Σάββατο 18 Οκτωβρίου 2014

Γιώτα Κ. Αλεξάνδρου, Ο Αλέκος στη Χώρα των Παθημάτων

Εικονογράφηση: Χρήστος Δήμος, Εκδόσεις Ψυχογιός, Αθήνα 2013 (από 5 ετών)



Μεγάλωσα σ’ ένα μικρό χωριό της ελληνικής επαρχίας σκαρφαλώνοντας μάντρες, εξερευνώντας ρέματα, τρέχοντας σε χωράφια και αυλές. Η σχέση με τη φύση, τα πλάσματα και τα μυστήριά της ήταν μια σχέση αέναης αναζήτησης. Εξάλλου βρίσκονταν όλα τόσο κοντά μας, άλλοτε επιφυλάσσοντας εκπλήξεις, άλλοτε φέρνοντάς μας μια ανάσα από κινδύνους που δε θα θέλατε να σας περιγράψω. Είναι η αλήθεια πως ζώα δε βασάνισα ποτέ. Είδα ωστόσο πολλές φορές γύρω μου άλλα παιδιά να πασχίζουν να ικανοποιήσουν την περιέργειά τους πειραματιζόμενα μαζί τους.

Ο Αλέκος της Γιώτας Αλεξάνδρου είναι ένα τέτοιο παιδί, φιλέρευνο, διψασμένο για γνώση και νέες ανακαλύψεις. Κάτι το ανήσυχο πνεύμα του, κάτι κάποιες μικροπαρανοήσεις σε σχέση με τη δουλειά του επιστήμονα μπαμπά, κάτι οι κακές επιρροές της τηλεόρασης, όλα αυτά μαζί τέλος πάντων, θα θέσουν σε κίνδυνο αρκετά από τα πλάσματα που τον περιβάλλουν στο σπίτι του παππού του. Όταν όμως το παιχνίδι του γυρίσει μπούμερανγκ, ο μικρός θα αντιληφθεί πόσο ζόρικο είναι ο θύτης να μετατρέπεται σε θύμα και πόσο σκληρά μπορεί να εκδικηθεί η φύση εκείνους που πάνε να διαταράξουν τις ισορροπίες της.

Ένα έξυπνο βιβλίο, που θίγει με χιουμοριστική διάθεση το ζήτημα του σεβασμού απέναντι στη φύση και στα πλάσματά της, οδηγώντας το παιδί, μέσα απ’ την ιστορία του Αλέκου, σε περαιτέρω σκέψεις γύρω από τις ανορθόδοξες μεθόδους επιβολής του ανθρώπου πάνω στο φυσικό περιβάλλον. Ταυτόχρονα, ένα ενδιαφέρον σχόλιο γύρω από την αληθινή φύση των παιδιών, που δεν είναι ούτε άγγελοι ούτε διακοσμητικά αντικείμενα, όπως θα ονειρεύονταν πολλοί γονείς. Τα παιδιά είναι ζωντανοί κι εξελισσόμενοι οργανισμοί, που, πάνω στη λαχτάρα τους να μάθουν και να ανακαλύψουν, επιδεικνύουν συχνά μεγάλη σκληρότητα και πλήρη όσο κι αφελή άγνοια των συνεπειών, ακόμα κι οδυνηρών για τα ίδια και τους άλλους.

Η λογοτεχνική παράδοση –οι αναφορές στην Αλίκη είναι εμφανείς τόσο στον τίτλο όσο και σε άλλα σημεία του κειμένου–, χαριτωμένα λογοπαίγνια, αλλά και, κυρίως, σουρεαλιστικές καταστάσεις που μόνο το μυαλό ενός παιδιού μπορεί να επινοήσει γίνονται τα υλικά με τα οποία χτίζει η συγγραφέας την ξεκαρδιστική ιστορία της, η οποία κατορθώνει με μαεστρία να κινηθεί πάνω στα όρια χωρίς ούτε στιγμή να ξεφύγει απ' αυτά. Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση, εκτός από το ότι παρέχει αμεσότητα και φυσικότητα, επιτείνει τη χιουμοριστική διάθεση, αφού τα εξωφρενικά «κατορθώματα» του Αλέκου χρωματίζονται με μια άκρως διασκεδαστική αφέλεια, ενώ το ανοιχτό, ως ένα βαθμό, τέλος μάς κλείνει πονηρά το μάτι, υπονοώντας πως, όσο κι αν το πάθημα έγινε μάθημα στον νεαρό πρωταγωνιστή, η παιδική δίψα για νέες περιπέτειες παραμένει ακόρεστη.
Όπως άλλωστε κι η μυχια επιθυμία της αφήγησης να μην αποχωριστεί έτσι εύκολα τον σκανταλιάρη ήρωά της...

Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2014

Μάνος Κοντολέων, Ο Εέ άπό τ' άστρα

Εικονογράφηση: Αντώνης Καλαμάρας, νέα έκδοση βελτιώμένη, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2014 (από 8 ετών)



Ανήκω σε μια γενιά παιδιών που μεγάλωσαν με το μυαλό και το βλέμμα καρφωμένο στον μαγικό κόσμο του διαστήματος. Από τη Μάχη των πλανητών ως το Σταρ Τρεκ κι από την Οδύσσεια του διαστήματος ως τον ΕΤ, η γενιά μου χρόνια ταλανίστηκε από το ερώτημα της ύπαρξης ή μη εξωγήινης ζωής. Αντιλαμβάνεστε λοιπόν πώς ένιωσα όταν διάβασα αυτό εδώ το βιβλίο, ένα μυθιστόρημα που γράφτηκε για τα παιδιά της δικής μου γενιάς πριν από κοντά τριάντα πέντε χρόνια. Κι ας μην έχει την παραμικρή πρόθεση να απαντήσει, τουλάχιστον με τον τρόπο που εγώ θα 'θελα, στο καυτό ερώτημα της ύπαρξης ή μη εξωγήινης ζωής που βασάνισε την παιδική μου ηλικία. Ως βιβλίο φαντασίας, αυτή τη θεωρεί δεδομένη. Ο ήρωάς του, ο Εέ, ορατός μονάχα από τα παιδιά, καταφτάνει μια μέρα απ’ το μακρινό Αστέρι των Παιδιών στη Γη κι αλλάζει με θαυμαστό τρόπο τη ζωή δυο αδερφών, της Άννας και του Δημήτρη. Είναι ένα πλάσμα με απίθανες δυνάμεις, ικανό να εκμηδενίσει χρόνους κι αποστάσεις, να μεταμορφώσει κόσμους, να μεταλλάξει ανθρώπινα αισθήματα και συμπεριφορές, προβάλλοντας ολοζώντανο στα μάτια των παιδιών έναν κόσμο ομορφιάς, ανθρωπιάς, ευαισθησίας, οικολογικής συνειδητοποίησης.

Θα μου πείτε, τι είναι αυτός ο Εέ, κανένας θαυματοποιός; Την απάντηση, νομίζω, θα τη δώσουμε αν διαβάσουμε το σημείωμα του συγγραφέα, εκεί που εξηγεί ότι το μυθιστόρημα αυτό το έγραψε μαζί με παιδιά αναγνώστες του παιδικού περιοδικού Παιδιά γεια χαρά. Αυτά του έδωσαν τους ήρωες και τα επεισόδια μέσα από τα γράμματά τους. Ο ίδιος συνένωσε, συνταίριαξε, έδωσε το λογοτεχνικό χρώμα και την αφηγηματική γραμμή στην ιστορία του. Κι έδωσε, ή τουλάχιστον αίσθησή δική μου είναι πως ο συγγραφέας το έδωσε, και κάτι ακόμα, ένα στοιχείο στην πλοκή που παρακάμπτει με μαεστρία το σκόπελο του να θεωρηθεί ο Εέ ένας κοινός θαυματοποιός: Έτσι, όσο σφοδρή κι αν αναδύεται στο κείμενο η επιθυμία των παιδιών να δουν τον κόσμο τους να μεταμορφώνεται από τις μαγικές δυνάμεις του Εέ, τα θαύματα του εξωγήινου φίλου τους δεν κρατάνε για πολύ. Ο μαγικός του κόσμος, έτσι όπως ξεπετάγεται μέσα από την άχαρη καθημερινότητά τους με υπερρεαλιστικές εικόνες λαμπερής ομορφιάς, φαντάζει περισσότερο σαν προβολή ονείρου παρά σαν παγιωμένη πραγματικότητα. Με κάποιον τρόπο, ο Εέ δείχνει τον δρόμο, κάνει το όνειρο να μοιάσει απτό και εφικτό. Δε σερβίρει έτοιμες λύσεις. Δίνει υπόσταση στο όραμα. Και γι' αυτό κι η δική του παραμονή στη Γη δεν είναι παρά μόνο προσωρινή, μια παρένθεση στην ασχήμια, μια ανάσα ελπίδας, ένας αντικατοπτρισμός ενός άλλου κόσμου, μακρινού κι ωστόσο εν δυνάμει υπαρκτού.

Εκσυγχρονισμένη, τεχνολογικά ενημερωμένη και βελτιωμένη, αυτή η νέα έκδοση του Εέ από τ’ άστρα σε αφήνει εντέλει με μια γλυκόπικρη αίσθηση: Από τη μια, χαμογελάς στη σκέψη πως, όσα χρόνια κι αν περάσουν, η άδολη επιθυμία των παιδιών για έναν καλύτερο κόσμο θα είναι ίδια κι απαράλλαχτη. Κι από την άλλη, συνειδητοποιείς πως η γενιά παιδιών για την οποία και με την οποία γράφτηκε αυτό το βιβλίο, η δική σου γενιά, κληροδοτεί με προθυμία στα δικά της παιδιά τα ίδια προβλήματα και τις ίδιες παθογένειες που κάποτε ήθελε κι η ίδια να εξαλείψει. Κι υποψιάζεσαι, χωρίς ωστόσο να θες να το πιστέψεις, με το βλέμμα πια όχι στ’ αστέρια αλλά στον κόσμο που σε περιβάλλει, πως ίσως η μετάβαση από την παιδική ηλικία στην ενηλικίωση να μην είναι άλλο από ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή απ’ το Αστέρι των Παιδιών, εκεί που όλα είναι λαμπερά, θαυμαστά κι αιώνια, εδώ κάτω, στον Πλανήτη Γη.

Δευτέρα 8 Σεπτεμβρίου 2014

Αργυρώ Μουντάκη, Το Υπναρούδι και η Ελεάννα σε φανταστικές περιπέτειες

Εικονογράφηση: Βαγγέλης Ελευθερίου, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2013 (από 6 ετών)

 
 
Αν ο παλιός καλός μας γνώριμος Quentin Gréban επιλέγει ένα κάπως ανοικονόμητο μαμούθ για ζωάκι της μικρής του ηρωίδας (εδώ), η Αργυρώ Μουντάκη στο βιβλίο της Το Υπναρούδι και η Ελεάννα σε φανταστικές περιπέτειες κινείται στο άλλο άκρο, δίνοντας στους μικρούς αναγνώστες της μια εντελώς μινιμαλιστική εκδοχή του όρου «κατοικίδιο». Η δική της ηρωίδα, βλέπετε, η μικρή Ελεάννα, διαθέτει ζωάκι τσέπης – ένα μυρμηγκάκι ονόματι Υπναρούδι, το οποίο διαμένει σε σπιρτόκουτο και η ιδιοκτήτριά του έχει την ευχέρεια να το κουβαλάει όπου της κάνει κέφι. Αποτέλεσμα μια σειρά από περιπέτειες, που περιγράφονται στις τρεις ιστορίες οι οποίες απαρτίζουν το βιβλίο, και καταγράφουν την καθημερινότητα και τα –κάποτε δραματικά– απρόοπτα της ζωής των δυο φίλων και των αγαπημένων τους.

Ενδιαφέρουσα απόπειρα αφηγηματικής συνύπαρξης δυο διαφορετικών κόσμων –του μεγάκοσμου των ανθρώπων και του μικρόκοσμου των μυρμηγκιών– όπως αυτή μπορεί να επιτευχθεί με όχημα την παιδική φαντασία. Αφήγηση αβίαστη, που ζουμάρει σε καθημερινές στιγμές, κάποτε αδιόρατες όσο ένα τοσοδά μυρμηγκάκι, μεγεθυσμένες ωστόσο μέσα από τον φακό των παιδικών ματιών, αλλά και ικανές να χωρέσουν τη ζεστασιά, την ανεμελιά αλλά και τα βάσανα της παιδικής φιλίας, οικολογικές ευαισθησίες, οικογενειακές δυσκολίες, σχολικές χαρές και μικροπροβλήματα. Με το μικρούλι Υπναρούδι πανταχού παρόν, να υπογραμμίζει με την παρουσία του την τεράστια αξία που έχουν τα μικρά και φαινομενικά ασήμαντα για την παιδική ψυχοσύνθεση.  

Ένα χαριτωμένο βιβλίο, που πάντως ενδέχεται να σας δημιουργήσει κάποια προβληματάκια, αφού, μετά το πέρας της ανάγνωσής του, δε θα υπάρξει μυρμηγκοφωλιά πάνω απ’ την οποία να μη σας σύρει το βλαστάρι σας σε αναζήτηση νέου κατοικίδιου. Μικρό το κακό βεβαίως, αφού ένα τοσοδά μυρμηγκάκι μες στο σπιτικό σας φαντάζει –εκ πρώτης τουλάχιστον όψεως– πολύ προτιμότερο από ένα πελώριο μαμούθ. Ή μήπως όχι;

Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2014

Τζον Μπόιν, Το αγόρι με τη ριγέ πιτζάμα

Μετάφραση: Αριάδνη Μοσχονά, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2006 (από 13 ετών)



Η λογοτεχνία είναι σε μεγάλο βαθμό ζήτημα οπτικής, κι αυτό φαίνεται να το γνωρίζει πολύ καλά ο Τζον Μπόιν, εφαρμόζοντάς το εξαιρετικά στο βιβλίο του Το αγόρι με τη ριγέ πιτζάμα. Το οποίο, εκ πρώτης όψεως, είναι η ιστορία ενός συνηθισμένου πιτσιρικά κεραυνοβολημένου από την αιφνίδια μετάθεση του καριερίστα μπαμπά του, η οποία θα πάρει τον μικρό μακριά από το σπίτι που μεγάλωσε, από την πόλη του και τους αγαπημένους του φίλους. Αλλά τι σόι δουλειά είναι αυτή που κάνει ο μπαμπάς; Και πού ακριβώς βρίσκεται το μακρινό μέρος που σηματοδοτεί τη ραγδαία επαγγελματική του ανέλιξη; Πώς θα τη βγάλει καθαρή ο μικρός στο αφιλόξενο Ούστβιτς; Τι ρόλο θα παίξουν στη ζωή του οι άνθρωποι που θα γνωρίσει εκεί; Και πώς η συνάντησή του με ένα αγόρι με ριγέ πιτζάμα θα χαράξει με τρόπο καθοριστικό τη μοίρα του;

Μια ιστορία για το Ολοκαύτωμα ιδωμένη από την πλευρά του προνομιούχου πλην ανύποπτου μέχρι αφέλειας γιου του διοικητή ενός ναζιστικού στρατοπέδου συγκέντρωσης. Ο εννιάχρονος Μπρούνο, του οποίου η εμφάνιση έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το πρότυπο του Άριου που λανσάρει το χιτλερικό καθεστώς, ξεριζωμένος από το μέρος που μεγάλωσε, ζώντας σε ένα στρατοκρατούμενο κι αφιλόξενο σπίτι που ποτέ δε γίνεται σπίτι του, αποκομμένος από τους γονείς του, που μοιάζουν να ζουν ο καθένας στον κόσμο του, εστιάζει στα καθημερινά αγνοώντας παγκόσμιους συσχετισμούς, συχνά παρερμηνεύοντας καταστάσεις ή δίνοντας αυθαίρετα υποκειμενικές ερμηνείες στα γεγονότα, ψηλαφώντας βήμα με το βήμα, μέρα με τη μέρα, μια πραγματικότητα της οποίας ως το τέλος δε θα μπορέσει να αντιληφθεί πλήρως τη φρίκη. Μέσα από τον παραμορφωτικό φακό της αφελούς ματιάς του, τα πάντα –από τον αλκοολισμό και την απιστία της μαμάς, μέχρι τα βάσανα που υφίστανται οι Εβραίοι κρατούμενοι πέρα απ’ το συρματόπλεγμα που χωρίζει το σπίτι του με το στρατόπεδο– αποκτούν μια έντονα ειρωνική αν και στο βάθος τραγική διάσταση. Η βία, ακόμα κι όταν είναι απροκάλυπτα παρούσα, παραλείπεται εύγλωττα, λες κι ο μικρός Μπρούνο, κάποτε όχι άμοιρος ευθυνών κι ενοχών, επιλέγει να κλείσει τα μάτια ασκώντας αυστηρή λογοκρισία σε μια πραγματικότητα που του είναι αβάσταχτη. Την ίδια ώρα η επιμονή του να παραποιεί συστηματικά τοπωνύμια και ονόματα προσώπων –ο Φύρης, το Ούστβιτς–, όσο κι αν δίνει μια ανάλαφρη, παιγνιώδη νότα στην ιστορία του, μοιάζει με απελπισμένη όσο και συνειδητή ως έναν βαθμό απόπειρα αναδίπλωσης σε μια μύχια παιδικότητα που θα τον προστατέψει από τη φρίκη της πρόωρα κι οδυνηρά επερχόμενης ενηλικίωσης. Ο Μπρούνο δεν είναι ήρωας, δεν είναι μια εξιδανικευμένη μορφή, δεν ξεπερνάει σχεδόν ποτέ τον εαυτό του. Κι αυτή ακριβώς η ειρωνική απόσταση που διατηρεί από αυτόν ο συγγραφέας, σε αντιδιαστολή με τη διστακτική αν και πολύ πιο συνειδητή στάση του φίλου του του Εβραίου Σμούελ, υπογραμμίζει εμφατικά το τυχαίο της θέσης και της μοίρας του καθενός τους.

Όσο για τον Σμούελ, το αγόρι απ’ την άλλη πλευρά του συρματοπλέγματος, το μικρό Εβραιόπουλο με τη ριγέ πιτζάμα, γεννημένο την ίδια ακριβώς μέρα με τον πρωταγωνιστή του βιβλίου, μοιάζει με αντικατοπτρισμό του ίδιου του Μπρούνο: Όσα κι αν είναι αυτά που τους χωρίζουν, δεν παύουν να είναι δυο παιδιά μόνα και φοβισμένα, σ’ έναν κόσμο εφιαλτικά παράδοξο κι ακατανόητο, δυο πιτσιρικάδες που, αγνοώντας σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό την ακριβή τους κατάσταση, γυρεύουν να μοιραστούν σκέψεις κι αγωνίες. Δυο παιδιά τόσο όμοια, με το συρματόπλεγμα και τη διαφορετική τους αμφίεση να τραβούν μια αυθαίρετη γραμμή ανάμεσα στο θύτη και στο θύμα, στον ευνοημένο από τη μοίρα και στον καταδικασμένο να πάει ως πρόβατο στη σφαγή.

Καθώς ο συγγραφέας οδηγεί με αφηγηματική ακρίβεια την ιστορία του προς τη συγκλονιστική της κλιμάκωση και το αναπάντεχο τέλος, ξυπνώντας στον ενήλικα αναγνώστη μνήμες από την Εκλογή της Σόφι ή από το Η ζωή είναι ωραία, η ριγέ πιτζάμα του Σμούελ αναδεικνύεται σε κομβικό στοιχείο της πλοκής ως ειδοποιό χαρακτηριστικό ταυτισμένο με την προδιαγεγραμμένη μοίρα του κατόχου της. Μόνο που ο Τζον Μπόιν δεν αρκείται σε αυτό τον ρόλο, υποβάλλοντας στον αναγνώστη του το ανατριχιαστικό, τελειωτικό ερώτημα: Άραγε μπορεί ένα απλό ρούχο, εκτός από δηλωτικό της μοίρας εκείνου που το φοράει, να φτάσει ακόμα και να την ορίσει; Η απάντηση-γροθιά στο στομάχι στις σελίδες αυτού του εξαιρετικού βιβλίου.   

Σάββατο 26 Ιουλίου 2014

Θοδωρής Παπαϊωάννου, Ανάποδα

Εικονογράφηση: Ίρις Σαμαρτζή, Ίκαρος, Αθήνα 2014 (από 3 ετών)

 
 

Ένα απ’ τα πιο όμορφα βιβλία για μικρά παιδιά που διαβάσαμε φέτος. Η ιστορία του Μέλιου του σκαθαριού, που, καθώς κυλάει τη χωμάτινη μπάλα του στο έδαφος, σκοντάφτει σε μια πετρούλα και γυρίζει ανάποδα. Από κει ο κόσμος φαντάζει τόσο αλλιώτικος αλλά κι απρόσμενα αποκαλυπτικός. Κι ο Μέλιος, στην παράκλησή του για βοήθεια, θα δει να τον προσπερνάνε η αδιαφορία, η συμφεροντολογία, η χρησιμοθηρία, ο κίνδυνος. Μαζί τους θα φέρουν ένα σωρό ετερόκλητα συναισθήματα: απορία, ανασφάλεια, φόβο. Αλλά και θαυμασμό για τον ανέλπιστα όμορφο «ανάποδο» κόσμο που απλώνεται στα μάτια του. Και μαζί ευδαιμονία, νοσταλγία, αγάπη.

Μια ιστορία βγαλμένη απ’ το μικρόκοσμο της φύσης, που κρύβει μέσα της συμπυκνωμένες ένα σωρό γλυκόπικρες αλήθειες: Αρκεί, μας λέει ο συγγραφέας, μια αναποδιά για να δεις με διαύγεια τον κόσμο γύρω σου μέσα από μια νέα οπτική, να μετρήσεις τις δυνάμεις σου, να κοιτάξεις με ειλικρίνεια μέσα σου, να δεις κατάματα τους φόβους και τις ανασφάλειές σου, να ανακαλύψεις φίλους κι εχθρούς, να εξερευνήσεις νέες δυνατότητες και καινούριες προοπτικές. Καμιά εμπειρία άλλωστε δεν είναι μονοσήμαντη: εκεί που ελλοχεύει ο κίνδυνος μπορεί να καραδοκεί κι η υπέρτατη ομορφιά, εκεί που φωλιάζει η απελπισία μπορεί να κρύβονται και τα πιο τρυφερά συναισθήματα.

Κανονικά ή ανάποδα ιδωμένη πάντως, η ομορφιά δεν έχει ανάγκη από μεγάλα λόγια για να αποτυπωθεί στο χαρτί. Με μια χούφτα λέξεις, χωρίς περιττά στολίδια, ο Θοδωρής Παπαϊωάννου δεν αφηγείται απλώς την περιπέτεια του Μέλιου αλλά και μεταδίδει συναισθήματα, γεμίζει χρώματα γη κι ουρανό, φτιάχνει πανέμορφες εικόνες – όπως εκείνο το χαμογελαστό πρόσωπο που σχηματίζει το φεγγάρι παρέα με δυο αστέρια ή η ευχή που υψώνεται σαν μπαλονάκι στον ουρανό. Ένας πανέμορφος κόσμος, μες στον οποίο ταξιδεύει με τόλμη και ευρηματική διάθεση η εικονογράφηση της Ίριδας Σαμαρτζή, ακολουθώντας κατά πόδας κι αναδεικνύοντας την «ανάποδη» οπτική του μικρού σκαθαριού, φέρνοντας πλάσματα της φύσης και φυτά στα δικά του μέτρα, εστιάζοντας στη λεπτομέρεια με την ένταση μεγεθυντικού φακού, χρωματίζοντας συναισθήματα και αποχαιρετώντας μας με μια ονειρική νυχτερινή φύση στο τελευταίο σαλόνι.

Κάπου εδώ σας αποχαιρετάω κι εγώ, γιατί ό,τι άλλο κι αν πω γι’ αυτή την υπέροχη ιστορία θα είναι σκέτος πλεονασμός. Απλώς διαβάστε τη!

Κυριακή 13 Ιουλίου 2014

Το βιβλίο με τις άπειρες ιστορίες


Τι κάνεις όταν ένα παιδί που μόλις τέλειωσε την Α΄ Δημοτικού σού ξεφουρνίζει πρωί πρωί: «Μαμά, σκέφτηκα έναν τρόπο να μην τελειώνει ποτέ ένα βιβλίο! Κοίτα τι γίνεται: Είναι ένα βιβλίο που κάποιος λέει μια ιστορία. Αλλά στην ιστορία του μιλάει για κάποιον άλλο που αρχίζει να λέει κι αυτός μια ιστορία. Κι εκεί μέσα είναι κάποιος άλλος που λέει κι εκείνος μια δική του ιστορία. Μέσα σε κάθε ιστορία είναι μια άλλη ιστορία. Κι έτσι το βιβλίο δεν τελειώνει ποτέ. Γιατί οι ιστορίες είναι άπειρες!»;

Τι κάνεις λοιπόν;

Ενδύεσαι μήπως τον θεωρητικό σου μανδύα και περιγράφεις όσο πιο απλά γίνεται τι θα πει εγκιβωτισμός;

Θυμάσαι τις ενήλικες αναγνωστικές σου εμμονές και ξεφουρνίζεις ότι αυτό το βιβλίο με τις άπειρες ιστορίες θ’ άρεσε πολύ στον λατρεμένο σου Χόρχε Λουίς Μπόρχες;

Ανακαλείς νοσταλγικά τη νιότη σου και βάζεις αυτό το τραγουδάκι;



Αφήνεις να αναδυθεί ο άκρατος φορμαλισμός σου υποστηρίζοντας ότι, εκτός από άπειρες, οι ιστορίες, ακόμα κι αν μοιάζουν απελπιστικά μεταξύ τους, μπορεί και να είναι ειπωμένες με άπειρους τρόπους;

Εγώ λοιπόν δεν είπα τίποτα. Μόνο χαμογέλασα αμήχανα και σχολίασα ότι βρίσκω την ιδέα ενός τέτοιου βιβλίου φοβερή.

Ώρες μετά, ξανασκέφτομαι την  πρωινή μας κουβέντα και ξεφυλλίζω νοερά αυτό το βιβλίο με τις άπειρες ιστορίες. Υποψιάζομαι ότι, ιδωμένο μακριά από το χαρούμενο παιχνίδι ενός μικρού παιδιού, ίσως τελικά θα μπορούσε να συμβολίζει την απελπισμένη ανάγκη του άπληστου αναγνώστη να μην ξεμείνει ποτέ από πλοκές και χαρακτήρες, από γεγονότα κι αφηγήσεις. Ή και την επιθυμία του, περνώντας μέσα από πολλά διαφορετικά στρώματα ιστοριών, να καταδυθεί ως τις απώτατες αβύσσους τους, αναζητώντας την πιο καθαρή, την πιο μοναχική κι ιδανική μορφή τους.

Ούτε αυτές τις σκέψεις είναι εύκολο να τις μοιραστείς μ’ ένα παιδί εφτάμισι χρονών. Κι ας γνωρίζεις καλά ότι ένα κομμάτι της δικής σου αναγνωστικής ταυτότητας, αυτό που καταθέτεις δυο χρόνια τώρα εδώ μέσα, το οφείλεις αποκλειστικά σ’ αυτό το παιδί και στ’ αδερφάκι του. Όπως και πολλά, πολλά άλλα, είναι η αλήθεια.

 

Δευτέρα 30 Ιουνίου 2014

Αγαθή Δημητρούκα, Δομήνικος Θεοτοκόπουλος - Ελ Γκρέκο

Εικονογράφηση: Νικόλας Ανδρικόπουλος, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2014 (από 7 ετών)

 


Δομήνικος Θεοτοκόπουλος: ο μεγάλος αναγεννησιακός ζωγράφος που μοίρασε τη ζωή του σε τρεις χώρες (Ελλάδα, Ιταλία, Ισπανία), διαμορφώνοντας μια ιδιαίτερη καλλιτεχνική φυσιογνωμία και μένοντας γνωστός στους αιώνες με ένα όνομα που συμπυκνώνει όλη την προσωπική και καλλιτεχνική του διαδρομή: Ελ Γκρέκο, με το ισπανικό «Ελ» («Ο») και το ιταλικό «Γκρέκο» («Έλληνας») να δηλώνουν την ελληνική του καταγωγική αφετηρία.

Αφορμώμενη από την επέτειο των τετρακοσίων χρόνων από τον θάνατο του μεγάλου αυτού ζωγράφου, η Αγαθή Δημητρούκα σε αυτό το καινούριο βιβλίο της τον ακολουθεί σε όλη τη διαδρομή του, από τα παιδικά του χρόνια στην Κρήτη και τις πρώτες –βυζαντινές– επιρροές ως τις σπουδές στην Ιταλία και στη συνέχεια τη μετοίκιση στην Ισπανία – και πιο συγκεκριμένα στο χωνευτήρι των πολιτισμών, το Τολέδο. Παράλληλα, και με σταθερό της μότο την ποιητική φράση «Για πάντα, ποτέ!», επιχειρεί να φωτίσει πτυχές της ιδιαίτερης προσωπικότητας του μεγάλου Κρητικού άρρηκτα συνδεδεμένες με το καλλιτεχνικό του έργο, σχολιάζει τον τρόπο με τον οποίο επέδρασε ο Γκρέκο στη νεότερη τέχνη και προτρέπει τους νεαρούς της αναγνώστες να συλλογιστούν πάνω στη φύση του καλού και στη σχέση του με την καλλιτεχνική δημιουργία αλλά και με τη ζωή.

Άξιος συμπαραστάτης της ο Νικόλας Ανδρικόπουλος, ο οποίος βαδίζει εικαστικά πάνω στα χνάρια του Θεοτοκόπουλου εικονογραφώντας μορφές που αποτυπώνουν το κλίμα της εποχής του και αποδίδουν, χωρίς να φείδονται συναισθήματος, την πορεία του μεγάλου ζωγράφου από την παιδική του ηλικία ως τη νεκρική κλίνη. Συνδιαλεγόμενος διαρκώς με το έργο του Ελ Γκρέκο (ψηλόλιγνες φιγούρες, έντονα χρώματα), ο Ανδρικόπουλος κατορθώνει να συνταιριάξει με απόλυτη φυσικότητα και να ενσωματώσει στην εικονογράφησή του ατόφια έργα του Κρητικού ζωγράφου, εισάγοντας έτσι αβίαστα το παιδί αναγνώστη στην τεχνοτροπία του.

Μία ευτυχής σύμπραξη δύο σημαντικών δημιουργών, που πετυχαίνουν όχι απλώς να βιογραφήσουν αλλά να καταδυθούν στον πλούσιο συναισθηματικό κόσμο του ιδιοφυούς καλλιτέχνη, με μίτο το πολύχρωμο κουβάρι του πρωτοποριακού, ρηξικέλευθου για την εποχή του έργου του.

Παρασκευή 27 Ιουνίου 2014

Βασίλης Παπαθεοδώρου, Ιπτάμενες σελίδες

Εικονογράφηση: Πέτρος Μπουλούμπασης, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2011 (από 11 ετών)

 
 
 
Ένα μάτσο σελίδες εγκαταλείπουν ύστερα από μια αλυσίδα γεγονότων ένα βιβλίο και πλημμυρίζουν τον ουρανό της αυταρχικής, μίζερης, κλειστοφοβικής Νότιας Πανδυσίας. Οι σκόρπιες σελίδες θα φτάσουν σε πολλά διαφορετικά χέρια, νέων κυρίως ανθρώπων, βοηθώντας τους με τρόπο μαγικό να πιστέψουν σε μια διαφορετική ζωή, πέρα από κανόνες, υποχρεώσεις, αρρώστιες, φόβους, τεχνητές έχθρες και ανασφάλειες. Μόνο που η απόπειρά τους αυτή ν’ αλλάξουν τη ζωή τους θα συναντήσει τη βίαιη αντίδραση της εξουσίας, που θα επιδιώξει πάση θυσία να αποκρύψει από τους υποψιασμένους κατόχους των ιπτάμενων σελίδων την αλήθεια.

Με τις ιπτάμενες σελίδες του να λειτουργούν αφηγηματικά ως ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα σε πολλούς διαφορετικούς ανθρώπους, ο Παπαθεοδώρου κινείται αβίαστα από το ατομικό επίπεδο της ζωής κάθε μεμονωμένου χαρακτήρα του στην κοινή, συλλογική προσπάθεια. Ας μην είναι όλοι οι ήρωές του ίδιοι, ας τους χωρίζουν πολλά, ας αποκαλυφθούν στην πορεία παθογένειες, αδυναμίες, εγκλωβισμός σε παγιωμένες συνήθειες κι αντιλήψεις. Εξάλλου η αλήθεια, όπως και η ζωή, δεν κινείται γραμμικά και προβλέψιμα, βρίσκει πολλούς, ακόμα και παράδοξους ή τυχαίους τρόπους για να αποκαλυφθεί. Γι' αυτό κι ευφυώς, νομίζω, ο συγγραφέας δίνει κομβικό ρόλο στην πλοκή του στον πιο παθητικό και κοινωνικά αδιάφορο ήρωα του βιβλίου του – ένα αγόρι βουλιμικό, που απεχθάνεται το διάβασμα, κι όμως, παρά τη θέλησή του, θα λειτουργήσει δύο φορές ως ο καταλύτης στην εξέλιξη της υπόθεσης. Άξιος συμπαραστάτης του, συνειδητός αυτός, ένα γηραιό όργανο της τάξης, που, κουρασμένο από συμβιβασμούς και παραχωρήσεις, αποφασίζει τελικά να κάνει την επανάστασή του.

Παράλληλα με τη δράση των προσώπων, σ’ ένα άλλο επίπεδο, ξεδιπλώνεται σελίδα με τη σελίδα ένα άγρια δυστοπικό σκηνικό –αυτό της Νότιας Πανδυσίας, σε μόνιμη κατάσταση έχθρας με τη Βόρεια–, μιας χώρας σε μικρογραφία, που -κατά τρόπο ειρωνικό- ίσα που φτάνει τα όρια μιας πόλης, με στρατηγούς που φέρουν τον βαθμό του λοχαγού και ηγέτες της εμβέλειας δημάρχου, με εθνικό ήρωα μισιακό με τους άσπονδους Βόρειους γείτονες. Ένα αυταρχικό καθεστώς που χειραγωγεί τα πλήθη με την προώθηση υλιστικών προτύπων, την παντελή έλλειψη πνευματικότητας, την ενίσχυση των κοινωνικών ανισοτήτων, την καλλιέργεια φόβου, τη διαστρέβλωση της ιστορίας και την αντικατάστασή της από μια άλλη, τεχνητή. Τόσο τεχνητή όσο κι η συντηρούμενη έχθρα με τη Βόρεια Πανδυσία, για λόγους που εξυπηρετούν αποκλειστικά και μόνο τα σχέδια των δύο καθεστώτων.

Η εικονογράφηση του Πέτρου Μπουλούμπαση, σκοτεινά υποβλητική και απέριττα υπαινικτική, δένει εξαιρετικά με αυτό το βιβλίο στο οποίο η αλήθεια –έστω και τσαλαπατημένη, κακοποιημένη, φιμωμένη, κρυμμένη, κατακερματισμένη, προσωρινά ηττημένη– είναι καταδικασμένη να λάμψει, μεταλλάσσοντας τη διχασμένη, θλιβερή, αφιλόξενη Πανδυσία σ’ αυτό που αληθινά της αξίζει να είναι – μια πανδαισία χρωμάτων, συναισθημάτων, εικόνων κι ονείρων.

Πέμπτη 19 Ιουνίου 2014

Εύα Ιεροπούλου, Το παγκάκι που ήθελε να γίνει βάρκα

Εικόνες: Νίκη Λεωνίδου, Μεταίχμιο, Αθήνα 2013 (από 7 ετών)

 
 


Τα αιώνια δράματα της ζωής: Ένα παγκάκι δεν είναι ευτυχισμένο με τον εαυτό του και το έργο που επιτελεί, και θέλει να γίνει βάρκα. Κατορθώνει με κάποιον τρόπο να βουτήξει στη θάλασσα και, φυσικά, πάει άπατο. Μες στης θάλασσας τα βάθη θα γνωρίσει αρχικά την απαξίωση. Στην πορεία βέβαια θα ανακαλύψει ότι ακόμα και στο βυθό μπορεί να φανεί χρήσιμο, κατανοώντας επιτέλους αυτό που δεν του είχε καν περάσει απ’ το μυαλό όσο βρισκόταν στη φυσική του θέση: πόσο υπέροχο είναι να χτίζονται πάνω σου φιλίες, αγάπες, ζεστές ανθρώπινες σχέσεις, που σε ακολουθούν για μια ζωή.

Όταν δεν είμαστε ευχαριστημένοι και συμφιλιωμένοι με τον εαυτό μας, λέει η ιστορία της Εύας Ιεροπούλου, συχνά οδηγούμαστε να κυνηγήσουμε στόχους που δεν μπορούν να υλοποιηθούν γιατί πάσχουν από παντελή έλλειψη επαφής με την πραγματικότητα. Αν ωστόσο το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον, το ταξίδι στ’ όνειρο, ακόμα κι αν δε σε πάει εκεί ακριβώς που φανταζόσουν, πάντα έχει κάτι καινούριο κι εποικοδομητικό να σου προσφέρει, επιτρέποντάς σου ταυτόχρονα να ανακαλύψεις και να αξιοποιήσεις ακόμα και στα πιο απίθανα μέρη τις πραγματικές σου δυνατότητες και κλίσεις.

Ρέουσα αφήγηση, ζωηροί διάλογοι κι εκφραστική εικονογράφηση από τη Νίκη Λεωνίδου συνοδεύουν το παγκάκι μας στην πορεία του προς την αυτογνωσία και την προσωπική συμφιλίωση.

Τετάρτη 11 Ιουνίου 2014

Βούλα Μάστορη, Γιαγιά στο ψυγείο

Εικονογράφηση: Ίρις Σαμαρτζή, Ψυχογιός, Αθήνα 2013 (από 7 ετών)

 


Δυο ζωηροί πιτσιρικάδες, φοβούμενοι ότι η γιαγιά τους θα «ξεραθεί», όπως όλες οι γιαγιάδες, πασχίζουν να βρουν τρόπο να την κρατήσουν φρέσκια και δροσερή: την «ενυδατώνουν» με τον δικό τους τρόπο, προσπαθούν να κατασκευάσουν ένα νέο τύπο αντιγηραντικής κρέμας για να την πασαλείψουν ολόκληρη, τελικά αποφασίζουν να τη βάλουν σε ψυγείο. Ναι, αλλά σε τι ψυγείο…

Μια ευρηματική ιστορία για το πώς βλέπουν τα παιδιά το γήρας και τη συνακόλουθη φθορά του. Ισορροπώντας έξυπνα ανάμεσα στην τρυφερότητα και στο χιούμορ, η συγγραφέας βυθίζεται χωρίς ταμπού στον κόσμο της παιδικής φαντασίας και του παιχνιδιού ψηλαφώντας φόβους και ανασφάλειες και μιλώντας στους μικρούς της αναγνώστες για το αναπότρεπτο πέρασμα του χρόνου, που, μαζί τις ρυτίδες της ηλικίας, μας φιλοδωρεί και με συναισθήματα, εμπειρίες και ρόλους που δε θα μπορούσε ποτέ να μας χαρίσει η αιώνια νεότητα. Ταυτόχρονα, αξιοποιώντας τους αφελείς παραλληλισμούς και τις παρανοήσεις των δυο παιδιών, φωτίζει από μια ξεκαρδιστική, σαρκαστική οπτική τις συνταγές «αιώνιας ομορφιάς» και τη ματαιότητά τους.
 
Ένα χαριτωμένα ευαίσθητο κι απροσποίητα ειλικρινές βιβλίο, ιδανικό για ανήσυχα εγγονάκια αλλά και γι’ ανασφαλείς γιαγιάδες. Εικονογραφημένο υπέροχα, όπως πάντα, από την Ίριδα Σαμαρτζή.