Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δικαιώματα παιδιού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δικαιώματα παιδιού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2013

Αλεξάνδρα Μητσιάλη, Η κούκλα που ταξίδευε στον κόσμο

Εικονογράφηση: Κατερίνα Χαδουλού, Εκδόσεις Παπαδόπουλος, Αθήνα 2012 (από 6 ετών)



Το τελευταίο βιβλίο της Αλεξάνδρας Μητσιάλη, Η κούκλα που ταξίδευε στον κόσμο, καταπιάνεται με ζητήματα που έχουν απασχολήσει τη συγγραφέα και σε παλιότερά της βιβλία: Η παιδική εργασία, οι δυσκολίες του παιδιού μετανάστη, η οικονομική δυσπραγία έρχονται στο προσκήνιο μέσα από το ταξίδι μιας κούκλας από χώρα σε χώρα, από χέρι σε χέρι, από παιδί σε παιδί.

Η αφήγηση ξεκινάει από μια χώρα της Ασίας, μέσα σ’ ένα εργοστάσιο όπου ένα μικρό κορίτσι, η Ναϊρί, δουλεύει αδιάκοπα ντύνοντας κούκλες που δεν προορίζονται για την ίδια αλλά για κάποια άλλα, πιο τυχερά παιδιά, που ζουν σε άλλες, μακρινές χώρες. Κάπου ανάμεσα στην κούραση απ’ τη δουλειά και στις τάσεις φυγής που της ξυπνά ο ήχος της τροπικής βροχής, η Ναϊρί ξεχωρίζει μια κούκλα με βλέμμα αλλιώτικο απ’ των άλλων, που θα τη συντροφέψει δίνοντάς της μια στάλα παρηγοριάς ως το τέλος της βάρδιας της.

Σε μιαν άλλη χώρα, καιρό αργότερα, μια μικρή Ρωσίδα μετανάστρια, η Όλια, ανακαλύπτει την ίδια εκείνη κούκλα με το απροσδιόριστο χρώμα στο βλέμμα στις σακούλες με τα εμπορεύματα που φέρνουν στο σπίτι οι πλανόδιοι πωλητές γονείς της. Ο χρόνος που θα προλάβει να περάσει η Όλια με την κούκλα θα είναι λίγο περισσότερος από κείνον που είχε στη διάθεσή της η Ναϊρί, ωστόσο θα ‘χει κι αυτός ημερομηνία λήξης.

Από τα χέρια της μικρής Όλιας θα πάρει την κούκλα ο μπαμπάς της Σόφης για να την κάνει δώρο στην κόρη του για τα γενέθλιά της. Μη φανταστείτε ότι η οικογένεια της Σόφης είναι τίποτα βαθύπλουτοι. Μεροκαματιάρης ο μπαμπάς, και το δώρο των γενεθλίων το μοναδικό που παίρνει η μικρή μες στη χρονιά. Και μάλιστα δώρο από πλανόδιο μικροπωλητή, όχι από κάποιο μεγάλο, φανταχτερό παιχνιδάδικο. Βέβαια, η Σόφη, σε αντίθεση με τα δυο άλλα κοριτσάκια, δε χρειάζεται να δουλέψει, ούτε να ξενιτευτεί. Έχει τα χρειώδη, αυτά που για τη Ναϊρί φαντάζουν άπιαστα, για την Όλια μακρινά.

Με το ταξίδι της από ιδιοκτήτρια σε ιδιοκτήτρια, η πρωταγωνίστρια, η κούκλα με το απροσδιόριστο χρώμα στα μάτια, γίνεται η συνδετική γραμμή ανάμεσα στις ιστορίες και στις ζωές τριών παιδιών που, παρά τη διαφορετική καταγωγή τους και τις διαφορετικές συνθήκες διαβίωσής τους, αισθάνονται την ίδια ανάγκη για συντροφιά, για παιχνίδι και για παρηγοριά. Το καθένα μάλιστα θα δώσει κι ένα δικό του όνομα στην κούκλα, ανάλογο σε μέγεθος με το χρόνο που προλαβαίνει να την κρατήσει κοντά του: μονοσύλλαβο η Ναϊρί, δισύλλαβο η Όλια, τρισύλλαβο η Σόφη. Το Λι της πρώτης γίνεται Λιλί της δεύτερης και Λιλίκα της τρίτης. Η καθεμιά τους προσθέτει κι ένα λιθαράκι, μια συλλαβή στο όνομα της κούκλας, λες και αυτό είναι προορισμένο να αποτελέσει το άθροισμα της αγάπης και της ευγνωμοσύνης και των τριών τους. Με τον ίδιο τρόπο τα μάτια της κούκλας θα προλάβουν να αιχμαλωτίσουν και να αθροίσουν μέσα τους κάθε διαφορετικό παιδικό βλέμμα, κάθε προσδοκία, ελπίδα ή θλίψη που καθρεφτίζεται σε αυτό. Και ίσως γι’ αυτό το λόγο να είναι κι απροσδιόριστο το χρώμα τους, γιατί συμπυκνώνουν πολλά διαφορετικά χρώματα ματιών, πολλά διαφορετικά βλέμματα παιδιών, πολλές διαφορετικές υφές συναισθημάτων. Και θα είναι αυτές οι πολλές διαφορετικές εκδοχές παιδικής τρυφερότητας και αγάπης που σταδιακά θα μεταλλάξουν την κούκλα σε σχεδόν ανθρώπινο πλάσμα, καθώς το κάθε κοριτσάκι αφήνει μαζί με το φιλί του αποχαιρετισμού πάνω στο πλαστικό δέρμα της κι ένα αποτύπωμα του ίδιου του του εαυτού.

Η συγγραφέας αφηγείται την ιστορία της χωρίς να ενδίδει σε υπεραπλουστεύσεις, πιστή σε μια γλώσσα που κατορθώνει να βρει ισορροπία ανάμεσα στην αφηγηματική λιτότητα και στην ποιητική εικονοποιία. Με τον ίδιο τρόπο που και η εικονογράφηση της Κατερίνας Χαδουλού, επικεντρώνοντας στα πρόσωπα και κυρίως στα μάτια των τριών κοριτσιών και της κούκλας, ισορροπεί ανάμεσα στην αποτύπωση της σκληρής πραγματικότητας των ηρωίδων και στις ονειρικές, νοσταλγικές αποδράσεις τους, ανάμεσα στο αναπότρεπτο της καθημερινότητάς τους και στην άδολη παιδικότητά τους.

Η Κούκλα που ταξίδευε στον κόσμο δεν είναι ένα βιβλίο περαστικό. Έρχεται για να μείνει, να χαραχτεί στο μυαλό σου. Μπορεί η διαδρομή της από αγκαλιά σ’ αγκαλιά αναπόφευκτα να ταυτίζεται με τα χαμένα όνειρα, με τη θλίψη της κάθε μικρής ή μεγάλης απώλειας, ωστόσο η σταδιακή μετάλλαξή της από απλό παιχνίδι σε αποδέκτη των ίδιων παιδικών συναισθημάτων και ελπίδων εδραιώνει μέσα σου την πεποίθηση ότι τα παιδιά σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης είναι κι αυτά ίδια κι απαράλλαχτα. Κι ας φαντάζει συχνά το απλό κι αυτονόητο των συναισθημάτων τους τόσο δύσκολο και θαυμαστό να αποκρυπτογραφηθεί όσο και το να στήσεις μια όμορφη παιδική ιστορία σαν αυτήν εδώ.
[Ενόσω έγραφα αυτό το κείμενο έτυχε να δω στο μπλογκ Φιλαναγνωσία μια ανάρτηση με πανέμορφες παιδικές ζωγραφιές εμπνευσμένες από την Κούκλα που ταξίδευε στον κόσμο. Αξίζει να ρίξετε μια ματιά εδώ για να τις χαρείτε κι εσείς.]

Παρασκευή 27 Ιουλίου 2012

Κάτι παιδιά σαν και τα δικά μας. Η σειρά «Τα δικαιώματα του παιδιού» (Αλίξ Καμπρέρα/Ρόζα Μ. Κούρτο)

Μετάφραση: Α. Μοσχονά, Α. Γιαννοπούλου, Εκδόσεις Μεταίχμιο (από 5 ετών)


Δέκα βιβλία που εκκινούν θεματικά από τις αρχές της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Παιδιού, τις οποίες φιλοδοξούν να παρουσιάσουν μέσα από ισάριθμους απλούς μύθους στα μικρά παιδιά. Καθένα από τα βιβλιαράκια της σειράς παρουσιάζει μια ιστορία στην οποία πρωταγωνιστούν παιδιά που με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο βρίσκονται αντιμέτωπα με κάποιου είδους πρόβλημα ή πρόκληση.



Έτσι, στο Μονοπάτι του Σοφού τρία παιδιά διεκδικούν την εύνοια ενός γέροντα σοφού, ώσπου τα ανυπέρβλητα εμπόδια που συναντούν στο δρόμο τους τα αναγκάζουν να συνεργαστούν μεταξύ τους για να τα ξεπεράσουν. Στο Παιδί που δεν είχε δει τον ήλιο ένα βασιλόπουλο βρίσκεται αποκομμένο από τον κόσμο επειδή οι γονείς του κρίνουν ότι αυτό είναι καλό για την υγεία του. Στο Ο Αμίν έχασε τον δρόμο του ο μικρός Αμίν χάνεται μέσα στη ζούγκλα και προσπαθεί μάταια να επιβιώσει ανάμεσα στα άγρια ζώα. Στο Μαγικό κουτί της Αριάδνης η μικρή Αριάδνη ανακαλύπτει χάρη στα λαγουδάκια της πόσο σημαντικό είναι για ένα παιδί να δέχεται τη φροντίδα των μεγάλων. Στο Νέο κόσμο του Ρίκι, ο ήρωας της ιστορίας, που έχει χάσει την όρασή του, κατορθώνει χάρη στη δική του προσπάθεια αλλά και με την αγάπη που εισπράττει από το περιβάλλον του να προσαρμόσει τη ζωή του στα νέα δεδομένα που έχει φέρει στην καθημερινότητά του η κατάσταση της υγείας του. Στο Πού πήγαν όλοι οι γονείς; τρία παιδιά που έχουν μικροπαράπονα από τους γονείς τους ζητούν από μια μάγισσα να τα απαλλάξει από αυτούς, ωστόσο τα αποτελέσματα δεν είναι τα αναμενόμενα. Από την άλλη, στο Χρώμα των γνώσεων τα παιδιά μιας οικογένειας που ζει σ’ έναν κόσμο δίχως χρώματα ανακαλύπτουν στα βιβλία το αντίδοτο στην άχρωμη ζωή τους. Κι αν μια παρέα μικρών πειρατών ανακαλύπτει με τον πιο δυσάρεστο τρόπο ότι όταν μπλέκεις με άγριους κουρσάρους δεν έχεις καλά ξεμπερδέματα στο Οι μικροί πειρατές, μια άλλη ομάδα παιδιών στο Ένα κάστρο γεμάτο χαμόγελα εξαπατάται και βρίσκεται κλεισμένη στο κάστρο ενός εκμεταλλευτή γίγαντα. Στο δέκατο και τελευταίο βιβλίο της σειράς ένας ανοιχτόμυαλος γυρολόγος διδάσκει την εμπιστοσύνη και την αλληλοβοήθεια σε ανθρώπους με διαφορετικό πολιτιστικό υπόβαθρο. Μετά το τέλος κάθε ιστορίας ακολουθεί η αντίστοιχη αρχή από την οποία αυτή εκκινεί.  


Οπωσδήποτε το εγχείρημα να στηθεί ένα γαϊτανάκι από ιστορίες καθεμιά από τις οποίες λειτουργεί ως παράδειγμα μιας συγκεκριμένης θέσης ενέχει πολλές δυσκολίες. Στην περίπτωσή μας τόσο η ευχάριστη εικονογράφηση όσο και οι επαναλαμβανόμενες αναφορές από βιβλίο σε βιβλίο ονομάτων και τοπωνυμίων, όπως π.χ. ο Υαλόκοσμος ή η φυλή Τάκα Τάκα, προσδίδουν ενιαίο χαρακτήρα στα δέκα βιβλία της σειράς.



Σε ό,τι αφορά τη θεματική και την πλοκή των επιμέρους ιστοριών, παρατηρούμε σημαντική ποικιλία: Άλλοτε η αφήγηση καταφεύγει σε ιστορίες που παραπέμπουν στη σύγχρονη πραγματικότητα, όπως αυτή του Ρίκι, άλλοτε σε παλιότερες εποχές, όπως εκείνη του εμπόρου της φιλίας. Άλλοτε πατάει σε οικεία μοτίβα, όπως εκείνο του γίγαντα που φυλακίζει παιδιά, άλλοτε λειτουργεί υπονομευτικά προς διαδεδομένους μύθους, όπως συμβαίνει στην ιστορία του Αμίν, στην οποία καταρρίπτεται ο μύθος του ευγενούς αγρίου. Άλλοτε τα παιδιά εμφανίζονται ως θύματα μιας κατάστασης –έρμαια στα χέρια γιγάντων και πειρατών, περιορισμένα από τους γονείς τους κτλ.– κι άλλοτε υπεύθυνα για την κατάσταση στην οποία περιέρχονται – όπως στο Πού πήγαν όλοι οι γονείς;.


Βέβαια, το ζητούμενο πάντοτε σε μια αφήγηση, είτε απευθύνεται σε μικρούς είτε σε μεγάλους, είναι να μπορεί να σταθεί από μόνη της ως πρωτότυπη, αυτόνομη ιστορία. Η αυθεντικότητα και η αυτάρκειά της άλλωστε  είναι που θα κεντρίσουν και το ενδιαφέρον του εξαιρετικά απαιτητικού παιδικού κοινού. Σε αρκετές περιπτώσεις, όπως το Μονοπάτι του Σοφού η ο Έμπορος της φιλίας –και όχι μόνο–, ο στόχος, κατά τη γνώμη μου, επιτυγχάνεται ικανοποιητικά. Η ιστορία σε κερδίζει, χαίρεσαι να τη διαβάσεις μια και δυο και πέντε φορές.  Σε κάποιες άλλες, όπως το Ένα κάστρο γεμάτο χαμόγελα, αίσθησή μου ήταν ότι βρισκόμουν μπροστά σε μια ακόμα αναπαραγωγή μιας γνωστής ιστορίας.



Πέρα από αυτο πάντως, τα δέκα καλαίσθητα βιβλία της σειράς αποτελούν εξαιρετικό εργαλείο για να κάνουν τα μικρά παιδιά με ήπιο τρόπο μια πρώτη γνωριμία με τα δικαιώματά τους, ακόμα κι αν σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως αποδεικνύουν και κάποιες από τις προαναφερόμενες ιστορίες, τα δικαιώματα αυτά μπορεί να φαντάζουν σε κάποιους από τους ανήλικους πρωταγωνιστές απολύτως αυτονόητα, εντελώς δεδομένα ή και υπερβολικά βαρετά...