτενέργεια, ή έστω τη γραφικότητα των εμμονών μας, που μετατρέπουν ακόμα και τις καλύτερες προθέσεις μας στην πιο ανώδυνη περίπτωση σε σκηνές από κωμωδία εποχής, στη χειρότερη και πιο οδυνηρή σε οικογενειακά δράματα διαρκείας.

 

Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 2013

Βιβλιόπληκτα ζωάκια (από 5 ετών)



Βαγγέλης Ηλιόπουλος, Ο Βιβλιοπόντικας, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2004, Όταν ο Βιβλιοπόντικας συνάντησε την Τίτα Γραβιέρα, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2004, Μυστήριο στη Βιβλιοποντικοθήκη, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2006, Το χριστουγεννιάτικο τραπέζι του Βιβλιοπόντικα, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2007, Ο θησαυρός του Βιβλιοπόντικα, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2009 (όλα σε εικονογράφηση Κιάρα Φεντέλε)

Βαγγέλης Ηλιόπουλος - Πόλυ Βασιλάκη, Η κυρία Καμηλοπάρδαλη ήταν σοφή! εικονογράφηση Λίλα Καλογερή, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2005

Αγγελική Βαρελλά, Το χατίρι του δράκου, εικόνες Γιώργος Δημητρίου, σειρά "Μικρές καληνύχτες", Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2012
 

 

Θα ξεκινήσω τη φετινή χρονιά γράφοντας για βιβλία με θέμα τα ίδια τα βιβλία, με ήρωες κάτι υπέροχους βιβλιόπληκτους τύπους που, αν και εκπρόσωποι του ζωικού βασιλείου, λατρεύουν την ανάγνωση, εκδηλώνοντας μάλιστα ορισμένες φορές αυτή τους την αγάπη με ακραίους τρόπους... 

 

Ο ΒΙΒΛΙΟΠΟΝΤΙΚΑΣ               ΟΤΑΝ Ο ΒΙΒΛΙΟΠΟΝΤΙΚΑΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕ ΤΗΝ ΤΙΤΑ ΓΡΑΒΙΕΡΑ               ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΣΤΗ ΒΙΒΛΙΟΠΟΝΤΙΚΟΘΗΚΗ

Κι αρχίζω από το Βιβλιοπόντικα. Σίγουρα θα σκεφτείτε: Τι καινούριο έχεις να μας πεις για τον φοβερό και τρομερό αυτό ποντικό; Όντως, έχουν γραφτεί πολλά, έχουν ειπωθεί ακόμα περισσότερα. Αλλά για μένα τα πέντε βιβλία του Βαγγέλη Ηλιόπουλου με ήρωα αυτό τον αξιολάτρευτο ποντικούλη που τρώει βιβλία για να χορτάσει όχι μονάχα την πείνα του αλλά και την επιθυμία του για γνώση είναι μια αστείρευτη πηγή αναγνωστικής απόλαυσης. Τι να πρωτοδιαλέξει κανείς από τις βιβλιοπεριπέτειές του: Την έκπληξη και τον ενθουσιασμό των μικρών μαθητών στο πρώτο βιβλίο της σειράς, όταν ανακαλύπτουν στην τάξη τους ένα ποντικάκι που πρώτα διαβάζει τα βιβλία τους και ύστερα τα τρώει, κάνοντας παράλληλα το δάσκαλο στις γάτες; Την απεγνωσμένη περιπλάνηση του ήρωά μας σε ένα σωρό δουλειές σχετικές με τον κόσμο του βιβλίου στο Όταν ο Βιβλιοπόντικας συνάντησε την Τίτα Γραβιέρα; Την τρυφερότητα με την οποία αγκαλιάζει στο Μυστήριο στη Βιβλιοποντικοθήκη τα παραπονεμένα βιβλία, εκείνα που μένουν στα αζήτητα λαχταρώντας υπομονετικά τον ερχομό ενός πρόθυμου αναγνώστη; Την παρέλαση από γαργαλιστικές βιβλιοσυνταγές στο Χριστουγεννιάτικο τραπέζι του Βιβλιοπόντικα, για το οποίο σας τα είπα αναλυτικά πριν από λίγο καιρό εδώ; Ή μήπως τη συναρπαστική όσο και γοητευτική περιπλάνηση του ήρωά μας σε γνωστά παραμύθια και παιδικά βιβλία σε αναζήτηση ενός θησαυρού που να ταιριάζει στη νεογέννητη κορούλα του στο Θησαυρό του Βιβλιοπόντικα; Μεταξύ μας, μπορεί ο Βαγγέλης Ηλιόπουλος να έχει γράψει ένα σωρό βιβλία, κάποια από αυτά εξαιρετικά, ορισμένα εμβληματικά, εμένα πάντως θα μου αρκούσαν οι πέντε ιστορίες του απίθανου Βιβλιοπόντικα, με τη φοβερή πείνα που σου ξυπνά για διάβασμα μες στην ονειρεμένη Βιβλιοποντικοθήκη του, για να τον κατατάξω στους κορυφαίους Έλληνες συγγραφείς παιδικής λογοτεχνίας.

              ΤΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΤΡΑΠΕΖΙ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΠΟΝΤΙΚΑ ( ΧΩΡΙΣ ΣΩΣΙΒ          

Αλλά ο Ηλιόπουλος μαζί με την Πόλυ Βασιλάκη μάς έχουν χαρίσει άλλο ένα ενδιαφέρον βιβλίο βιβλιοφιλικού χαρακτήρα, με ηρωίδα μια φιλομαθή καμηλοπάρδαλη: Η κυρία Καμηλοπάρδαλη ήταν σοφή! μας τονίζουν ήδη από τον τίτλο. Να σας πω γιατί; Γιατί, μέσα από τα βιβλία που διάβαζε, το φιλομαθές μηρυκαστικό μάθαινε τον κόσμο, κατανοούσε τις επιθετικές συμπεριφορές των άγριων θηρίων και γι’ αυτό ήταν το μοναδικό ζώο στη ζούγκλα που δεν τα φοβόταν. Με την αγάπη της για τα βιβλία, που στην αρχή την έκανε να φαντάζει σε όλα τ’ άλλα ζώα ακατανόητη και παράξενη, κέρδισε την εκτίμηση και το σεβασμό τους, βοηθώντας τα παράλληλα να ξεπεράσουν τους φόβους τους και να γνωρίσουν καλύτερα τον εαυτό τους.


                                 Η ΚΥΡΙΑ ΚΑΜΗΛΟΠΑΡΔΑΛΗ ΗΤΑΝ ΣΟΦΗ! ( ΨΑΡΑΚΙΑ 7 / ΣΕΙΡΑ )

Κι αν μια βιβλιόφιλη καμηλοπάρδαλη δε μας ξενίζει και τόσο, δε θα λέγαμε το ίδιο για ένα άλλο ζωάκι που λατρεύει το διάβασμα, το δράκο της Αγγελικής Βαρελλά. Στο βιβλίο της Το χατίρι του δράκου η σπουδαία Ελληνίδα συγγραφέας μάς γνωρίζει ένα δράκο αλλιώτικο απ’ τους άλλους: ήσυχο, άκακο, σοβαρό, κύριο σωστό. Αλλά και πολύ μόνο. Με αποκλειστική συντροφιά τα βιβλία του. Καθότι βιβλιοφάγος. Όχι με τον τρόπο του Βιβλιοπόντικα, απλώς μανιώδης αναγνώστης. Καθώς όμως η μοναξιά του είναι αβάσταχτη, μια μέρα εύχεται να έρθουν να του κάνουν παρέα όλοι εκείνοι οι δράκοι που κατοικούν σε αφθονία στα αγαπημένα του βιβλία. Όταν βέβαια αρχίζουν να εμφανίζονται το ένα μετά το άλλο τα μυθικά τέρατα κι οι δράκοι των παραμυθιών μες στο δωμάτιό του, τρομάζει, μια και όλοι τους από κοντά είναι αρκετά αγριευτικοί. Τελικά όμως ο δράκος μας ανακαλύπτει ότι κατά βάθος έχει αρκετά κοινά μαζί τους και η δρακομάζωξη εξελίσσεται σ’ ένα φοβερό πάρτι!


                                  ΤΟ ΧΑΤΙΡΙ ΤΟΥ ΔΡΑΚΟΥ // ΜΙΚΡΕΣ ΚΑΛΗΝΥΧΤΕΣ

Μια τρυφερή ιστορία για την απελπισμένη ανάγκη ενός μοναχικού πλάσματος για παρέα. Για τα παγιωμένα στερεότυπα και την ανατροπή τους μέσα από τη συναναστροφή με τον άλλο, που, πέρα από προκαταλήψεις και αμφιβολίες, μπορεί να αποδειχθεί γόνιμη κι ενδιαφέρουσα. Μια ιστορία, τέλος, αυτογνωσίας, με ήρωα ένα δράκο που, απομονωμένος στον κλειστό του κόσμο, αγνοεί την πραγματική του φύση και τους ομοίους του, κατορθώνει ωστόσο να βρει την άκρη μέσα από τα αγαπημένα του βιβλία.

Επέλεξα να μιλήσω για τα συγκεκριμένα βιβλία στην αρχή τούτης της χρονιάς γιατί όλα τους συνιστούν ισχυρά εναύσματα φιλαναγνωσίας, καλλιεργώντας στα παιδιά την πεποίθηση ότι η ανάγνωση αποτελεί έναν ανοιχτό κόσμο χαράς, γνώσης και γνωριμίας με τον εαυτό μας και τους άλλους. Ας ελπίσουμε λοιπόν, επιστρατεύοντας όση αισιοδοξία μάς περισσεύει, ότι το 2013, όσο δυσοίωνο κι αν φαντάζει στο ξεκίνημά του, θα είναι μια καλή χρονιά για όλους, και μαζί για το καλό παιδικό βιβλίο, χαρίζοντάς σπουδαίες αναγνωστικές εμπειρίες σε μας και στα παιδιά μας.