Παρασκευή 4 Μαρτίου 2016

Φωτεινή Βασιλείου, Το φεγγάρι γλίστρησε στην καμινάδα


Εικονογράφηση Φωτεινή Τίκκου, Κόκκινη Κλωστή Δεμένη, Πάτρα 2015

 

Τρία ζωάκια, με διαφορετικές διαδρομές, εμπειρίες, χαρακτήρες και καταβολές, συναντιούνται σε μια ταράτσα και γίνονται φίλοι, με μοναδικό κοινό στοιχείο την αγάπη τους για το φεγγάρι. Το καθένα σ’ αυτό βλέπει κάτι διαφορετικό, ανάλογα με την οπτική, τις επιθυμίες αλλά και τον χαρακτήρα του. Κι όταν μια νύχτα το φεγγάρι χαθεί κι η καχυποψία φωλιάσει στις καρδιές τους, οι τρεις φίλοι θα πρέπει να ανακαλέσουν τα καλά στοιχεία ο ένας του άλλου για να διατηρήσουν αλώβητη τη φιλία τους. Κι ίσως τότε να ξαναφανεί και το φεγγάρι…

Μια γλυκιά, τρυφερή ιστορία, ειπωμένη με κέφι, απλότητα, ρυθμό αλλά και ποιητική διάθεση από τη Φωτεινή Βασιλείου. Χρησιμοποιώντας έξυπνα την έννοια της οπτικής, η συγγραφέας αναδεικνύει την παιδική αφέλεια των συμπαθέστατων χαρακτήρων της μέσα από τις εξωλογικές ερμηνείες που οι τρεις τους δίνουν στα γεγονότα, την ώρα που η ισορροπημένη συνύπαρξη ζωηρών διαλόγων και ποιητικών περιγραφών συμβάλλει αποφασιστικά στη διατήρηση του καλού ρυθμού της αφήγησής της.

Η Φωτεινή Τίκκου, παίζοντας με σχήματα, χρώματα, υλικά, υφές κι οπτικές γωνίες, μας χαρίζει μια εντυπωσιακή εικονογράφηση, που δένει μοναδικά με το όμορφο αυτό κείμενο.

Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2016

Γιώτα Κ. Αλεξάνδρου - Έφη Λαδά, Φένια, η αγαπημένη των ήχων

Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2015

Η Φένια αγαπά τη μουσική. Λατρεύει το νερό. Συνομιλεί με τους ήχους. Γνωρίζει δύσκολους μυστικούς κώδικες. Τα καταφέρνει σε παιχνίδια που απαιτούν ειδικές ικανότητες. Σκαρώνει κι άλλα παιχνίδια, με ήρωες φανταστικούς σε κόσμους παραμυθένιους. Η ίδια μάλλον δεν το ξέρει αλλά η μορφή της αποπνέει ομορφιά κι αισιοδοξία. Οι πιο πολλοί το βλέπουν και το νιώθουν. Κάποιοι άλλοι, εγκλωβισμένοι στις προκαταλήψεις τους, της κάνουν τη ζωή δύσκολη. Η δασκάλα τους θα βρει τον τρόπο να τους οδηγήσει όλους στα μυστικά του τόσο διαφορετικού από τον δικό τους κόσμου της Φένιας.
Η Γιώτα Αλεξάνδρου προσεγγίζει με ευαισθησία και διακριτικότητα το θέμα της παιδικής τυφλότητας. Παίζοντας έντονα με τις αισθήσεις –αφή και ακοή στην αρχή, η όσφρηση εμφανίζεται αργότερα– αναδεικνύει τις ειδικές ικανότητες της ηρωίδας της, την ώρα που η όραση επιτρέπει στον μικρό αφηγητή της ιστορίας, του οποίου μόνο στο τέλος μαθαίνουμε την ταυτότητα, να μιλήσει για την ομορφιά της Φένιας, την πολύχρωμη, αισιόδοξη αύρα που αυτή εκπέμπει. Αν κάτι δεν επιχειρεί η συγγραφέας, είναι να διεισδύσει στο κεφάλι της Φένιας, στον τρόπο που αυτή προσλαμβάνει τον κόσμο ή στα έντονα συναισθήματα που ενδεχομένως της γεννά η απώλεια της όρασης. Ζητούμενό της είναι να προσλάβει ενσυναισθητικά ο μικρός αναγνώστης με τις δικές του δυνάμεις αυτό που συμβαίνει στην ηρωίδα της και να ευαισθητοποιηθεί ανάλογα. Κάτι που τελικά επιτυγχάνεται με τρόπο πειστικό  μέσα από το τέχνασμα της δασκάλας.
Η Έφη Λαδά συνδημιουργεί με τη συγγραφέα πλάθοντας μια λαμπερή ηρωίδα που φωτίζει τις σελίδες κι αποσύροντας αισθητά το χρώμα από τα σαλόνια εκείνα στα οποία οι συμμαθητές της Φένιας αποπειρώνται τη δική τους, τεχνητή έστω, κατάδυση στον σκοτεινό κόσμο της. Μαγική η εικόνα στην οποία παιδιά κι αντικείμενα περιστρέφονται σε ομόκεντρους κύκλους γύρω από τη Φένια, με τα πρώτα να αναζητούν στις περαστικές οσμές πυξίδα.
Ένα βιβλίο υποβλητικά συγκινητικό αλλά και εγγενώς αισιόδοξο, φτιαγμένο με ιδιαίτερη ευαισθησία από τις δυο δημιουργούς του. Και μια ηρωίδα που θα αγκαλιαστεί με αγάπη και δύσκολα θα εγκαταλείψει τη σκέψη των μικρών αναγνωστών που θα έχουν την τύχη να τη γνωρίσουν.

Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2016

Εύα Κασιάρου, Μυστήριο στην αυλή

Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2015

 
Ο μικρός Νάσος, ορφανός από μητέρα, βρίσκει ένα πρωί στην αυλή του σπιτιού όπου μένει με τον πατέρα του τραυματισμένο τον ταχυδρόμο της πόλης τους. Ειδοποιείται άμεσα η αστυνομία, που καλείται να διαλευκάνει μια μυστηριώδη υπόθεση στην οποία εμπλέκονται απειλητικά μηνύματα, το άγνωστο παρελθόν του ταχυδρόμου και ένα μεγαλόσωμο, επικίνδυνο πλάσμα. Σταδιακά, η αλήθεια θα αποκαλυφθεί, και μαζί μ’ αυτή η τραγωδία ενός πατέρα κι ενός γιου που αναγκάζονται να ζουν μακριά από τον κόσμο λόγω της εξωτερικής τους εμφάνισης.

Μια ιστορία μυστηρίου από την Εύα Κασιάρου, η οποία επιλέγει να αγγίξει το πολυφορεμένο θέμα των λυκανθρώπων από μια ασυνήθιστη οπτική. Καμία σχέση με τα τρομακτικά όντα που έχουμε συναντήσει σε άλλες ιστορίες. Οι λυκάνθρωποι αυτού εδώ του βιβλίου είναι άνθρωποι εξοβελισμένοι από την κοινωνία, παρεξηγημένοι και αδικημένοι εξαιτίας της ασυνήθιστης εμφάνισής τους, θύματα αβάσιμων προκαταλήψεων και δεισιδαιμονιών. Η συγγραφέας κατορθώνει να συντηρήσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη, βαδίζοντας βήμα βήμα προς τη λύση του μυστηρίου. Ίσως η επιλογή της να παραμερίσει το παιδί ήρωα Νάσο για ένα σημαντικό τμήμα του βιβλίου, δίνοντας τον πρωταγωνιστικό ρόλο στους εκπροσώπους του νόμου ξενίσει κάποιους από τους μικρούς αναγνώστες της, αν και φαντάζομαι ότι εκπορεύεται από την πρόθεσή της να χτίσει μια πειστική ιστορία.

Το Μυστήριο στην αυλή εγείρει ζητήματα διαφορετικότητας, κοινωνικού αποκλεισμού, εκμετάλλευσης του ανθρώπου από τον συνάνθρωπο, καθώς και του δικαιώματος στη μόρφωση και σε μια αξιοπρεπή ζωή, παρέχοντας άφθονη τροφή για προβληματισμό στους νεαρούς αναγνώστες. Η ευαίσθητη στάση του κεντρικού ήρωα Νάσου, απόρροια ενδεχομένως της δικής του απώλειας σε τρυφερή ηλικία, οδηγεί σε ένα αισιόδοξο τέλος, γεμάτο αλληλεγγύη και ανθρωπιά, που πολύ θα θέλαμε να αντικατοπτρίζει και την τρέχουσα πραγματικότητα.

Τετάρτη 10 Φεβρουαρίου 2016

Θοδωρής Παπαϊωάννου, Απέναντι

Εικόνες: Ίρις Σαμαρτζή, Εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2015

 
 
Τι περιμένεις, αλήθεια, από ένα σίκουελ; Πώς το φαντάζεσαι, όταν μάλιστα πρόκειται για τη συνέχεια ενός άκρως πετυχημένου βιβλίου, όπως το Ανάποδα; Η αλήθεια είναι πως, περιμένοντας να πάρω στα χέρια μου το Απέναντι, αναρωτήθηκα τι θα έβλεπαν τα μάτια μου. Άραγε ο τίτλος είχε να κάνει, όπως και στο Ανάποδα, με ζητήματα οπτικής; Και πώς θα διαχειριζόταν αυτή τη φορά το θέμα η εικονογράφος;

Η πρώτη έκπληξη ήρθε όταν, ξεφυλλίζοντας το καινούριο βιβλίο του Θοδωρή Παπαϊωάννου, συνειδητοποίησα ότι καμία σχέση με οπτική, με το πώς δηλαδή ο φίλος μας ο Μέλιος βλέπει το αποκεί όντας αποδώ. (Κι από αυτή την άποψη ο τίτλος έκανε μια χαρά τη δουλειά του παίζοντας με τις προσδοκίες μου.) Από κει και μετά, όπως και στο Ανάποδα, έτσι κι εδώ το μικρό σκαθάρι παλεύει να κατακτήσει έναν νέο στόχο. Να περάσει από την άλλη πλευρά του δρόμου, για να συναντήσει την αιώνια αγαπημένη του Μελανή. Μια σειρά από απόπειρες, συνδεδεμένες η καθεμιά και μ’ ένα διαφορετικό μεταφορικό μέσο, θα αποβούν άκαρπες. Τη λύση θα τη δώσει με τρόπο μάλλον υπερβατικό η φύση, επιβραβεύοντας την επίμονη, έστω κι αποτυχημένη, προσπάθεια του Μέλιου.

Η δεύτερη έκπληξη ήρθε από την εικονογράφηση, εκεί που το ζουμάρισμα στη λεπτομέρεια, η μεγέθυνση του μικρόκοσμου, έδωσε τη σκυτάλη τούτη τη φορά σε ένα εντυπωσιακό παιχνίδι χρωμάτων – σε απλά ελληνικά, όλα τα χρώματα της ίριδας από την Ίριδα Σαμαρτζή.

Ανακεφαλαιώνοντας: Η επιτυχία του Απέναντι έγκειται στο ότι δεν παρασύρθηκε από τη λογική της συνταγής. Δεν ακολούθησε την άκρως επιτυχημένη πεπατημένη του μεγάλου του αδελφού, δεν επιχείρησε να γίνει χαλίφης στη θέση του χαλίφη. Επέλεξε μια άλλη λογική, περνώντας στους μικρούς αναγνώστες οικολογικές ανησυχίες και την πίστη στην αέναη προσπάθεια. Και φυσικά στην αγάπη, που –μη γελιόμαστε– όλα τα νικά – τουλάχιστον στα παραμύθια.

 

Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2016

Παναγιώτα Πλησή, Μα, μπαμπά, είναι χάλια!

Εικονογράφηση: Γιώργος Σγουρός, Κέδρος, Αθήνα 2014



Η Λένα είναι παιδί χωρισμένων γονιών. Η μαμά έχει ξαναπαντρευτεί. Η Λένα κι ο αδερφός της ζουν μαζί με αυτή και τον νέο της σύζυγο. Έχουν κι αδερφάκι. Εντάσεις ανάμεσα στη μαμά και στον μπαμπά δεν υπάρχουν – τουναντίον. Κι ο νέος «μπαμπάς» είναι μια χαρά. Η Λένα είναι ένα τυχερό παιδί. Βιώνει το ιδανικό διαζύγιο. Ή μήπως όχι; Μάλλον όχι. Στη ζωή της, βλέπετε, εμφανίζεται αίφνης η «Χάλια», η νέα φίλη του μπαμπά. Και κάπου εκεί αρχίζει ο πόλεμος…

Ένα βιβλίο που επιλέγει να δει το θέμα του διαζυγίου από μια μάλλον αναπάντεχη οπτική. Τι κι αν ένας χωρισμός είναι βελούδινος; Τι κι αν δεν τον συνοδεύουν εντάσεις και σαματάδες; Η πληγή για το παιδί, η πίκρα για όλα αυτά που αισθάνεται πως έχασε όντας υποχρεωμένο να προσαρμοστεί σε μια νέα κατάσταση είναι εδώ. Η Λένα, η αφηγήτρια της ιστορίας, είναι ένα τέτοιο παιδί. Αναζητά θέση και ρόλο στη νέα οικογένεια, νοσταλγεί τη σχέση αποκλειστικότητας που είχε κάποτε με τον μπαμπά και τη μαμά, στάζει δηλητήριο για τον μικρό της αδερφό, που μοιάζει πιο συμφιλιωμένος με τη νέα πραγματικότητα, και μετατρέπει σε σάκο του μποξ τη νέα φίλη του μπαμπά, τη «Χάλια». Που ό,τι κι αν κάνει, όπως κι αν φερθεί, είναι από χέρι χαμένη. Όχι ότι φταίει σε κάτι η «Χάλια». Άλλωστε η Λένα είναι θυμωμένη με όλους και με όλα γιατί είναι η δική της ζωή που της γεννά θυμό. Είναι η απρόσμενη ανατροπή που γκρεμίζει το ειδύλλιο της παιδικής ηλικίας που αδυνατεί να χωνέψει. Ο λόγος της αιχμηρός, επιθετικά χιουμοριστικός, επιδεικτικά μικρομεγαλίστικος. Στην πραγματικότητα ένα προσωπείο, μια σκληρή γραμμή άμυνας για να κρυφτεί πίσω του η συναισθηματική σύγχυση κι ο ενδόμυχος φόβος της ότι η ίδια δε χωρά στη νέα πραγματικότητα που φτιάχνουν οι άλλοι για κείνη. Από αυτή την άποψη η Λένα συνιστά έναν ενδιαφέροντα χαρακτήρα, αντιστικτικά προς τον οποίο η συγγραφέας επιλέγει να βάλει τον αμήχανο μπαμπά και τα γραπτά μηνύματά του προς τον φίλο του, τα οποία αναπτύσσουν έναν πρωτότυπο διάλογο με τον χειμαρρώδη μονόλογο της μικρής, προωθούν ουσιαστικά την πλοκή και προβάλλουν μια άλλη εκδοχή της πραγματικότητας.

Τελικά τι γίνεται; θα μου πείτε. Ποιος νικά σ’ αυτό το ιδιότυπο μπρα ντε φερ; Η Λένα ή η «Χάλια»; Το πείσμα του κοριτσιού ή η επιθυμία δυο ανθρώπων να φτιάξουν τη ζωή τους; Δε θα σας πω. Ίσως γιατί το ζητούμενο της ιστορίας αυτής δεν είναι να αναδείξει νικητές και χαμένους, αλλά να υπογραμμίσει το αστείρευτο ταλέντο της πραγματικότητας να προσπερνά διλημματικές καταστάσεις σπάζοντας πλάκα με τα σχέδια επί χάρτου των ανθρώπων, επουλώνοντας πληγές κι ανοίγοντας νέους, ανέλπιστους δρόμους στις ζωές τους.
 
[Ειδική μνεία στη χιουμοριστική εικονογράφηση του Γιώργου Σγουρού, που συχνά συνδιαλέγεται ευχάριστα και ευρηματικά με το κείμενο.] 

 

Τρίτη 12 Ιανουαρίου 2016

Έριχ Καίστνερ, Ο Αντώνης και η Κουκιδίτσα

Εικονογράφηση Walter Trier, μετάφραση Ρένας Καρθαίου και Μάριου Λάκωνα-Στελλάκη, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 1982

 
Ο Αντώνης: έξυπνος, ρεαλιστής, γενναίος, τίμιος, φιλότιμος, αγωνιστής της ζωής. Κι η Κουκιδίτσα: τολμηρή, πνευματώδης, ευφάνταστη, με ιδιαίτερο μαθηματικό αλλά και υποκριτικό ταλέντο. Οι δυο τους θα βρεθούν στους δρόμους του προπολεμικού Βερολίνου, θύμα η μια της εκμετάλλευσης της ασυνείδητης νταντάς της κι ο άλλος της ανέχειας στην οποία έχει περιπέσει η οικογένειά του εξαιτίας της ασθένειας της μητέρας του. Η κοινωνική απόσταση που τους χωρίζει δε στέκεται εμπόδιο στη φιλία τους. Μια φιλία που θα αποκαλυφθεί στους αδαείς γονείς της Κουκιδίτσας όταν γίνει αιτία να σωθεί το σπίτι της μικρής από ένα σατανικό σχέδιο διάρρηξης…

Μέσα από την περιπέτεια των δυο παιδιών, ο Έριχ Καίστνερ από το μακρινό 1931 περιγράφει τις κοινωνικές αντιφάσεις και τα χάσματα της εποχής, χτίζει ενδιαφέροντες χαρακτήρες –εξαιρετική η σκιαγράφηση του μπαμπά και της μαμάς της Κουκιδίτσας–, επιστρατεύει το χιούμορ του για να μιλήσει ακόμα και για πολύ δύσκολες καταστάσεις, όπως το σοβαρό πρόβλημα υγείας της μαμάς του Αντώνη, στέκεται ειρωνικά απέναντι σε παθογένειες της μεγαλοαστικής τάξης, ειδικά σε ό,τι έχει να κάνει με το ζήτημα της ανατροφής των παιδιών της, δε φοβάται να ξεχωρίσει το καλό απ’ το κακό. Και κάτι ακόμα: Κάθε κεφαλαίου του βιβλίου έπεται κι ένα σημείωμα με τις σκέψεις του συγγραφέα πάνω στην ιστορία, στους χαρακτήρες και στη δομή τους, στα ηθικά διλήμματα που αντιμετωπίζουν, αλλά και στις δικές του μυθοπλαστικές επιλογές. Εύστοχος, πρόθυμος να απαντήσει ακόμα και σε δύσκολα ερωτήματα που ο ίδιος θέτει στον εαυτό του σχετικά με τις συγγραφικές του αντιλήψεις και εμμονές, ίσως λίγο παρωχημένος σε κάποιες περιπτώσεις, ο Καίστνερ, πολύ ή λίγο συνειδητά, μπολιάζει το κείμενό του με στοιχεία αυτοαναφορικότητας, παρότι στην εισαγωγή του προτρέπει ζωηρά τους μικρούς του αναγνώστες να παρακάμψουν τις παραγράφους με τις σκέψεις του σε περίπτωση που τις βρουν βαρετές και να προχωρήσουν στο ψητό της μυθιστορηματικής δράσης.

Είχα πρωτοδιαβάσει τον Αντώνη και την Κουκουδίτσα πριν από τριάντα δύο χρόνια, στα δέκατά μου γενέθλια. Και ξαναδιάβασα το βιβλίο φέτος. Θυμόμουν λίγο πολύ την υπόθεση, όπως και τις εμβόλιμες σκέψεις του συγγραφέα, που τόσο ισχυρή αίσθηση μου είχαν προξενήσει τότε. Είχα ξεχάσει φυσικά κάποιες λεπτομέρειες, ωστόσο εντυπωσιάστηκα ιδιαίτερα συνειδητοποιώντας ότι, όσο μακρινή μού είχε φανεί στο προστατευμένο περιβάλλον των δέκα μου χρόνων η κοινωνική πραγματικότητα που περιγράφεται στο βιβλίο, τόσο οδυνηρά οικείες φαντάζουν στη δύσκολη σημερινή συγκυρία κάποιες πλευρές της. Όπως εξίσου οικεία, σε ένα άλλο, αναγνωστικό επίπεδο, μου φάνηκε η αύρα με την οποία με τύλιξε από τις πρώτες του κιόλας σελίδες το βιβλίο του Καίστνερ. Σαν να μην είχε περάσει ούτε μία μέρα από την πρώτη του μακρινή ανάγνωση, ένα καλοκαιρινό απομεσήμερο των παιδικών μου χρόνων, που το πέρασα ολόκληρο παρέα με αυτό σε μια πολυθρόνα του σπιτιού. Ώσπου να φτάσω στην τελευταία του σελίδα. Κι η αλήθεια είναι ότι, χωρίς να παραγνωρίζω στο ελάχιστο τη λογοτεχνική αξία του Αντώνη και της Κουκιδίτσας, αυτή η ανάμνηση ήταν κι ο βασικός λόγος που με οδήγησε να σας γράψω σήμερα γι’ αυτό.

Να σας πω ότι το μέρος που μεγάλωσα ήταν μικρό, βιβλιοπωλεία δεν υπήρχαν στην περιοχή – ένα βιβλιοχαρτοπωλείο όλο κι όλο στη διπλανή κωμόπολη, στο οποίο βρίσκαμε ως επί το πλείστον παιδικά ιστορικά μυθιστορήματα και παλιές πολυτονικές διασκευές κλασικών μυθιστορημάτων για παιδιά. Υπήρχε κι η δανειστική βιβλιοθήκη του σχολείου μας, όπου σχηματίζονταν ουρές κάθε Παρασκευή μεσημέρι για έναν τόμο των Μυστικών εφτά, για την Πίπη και τον Μικέ της Άστριντ Λίντγκρεν ή για κάποιο από τα μυθιστορήματα της Πηνελόπης Δέλτα. Ώρα φιλαναγνωσίας δεν υπήρχε στο αναλυτικό μας πρόγραμμα, εκδηλώσεις για το βιβλίο φυσικά δε γίνονταν, συγγραφείς ούτε κατά διάνοια να έρθουν στα μέρη μας. Η σχέση με την ανάγνωση ήταν απολύτως μοναχική, ένα σιωπηλό τετ α τετ που γέμιζε καλοκαιρινά μεσημέρια κι ώρες αναμονής στον οδοντίατρο, θεράπευε αρρώστιες, συντρόφευε σε ταξίδια, πάνω απ’ όλα αποκάλυπτε κόσμους, άνοιγε ορίζοντες, καλούσε το μυαλό να ταξιδέψει. Δεν κρύβω ότι θα 'θελα να μου 'χε δοθεί η ευκαιρία να ψαρεύω αναγνώσματα από μια ευρύτερη δεξαμενή. Ή να γνωρίσω ως παιδί κάποιον από τους αγαπημένους μου συγγραφείς, να του υποβάλω ερωτήσεις για τους ήρωές του, να καταλάβω τι γινόταν στο κεφάλι του όταν έγραφε. Ωστόσο είναι φορές που νοσταλγώ κι εκείνη τη μοναχική, αν και παράδοξα αυτάρκη τελικά, διαδικασία. Τον ξαφνικό έρωτα του αναγνώστη για την ιστορία που διαβάζει, που δεν πτοείται από στραπατσαρισμένα εξώφυλλα, κακές βιβλιοδεσίες, τυπογραφικές αβλεψίες, πολυτονικά συστήματα, αλλόκοτα αρχιγράμματα, χιλιοτσακισμένες σελίδες. Αλλά και που δεν είναι ικανός να φουντώσει μονάχα από, έστω καλοπροαίρετα, προξενιά, από ποικιλόμορφες δράσεις βασισμένες σε αναμφίβολα αγαθές προθέσεις, υπέρ ωστόσο ενός κάποτε αδιάφορου γαμπρού ή μιας άτονης νύφης. Καλά κι αυτά, δε λέω, αν και εφόσον συντρέχει λόγος. Εν αρχή ωστόσο ην το βιβλίο. Μετά όλα τ’ άλλα.

Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2015

Μιλάνε τα σκληρά καρύδια πλουτωνικά;

  • Ελένη Σβορώνου, Σκληρό καρύδι, εικονογράφηση: Ευαγγελία Γουτιάνου, Εκδόσεις Καλειδοσκόπιο, Αθήνα 2015 (από 8 ετών)

  • Κατερίνα Ζωντανού, Ομιλείτε πλουτωνικά; εικόνες Ναταλία Καπατσούλια, Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2015 (από 6 ετών) 

 

Δυο βιβλία για δυο διαφορετικά παιδιά: ένα κορίτσι απ' το Αφγανιστάν που αναζητά στην Ελλάδα μια νέα αρχή - κι ένα αγόρι απ' τη χώρα μας που εφευρίσκει μια νέα απίθανη γλώσσα, τα πλουτωνικά, χαρίζοντας γέλιο, χαρά κι ελπίδα στους γύρω του.

 


 
Ένα κορίτσι απ’ το Αφγανιστάν, που πια ζει στην Ελλάδα, η Αϊσέ, σ’ έναν πηγαίο, σπαρακτικό μονόλογο, μιλά για τα βάσανα της προσφυγιάς, για τις σκληρές αναμνήσεις της απ’ τον πόλεμο και τις ελπίδες της για μια νέα ζωή, για τις πρακτικές δυσκολίες στο σχολείο της αλλά και για την υπέροχη δασκάλα της, για την κάποτε ακατανόητη νέα της πραγματικότητα αλλά και την ανάγκη της να χτίσει μια νέα ζωή εντός της, για τα όνειρα που της κρατούν συντροφιά και τους εφιάλτες που τη βασανίζουν. Ένα μωσαϊκό από γεγονότα, ένα πηγαινέλα απ’ το σήμερα στο χτες και το ανάποδο, σκόρπια ονόματα, συνειρμοί που εισβάλλουν στη ροή του λόγου κάνοντάς τον να λοξοδρομήσει σε μικρά και μεγάλα περιστατικά – κι ένας αποδέκτης, ένα «εσείς» που κάθε τρεις και λίγο ξεπετάγεται στις κουβέντες της μικρής για να φέρει στην επιφάνεια δικαιολογίες, διευκρινίσεις, σκληρές μνήμες, ν’ αποκαλύψει πάνω απ’ όλα ένα παιδί που έχει μάθει να παλεύει για μια θέση στον ήλιο, ένα σκληρό καρύδι.
Ποιος είναι, αλήθεια, ο αποδέκτης αυτού του μονολόγου; Η συγγραφέας μάς τον ξεσκεπάζει σιγά σιγά, ως το σπαρακτικό φινάλε, που απειλεί να γκρεμίσει ολοκληρωτικά προσδοκίες, ελπίδες κι ό,τι ψιχία σιγουριάς προλαβαίνει να νιώσει ένα παιδί πρόσφυγας με νωπή τη φρίκη στο μυαλό στην καινούρια του «πατρίδα». Βλέπετε, τα λόγια της μικρής απευθύνονται στους εκπροσώπους της έννομης τάξης που πιάνουν αυτή και τους δικούς της χωρίς χαρτιά, απειλώντας τους μ’ έναν νέο κύκλο αβεβαιότητας, μια νέα προσφυγιά.
Η Ελένη Σβορώνου καταθέτει με την ιστορία της Αϊσέ ένα ενδιαφέρον πολιτικό σχόλιο, πετυχαίνοντας χωρίς ίχνος συναισθηματικού εκβιασμού να αποκαλύψει στα μάτια μας γυμνή τη σκληρή πραγματικότητα των παιδιών προσφύγων. Ένα συγκλονιστικό βιβλίο.
 


 
Ο Αναστάσης έχει βάλει από μικρός μεγάλους στόχους στη ζωή του. Θέλει να γίνει αστροναύτης. Έχει μάθει τα πάντα περί το διάστημα και τους πλανήτες και, για να ’χει και το κεφάλι του ήσυχο σε περίπτωση που πετύχει κάναν εξωγήινο, έχει εφεύρει μια φοβερή διαγαλαξιακή εσπεράντο, τα πλουτωνικά. Τα πλουτωνικά, η γλώσσα που, όσο ακαταλαβίστικη κι αν φαντάζει, είναι πανεύκολη αρκεί να κοιτάζεις τον συνομιλητή σου στα μάτια, δίνουν άλλο χρώμα στα διαστημικά παιχνίδια που σκαρώνει ο Αναστάσης με τους φίλους του, λύνουν παρεξηγήσεις, του επιτρέπουν να χαρτογραφήσει τον κόσμο του στα μάτια μας και τελικά τού χαρίζουν κι έναν νέο φίλο.
Σε μας, πάλι, το πανέξυπνο εύρημα της Κατερίνας Ζωντανού χαρίζει ένα φρέσκο και ταυτόχρονα τρυφερό βιβλίο για τη διαφορετικότητα, ιδωμένη από ένα πρωτότυπο πρίσμα. Τα υλικά της απλά: μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση που χειρίζεται αβίαστα την παιδική γλώσσα και αφουγκράζεται προσεκτικά την ικανότητα των παιδιών να εκφράζονται με αυθορμητισμό και αυθεντικότητα, πετυχημένο πάντρεμα χιούμορ και παιδικής φαντασίας – και, πάνω απ’ όλα, το αυτοσχέδιο παιχνίδι και η θαυμαστή του ικανότητα να κάνει τα δύσκολα εύκολα, να μοιράζει ρόλους, να κόβεται και να ράβεται στα μέτρα της στιγμής. Εικόνες και σκίτσα με μπόλικο κέφι κι άλλη τόση φαντασία από τη Ναταλία Καπατσούλια, που συνομιλεί εξαιρετικά με το κείμενο.
Κλείνοντας για σήμερα, σκέφτομαι πως ο Αναστάσης μπορεί να μη γίνει ποτέ αστροναύτης. Κι ίσως τα πλουτωνικά του να μην του χαρίσουν ποτέ κανέναν διαστημικό φίλο. Θα ’χουν όμως κατορθώσει να καταγράψουν και να ερμηνεύσουν την ανάγκη ενός άλλου παιδιού να παίξει και να γελάσει, ν’ αποκτήσει φίλους. Όχι μικρό κατόρθωμα για μια τόσο φρέσκια γλώσσα, που είθε μια μέρα να τη δούμε να γίνεται και επισήμως παγκόσμια.

 
 

Πέμπτη 3 Δεκεμβρίου 2015

Ιστορίες απώλειας

  • Αργυρώ Πιπίνη, Το δικό τους ταξίδι, εικονογράφηση: Μαριλένα Μελισσηνού, Καλειδοσκόπιο, Αθήνα 2014 (από 7 ετών)

  • Benji Davies, Το νησί του παππού, μτφρ. Αντώνης Παπαθεοδούλου, Ίκαρος, Αθήνα 2015 (από 4 ετών)


Δυο εξαιρετικά βιβλία γύρω από το ζήτημα της απώλειας. Το ένα ελληνικό, το άλλο αγγλικό. Πολύ διαφορετικά μεταξύ τους, κι ωστόσο και τα δυο με κεντρικό θεματικό τους άξονα το τελευταίο μεγάλο ταξίδι.
 



 
Μια τυπική ελληνική οικογένεια. Μπαμπάς, μαμά, παιδιά. Και παππούς, γιαγιά. Τα δυο παιδιά, ο Κοσμάς κι η Λουκία, παρατηρούν, περιγράφουν, σχολιάζουν, ρωτάνε –γυρεύουν απαντήσεις για την αλλόκοτη συμπεριφορά του παππού, την εξαφάνισή του, τη φυγή του για το μεγάλο ταξίδι. Παιδικές ερωτήσεις που επαναλαμβάνονται επίμονα, και γονεϊκές απαντήσεις επαναλαμβανόμενες κι αυτές, άλλοτε αμήχανες κι άλλοτε υπαινικτικές. Βλέπετε, δεν είναι πάντα απολύτως σαφής ή κατανοητή η όποια αλήθεια. Κι ούτε μπορούν όλοι να τη διαχειριστούν με τον ίδιο τρόπο.

Η Αργυρώ Πιπίνη στήνει ένα θεατρικό παιχνίδι, ένα πηγαινέλα σε δυο παράλληλες οπτικές και αφηγήσεις που, άλλοτε αλληλοκατοπτριζόμενες κι άλλοτε αλληλοσυμπληρούμενες μέσα από περιγραφές και διαλόγους, της επιτρέπουν να ξεφύγει από το ατομικό, να αποδώσει τις κοινές αγωνίες κι απορίες εκατομμυρίων παιδιών που βρίσκονται αντιμέτωπα με το μεγάλο μυστήριο της φθοράς και του θανάτου – πετυχαίνοντας μάλιστα, μέσα από αυτό το μοίρασμα στα δυο, την παρηγορητική διάχυση του πόνου της απώλειας. Η υποτυπώδης της πλοκή εξελίσσεται με μια υποβλητικά κλιμακούμενη ένταση: αρχικά με το παρόν να διαπλέκεται νοσταλγικά με το παρελθόν –απόηχοι προσφυγιάς στη σεφερική αναφορά του παππού και παλιών ερώτων στο ανάλαφρο τραγουδάκι της γιαγιάς–, κατόπιν με το πέρασμα από τη σταδιακή κατάπτωση του παππού στην απόδραση, έστω κι εφιαλτική, του ονείρου, τέλος στην οδυνηρή προσγείωση στην πραγματικότητα και στην απόπειρα διαχείρισης κι ερμηνείας της.

Χάρη στην αφηγηματική του λιτότητα, στον αυθορμητισμό των διαλόγων και στις ποιητικές του εικόνες –ειδικά στο τέλος, εκεί που η αισιόδοξη ανάμνηση του προσώπου υποκαθιστά την οδύνη της απουσίας–, και με τη συνδρομή των μαγικών στιγμών που επιφυλάσσει η εικονογράφηση –το χιονισμένο παγωτατζίδικο ή η υδρόγειος με την ανεμόσκαλα–, το Δικό τους ταξίδι καταλήγει να είναι ένα βιβλίο υποβλητικά συγκινητικό και απέριττα όμορφο. Ένα βιβλίο που δύσκολα ξεχνάς.
 

 

Ο μικρός Σιντ ζει κοντά στο σπίτι του παππού του, όπου περνάει πολύ χρόνο. Ο παππούς, πολυταξιδεμένος και πολύπειρος, αποφασίζει μια μέρα να ξεναγήσει τον μικρό στο άβατο της σοφίτας του, που είναι γεμάτη αναμνήσεις. Από κείνη τη σοφίτα θα κινήσουν οι δυο τους για ένα μαγικό ταξίδι σ’ ένα μακρινό παραδεισένιο νησί, όπου θα ζήσουν ένα σωρό περιπέτειες και θα δουν θαυμαστά πράγματα. Σαν έρθει όμως η ώρα της επιστροφής, ο παππούς ανακοινώνει στον εγγονό πως σκοπεύει να μείνει για πάντα στο νησί. Η δύσκολη, μοναχική επιστροφή του παιδιού στον κόσμο χωρίς πια την παρουσία του παππού θα κρύβει το οδυνηρό βάρος της απώλειας, αλλά και μια σοφίτα που, όσο κι αν δεν μπορεί να οδηγήσει πλέον τον μικρό στο νησί του παππού, είναι πάντως γεμάτη από αναμνήσεις.

Το βιβλίο του Benji Davies μπορεί να πραγματεύεται την απώλεια αλλά είναι ένας ύμνος στη ζωή. Ένας παππούς κοτσονάτος και χαμογελαστός κι ένας γλυκός πιτσιρικάς ξεχύνονται στη θάλασσα διψασμένοι απ’ τη λαχτάρα της ανακάλυψης, με φόντο ένα νησί γεμάτο χρώματα, νερά, μαγευτικές γωνιές. Η εικόνα σε παρασύρει σε μια βουτιά σ’ αυτή την ομορφιά, την ώρα που οι λέξεις λένε τα απολύτως αναγκαία. Ακόμα και τη στιγμή του αποχωρισμού η οργιαστική φύση και τα πλάσματά της βρίσκονται στην πιο καλή τους ώρα. Σταδιακά βέβαια τα χρώματα λιγοστεύουν, αποτυπώνοντας εύγλωττα τη θλίψη και τη μοναξιά του παιδιού, το μη επιστρέψιμο αυτού που έζησε αλλά και την ήπια συμφιλίωσή του με τη νέα κατάσταση.

Ξεφεύγοντας από μονοσήμαντους συμβολισμούς, το Νησί του παππού δεν ενδιαφέρεται, νομίζω, να προσφέρει στους μικρούς αναγνώστες μια αυτοψία στον παράδεισο ως μεταθανάτιο προορισμό, αλλά να τους ταξιδέψει στο παραδείσιο τοπίο του κοινού βιώματος και της μνήμης. Εκεί που, και μετά θάνατον, διασώζονται όλα τα θαυμαστά και υπέροχα, η καθαρή, αποσταγμένη ομορφιά μιας ζωής που φεύγει πρόθυμη να χαρίσει σε κείνη που έρχεται ορμητική μια έστω κλεφτή ματιά στη δική της μοναδική περιπέτεια.  

Τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2015

Ιστορίες φιλίας κι έρωτα

  • Oliver Jeffers, Πετάνε οι πιγκουίνοι; απόδοση Φίλιππος Μανδηλαράς, Εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2015

  • Julia Donaldson - Axel Scheffler, Ο γάμος των δύο σκιάχτρων, απόδοση Φίλιππος Μανδηλαράς, Εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2015




 

Το γνωστό δίδυμο αγοριού-πιγκουίνου του Jeffers σε νέες περιπέτειες. Τούτη τη φορά του πιγκουίνου του ‘χει κολλήσει η ιδέα να πετάξει. Παρέα οι δυο φίλοι ψάχνουν να βρουν τρόπους που θα του επιτρέψουν να πραγματοποιήσει τ’ όνειρό του. Κάποια στιγμή ωστόσο χάνουν ο ένας τον άλλο, καθώς ο πιγκουίνος βρίσκει τη λύση στο πρόβλημά του, την ώρα που ο πιτσιρικάς μάταια τον αναζητά εδώ κι εκεί. Εντέλει θα ξαναβρεθούν, σ’ ένα φινάλε στο οποίο τα αισθήματα ανιδιοτελούς φιλίας του δεύτερου θα απαλύνουν την ανώμαλη προσγείωση του πρώτου στην πραγματικότητα.

Κλασικός Oliver Jeffers – ίσως μάλιστα κάπου κει στα μισά του βιβλίου να αισθανθείτε πως ο Ιρλανδός παραμυθάς επαναλαμβάνεται λιγάκι. Κι είναι η αλήθεια πως κάποιο απ’ τα μέσα που προτείνει το αγόρι στον πιγκουίνο ώστε να πετάξει κάπου το ’χουμε ξαναδεί σε παραπλήσια μορφή – κι αυτός ο αιφνίδιος χωρισμός απ’ το αγόρι, που για μιαν ακόμα φορά μοιάζει να μην πολυσυντονίζεται με τις επιθυμίες του πιγκουίνου, κάτι μάς θυμίζει. Ωστόσο, φτάνοντας στο τέλος της ιστορίας, συνειδητοποιούμε πως «ψεύτικα ήσαν τα μηνύματα», καθώς ο Jeffers μάς έχει στήσει μια ωραία παγίδα, οδηγώντας μας ανυποψίαστους στην ανατροπή: Βλέπετε, το αγόρι τούτης εδώ της ιστορίας διαθέτει πια την ωριμότητα και το ένστικτο να κρίνει, να μετρήσει, να καταλάβει όρια κι αντοχές, αλλά και να σεβαστεί όνειρα, επιθυμίες, ακόμα και λάθη, και να σταθεί στήριγμα στα δύσκολα για τον φίλο του. Άλλωστε το Πετάνε οι πιγκουίνοι, ανεξάρτητα απ’ ό,τι σκόπιμα μας αφήνει αρχικά να πιστέψουμε, είναι τελικά μια ιστορία όχι προσωπικής υπέρβασης αλλά βαθιάς, αληθινής φιλίας διά χειρός Oliver Jeffers.
 


Παντρεύονται τα σκιάχτρα; Στον κόσμο της Julia Donaldson και του Axel Scheffler και παντρεύονται, και σουλατσάρουν ανέμελα σε χλοερά λιβάδια, και λίστα γάμου κάνουν αν χρειαστεί. Κι εκεί που αρχίζουν σιγά σιγά οι δυο τους να μαζεύουν τα χρειώδη της λίστας από χήνες, μοσχάρια, αράχνες, κάβουρες, ποντίκια κτλ., ο Πάρης το σκιάχτρο αφήνει τη Χάρη το σκιάχτρο και φεύγει εις άγραν λουλουδιών και νερού. Σ' αυτό ακριβώς το σημείο δράττεται της ευκαιρίας κι εμφανίζεται ο αντίζηλος, ο οποίος είναι δόλιος, επηρμένος και καπνιστής. Αυτή η τελευταία του μάλιστα κακή συνήθεια πάει να μετατρέψει τη δόλια Χάρη σε παρανάλωμα. Αλλά, ως γνωστόν, η αγάπη όλα τα νικά, και στην περίπτωση των δύο σκιάχτρων η παρέμβαση του Χάρη αποδεικνύεται σωτήρια...

Η Julia Donaldson παρασύρει αβίαστα τον αναγνώστη με τα ευρηματικά, γεμάτα χιούμορ στιχάκια της –σε χαριτωμένη απόδοση του Φ. Μανδηλαρά– σε μια φαινομενικά χαλαρή ιστορία αναζήτησης, που ωστόσο κρύβει ανατροπές, αιφνίδιες μεταστροφές της τύχης και, όπως αποδεικνύεται εντέλει, μια πλοκή πολύ πιο εγκεφαλικά δουλεμένη απ’ όσο δείχνει αρχικά. Η έμπλεη παιδικότητας, εκφραστική εικονογράφηση του Axel Scheffler αποτυπώνει εξαιρετικά την επιλογή της συγγραφέα να δημιουργήσει δυο βασικούς ήρωες μοιρασμένους -περίπου κατά βούληση- ανάμεσα στην πραγματική τους υπόσταση ως σκιάχτρων και σε πιο βαθιά ανθρώπινες συμπεριφορές. Αποτέλεσμα ένα ανεπιτήδευτα έξυπνο, διασκεδαστικό και συνάμα τρυφερό βιβλίο.   

 

Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2015

Αναζητώντας τη σοφία, την ομορφιά, την ευτυχία και το χαμόγελο

  • Γιώτα Αλεξάνδρου, Τα κλαδιά της σοφίας, εικον. Ντανιέλα Σταματιάδη, Παρρησία, Αθήνα 2014

  • Μαριάννα Κουμαριανού, Θάλασσα, πες μου, εικον. Θέντα Μιμηλάκη, Παρρησία, Αθήνα 2014

  • Ιωάννα Μπαμπέτα, Τα γουρουνάκια της ευτυχίας, εικον. Ράνια Βαρβάκη, Μεταίχμιο, Αθήνα 2015

  • Λίνα Μουσιώνη, Η πριγκίπισσα Κουμ Κουάτ και τα κλεμμένα χαμόγελα, εικον. Μ. Φωτιάδου, Ελληνοεκδοτική, Αθήνα 2013


Πού κρύβεται η σοφία; Ποια είναι η υφή της ομορφιάς; Την ευτυχία πού την πετυχαίνεις; Και πώς θα ξαναβρεθούν ένα μάτσο χαμένα χαμόγελα; Οι απαντήσεις στις τέσσερις ιστορίες που ακολουθούν.

Έχουμε λοιπόν και λέμε:

Αν γυρεύετε να μάθετε πού κρύβεται η σοφία του κόσμου τούτου, ίσως βρείτε μιαν άκρη διαβάζοντας τα Κλαδιά της σοφίας της Γιώτας Αλεξάνδρου. Πρωταγωνίστρια μια γέρικη βελανιδιά που μετρά πολλούς αιώνες ζωής σ’ ένα τοπίο του Βορρά βγαλμένο από παραμύθι. Μικρά και μεγάλα γεγονότα περνούν από μπροστά της, συνθέτοντας στο διάβα του χρόνου έναν πελώριο καμβά στον οποίο συνυπάρχουν το ατομικό και το συλλογικό, οι έντονες συγκινήσεις κι οι αδιόρατες καθημερινές χαρές, η καταστροφή κι η αναγέννηση, ο πόνος κι η ελπίδα. Χρόνος που κυλάει σαν νεράκι κι εναργής εναλλαγή συναισθημάτων χάρη στον λιτό, κοφτό λόγο του κειμένου. Εξαιρετική η εικονογράφηση της Ντανιέλας Σταματιάδη, σε μια καθ’ όλα προσεγμένη έκδοση που συνοδεύεται από cd με τη μουσική του Γ. Μυγδάνη. (Από 7 ετών.)

Αν, πάλι, σας αρέσουν τα θαλασσινά ταξίδια, σας γοητεύει η μαγεία της θάλασσας και θέλετε απελπισμένα να μάθετε τα μυστικά της, το Θάλασσα, πες μου της Μαριάννας Κουμαριανού μπορεί να σας βοηθήσει να γνωρίσετε όχι μονάχα τις ομορφιές που αυτή κρύβει, αλλά και να ανακαλύψετε μέσα σας υφές και γεύσεις συναισθημάτων, όπως και τον τόπο συνάντησης των πιο ετερόκλητων από αυτά. Πρωτοπρόσωπη, απλή αφήγηση, αβίαστοι διάλογοι που δεν κουράζουν κι όμορφες εικόνες από τη Θέντα Μιμηλάκη. (Από 4 ετών.)

«Η ευτυχία είναι αυτό που περιμένουμε να ‘ρθει» τραγουδούσε στα νιάτα μου ο Μανώλης Φάμελλος, αλλά, αν είστε τύποι ανυπόμονοι και θέλετε να πάρετε την κατάσταση στα χέρια σας, μπορείτε κι εσείς να πάτε να ρωτήσετε τα Γουρουνάκια της ευτυχίας της Ιωάννας Μπαμπέτα. Κι ίσως να βρείτε στην ισορροπία, ανάλογα με το πώς την αντιλαμβάνεται ο καθείς, την πολυπόθητη χαρά της ζωής. Παραμυθένιοι ήρωες σε νέους ρόλους, ως είθισται στις Μικρές καληνύχτες, χαλαρές εσωτερικές ομοιοκαταληξίες, στο πνεύμα του Βασιλιά λύκου, και έντονα χρώματα στις εικόνες της Ράνιας Βαρβάκη. (Από 5 ετών.)

Αν, τέλος, οι αναποδιές και τα βάσανα της ζωής σάς έχουν στερήσει το χαμόγελο, μπορείτε να ακολουθήσετε τον Νεράντζη Λεμονόκαρδο στην αναζήτηση της χαμένης γκαρνταρόμπας από χαμόγελα της πριγκίπισσας Κουμ Κουάτ της Λίνας Μουσιώνη (Η πριγκίπισσα Κουμ Κουάτ και τα κλεμμένα χαμόγελα). Μια ιστορία ειπωμένη με κέφι, χιούμορ, ρυθμό και κοινωνική ευαισθησία, η οποία στο φινάλε ίσως σας βάλει όχι μονάχα να αναρωτηθείτε «τι είναι καλό, τι μη καλό και τι τ’ ανάμεσό τους» -για να παραλλάξω μέχρι τελικής πτώσης τον στίχο του αγαπημένου μου ποιητή- αλλά και να επιλέξετε ανάμεσα στην απατηλή λάμψη ενός χαμόγελου και στη γνησιότητα των αυθεντικών συναισθημάτων. (Από 5 ετών.)

Αυτά για σήμερα. Καλές αναγνωστικές αποδράσεις!