Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2013

Έγκλημα και τιμωρία ή τα χαμένα καπέλα του Jon Klassen (από 4 ετών)

Jon Klassen, Θέλω πίσω το καπέλο μου, μετάφραση Μαρία Τοπάλη, Εκδόσεις Κόκκινο, Καλαμάτα 2012

 
 

 
 

Ένας ελαφρώς νυσταλέος αρκούδος ψάχνει το χαμένο καπέλο του. Στο μόνιμο, επαναλαμβανόμενο ερώτημά του «Μήπως είδες το καπέλο μου;» απαντούν μια σειρά από ζώα. Τα περισσότερα λένε ότι δεν το έχουν δει, κάποια άλλα ισχυρίζονται ότι δεν ξέρουν καν τι είναι καπέλο ή ότι έχουν δει κάπου, κάποτε ένα άλλο καπέλο. Ένα απ’ αυτά ψεύδεται, και μάλιστα απροκάλυπτα. Ο αρκούδος θα χρειαστεί κάποιο χρόνο και λίγη βοήθεια για να το αντιληφθεί. Κι όταν το καταλάβει, θα φροντίσει να βάλει τα πράγματα στη θέση τους.
Αυτό είναι το Θέλω πίσω το καπέλο μου του Jon Klassen. Μια κατά βάθος νουάρ ιστορία βασισμένη σ’ ένα διάλογο όπου όσα λέγονται δεν ισχύουν κατ’ ανάγκη, και σε μια μινιμαλιστική εικονογράφηση που δεν αποκαλύπτει φόρα παρτίδα εκφράσεις και συναισθήματα –αρκεί να προσέξουμε ότι οι ήρωες της ιστορίας έχουν μιλιά αλλά δεν έχουν στόμα κι οι όποιες μεταπτώσεις τους δηλώνονται μόνο από κάτι αδιόρατες κινήσεις των ματιών–, ωστόσο, άλλοτε διακριτικά κι άλλοτε πιο έκδηλα, φέρνει στο φως όσα ο διάλογος κρύβει ή διαστρέφει.
Στην περίπτωσή μας πάντως, ο… κυρίως ρουφιάνος της υπόθεσης είναι το χρώμα, τόσο στην εικονογράφηση όσο και στο κείμενο. Έτσι, ενώ και στις εικόνες και στις γραμματοσειρές κυριαρχούν οι μουντές αποχρώσεις πάνω σε ένα ανοιχτόχρωμο φόντο, η χρήση του κόκκινου σε συγκεκριμένα σημεία γίνεται αποκαλυπτική συναισθημάτων, διαθέσεων αλλά και γεγονότων: Για παράδειγμα, η εμφάνιση του κόκκινου καπέλου στην εικόνα  που ο αρκούδος συναντά το δράστη ξεσκεπάζει το ψέμα του δεύτερου, ενώ η επαναλαμβανόμενη παρουσία του στις τελευταίες σελίδες το παγιώνει στη συνείδησή μας ως σύμβολο του –όποιου– εγκλήματος και του –όποιου– ψεύδους επιστρατεύεται για να το καλύψει. Το θρασύ εμπαιγμό και την απροκάλυπτη ενοχή υπογραμμίζει και η χρήση κόκκινης γραμματοσειράς για να αποτυπωθούν οι ψευδείς ισχυρισμοί του δράστη, ενώ ένα εξολοκλήρου κόκκινο φόντο σε μια συγκεκριμένη σελίδα γίνεται δηλωτικό της συνειδητοποίησης της αλήθειας από τον εξαπατημένο ιδιοκτήτη και της άγριας οργής που αυτή συνεπάγεται.
Στο φινάλε, το έγκλημα δεν επιφέρει απλώς τη δίκαιη τιμωρία αλλά κάτι πολύ χειρότερο από αυτή. Θα το υπονοήσει ευφυώς η εικόνα, την ώρα που το κείμενο, με ειρωνική διάθεση, θα μας θυμίσει ότι όλοι οι δράστες όλων των εγκλημάτων σ’ αυτό τον κόσμο επιμένουν να χρησιμοποιούν τις ίδιες πάντα δικαιολογίες. Όπως κι ότι, με τον ίδιο τρόπο που οι λέξεις δε λένε πάντα την αλήθεια, έτσι κι ο φαινομενικά άκακος κι αφελής κρύβει συχνά μέσα του έναν εν δυνάμει εγκληματία…

 

Jon Klassen, Αυτό δεν είναι το καπέλο μου, μετάφραση Γιώργος Κουραβέλος, Εκδόσεις Κόκκινο, Καλαμάτα 2013 

 
 
Ομολογώ ότι δεν έχω δει πιο ανατρεπτική συνέχεια βιβλίου από αυτή που μας έδωσε πρόσφατα ο Jon Klassen με το Αυτό δεν είναι το καπέλο μου. Ένα βιβλίο που κυριολεκτικά φέρνει τα πάνω κάτω. Αρχής γενομένης από τη φράση του τίτλου, η οποία δεν είναι η απλή διαπίστωση κάποιου που αίφνης ανακάλυψε ότι φοράει λάθος καπέλο – είναι ομολογία, και μάλιστα ενοχής! Γιατί η οπτική εδώ είναι ανεστραμμένη σε σχέση με το προηγούμενο βιβλίο: τα γεγονότα είναι δοσμένα από την πλευρά του δράστη. Αλλά κι ο κόσμος στον οποίο διαπράττεται το νέο έγκλημα δε βρίσκεται πάνω στη γη αλλά κάτω απ’ το νερό. Ακόμα και το σχήμα του βιβλίου είναι αναποδογυρισμένο, αφού, αντί για κάθετο, είναι οριζόντιο, για να φιλοξενήσει ζώα που δε διαθέτουν ύψος αλλά μήκος. (Καθότι, ναι, όπως θα αντιληφθήκατε, και οι ήρωες αυτού του βιβλίου καμία σχέση δεν έχουν με εκείνους του προηγούμενου…) Ανατροπή και στο χρώμα, καθώς εδώ κυριαρχεί το μαύρο φόντο για να αποδώσει το τοπίο του βυθού. Πάνω σ’ αυτό το μαύρο ο Jon Klassen τοποθετεί ψάρια και φυτά σε μεταλλικές αποχρώσεις, δίνοντας στο βιβλίο μια λάμψη που δε διαθέτει το Θέλω πίσω το καπέλο μου. Το αντικείμενο του εγκλήματος βέβαια είναι πάντα ένα καπέλο – αλλά καμία σχέση με το κόκκινο μυτερό καπέλο του αρκούδου. Αυτή τη φορά είναι γαλαζωπό και στρογγυλό. (Μήπως έχει κάποια συγγένεια μ’ εκείνο το μπλε στρογγυλό καπέλο που ισχυρίζεται ότι είχε δει το φίδι στο Θέλω πίσω το καπέλο μου; Δεν αποκλείεται…) Φάτσες γι’ άλλη μια φορά χωρίς στόματα, αν και εδώ τα βλέμματα είναι πολύ πιο εκφραστικά. Όσο για το διάλογο… ε, λοιπόν, διάλογος δεν υπάρχει. Έχει αντικατασταθεί από το μονόλογο του δράστη.
Ο οποίος είναι ένα μικρούλι ψαράκι που αρπάζει το καπέλο ενός μεγάλου ψαριού – να μια άλλη ομοιότητα: μικροσκοπικός ο δράστης, τεράστιο το θύμα. Το ψαράκι μας μάλιστα αιτιολογεί την πράξη του λέγοντας πως το απόκτημά του παραήταν μικρό για το νόμιμο ιδιοκτήτη του. Και καθησυχάζει αφελώς τον εαυτό του πιστεύοντας ότι το θύμα του κοιμόταν τον ύπνο του δικαίου όταν το ίδιο διέπραττε το έγκλημα κι ότι ακόμα κι ο μοναδικός αυτόπτης μάρτυρας δεν πρόκειται να το καταδώσει. Την ώρα που στο κείμενο διαβάζουμε αυτές τις αισιόδοξες σκέψεις, η εικόνα τις υπονομεύει ανελέητα, κάνοντάς μας να γελάμε και μαζί να κλαίμε με την αφέλεια του μικρού ψαριού: Ενώ αυτό ταξιδεύει αμέριμνο για τη θαλάσσια κρυψώνα του, το μεγάλο ψάρι θα ξυπνήσει, ο αυτόπτης μάρτυρας θα μιλήσει… Και μετά;
Πάντα το μετά έχει να κάνει με τον τρόπο που ξέρει να επιβάλλει το δίκαιό του το θύμα της κλοπής. Το δίκαιο του ισχυρού και σε τούτο το βιβλίο, που σε αφήνει πάντα με ανάμεικτα συναισθήματα. Θέμα τρόπου επιβολής; Ή μήπως το γεγονός ότι στερεοτυπικά είμαστε πάντα πιο επιεικείς με τον μικρό και χαριτωμένο, έστω και κλεφτάκο; Τόσο το έγκλημα όσο κι η τιμωρία πάντως δε διαπράττονται σε κοινή θέα. Και στις δυο περιπτώσεις, το πρώτο δηλώνεται, η δεύτερη υπονοείται. Την ίδια ώρα που περίπου προκλητικά διατυμπανίζονται η παιδαριώδης αφέλεια κι η καραμπινάτη διπροσωπία και εξαπάτηση.
 
Ο Jon Klassen μάς χαρίζει δυο βιβλία για όλες τις ηλικίες: Aν ο ενήλικας γοητεύεται από τη διαποτισμένη με μαύρο χιούμορ υπαινικτικότητά τους, το παιδί διασκεδάζει με την αμυαλιά των δραστών και με τις ανατροπές καταστάσεων και ρόλων. Όσο για το αν και πώς αυτό το δεύτερο αντιλαμβάνεται το μέγεθος και τη σκληρότητα της τιμωρίας, αυτό ο δημιουργός δεν το εκβιάζει ούτε το επιβάλλει. Το αφήνει στην ωριμότητα, στη φαντασία και στην παρατηρητικότητα του καθενός.  

 
 ---

Τετάρτη 16 Οκτωβρίου 2013

Birgitta Sif, Όλιβερ

Μετάφραση: Αντώνης Παπαθεοδούλου, Εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2013 (από 3 ετών)

 
 
 

 

Ο Όλιβερ είναι ένα παιδί που αισθάνεται διαφορετικό και μόνο. Έτσι απλά. Κι ας έχει τριγύρω του ένα σωρό ανθρώπους. Κι ας τρέχει ο κόσμος στους δικούς του χρόνους και ρυθμούς. Ο Όλιβερ, εσωστρεφής, απόμακρος, επινοεί φίλους –τα ψεύτικα ζωάκια του– και ζει μαζί τους ένα σωρό παράτολμες περιπέτειες σε μακρινούς, παραμυθένιους κόσμους, που δεν είναι άλλοι απ’ τις γωνιές του σπιτιού του και της αυλής του μεταπλασμένες κατά το κέφι της φαντασίας του. Σε μια απ’ αυτές τις περιπέτειες θα γνωρίσει ένα άλλο, εξίσου διαφορετικό και μόνο παιδί. Κι η γνωριμία αυτή θα σηματοδοτήσει μια νέα αρχή.
 
Η Birgitta Sif, συγγραφέας και εικονογράφος, μας μιλάει για την παιδική μοναξιά και για την ικανότητα του παιδικού μυαλού να αποδρά από αυτή αλλάζοντας σχήμα και διαστάσεις ακόμα και στα πιο ασήμαντα αντικείμενα του περιβάλλοντός του μέσα από ένα βιβλίο στο οποίο κείμενο και εικόνα παίζουν μεταξύ τους ένα ενδιαφέρον παιχνίδι: Το πρώτο αποτυπώνει το εσωτερικό τοπίο του Όλιβερ. Τον κόσμο της φαντασίας του. Η δεύτερη την αντικειμενική πραγματικότητα. Από το πρώτο ήδη σαλόνι. «Ο Όλιβερ ένιωθε λίγο διαφορετικός» λέει το κείμενο. Τι σόι διαφορετικός; αναρωτιέσαι κι αναζητάς εναγωνίως στην εικόνα κάποιο αλλόκοτο πλάσμα ανάμεσα στους «φυσιολογικούς». Κάπου στο πλήθος διακρίνεις έναν πιτσιρικά με γυαλιά. Τίποτα το φοβερό. Γυρνάς σελίδα, αναζητάς τη φύση αυτής της διαφορετικότητας. Τη ρίζα αυτής της μοναξιάς. Κι εδώ δε βρίσκεις σπουδαία πράγματα. Το θέμα άλλωστε δεν είναι πόσο διαφορετικός είναι ο Όλιβερ αλλά το πόσο διαφορετικός νιώθει. Το κείμενο ωστόσο επιμένει: Τώρα σε εξωθεί να αναζητήσεις την οπτική εκδοχή των εξωτικών, ριψοκίνδυνων περιπετειών του παιδιού στην εικόνα. Εκείνη, πάλι, σε προσγειώνει στα απλά υλικά απ’ τα οποία τροφοδοτείται η παιδική φαντασία. Αλλά και επιμένει να κάνει νύξεις σ' ένα αισιόδοξο τέλος, καθώς εδώ κι εκεί μες στο βιβλίο ανακαλύπτουμε ένα άλλο παιδί να περιδιαβαίνει εξίσου μόνο στα ίδια μέρη με τον Όλιβερ. Άραγε θα βρεθούν οι δυο τους; Η κλιμάκωση θα έρθει όταν το κείμενο αλλάξει ρότα, αρχίζοντας σταδιακά να ρέπει προς την πραγματικότητα της εικόνας: εκείνη της μελαγχολικής διάθεσης του παιδιού. Ο μικρός θα αποδράσει απ’ αυτή χάρη σε μια καινούρια περιπέτεια, η οποία, παρότι θα επιχειρήσει μια μικρή βουτιά στη φαντασία, τούτη τη φορά θα είναι αληθινή. Και μάλιστα η πιο όμορφη που έχει ζήσει στην ως τώρα ζωή του.
 
Τον Όλιβερ τον πρωτοδιάβασα χτες το μεσημέρι μες στο μετρό και μου ’ρθε να βάλω τα κλάματα. Άνοιξα, βλέπετε, ανυποψίαστη ένα παιδικό εικονογραφημένο βιβλίο και βρέθηκα πρόσωπο με πρόσωπο με την πραγματικότητα ενός μικρού παιδιού που αισθάνεται διαφορετικό και μόνο. Μαζί του είδα να σουλατσάρει στις σελίδες η Χαρά του Τριβιζά παρέα με το Γκουντούν της. Κι ο δικός μου παιδικός εαυτός – τα ατέλειωτα μεσημέρια με τους μυστικούς κόσμους πίσω απ’ τα παρτέρια της αυλής, μια μικρή γούβα που παρίστανε το απόκρημνο φαράγγι, τη μαγική κρυψώνα κάτω απ’ τη σκάλα, τα μοναχικά παιχνίδια τένις με τον τοίχο. Και μαζί η περιστασιακή ή διαρκής μοναξιά κάθε παιδιού σ’ αυτό τον κόσμο, παρέα με τις φανταστικές ιστορίες που γεννά για να νικήσει την πλήξη.
 
Αν πάντως ο ολοκληρωτικός εγκλεισμός, η άτακτη φυγή σε έναν εξωπραγματικό κόσμο καταλήγει από παρηγοριά βάσανο κι απελπισία, η Birgitta Sif επιμένει ως το τέλος πως η παιδική φαντασία όχι μόνο «διορθώνει» τη ζόρικη πραγματικότητα αλλά είναι κι ένας δρόμος για να ανακτήσει το παιδί επαφή με τον αληθινό κόσμο. Αυτό υποδηλώνει άλλωστε ο τρόπος με τον οποίο ο Όλιβερ ανακαλύπτει την εξίσου μοναχική Ολίβια. Σε ανάλογο κλίμα κινείται και το ανοιχτό τέλος της ιστορίας: Τα δυο παιδιά, έχοντας βρει το ένα το άλλο κάνουν μια νέα αρχή, στήνοντας παρέα μια παράσταση για το κοινό τους, εκείνους τους άψυχους, φανταστικούς φίλους, που δεν εγκαταλείπουν ακόμα και τώρα που βρήκαν ο ένας τον άλλο. Σκηνοθετούν άραγε τη δική τους πραγματική ιστορία ή σαλπάρουν παρέα σ’ ένα νέο φανταστικό ταξίδι; Κοιτάζοντας το τελευταίο σαλόνι, αδυνατώ αλλά και δε θέλω να πω με βεβαιότητα τι απ’ τα δυο συμβαίνει. Όπως δυσκολεύομαι και να πω από τι ακριβώς υλικό είναι πλασμένος ο λίγο διαφορετικός Όλιβερ, η λίγο διαφορετική Ολίβια, ο λίγο διαφορετικός καθένας από μας. Είμαστε άραγε οι ιστορίες που ζούμε; Εκείνες που επινοούμε; Ή μήπως εντέλει ένα κράμα και των δυο;

ΥΓ.: Υπάρχει και κάποιος μικρός, άοκνος, οικειοθελώς παρατηρητής της ζωής του Όλιβερ. Κάποιος που, αν και όχι ανθρώπινος, επιλέγει να τον ακολουθήσει από την πρώτη ως την τελευταία σελίδα. Αναζητήστε τον.
 

 

Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2013

Αγαθή Δημητρούκα, Οι Μαγκουράτοι

Εικονογράφηση: Ανδρομάχη Γιαννοπούλου, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2013 (από 8 ετών)

 
 
 
 
O νεαρός Ιταλός Σίλβιο Μαγκουράτι βλέπει τα όνειρά του για το μέλλον να ανατρέπονται βίαια από τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο, που τον στέλνει στρατιώτη στην Ελλάδα. Ωστόσο η δύσκολη αυτή συγκυρία θα γίνει η αιτία για να γνωρίσει τον έρωτα στο πρόσωπο μιας όμορφης Ελληνίδας, να αγαπήσει και να αποδεχτεί ως δική του μια νέα πατρίδα, αλλά και να πετύχει επαγγελματικά χάρη στο ταλέντο, την επινοητικότητα και το θετικό του πνεύμα. Με σημείο αναφοράς πάντοτε την επιχείρηση που θα στήσει ο Σίλβιο μεταπολεμικά στην Πάτρα, παρακολουθούμε τρεις γενιές Μαγκουράτων να  διαπρέπουν στο εμπόριο, στην επιστήμη και στην τέχνη, διδάσκοντας τις αξίες της υπομονής, της σύμπνοιας, της εργατικότητας, της αισιοδοξίας και της αγωνιστικότητας.
Αν κάτι αληθινά προξενεί ενθουσιασμό και μαζί συγκίνηση στον αναγνώστη, είναι η δύναμη του χαρακτήρα του Σίλβιο, ο οποίος κυνηγάει τα όνειρά του χωρίς να  πτοείται από τις δυσμενείς περιστάσεις, δίχως να το βάζει κάτω, συνδυάζοντας τόσο στην προσωπική όσο και στην επαγγελματική του ζωή πείσμα και φαντασία, τόλμη και πίστη σε πανανθρώπινες αξίες - για παράδειγμα, όταν αποφασίζει να αλλάξει πατρίδα, το κάνει παρακινημένος τόσο από τον έρωτα όσο και επειδή εμφορείται από ειρηνιστικά ιδανικά.
Παρ’ όλη βέβαια την επιλογή του κεντρικού ήρωα να ζήσει στην Ελλάδα, να εξελληνίσει το όνομά του και να ενσωματωθεί πλήρως στην τοπική κοινωνία, η σκοπιά του ίδιου και της οικογένειάς του δεν είναι στενά και ασφυκτικά ελληνοκεντρική: Αν η οικογενειακή παράδοση είναι η βάση στην οποία πατάει στέρεα η δυναστεία των Μαγκουράτων, δε λείπουν οι δημιουργικές επαφές των επόμενων γενεών με το εξωτερικό και η γόνιμη ενσωμάτωση καινούριων γνώσεων ή δεξιοτήτων στο χωνευτήρι της επιχείρησης – στοιχείο πάντως που δεν εμποδίζει τους ήρωες της ιστορίας μας να αναπτύξουν παράλληλα ο καθένας και τα ιδιαίτερα ταλέντα και τις ικανότητές τους χωρίς πιέσεις και αρνήσεις από την πλευρά της οικογένειας.
Αλλά και πέρα από την ιστορία του κεντρικού ήρωα, η στάση αποδοχής απέναντι στο ξένο γίνεται ορατή στο θετικό τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται στο κείμενο τόσο η Γεωργιανή μετανάστρια που ως δασκάλα μουσικής βοηθάει τον εγγονό Αργύρη στη σύγχρονη Ελλάδα να αναπτύξει το μουσικό ταλέντο του, όσο και η σημερινή Γερμανία, που, όσο κι αν ανακαλεί οδυνηρές μνήμες στο Σίλβιο και στη γυναίκα του, έχοντας ξεπεράσει το τρομακτικό ναζιστικό παρελθόν της, είναι πλέον μια χώρα η οποία αγαπά ιδιαίτερα τις τέχνες και μπορεί να παράσχει σπουδές υψηλού επιπέδου σε αυτές.
Ο καμβάς πάνω στον οποίο στήνεται η ιστορία δεν είναι άλλος από την Ελλάδα του πολέμου, της Κατοχής, της μεταπολεμικής περιόδου, της Χούντας αλλά και της Μεταπολίτευσης. Στις τριάντα τόσες σελίδες του αφηγήματος περνάει από μπροστά μας σε αδρές γραμμές όλη η μεταπολεμική ελληνική ιστορία, χωρίς πάντως η συγγραφέας να αναλώνεται σε κουραστικές και αποπροσανατολιστικές λεπτομέρειες. Η δράση άλλοτε εκτυλίσσεται στην περιοχή της Πάτρας κι άλλοτε μεταφέρεται σε ευρωπαϊκές πόλεις (Φλωρεντία, Μόναχο…), με το τοπικό χρώμα να δίνεται μέσα από την αναφορά σε εμβληματικά τους σημεία ή αξιοθέατα.
 Χαρακτήρες επινοημένοι εμπλέκονται με πρόσωπα πραγματικά –χαρακτηριστική η αναφορά στη σοπράνο Άννα Παρλαπάνου–, τα οποία δε λειτουργούν μόνο ως μια ρεαλιστική πινελιά, αλλά και υπογραμμίζουν την παιγνιώδη διάθεση της συγγραφέα να κινηθεί μεταξύ πραγματικότητας και μυθοπλασίας. Μάλιστα η Αγαθή Δημητρούκα φαίνεται τόσο ενθουσιασμένη από τα κατορθώματα των ηρώων της ώστε βρίσκει τον τρόπο, με αυτοσαρκαστική και αυτοϋπονομευτική διάθεση, εκεί προς το τέλος του βιβλίου, να στριμώξει και ίδιο τον εαυτό της μες στην ιστορία της!
Ύφος λιτό και στρωτό, ίσως λίγο απαιτητικό σε μερικά σημεία για τους νεότερους αναγνώστες, με σύντομα σχόλια διάσπαρτα εδώ κι εκεί, πινελιές χιούμορ, αναφορές στην ελληνική ποίηση και μουσική, αλλά και την αναγκαία δόση στίχων γραμμένων από την ίδια τη Δημητρούκα. Κι όλα αυτά την ώρα που οι ασπρόμαυρες εικόνες της Ανδρομάχης Γιαννοπούλου φιλοτεχνούν με συνέπεια χαρακτηριστικές στιγμές από τη ζωή τριών γενεών Μαγκουράτων, απηχώντας την καθημερινότητα παλιότερων εποχών.
Ένα εξαιρετικά επίκαιρο βιβλίο, όχι μονάχα γιατί η θετική αύρα των ηρώων του μπορεί να λειτουργήσει ως πυξίδα απεγκλωβισμού από μελλοντικά αδιέξοδα για τους μικρούς αναγνώστες, αλλά κι επειδή, σε μια εποχή που η ρατσιστική βία και η ξενοφοβία ξυπνούν οδυνηρές μνήμες, η ιστορία του «ξένου» Σίλβιο και της υπέροχης σχέσης που διαμορφώνει με τη νέα του πατρίδα θα βοηθήσει τα παιδιά να δουν με άλλο μάτι τους τόσους και τόσους μη ελληνικής καταγωγής κατοίκους της χώρας μας που ζουν κι ανασαίνουν δίπλα μας κουβαλώντας τα ίδια όνειρα, τις ίδιες ελπίδες και τις ίδιες αγωνίες με μας.
 
 
 

 
 

Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 2013

Quentin Gréban, Πώς να εκπαιδεύσετε το (μικρό) μαμούθ σας

Μετάφραση: _ , Εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2013 (από 3 ετών)

 
  

Το βιβλίο του Quentin Gréban είναι αυτό ακριβώς που λέει: μία μέθοδος για να εκπαιδεύσετε το μαμούθ σας. Το μικρό μαμούθ σας για την ακρίβεια. Όσο μικρό μπορεί να είναι αυτό. Όσο υπαρκτό μπορεί να είναι ένα μαμούθ στις μέρες μας. Και, στην τελική, όσο κατοικίδιο μπορεί να είναι το εν λόγω ζωάκι.

Γιατί μαμούθ λοιπόν; Γιατί ένα γιγαντιαίο ζώο χρόνια εξαφανισμένο από τη Γη; Γιατί όχι γατάκι, σκυλάκι, καναρινάκι, χαμστεράκι, κάτι μικρό και χαδιάρικο, βολικό και προσαρμοστικό;
 
Ίσως γιατί στο κεφάλι ενός εικονογράφου που είναι και συγγραφέας οι εικόνες να προηγούνται των λέξεων. Κι η εικόνα ενός μαμούθ ως κατοικίδιου –πολλώ δε μάλλον όταν η λιλιπούτεια ιδιοκτήτριά του πρέπει να του διδάξει κι ένα σωρό κανόνες…– είναι από μόνη της τόσο εξωφρενική ώστε να αποδειχτεί εξαιρετικά ελκυστική για τα παιδιά, που γυρεύουν να ανακαλύψουν πώς στο καλό θα λειτουργήσει αυτό το φιλόδοξο παιδαγωγικό εγχείρημα.

Τα πράγματα είναι απλά: Από το μια το κείμενο, δέκα συμβουλές όλες κι όλες, για την κοινωνικοποίηση, το πρόγραμμα, τη διατροφή, τον ύπνο, την καθαριότητα, την υγιεινή, την άθληση, την ψυχαγωγία και τη δημιουργική έκφραση του μικρού μαμούθ. Πάνω κάτω οι ίδιες που θα έδινε κανείς και σε μια μαμά για τη φροντίδα και το μεγάλωμα του παιδιού της. Κι από την άλλη η εικονογράφηση: ανατρεπτική, διασκεδαστική, υπονομευτική. Το κοριτσάκι πασχίζει να εφαρμόσει στο κατοικίδιό του τους κανόνες. Όσο για το καημένο το μαμούθ, δε λες ότι δεν είναι συνεργάσιμο, δε λες ότι δε θέλει να μάθει ή δεν το διασκεδάζει, αλλά, όπως και να το κάνουμε, είτε λόγω μεγέθους είτε λόγω ιδιοσυγκρασίας είτε λόγω παιδικής αδεξιότητας, τα ψιλοκάνει μαντάρα. Έτσι, όσο πιστά κι αν εφαρμόζεται ο κανόνας στα χαρτιά, το αποτέλεσμα, δοσμένο απ’ την εικόνα, είναι τουλάχιστον διασκεδαστικό, ενίοτε και καταστροφικό!

Έξυπνος τρόπος για να αποτυπωθούν αβίαστα οι κανόνες της καθημερινής ρουτίνας στο κεφαλάκι ενός μικρού παιδιού. Αλλά και να απενοχοποιηθεί το ίδιο για τις δικές του αδεξιότητες και μικροζημιές. Άλλωστε, τι να τα λέμε, εκπαιδεύτρια κι εκπαιδευόμενος μοιάζουν τόσο πολύ! Θα το παραδεχτεί η μικρή αφηγήτρια στο τέλος του βιβλίου. Ίσως έχει ήδη προλάβει να σας το ξεφουρνίσει κάπου εκεί στα μισά της ιστορίας και το δικό σας μικρό («Κοίτα, μαμά, το κοριτσάκι πρέπει να φροντίζει το μαμούθ του σαν να είναι κι αυτό παιδάκι!»).
Κι αν τυχόν είναι πολύ ψαγμένος και έμπειρος αναγνώστης, φτάνοντας στο προτελευταίο σαλόνι, εκεί που το μαμούθ έχει πασαλειφτεί με μπογιές, παραπέμποντας στο διάσημο πολύχρωμο ήρωα του David McKee, το βλαστάρι σας μπορεί να σας πετάξει και την ατάκα που θα στείλει στους εφτά ουρανούς κάθε πωρωμένη βιβλιόφιλη μάνα: «Μαμά, κοίτα, το μαμούθ ζωγραφίστηκε Έλμερ!»

Πώς να εκπαιδεύσετε το (μικρό) μαμούθ σας λοιπόν, ή, αλλιώς, πώς να εισαγάγετε το πιτσιρίκι σας, μεταξύ άλλων, ΚΑΙ στις έννοιες της λογοτεχνικής επιρροής και της διακειμενικότητας…        

Πέμπτη 26 Σεπτεμβρίου 2013

Τζον Μπόιν, Μπάρναμπι Μπρόκετ

Εικονογράφηση: Όλιβερ Τζέφερς, μετάφραση: Μαλβίνα Αβαγιανού, Εκδόσεις Ψυχογιός, Αθήνα 2013 (από 11 ετών)

 
 


Ο Μπάρναμπι Μπρόκετ είναι το τρίτο παιδί μιας καθ’ όλα συνηθισμένης, αξιοσέβαστης και βαρετής οικογένειας, ωστόσο ο ίδιος, από τη στιγμή που γεννιέται, δε φαντάζει καθόλου βαρετός και συνηθισμένος, αφού αιωρείται, αψηφώντας τους νόμους της βαρύτητας. Πανικόβλητοι, οι γονείς του προσπαθούν να το κρύψουν, απομονώνοντάς τον στο σπίτι, στέλνοντάς τον σε ένα σχολείο για «ιδιαίτερα παιδιά» ή φορτώνοντάς τον με δυσβάσταχτα βάρη για να τον κρατήσουν στη γη. Δε δίνουν μία για τα ταλέντα και τα ενδιαφέροντά του, όπως η αγάπη του για το διάβασμα. Στη δική τους αντίληψη για τον κόσμο, οτιδήποτε ξεπερνάει το μέτριο είναι καταδικαστέο, ενώ ουκ ολίγες φορές αποδίδουν την ιδιαιτερότητα του Μπάρναμπι σε ισχυρογνωμοσύνη και απείθεια. Ώσπου μια μέρα, απαυδισμένοι, αποφασίζουν να τον ξεφορτωθούν αφήνοντάς τον να φύγει ψηλά στον ουρανό… Εκεί στους αιθέρες θα τον ψαρέψει ένα αερόστατο με δυο γηραιές κυρίες, κι η γνωριμία του παιδιού μαζί τους θα σταθεί η αφορμή για ένα μαγικό ταξίδι σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη της υδρογείου: Νότια και Βόρεια Αμερική, Ευρώπη, Αφρική, ακόμα και στο διάστημα θα φτάσει η χάρη του! Στην περιπλάνησή του, θα κάνει ένα σωρό φίλους που θα τον βοηθήσουν στα δύσκολα, θα σταθεί κι ο ίδιος βοηθός για πολλούς από αυτούς, θα αντιμετωπίσει κινδύνους και απρόβλεπτες καταστάσεις, ακόμα και παλιούς, χαμένους φίλους θα ξανανταμώσει! Κι όλα αυτά ενώ εκεί πίσω στην πατρίδα του την Αυστραλία κάποιοι, αμήχανοι αλλά αμετανόητοι, εξαφανίζουν κάθε αποδεικτικό στοιχείο της πρόθεσης του ιπτάμενου πιτσιρικά να επιστρέψει στα πάτρια, ενώ κάποιοι άλλοι τον νοσταλγούν, χάνουν το κέφι τους και τη διάθεσή τους τσακισμένοι από την απουσία του…

Ξαναγυρνάμε στον Μπάρναμπι, του οποίου ο διακαής πόθος είναι η επιστροφή στο λατρεμένο του Σίδνεϊ. Θα τα καταφέρει τελικά να γυρίσει, και μάλιστα μέσω διαστήματος! Κι όχι μονάχα αυτό: Το φινάλε του ταξιδιού του μπορεί να μην του χαρίσει το θαύμα που προσδοκά, θα του παράσχει ωστόσο ιατρική λύση στο πρόβλημά του. Αλήθεια, πώς θα σας φαινόταν ένας «προσγειωμένος» Μπάρναμπι; Τι το μοναδικό, ιδιαίτερο, συναρπαστικό θα είχε η συναναστροφή μαζί του; Και το ταξίδι του; Θα είχε ποτέ πραγματωθεί αν ο μικρός υπάκουε αυστηρά στους νόμους της βαρύτητας; Κάπως έτσι ο πρωταγωνιστής της ιστορίας μας αντιλαμβάνεται ότι, αν δεν ήταν αυτός που είναι, τίποτα από τα θαυμαστά που έζησε, κανένας απ’ τους ανθρώπους που αντάμωσε δε θα είχε βρεθεί στο δρόμο του. Συνειδητοποιεί ότι δικοί μας είναι εκείνοι που μας δέχονται έτσι ακριβώς όπως είμαστε – και κανένας άλλος. Κι αυτό θα αποδειχθεί έμπρακτα στο απογειωτικό φινάλε του βιβλίου, καθώς στην απόφασή του να τραβήξει το δικό του δρόμο θα τον ακολουθήσει συνειδητά εκείνος που περισσότερο απ’ όλους πόνεσε στη διάρκεια της απουσίας του.

Έντονα αντιρεαλιστικά στοιχεία από τον Τζον Μπόιν, με πρώτο και καλύτερο το διαζύγιο που έχει πάρει ο ήρωάς του με τη βαρύτητα! Η χρήση αντιρεαλιστικών στοιχείων μέσα σε ένα τυπικά ρεαλιστικό πλαίσιο αποδεικνύεται ευφυής, αφού απαλύνει ικανοποιητικά τη σκληρή πραγματικότητα –ένα παιδί που δεν το θέλουν οι γονείς του–, σε αρκετές περιπτώσεις προωθεί αβίαστα την πλοκή –όπως για παράδειγμα συμβαίνει με την έξω από κάθε λογική περιπλάνηση του μικρούλη στο διάστημα, αλλά και με το γεγονός ότι, αν και οχτώ χρονών, περιφέρεται από χώρα σε χώρα με αεροπλάνα και βαπόρια χωρίς ποτέ κανείς να του ζητήσει διαβατήριο–, επί της ουσίας απλοποιεί τόσο τα πράγματα ώστε να αφεθεί απρόσκοπτα ο αναγνώστης στη μαγεία της περιπέτειας. Σε κάποιες περιπτώσεις η επιλεκτικότητα στη διαχείριση πρακτικών ζητημάτων είναι κραυγαλέα, όπως συμβαίνει όταν ο Μπάρναμπι ξεμένει από λεφτά για ταξί, πράγμα που πάντως δεν τον εμποδίζει αμέσως μετά να μπει χωρίς εισιτήριο σε ένα στάδιο… Είναι κι αυτός, νομίζω, ένας από τους τρόπους του συγγραφέα να απαλλάξει το μυθιστόρημά του από το βάρος ενός μέρους της πραγματικότητας. Όσο για το χιούμορ, άλλοτε υποδόριο κι άλλοτε σαρκαστικό και πικρό, δεν αποφορτίζει μόνο, αλλά γίνεται και το εργαλείο για να βγει στην επιφάνεια η ανθρώπινη σκληρότητα σε όλο της το μεγαλείο και να ειπωθούν αβάσταχτες, οδυνηρές αλήθειες.

Η διαχείριση των χαρακτήρων παίζει καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της πλοκής. Σε ό,τι αφορά τον πρωταγωνιστή, για παράδειγμα, κινητήρια δύναμή του είναι η ικανότητά του να επιβιώνει βασισμένος στις δυνάμεις του, η παιδική του αισιοδοξία, η καλοσύνη του κι η πεποίθησή του πως αιτία των περιπετειών του υπήρξε ένα ατυχές συμβάν, όχι η συνειδητή απόφαση των γονιών του να τον διώξουν από κοντά τους. Μπορεί βαθιά μέσα του να έχει τις αμφιβολίες του, πάντως αυτό δε θα κλονίσει την απόφασή του να γυρίσει πίσω, ούτε θα τον εμποδίσει να βοηθήσει τους ανθρώπους που θα συναντήσει να αποκαταστήσουν τις χαμένες ισορροπίες με τις δικές τους οικογένειες. Η σταδιακή του ωρίμανση επιτυγχάνεται μέσα από τις πολλές διαφορετικές του εμπειρίες στη διάρκεια του ταξιδιού του, καθώς χάρη σ’ αυτές ανακαλύπτει ότι υπάρχουν άνθρωποι στον κόσμο που και τον αποδέχονται αλλά και τον χρειάζονται.

Οι περισσότεροι από τους καινούριους του φίλους, βλέπετε, είναι άνθρωποι με τον έναν ή τον άλλον τρόπο «ιδιαίτεροι», είτε επειδή έχουν κάνει επιλογές ζωής που απέχουν από τις συνήθεις, είτε επειδή έχουν αποφασίσει να καλλιεργήσουν ένα ταλέντο, είτε γιατί έχουν κάποια σωματική αναπηρία – πάντοτε όμως, ακόμα κι αν έχουν πετύχει στη ζωή, βαθιά μέσα τους χάσκει μια πληγή, αφού για να κυνηγήσουν το όνειρό τους χρειάστηκε να αποκοπούν ολοκληρωτικά από τις απορριπτικές οικογένειές τους. Η συνάντηση του Μπάρναμπι μαζί τους θα μπορούσε να εκφυλιστεί σε βαρετή περιπτωσιολογία, αν ο συγγραφέας δεν είχε ενσωματώσει στη ροή της βασικής αφήγησης, ως αποτέλεσμα κάποιας αιφνίδιας μεταστροφής στην περιπλάνηση του ήρωά του, την εμφάνιση καθενός τους. Είναι εξάλλου χαρακτηριστικό ότι οι ιστορίες τους μένουν ανοιχτές, αφού πάντοτε ο αποχωρισμός τους από τον μικρό πρωταγωνιστή τούς αφήνει στα πρόθυρα ενός μεγάλου βήματος που εμείς απλώς φανταζόμαστε ότι θα συμβεί. Αν μάλιστα αναλογιστούμε την ομοιότητα που διαθέτει καθεμιά από αυτές τις ιστορίες με την προσωπική περιπέτεια του ίδιου του Μπάρναμπι –γονεϊκή απόρριψη–, ο ατελής τους χαρακτήρας ενισχύει το αίσθημα αισιοδοξίας και προσμονής για το αίσιο τέλος και της δικής του περιπλάνησης.

Όσο για τους απίθανους γονείς του μικρού, τι να πει κανείς γι’ αυτούς τους τύπους; Άραγε δεν υπάρχουν ελαφρυντικά για την εξωφρενική στάση τους; Ω, μα ναι! Οι δικοί τους καταπιεστικοί, απαιτητικοί γονείς, που, θέτοντας στα παιδιά τους δυσθεώρητους στόχους, τα έκαναν να επιδιώκουν την πλήρη αφάνεια και μετριότητα για να έχουν το κεφάλι τους ήσυχο. Όλοι κουβαλάμε τις πληγές μας τελικά. Το ζητούμενο είναι πώς τις διαχειριζόμαστε ώστε να μη μεταλλασσόμαστε από θύματα σε θύτες των άλλων. Κι οι γονείς του Μπάρναμπι Μπρόκετ, δυο καρικατούρες «καθωσπρέπει» ανθρώπων, είναι δυστυχισμένα πλάσματα που έχουν επιλέξει ως στάση ζωής τη λογική του κουκουλώματος και της δήθεν κανονικότητας σε μια απόπειρα απόδρασης από την τραυματική παιδική τους ηλικία.

Δεκαπέντε ασπρόμαυρες εικόνες από τον Όλιβερ Τζέφερς και τρεις καρτ ποστάλ γραμμένες απ’ το «χέρι» του ήρωα συνοδεύουν το κείμενο. Ο Τζέφερς σε κάποια σημεία παίρνει τις ελευθερίες του, όπως στην εικόνα του Μπάρναμπι στο διάστημα, η οποία απέχει από την περιγραφή που δίνει το κείμενο. Αλλού μας κλείνει πονηρά το μάτι με αναφορά στην εικονογράφηση των δικών του βιβλίων – όπως συμβαίνει με εκείνο το ελάφι με τα σαν ξύλα ποδαράκια μέσα στο πάρκο, που κάτι μας θυμίζει…

Ο Μπάρναμπι Μπρόκετ οφείλει τη γοητεία του στο ότι είναι ένα κράμα πολλών διαφορετικών πραγμάτων: από τη μια ένα βιβλίο διασκεδαστικό, περιπετειώδες, γεμάτο ανατρεπτική φαντασία, από την άλλη μια προσωπική ιστορία απόρριψης σκληρά αποκαλυπτική, οδυνηρά αληθινή. Πάνω απ’ όλα όμως το βιβλίο του Μπόιν είναι βαθιά αισιόδοξο απ’ την αρχή του ως το ασυμβίβαστο φινάλε του, εκεί που το Σίδνεϊ, «η πιο υπέροχη πόλη του κόσμου», η Ιθάκη που έδωσε στον πρωταγωνιστή το ωραίο ταξίδι, αντί να σηματοδοτήσει το τέλος –έστω και συμβατικά ή συμβιβαστικά ευτυχές– της διαδρομής, γίνεται η αφετηρία για μια νέα βουτιά στον υπέροχο απέραντο κόσμο, μια βουτιά που είναι αδύνατον να τη χαρείς αν δεν έχεις αγαπήσει κι αποδεχτεί ολοκληρωτικά αυτό τον εαυτό που κουβαλάς μέσα σου.      

Τετάρτη 11 Σεπτεμβρίου 2013

Μαρία Αγγελίδου, Ιστορίες που τις είπε ο πόλεμος

Εικονογράφηση: Ίρις Σαμαρτζή, Μεταίχμιο, Αθήνα 2012 (από 9 ετών)

 
 



Αναρωτηθήκατε ποτέ γιατί, ενώ τα βιβλία μυθολογίας για παιδιά κυκλοφορούν σε αφθονία, τα αντίστοιχα βιβλία ιστορίας είναι αισθητά λιγότερα; Η απάντηση, νομίζω, είναι προφανής: Η μυθολογία σού παρέχει μια ιστορία έτοιμη: υπόθεση, πλοκή, ήρωες, συχνά ακόμα και ηθικό δίδαγμα. Αντιθέτως, η ιστορία, ως παράταξη πραγματικών γεγονότων, και παρά τις αιτιακές συνδέσεις που τη διέπουν, δεν παύει να είναι έρμαιο του τυχαίου, του αναπάντεχου: Σου πεθαίνει, για παράδειγμα, στα καλά του καθουμένου ο βασικός πρωταγωνιστής κι εσύ τρέχεις και δε φτάνεις! Αφήνω τις διαφορετικές ερμηνείες κι εκτιμήσεις, τις αναπόφευκτες συναισθηματικές αποχρώσεις, ακόμα και τις μυστικές ή ασαφείς πτυχές των ίδιων των γεγονότων… 
Η συγγραφέας των Ιστοριών που τις είπε ο πόλεμος φαίνεται πως είχε κατά νου όλες αυτές τις δυσκολίες όταν ξεκίνησε να καταγράψει στιγμές από τους πολέμους Ελλήνων και Περσών σ’ ένα βιβλίο που περιλαμβάνει τέσσερα κεφάλαια: τα τρία πρώτα αφορούν τις μάχες του Μαραθώνα και των Θερμοπυλών και τη ναυμαχία της Σαλαμίνας· το τέταρτο κάνει ένα άλμα στο χρόνο και μας πάει στη μάχη του Αλέξανδρου με το Δαρείο τον Γ’ στα Γαυγάμηλα. Τέσσερις μάχες με τους ίδιους λαούς αντιμέτωπους, αλλά με διαφορετικούς κάθε φορά πρωταγωνιστές, σε διαφορετικές συνθήκες και με διαφορετικούς όρους. Ποια είναι η συνδετική γραμμή ανάμεσά τους; Μα ο κοινός αφηγητής. Που δεν είναι όποιος κι όποιος, αλλά ο καθ’ ύλην αρμόδιος να μιλήσει για τέτοια ζητήματα: ο κυρ Πόλεμος αυτοπροσώπως!
Κι αν κάτι μας ξεκαθαρίζει εξαρχής ο αφηγητής μας, είναι ότι κάθε μάχη είναι ένας άλλος κόσμος, μια άλλη ιστορία. Ότι δεν υπόκειται σε κατηγοριοποιήσεις και κανόνες. Αυτό καθιστούν σαφές και οι τίτλοι των τεσσάρων επιμέρους κεφαλαίων: τα ιστορικά γεγονότα δεν είναι ομοιόμορφες, τυποποιημένες ιστορίες βαλμένες στην αράδα, που περιμένουν από σένα να τις θυμηθείς με βάση μονάχα ονόματα κι ημερομηνίες· καθένα έχει τη δική του, μοναδική υπόσταση: άλλες μάχες κερδίζονται με την τρεχάλα, σ’ άλλες θριαμβεύουν οι νικημένοι και σ’ άλλες οι νικητές, κάποιες άλλες, πάλι, με διαφορετικές προθέσεις ξεκινάνε κι αλλιώς καταλήγουν…
Κάποτε ο τίτλος μπορεί να υποδεικνύει και τον βασικό αφηγηματικό άξονα, το εύρημα εκείνο που μπολιάζει τα ιστορικά γεγονότα μεταλλάσσοντάς τα σε συνεκτικές αφηγήσεις. Όπως γίνεται στην περίπτωση της μάχης που κερδήθηκε τρέχοντας – γνωστής και ως μάχης του Μαραθώνα. Άντε μετά από τόση τρεχάλα να βρεθεί έστω και μισό παιδί που να μην έχει εμπεδώσει αυτό το θαυμαστό επίτευγμα ανθρώπινης θέλησης! Άλλοτε το στίγμα το δίνει μια –φαινομενικά ασήμαντη– λεπτομέρεια, όπως η ιεροτελεστία της φροντίδας της κόμης πριν από τη μάχη, όπως γίνεται στην εξιστόρηση της μάχης των Θερμοπυλών, κι άλλοτε μια χαρακτηριστική φράση ενός ηγέτη που μπορεί να αλλάξει διαμιάς τον ρου των γεγονότων.
Μόνο που στις αφηγήσεις υπάρχουν και τα πρόσωπα, αυτοί που κινούν τα νήματα. Γι’ αυτό και ανάλογη έμφαση δίνεται στην παρουσίαση των ιδιαίτερων χαρακτηρολογικών στοιχείων αλλά και στην αντιπαράθεση της ψυχοσύνθεσης των μεγάλων πρωταγωνιστών (Ξέρξης-Λεωνίδας, αλλά και Ξέρξης-Θεμιστοκλής, όπως και Αλέξανδρος-Δαρείος Γ’). Από κει και πέρα, μες στις αδρές αυτές γραμμές μπορούν να χωρέσουν περίπου τα πάντα: οι ιδιαίτερες συνθήκες των μαχών, οι αναπάντεχες εφορμήσεις του τυχαίου στο ρου των γεγονότων, οι πολιτισμικές διαφορές των λαών, οι θρησκευτικές πεποιθήσεις, ο ρόλος δευτερευόντων προσώπων και γεγονότων. Μπορούν να διαφανούν οι αιτίες – ή έστω κάποιες από αυτές. Αλλά και να αποκατασταθούν παρεξηγήσεις, απόρροια μάλλον συναισθηματικής φόρτισης, όπως η αντίληψη ότι ο Δαρείος ή ο Ξέρξης ήταν βασιλιάδες της πλάκας… Ακόμα και να διατυπωθούν νύξεις για τον τρόπο με τον οποίο γράφεται τελικά η ιστορία – με τις αναφορές στις μάχες που δίνονται στα βάθη των βιβλίων!
Χιούμορ αλλά και κριτική διάθεση, προσήλωση στα γεγονότα αλλά και αποστασιοποίηση από πολεμοχαρείς κι εθνικιστικές εμμονές, μια νηφάλια ματιά μέσα από ένα σύγχρονο αλλά και βαθιά ανθρώπινο πρίσμα.  
Κι ερχόμαστε στην εικονογράφηση: Για την Ίριδα Σαμαρτζή έχω την αίσθηση ότι, όσο ετερόκλητα κι αν είναι τα βιβλία που καλείται κάθε φορά να εικονογραφήσει, έχει την ικανότητα, χωρίς να προδίδει στο ελάχιστο το προσωπικό καλλιτεχνικό της στίγμα, να αποτυπώνει με εκπληκτική ακρίβεια το πνεύμα του εκάστοτε κειμένου. Όχι σχολιάζοντας αλλά συνδημιουργώντας. Εδώ, για παράδειγμα, η εικονογράφηση θυμίζει ανασκαφή: εικόνες αλλά και θραύσματα εικόνων· αναφορές σε αρχαιοελληνικά μοτίβα και τεχνοτροπίες· σπαράγματα χαρτών, αγαλμάτων και αγγείων· αλλά και χρωματικές αντιθέσεις δηλωτικές της αντιπαράθεσης των δύο πολιτισμών. Με δυο λόγια, η αποσπασματικότητα μιας ιστορίας που έφτασε ως τις μέρες μας μέσα από ό,τι κατόρθωσε να διασωθεί από τη μήνι του χρόνου και των ανθρώπων.
Τις Ιστορίες που τις είπε ο πόλεμος τις αγόρασα πριν από λίγους μήνες για να τις δωρίσω σ’ ένα γνωστό μου δεκάχρονο παιδάκι το οποίο απεχθανόταν την ιστορία. Υποψιαζόμουν ότι γι’ αυτή την απέχθεια δεν έφταιγε ούτε η ιστορία ούτε το παιδί, αλλά ο τρόπος με τον οποίο είχαν επιλέξει να του την επιβάλουν: αποστειρωμένη, αποκομμένη από τα πάντα, νεκρή. Εγώ, από την άλλη, ήθελα να του δώσω να καταλάβει πως ό,τι καταγράφηκε ως ιστορικό γεγονός στο πέρασμα του χρόνου έλαβε χώρα όχι σε κάποιο διαστημικό τοπίο ούτε σε μια στιγμή αποκομμένη από το χρόνο, αλλά κάπου εδώ δίπλα, σε μιαν ώρα σαν και τούτη. Ότι εκείνος ο μακρινός Μαραθώνας ήταν ο ίδιος μ’ αυτόν που είχε πάει πολλές φορές για κολύμπι, ότι εκείνη η ηρωική Σαλαμίνα είναι το νησάκι που πετάχτηκε άλλες τόσες φορές για μια κυριακάτικη εκδρομή. Ομολογώ ότι όταν διάβασα το βιβλίο μετά βίας αντιστάθηκα στην παρόρμηση να γράψω γι’ αυτό. Σκέφτηκα να το παρουσιάσω κάποια στιγμή στο μέλλον μαζί με όλα τα υπόλοιπα βιβλία της σειράς. Αν αποφάσισα τελικά να μιλήσω μόνο γι’ αυτό σήμερα, ήταν επειδή, όταν καταστάλαξε η πρώτη εντύπωση στο μυαλό μου, θεώρησα ότι, εντάσσοντάς το σε ένα ευρύτερο σύνολο, θα αδικούσα τη μοναδικότητά του, θα κατέπνιγα ενδεχομένως την αυθεντικότητα της φωνής του αφηγητή του. Αυτής της φωνής που σ’ ένα σημείο του βιβλίου ενδίδει στη συγκίνηση από την απέλπιδα προσπάθεια του Λεωνίδα, των Σπαρτιατών και των Θεσπιέων στις Θερμοπύλες. Και που κάπου αλλού μας υπενθυμίζει, σχεδόν τρυφερά, ότι η «μάχη που κερδήθηκε τρέχοντας» έγινε «μια γλυκιά μέρα του Σεπτέμβρη» σαν και τη σημερινή, σε μια παραλία λίγα χιλιόμετρα από το σημείο όπου γράφονται οι τελευταίες λέξεις αυτής εδώ της ανάρτησης.
 
 
 

 

Πέμπτη 5 Σεπτεμβρίου 2013

Ελένη Πριοβόλου, Ο τρυφεράκανθος

Εικονογράφηση: Κατερίνα Βερούτσου, Καλέντης, Αθήνα 2013 (από 5 ετών)




Ο τρυφεράκανθος ζει σ’ ένα πανέμορφο λιβάδι. Έχει φίλους τον ήλιο, το φεγγάρι, τον αέρα, το ουράνιο τόξο. Εσωστρεφής, ντροπαλός, διαισθητικός και ονειροπόλος όμως καθώς είναι, δεν μπορεί να γίνει κατανοητός από τα άλλα ζωντανά του λιβαδιού, που τον κοροϊδεύουν. Οι φίλοι του, ο ήλιος, ο αέρας, η ίριδα και το φεγγάρι, τον στηρίζουν λέγοντάς του ότι τους αρέσει ακριβώς όπως είναι, ωστόσο αυτός αποφασίζει να αλλάξει, να προξενεί το φόβο στους άλλους. Και με τη βοήθεια του ξωτικού του δάσους, μεταμορφώνεται σε ακανθόχοιρο, σκορπώντας πόνο γύρω του, βλάπτοντας όχι μονάχα εκείνους που τον κοροϊδεύουν αλλά και τους ίδιους τους φίλους του, που παίρνουν των ομματιών τους από το λιβάδι, οδηγώντας και τους υπόλοιπους κατοίκους του στην απόφαση να ξενιτευτούν. Ο τρυφεράκανθος συνειδητοποιεί το λάθος του και, κατορθώνοντας να ανακαλύψει βαθιά μέσα του ένα κομμάτι του παλιού του εαυτού, ξαναβρίσκει την πρώτη του μορφή, φέρνοντας πάλι τη χαρά και τη ζωή στο λιβάδι.

Η βία, ακόμα και λεκτική, ακόμα και ακούσια, παράγει βία, μας λέει η Ελένη Πριοβόλου. Κάποτε μάλιστα βία πολλαπλάσια της αρχικής, ανεξέλεγκτη, τυφλή. Όταν ο ήρωάς μας αποφασίζει να αλλάξει, στόχος του είναι απλώς να τρομάξει αυτούς που τον περιγελούν. Μόνο που καταλήγει να γίνει αποκρουστικός κι επικίνδυνος ακόμα και για τους αγαπημένους του, για τον ίδιο του τον εαυτό. Το χειρότερο, από θύμα γίνεται θύτης, κατηγορούμενος, υπόλογος απέναντι σε κείνους που πρώτοι τον αδίκησαν.

Δηλαδή η ειρωνεία, ο εμπαιγμός, η κοροϊδία δεν είναι μορφή βίας; θα μου πείτε. Φυσικά και είναι, και μάλιστα βία ύπουλη και βασανιστική. Μόνο που ο τρυφεράκανθος δε στέκει απροστάτευτος απέναντι στην ανόητη, αφελή, ενδεχομένως και ζηλόφθονη στάση των πλασμάτων του λιβαδιού: έχει τη ζεστασιά και την αγάπη φίλων καλών κι αγαπημένων’ την εξήγηση της σοφής κουκουβάγιας («ό,τι δεν μπορούν να καταλάβουν το κοροϊδεύουν»)’ αλλά και την έγκαιρη προειδοποίηση του ξωτικού του δάσους («Όταν σε φοβούνται… δε θα σ’ αγαπούν»). Κι όμως, εμμένει στην απόφασή του να γίνει μισητός. Και φυσικά το πληρώνει. Όταν μάλιστα πάει να εκφράσει το παράπονό του στα πλάσματα του λιβαδιού για τη συμπεριφορά τους, εκείνα αποσείουν την ευθύνη ισχυριζόμενα πως «απλώς έπαιζαν». Να σας πω την αλήθεια, εμένα δε με πείθουν εντελώς. Ίσως μάλιστα ο μικρός αναγνώστης, έχοντας συμπονέσει τον τρυφεράκανθο στην αρχή της ιστορίας, να περίμενε τουλάχιστον από μέρους τους μια παραδοχή και των δικών τους ευθυνών, που όμως δεν έρχεται ποτέ. Ευτυχώς έχει προηγηθεί η εξήγηση της κουκουβάγιας, αυτό το «δεν μπορούν να καταλάβουν», που τους παρέχει ένα ελαφρυντικό για τη στάση τους. Όσο για τον τρυφεράκανθο, η πορεία επιστροφής του προς τον πρότερο εαυτό του θα αποδειχθεί μοναχική και επώδυνη. Κανένα στοιχείο της φύσης δε θα διευκολύνει το δρόμο του, κανένα ξωτικό δε θα ζωντανέψει από τη δύναμη της διαίσθησής του. Η βύθιση στον εαυτό του, η συνειδητοποίηση του λάθους του είναι αυτές που θα ξαναφέρουν στην επιφάνεια αυτό που κάποτε ήταν, αποκαθιστώντας τις ισορροπίες στο λιβάδι.

Η συγγραφέας ζωντανεύει τον φυσικό κόσμο επιστρατεύοντας χρώματα, ήχους, ευωδιές και την πολυμορφία της πανίδας με έμφαση στα μικρά πλασματάκια, ενώ ανεμόσκαλες, βροχοκλωστές και βροχοσκάλες κάνουν δυνατή την επικοινωνία με τα φυσικά και υπερφυσικά στοιχεία, μεταλλάσσοντας το λιβάδι σε ένα θαυμαστό τοπίο όπου η μαγεία γίνεται απτή μόνο χάρη στην ιδιαίτερη ευαισθησία αυτού που την αναζητά. Η εικονογράφηση της Κατερίνας Βερούτσου, απόλυτα εναρμονισμένη με το κείμενο, δίνει το απαραίτητο χρώμα και βάθος, ζωντανεύοντας το σκηνικό και τους κατοίκους του και αποτυπώνοντας διαθέσεις και συναισθήματα χάρη στην εναλλαγή ανάμεσα σε φως και σκοτάδι, σε χρώματα και υφές, με εξαιρετικό για άλλη μια φορά αποτέλεσμα.

Ο Τρυφεράκανθος δεν είναι μόνο ένα βιβλίο για το σεβασμό στη διαφορετικότητα ή για τις πολλές κι αλληλένδετες μορφές της βίας. Επιπλέον, θίγει καίρια ζητήματα αυτογνωσίας (είμαστε συμφιλιωμένοι με τον εαυτό μας ανεξάρτητα από το τι λένε οι άλλοι για μας;), ανθρώπινων σχέσεων (είναι δυνατόν να μας καταλαβαίνουν όλοι;), αλλά και ατομικής επιλογής και ευθύνης (είναι αρκετή η βία των άλλων για να δικαιολογήσει αντίστοιχες δικές μας συμπεριφορές και αποφάσεις;). Η απουσία διδακτισμού μπορεί να συνεπάγεται λίγο περισσότερο παίδεμα κατά την ανάγνωση, αν και στο δικό μας σπίτι οι συζητήσεις γύρω από το συγκεκριμένο βιβλίο υπήρξαν αρκούντως παραγωγικές, κάνοντάς μας να συνδέσουμε την ιστορία του τρυφεράκανθου με στιγμές από τη δική μας πραγματικότητα αλλά και δίνοντας πάντα στην ερμηνεία μας μια καινούρια οπτική ή απόχρωση που την προηγούμενη φορά μάς είχε διαφύγει.

Δευτέρα 19 Αυγούστου 2013

Βιβλιόφιλοι από κούνια! (Βιβλία για παιδιά από 1 έτους)


Η καλή μέρα από το πρωί φαίνεται, κι αν δεν προπονήσεις ένα παιδί από τη βρεφική του ηλικία στις καλές αναγνωστικές συνήθειες, ποτέ δεν ξέρεις τι θα σου ξημερώσει στο μέλλον. Επειδή λοιπόν κάποιες φίλες μου με ρωτάνε ποια βιβλία προτείνω για την εγκύκλια μόρφωση των βρεφών τους, ιδού ορισμένοι τίτλοι για πολύ, πολύ μικρά παιδάκια, ικανοί πάντως να ξεμυαλίσουν και πιο ώριμους αναγνώστες:

Σειρά Βρες με! Εκδόσεις Ψυχογιός, Μετάφραση: _, Αθήνα 2011-2013 





 Σειρά τεσσάρων –για την ώρα– τρισδιάστατων βιβλίων (Η φάρμα, Τα παιχνίδια, Τα ζωάκια, Τα οχήματα). Ανοίγοντας κάθε σελίδα, σε περιμένει μια μικρή έκπληξη – οχήματα που κινούνται, πύραυλοι που εκτοξεύονται, ζωάκια έτοιμα να πεταχτούν στην αγκαλιά σου, παιχνίδια που σαλεύουν κ.ο.κ. Καλοφτιαγμένα βιβλιαράκια, που, συνδυάζοντας εικόνα και κίνηση, εξάπτουν το φιλέρευνο πνεύμα του μωρού και τη διάθεσή του για παιχνίδι. 


  

Benji Davies, σειρά Ο Αρκουδάκος, μτφρ. Φίλιππος Μανδηλαράς, Εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2013

 

 

Σειρά δύο για την ώρα βιβλίων (Ο Αρκουδάκος στην πυροσβεστική! Ο Αρκουδάκος στο πειρατικό!). Όμορφη εικονογράφηση, μικρές ομοιοκατάληκτες φρασούλες, σελίδες από σκληρό χαρτόνι και πολλά κινούμενα μέρη. Το σκληρό χαρτόνι κάνει τα βιβλία ιδιαίτερα ανθεκτικά όχι μόνο σε μικρά χεράκια, τα οποία φαντάζουν ειδικευμένα στη χρήση τους, αλλά και σε ατσούμπαλα χέρια μεγάλων, όπως τα δικά μου. Κινούμενα μέρη προσαρμοσμένα στις ανάγκες του κειμένου, γεμάτα ευρηματικότητα και ιδανικά για να ακονίσουν την παρατηρητικότητα των παιδιών.

Fiona Watt, Συναυλία στο δάσος - Το πρώτο μου μουσικό βιβλίο, Εικονογράφηση Elisa Squillace, μτφρ. Αγαθή Δημητρούκα, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2012

 

 
 
Βιβλίο με ήχους για μικρά παιδιά. Στο δάσος ετοιμάζεται συναυλία και κάθε ζωάκι προβάρει το κομμάτι του στη φωλιά του. Στη συνέχεια, όλα μαζί, συμμετέχουν στη γενική πρόβα και στη συναυλία. Παράλληλα με το εικονογραφημένο κείμενο, το παιδί μπορεί να ακούσει και την ηχητική εκδοχή της πρόβας του κάθε ζώου αλλά και της γενικής πρόβας και της συναυλίας επιλέγοντας από το ηχητικό μενού στη δεξιά πλευρά του βιβλίου. Γλυκιά εικονογράφηση, πολύ καλή ηχητική απόδοση, αλλά και μια μικρή ανατροπή στο τέλος, που θα ενθουσιάσει τους μικρούς αναγνώστες. (Σε αντίστοιχο πνεύμα κινείται και η Χριστουγεννιάτικη συναυλία στο δάσος, από τις ίδιες δημιουργούς, αλλά δεν τη συστήνω καλοκαιριάτικα...)

Παρασκευή 2 Αυγούστου 2013

Οι περιπετειώδεις αρκούδες του Benjamin Chaud

  • Ένα νανούρισμα για αρκούδες, μτφρ. Έφη Κορομηλά, Εκδόσεις Κόκκινο, Καλαμάτα, 2012

  • Ένα καλοκαιράκι για αρκούδες, μτφρ. Γιώργος Κουραβέλος, Εκδόσεις Κόκκινο, Καλαμάτα, 2013


 
 
Το υπέροχο με τα εικονογραφημένα βιβλία είναι ότι μπορούν να σε κατακτήσουν ακαριαία, με την πρώτη ματιά στο εξώφυλλο ή έστω μ’ ένα απλό ξεφύλλισμα. Κάτι τέτοιο μού συνέβη πρώτα με το Ένα νανούρισμα για αρκούδες και κατόπιν με τη συνέχειά του, το Ένα καλοκαιράκι για αρκούδες, του Benjamin Chaud, δυο βιβλία των οποίων η εκπληκτική εικονογράφηση δε σου αφήνει περιθώρια διαφυγής. Είναι όμως μόνο αυτό; Όχι! Το μαγικό ταξίδι πατέρα και γιου αρκούδου στον εξαντλητικά λεπτομερειακό –και σε γενικές γραμμές ρεαλιστικά αποτυπωμένο– κόσμο της εικονογράφησης παίρνει σάρκα και οστά χάρη σε μια άκρως αντιρεαλιστική όσο και λιτά αφηγημένη ιστορία προσωπικής αναζήτησης, που διαρρηγνύει τις συμβάσεις, με τον τρόπο ακριβώς που ταιριάζει σ’ ένα παιδικό βιβλίο.

Έτσι, στο Νανούρισμα, ένα αρκουδάκι εγκαταλείπει τη φωλιά του, όπου είναι έτοιμο να πέσει σε χειμερία νάρκη μαζί με τον μπαμπά του, για να ακολουθήσει μια μέλισσα. Ο μπαμπάς σπεύδει να το αναζητήσει, εγκαταλείποντας το δάσος και μπαίνοντας στην πολύβουη πόλη. Η αναζήτηση του μικρού τον οδηγεί στη μεγάλη όπερα, όπου, ύστερα από ικανοποιητικό βαθμό πανικού και αναστάτωσης, κατορθώνει όχι μονάχα να ανακαλύψει τον μικρό του γιο αλλά και να βρουν παρέα το ιδανικό μέρος για χειμερία νάρκη. Ανατροπή στερεοτύπων –δυο αρκούδες που φτάνουν στη μεγάλη πόλη εγκαταλείποντας/υπερβαίνοντας έναν τρόπο ζωής ταυτισμένο με τη φύση τους– αλλά και δράση, που επιτείνεται από την αναζήτηση του μικρού αρκούδου σε αχανή δάση, πολύβουα αστικά τοπία, μποτιλιαρισμένους δρόμους, πολυσύχναστες όπερες. Αν μέσα σ’ αυτό το χάος ο πανικόβλητος μπαμπάς περνάει απαρατήρητος από τους βιαστικούς περαστικούς, τους επιθετικούς οδηγούς και τους πολυάσχολους εργαζόμενους της όπερας, φανταστείτε τι γίνεται με το μικροσκοπικό αρκουδάκι… Αναπόφευκτα, μικροί και μεγάλοι αναγνώστες σπεύδουμε να συνδράμουμε στην αγωνιώδη αναζήτηση σαρώνοντας κάθε λεπτομέρεια της εικόνας μπας και το πετύχουμε πουθενά – κι είναι κι αυτή άλλη μια αφορμή για να παραταθεί η οπτική απόλαυση αλλά και για να βρεθούμε αντιμέτωποι με τις μικρές δευτερεύουσες, ή έστω εν δυνάμει, ιστορίες που ξεπηδούν από την πανδαισία των εικόνων!



Το δεύτερο βιβλίο της σειράς, το Ένα καλοκαιράκι για αρκούδες, ανταμώνει πατέρα και γιο εκεί ακριβώς που τους άφησε το τέλος του προηγούμενου βιβλίου. Βέβαια, εδώ το καινούριο ταξίδι ξεκινάει ερήμην των επιθυμιών και των δυο τους: Βλέπετε, το τσουχτερό κρύο τούς κάνει να βρουν καταφύγιο σ’ ένα πολυκατάστημα, όπου ένα παιδάκι θα περάσει τον μικρό αρκούδο για λούτρινο και θα τον πάρει μαζί του στις διακοπές του, παρασύροντας εκ νέου τον ταλαίπωρο μπαμπά σε μια αναζήτηση που περιλαμβάνει κάθε λογής μεταφορικό μέσο, κάθε δυνατό προορισμό, κάθε παράλληλο της υφηλίου. Η πληθωρική εικονογράφηση γι’ άλλη μια φορά επιτείνει την περιπέτεια, καθώς ο Chaud επεκτείνει τη δράση του σε πολυσύχναστα τοπία του βυθού, σε τόπους οργιώδους βλάστησης, σε ζωηρές εξωτικές γιορτές και σε μακρινά παραδεισένια ακρογιάλια. Αλλά, επίσης γι’ άλλη μια φορά, η λιτή και κάποτε ελλειπτική λεκτική εξιστόρηση των γεγονότων πετυχαίνει όχι μόνο να θέσει εξαρχής το αντισυμβατικό πλαίσιο, αλλά και να κάνει νύξεις σε ποικίλα ζητήματα, όπως η αποκοπή από τη φύση –όταν, π.χ. ο μπαμπάς αρκούδος αποκαλεί την άγρια ζωή «επικίνδυνη», έχοντας αποκτήσει αστικές συνήθειες–, να διαφοροποιηθεί από αντιλήψεις/στάσεις που διέτρεχαν το Νανούρισμα –βλ. την ενθουσιώδη υποδοχή του μικρού αρκούδου από τους μασκαράδες σε αντιδιαστολή με τη φοβική στάση του κοινού της όπερας–, αλλά και να θέσει το ζήτημα του χάσματος των γενεών, εστιάζοντας στο φινάλε στον εξαντλημένο αλλά και προσκολλημένο στη συνήθεια μπαμπά αρκούδο, ο οποίος αδυνατεί να παρακολουθήσει τους ρυθμούς του ρηξικέλευθου γιου, και πρακτικά αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο ενός τρίτου γύρου περιπλανήσεων…

Τα βιβλία του Chaud σε μια πρώτη ματιά μπορεί να σε κάνουν να φανταστείς ότι η ιστορία είναι μονάχα η αφορμή για τη γοητευτική περιπέτεια της εικόνας, ωστόσο, αν η δεύτερη είναι ο μεγάλος, υπέροχος, ανεξερεύνητος κόσμος στον οποίο οι κεντρικοί ήρωες της ιστορίας μπορεί να συνιστούν μια απειροελάχιστη λεπτομέρεια, η πρώτη είναι μια προσωπική περιπέτεια αναζήτησης, συναισθημάτων και βαθιάς αγάπης, μια διακριτή προσωπική γραμμή μέσα στο χάος, χωρίς την οποία η πρώτη θα έχανε μεγάλο μέρος από το νόημά της.

Τρίτη 23 Ιουλίου 2013

Χρήστος Μπουλώτης, Η παράξενη αγάπη του αλόγου και της λεύκας

Ζωγραφιές Φωτεινή Στεφανίδη, Polaris, Αθήνα 2011 (από 6 ετών)

 




Ένα από αυτά τα βιβλία που φοβάσαι να τ’ αγγίξεις μην τυχόν και χαλάσεις κάτι από την ομορφιά τους. Μια ιστορία για την αγάπη που γεννιέται σ’ ένα λιβάδι ανάμεσα σε μια πανέμορφη μοναχική λεύκα κι ένα περήφανο άλογο, μια αγάπη που αναδύεται μέσα από την κοινή μοναξιά τους, η οποία θα είναι και η αφορμή για να προσέξουν το ένα την εκθαμβωτική ομορφιά του άλλου. Πλάσματα τελείως αλλιώτικα, το δέντρο και το ζώο θα βρουν κοινούς κώδικες, θα μοιραστούν γνώσεις, εμπειρίες, συναισθήματα και αισθήσεις. Ως την ημέρα που το άλογο εξαφανίζεται, καθώς ο ιδιοκτήτης του δεν έχει πια δουλειές στο χωράφι που γειτονεύει με το λιβάδι της λεύκας. Ο χωρισμός είναι αφόρητος και το άλογο θα βρει τρόπο να ξαναβρεθεί κοντά στην αγαπημένη του. Μα όταν η κακία κι ο φθόνος θα θέσουν σε κίνδυνο την ίδια τη ζωή της λεύκας, η ανθρωπιά θα είναι αυτή που θα διασώσει την αγάπη, κι εκείνη με τη σειρά της θα αγγίξει το θαύμα, χωρίς πάντως να απαρνηθεί το βασικό της χαρακτηριστικό, την πλήρη αποδοχή της διαφορετικότητας του άλλου.

Ειπωμένη ήρεμα κι αβίαστα σαν παραμύθι, η ιστορία του Χρήστου Μπουλώτη αργά, σταθερά, συνειδητά θραύει στερεότυπα και σχήματα, πετυχαίνοντας μια σειρά από ανέλπιστες ανατροπές των αναγνωστικών μας προσδοκιών: Πρώτα απ’ όλα, είναι ο τρόπος που γεννιέται η αγάπη δέντρου και ζώου, αργός και κοπιώδης. Όσο κι αν είναι μεγάλη η ομορφιά της λεύκας, όσο κι αν είναι πανέμορφο το λευκό άλογο, θα χρειαστεί να δώσουν προσοχή, να νοιαστούν το ένα για το άλλο για να αγαπηθούν. Βέβαια, κι η ίδια αυτή η ομορφιά φθείρεται, παύει κάποια στιγμή να υφίσταται – αλλά αυτό δεν κάνει καμία διαφορά, καθώς εκείνος που αγαπάει κατορθώνει να διακρίνει το ωραίο πέρα από την προφάνεια της εμφάνισης. Όσο για το κακό, μπορεί, τηρώντας τα προσχήματα, να είναι «κακομούτσουνο», ωστόσο ο κόσμος που πλάθει ο Μπουλώτης δεν ορίζεται από το απλουστευτικό δίπολο καλό-κακό. Οι ήρωές του έχουν κι αυτοί τις ψυχολογικές διακυμάνσεις τους και φτάνουν στην προσωπική τους αλήθεια με τον ίδιο τρόπο που κι η αγάπη, όπως προείπαμε, δεν κεραυνοβολεί αλλά κατακτιέται. Έτσι, ο ιδιοκτήτης του αλόγου μπορεί αρχικά να βάζει με το νου του να κόψει τη λεύκα, αλλά, έχοντας ακουστά την ικανότητα των λουλουδιών να μιλάνε, αφουγκράζεται τις πονεμένες κραυγές του δέντρου και συγκινείται απ’ την ιστορία του. Ένα μικρό θαύμα ανθρωπιάς. Και δεν είναι το μόνο: Τα θαύματα που γεννιούνται στο λιβάδι το οποίο στεγάζει αυτή την παράξενη αγάπη είναι μικρά αλλά συνιστούν γιγαντιαίες προσωπικές υπερβάσεις. Όπως το δέντρο που κατορθώνει να περπατήσει για χάρη του αγαπημένου του αλόγου. Κι αν οι από μηχανής θεοί δε λείπουν, πρόθυμοι να κάνουν πιο απλή τη ζωή των δυο αγαπημένων μεταμορφώνοντάς τους και τους δυο σε άλογα ή σε λεύκες, η ιστορία μας αποφεύγει να ακολουθήσει τις πεπατημένες βατραχιών που έγιναν πρίγκιπες ή γοργόνων που απέκτησαν πόδια, εμμένοντας στην ουσία της σχέσης των δυο αγαπημένων: αυτό που αγάπησαν ο ένας στον άλλο ήταν η διαφορά και ταυτόχρονα η μοναδικότητά τους. Περιορίζοντας έτσι νεράιδες και φεγγάρια, πλάσματα της φαντασίας, στο ρόλο του έκθαμβου παρατηρητή. Κι επιβεβαιώνοντας καθ’ ολοκληρίαν το «παράξενο» αυτής της αγάπης: με την έννοια όχι μονάχα του αλλόκοτου, του ακατανόητου, αλλά και του σπάνιου, του θαυμαστού.

Αυτό ακριβώς το «παράξενο» με τη διπλή του έννοια έρχεται να αποτυπώσει στις ζωγραφιές της η Φωτεινή Στεφανίδη. Αποδίδοντας το μεταφυσικό ως προϊόν, ή προέκταση, του φυσικού, του παράδοξα αυτονόητου της αγάπης ζώου και δέντρου. Οπτικοποιώντας το θαύμα κι εντάσσοντάς το αβίαστα, με τον ίδιο τρόπο που επιτάσσει και η αφήγηση, στο καθημερινό σύμπαν των δυο αγαπημένων. Ζωγραφίζοντας έναν κόσμο όπου της πραγματικότητας υπερίπτανται αμέριμνα το αφανές και το άρρητο, το μαγικό και το μυστικό, το μυθικό και το αρχέγονο, όχι ως περαστικοί ταξιδιώτες αλλά ως συστατικά της στοιχεία και μαζί στοχαστικοί παρατηρητές της. Και με την αδιάλειπτη παρουσία ενός ιπτάμενου βιβλίου να υπενθυμίζει την κατεξοχήν φύση της ιστορίας.

Με κάποιον τρόπο, ο δύσκολος δρόμος που διαλέγουν να πορευτούν τα δυο αυτά υπέροχα πλάσματα, το άλογο κι η λεύκα, φαντάζει γοητευτικός όχι μονάχα γιατί υποδηλώνει τη βαθιά αυτογνωσία τους και τη συνειδητότητα των επιλογών τους, αλλά και γιατί αντικατοπτρίζει μια καλλιτεχνική αντίληψη που, μακριά από απλουστεύσεις, μανιέρες, συνταγές και σπασμωδικές κραυγές, τολμά την ανατροπή χωρίς να την εκβιάζει, αγκαλιάζει το θαύμα χωρίς να αρνιέται την πραγματικότητα, αποφεύγει τη σχηματικότητα και την απλοϊκότητα χωρίς να επιζητά την εκζήτηση. Και μάλιστα σαν να μη μεσολάβησαν λέξεις, εικόνες, φθόγγοι, χρωστικές, κάθε λογής κώδικες κι υλικά, ανάμεσα στην αρχική πρόθεση και στην υλοποίησή της.


Όταν θέλησα να γράψω για το βιβλίο,
πήγα να το αναζητήσω στο δωμάτιο της κόρης μου
και δεν μπόρεσα να αντισταθώ στον πειρασμό να το φωτογραφίσω
με αυτό το φοβερό σελιδοδείκτη!