Κυριακή 7 Ιουνίου 2015

Άννα Κοντολέων, Πού πάει η αγάπη όταν χάνεται;


Εικονογράφηση: Λευτέρης Κιουρτσόγλου, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2014





Όταν το χαμόγελο χάνεται από το πρόσωπο του μπαμπά και της μαμάς, το μικρό αγόρι παίρνει τον δρόμο αναζητώντας την αγάπη που χάθηκε από το ως τότε χαρούμενο σπίτι του. Σ’ όποιον συναντήσει στη μεγάλη του βόλτα στον κόσμο θα θέσει το πανομοιότυπο ερώτημα: «Πού πάει η αγάπη όταν χάνεται;»  Μέσα από τις απαντήσεις των συνομιλητών του θα ανακαλύψει τις πολλαπλές όψεις κι εκδοχές της αγάπης: αυτή που εύκολα βαριέται κι εκείνη που είναι ανυπόμονη και βιαστική· αυτή που αργεί, εκείνη που παρασύρεται απ’ τον άνεμο και την άλλη, που πληγώνεται και γυρεύει να κρυφτεί· αυτή που μένει σταθερή κι εκείνη που χάνει την πίστη της· αυτή που γερνάει, φθείρεται, πεθαίνει.  Η πορεία του παιδιού στον κόσμο, στη διάρκεια της οποίας διασταυρώνεται με έμψυχα και άψυχα, με μικρά και μεγάλα, με το σήμερα και το χτες, με ζευγάρια και μοναχικές υπάρξεις, με την ίδια τη ζωή και τον θάνατο, δε συνιστά μια απλή παράταξη συμβάντων – διαθέτει κλιμάκωση, μια και μέσα από τις απαντήσεις που του δίνονται παρακολουθεί την αγάπη από τη γέννησή της ως την αναπόδραστη φθορά.

Η συγγραφέας ισορροπεί αβίαστα ανάμεσα στην αφηγηματική απλότητα και στην παιδική τρυφερότητα, χωρίς όμως ούτε να εκπίπτει στη σχηματικότητα ούτε να εκβιάζει το συναίσθημα. Η στοχαστική της διάθεση δεν καθιστά δύσβατη και δυσπρόσιτη την ιστορία της στους μικρούς αναγνώστες, συνεπικουρούμενη και από μια γοητευτική εικονοποιία αντλημένη από απλές καθημερινές στιγμές, η οποία δένει άρρηκτα με το πνεύμα και το ύφος του κειμένου της, κατορθώνοντας να δώσει μια καλειδοσκοπική αποτύπωση της έννοιας της αγάπης και ταυτόχρονα να αποδείξει το αδιάλειπτο της παρουσίας της και το αδιανόητο της απώλειάς της. Την ίδια ώρα, οι εικόνες του Λευτέρη Κιουρτσόγλου αποκαλύπτουν μια παιγνιώδη διάθεση, άλλοτε ζωντανεύοντας τα άψυχα κι άλλοτε δίνοντας απρόσμενες προεκτάσεις σε στοιχεία του κειμένου, όπως στο σαλόνι με το πλοίο-βερίκοκο που πάνω του ταξιδεύει το ηλικιωμένο ζευγάρι.

Το λυτρωτικά «ευτυχές» τέλος της ιστορίας δε συνιστά απλώς το επιστέγασμα της πορείας συναισθηματικής ωρίμανσης του παιδιού με την επιστροφή στη γονική αγκαλιά και ασφάλεια: Είναι άλλωστε αυτό το ίδιο το παιδί που, στο τέρμα της βόλτας του, αποκαμωμένο αλλά έχοντας συνειδητοποιήσει το άτοπο του αρχικού του ερωτήματος, μια και η αγάπη ΔΕ χάνεται, θα την καταστήσει από μόνο του απτή, δίνοντάς της σχήμα με τα δικά του χέρια, ως προϊόν της βαθιάς εσωτερικής του ανάγκης.
 
Κι αυτό το ευρηματικό τέλος είναι ένας ακόμα λόγος να πιστέψεις ότι σε τούτο τον κόσμο τίποτα δε χάνεται στο πέρασμα του χρόνου: ούτε η αγάπη αλλά ούτε κι η μαγεία κι η γοητεία που κρύβει μέσα της η αφήγηση μιας όμορφης ιστορίας.  

 



 

Κυριακή 31 Μαΐου 2015

Τζον Μπόιν, Μείνε εκεί που είσαι και μετά φύγε

Μετάφραση: Πετρούλα Γαβριηλίδου, Εκδόσεις Ψυχογιός, Αθήνα 2014

 
 
Όταν ο Άλφι Σάμερφιλντ κλείνει τα πέντε του χρόνια, ο πατέρας του φεύγει για να πολεμήσει στον Πρώτο Μεγάλο Πόλεμο του 20ού αιώνα. Ο μικρός, ωριμάζοντας απότομα μέσα σε μια δύσκολη κοινωνική και οικογενειακή πραγματικότητα, θα βρεθεί στο διάβα του χρόνου να δουλεύει κρυφά από τη μητέρα του ως λούστρος στον σιδηροδρομικό σταθμό του Κινγκς Κρος στο Λονδίνο. Κι όταν τα ίχνη του πατέρα του χαθούν ανεξήγητα, μια δέσμη χαρτιά που πέφτει τυχαία στο πάτωμα του σταθμού από έναν στρατιωτικό γιατρό θα τον οδηγήσει σε ένα εφιαλτικό όσο κι αποκαλυπτικό ταξίδι στο αλλόκοτο μέρος όπου ο πατέρας του εκτελεί τη «μυστική αποστολή του».

Ύστερα από το συγκλονιστικό Αγόρι με τη ριγέ πιτζάμα, στο οποίο ο Τζον Μπόιν ανέδειξε όλη τη φρίκη και τον παραλογισμό των ναζιστικών στρατοπέδων εξόντωσης, ο συγγραφέας στο βιβλίο του αυτό επιλέγει να ταξιδέψει τους αναγνώστες του στη δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα, ανιχνεύοντας μέσα από την οπτική ενός μικρού παιδιού μια από τις λιγότερο γνωστές πτυχές του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, τις συνέπειες που επέφεραν στο νευρικό σύστημα των στρατιωτών οι συνεχείς βομβαρδισμοί. Παράλληλα με το κομβικό αυτό θέμα, μέσα από την καθημερινότητα του Άλφι, διαφαίνονται οι δύσκολες συνθήκες διαβίωσης στη διάρκεια του πολέμου, ο κοινωνικός στιγματισμός «ύποπτων ξένων» και αντιρρησιών συνείδησης, ο διαφορετικός τρόπος αντιμετώπισης του πολέμου από εκπροσώπους διαφορετικών κοινωνικών τάξεων, η διαρκής αγωνία για την τύχη συγγενών, γειτόνων και φίλων που βρίσκονται στο μέτωπο. Ακόμα κι αν προς στιγμήν η αναφορά σε πρόσωπα και καταστάσεις σε κάνει να υποπτευθείς ότι ο συγγραφέας, περαστικός ων από αυτά, υποπίπτει στην περιπτωσιολογία, ωστόσο τα πάντα μέσα στο Μείνε εκεί που είσαι και μετά φύγε είναι τόσο λίγο τυχαία όσο κι οι τίτλοι των κεφαλαίων του – που παραπέμπουν όλοι σε τραγούδια τα οποία λέγονταν στην Αγγλία κατά τη διάρκεια του πολέμου. Κι αυτή είναι η μαγεία του συγκεκριμένου βιβλίου – το ότι ο Μπόιν με τρόπο αβίαστο και χαλαρό στήνει μια πλοκή όπου κάθε πρόσωπο, κάθε φαινομενικά τυχαίο συμβάν αποδεικνύεται κομβικό για την υπόθεση. Θα σταθώ εδώ μόνο στην επιλογή του σταθμού του Κινγκς Κρος ως χώρου εργασίας του ήρωα – μια επιλογή που όχι μόνο του επιτρέπει να μάθει για την τύχη του πατέρα του και να τον προσεγγίσει με σχετική ευκολία, αλλά αποδεικνύεται καταλυτικής σημασίας και για τη λύση της πλοκής.

Το ξαναντάμωμα του αναγνώστη με αρκετά από τα πρόσωπα της ιστορίας στο τέλος της, το οποίο σε πρώτη ανάγνωση δεν απέχει από αυτό που θα λέγαμε ευτυχές, τον φέρνει αντιμέτωπο με τη γλυκόπικρη διαπίστωση ότι η ζωή ύστερα από έναν πόλεμο, είτε  ξαναβρεί κάποιους απ’ τους παλιούς ρυθμούς είτε ανακαλύψει καινούριους δρόμους, είτε φέρει στην επιφάνεια νέες προσωπικές αλήθειες είτε φωτίσει κάτω από άλλο πρίσμα παλιά αισθήματα, πάντως ποτέ μα ποτέ δε θα είναι ίδια με πριν. Όπως ίδιοι δε θα είναι κι οι άνθρωποι κι ο κόσμος που τους περιβάλλει. Και μόνο γι’ αυτό, το Μείνε εκεί που είσαι και μετά φύγε αξίζει να διαβαστεί όχι μονάχα από μικρούς αλλά κι από μεγάλους.

 

Παρασκευή 1 Μαΐου 2015

Oliver Jeffers, Πιγκουίνος χάθηκε πιγκουίνος βρέθηκε


Απόδοση: Φίλιππος Μανδηλαράς, Εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2014


 
Αυτό που λατρεύω στον Oliver Jeffers είναι η ικανότητά του να χτίζει κόσμους ολόκληρους με λίγα λόγια κι απλά· να παντρεύει το παράδοξο με το αυτονόητο και να μην τρέχει μία· να δίνει μια στον κόσμο των ενηλίκων χωρίς εξηγήσεις, διευκρινίσεις, περιττές κουβέντες, και να κρατάει μόνο τους απολύτως απαραίτητους χαρακτήρες, καληώρα ένα παιδί κι έναν πιγκουίνο, ικανούς να οργώσουν παρέα όλο τον κόσμο· κι ας μην έχουμε την παραμικρή ιδέα ποιοι είναι, πώς τους λένε, ποιους έχουν φίλους: ας είναι μονάχα ένα αγόρι κι ένας πιγκουίνος, μας είναι τόσο οικείοι ώστε νιώθουμε σαν να τους γνωρίζαμε από πάντα.


Το άλλο που λατρεύω στον Oliver Jeffers είναι η λιτότητα των γραμμών του – ένας κύκλος και μια γραμμούλα από κάτω για δεντράκι, ένα παιδικό πρόσωπο φτιαγμένο με τα βασικά υλικά, το απολύτως αναγκαίο σκηνικό πίσω από τα απολύτως αναγκαία πρόσωπα· κι ωστόσο, εκεί που έχεις βολευτεί στον λιτό κι απέριττο κόσμο του, να σου από το πουθενά μια σελίδα σαν κι αυτήν εδώ, που σε πετάει αυτοστιγμεί στη μεγαλύτερη θαλασσινή περιπέτεια της ζωής σου!
 
 

Για να κάνω μια σούμα, αυτό που λατρεύω στον Oliver Jeffers είναι που με λιγοστές απλές λέξεις κι άλλες τόσες γραμμές, άντε και μερικές πιο σύνθετες, χτίζει πλοκές, πλάθει χαρακτήρες, γεννάει ανατροπές προσδοκιών, αισθημάτων, λογικών. Θα το συνειδητοποιήσετε κι εσείς αν τύχει να διαβάσετε το Πιγκουίνος χάθηκε, πιγκουίνος βρέθηκε και δείτε πώς η αποκάλυψη της αληθινής επιθυμίας του χαμένου πιγκουίνου ακυρώνει διαμιάς τους λόγους και τα κίνητρα για ό,τι μέχρι εκείνη τη στιγμή έχουν ζήσει παρέα αυτός και ο φίλος του το αγόρι. Χωρίς να ακυρώνει πάντως κι όσα έχουν ζήσει. Γιατί, αλήθεια, πόσο άκυρο μπορεί να θεωρηθεί ένα ταξίδι γνωριμίας του κόσμου, του άλλου, του ίδιου σου του εαυτού, ανεξάρτητα από την προσδοκώμενη κατάληξή του; Και τι άλλο είναι στην ουσία ο Πιγκουίνος κι όλα ανεξαιρέτως τα βιβλία του Jeffers από συναρπαστικά ταξίδια αυτογνωσίας και μαζί επανανακάλυψης του κόσμου μέσα από μια νέα, απρόσμενη οπτική;


Περισσότερες εκδηλώσεις λατρείας για βιβλία που έχει γράψει και εικονογραφήσει ή απλώς εικονογραφήσει ο Oliver Jeffers

Τετάρτη 22 Απριλίου 2015

Βασίλης Παπαθεοδώρου, Ήταν το ίνδαλμά μου - Μια ιστορία για τη βία στα γήπεδα

Εικονογράφηση: Θανάσης Πέτρου, Παιδική Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2015

 
 

Ένα αγόρι παρακολουθεί μαγεμένο την ξέφρενη πορεία του μεγαλύτερου αδερφού του και τη γρήγορη ανέλιξή του στο ποδοσφαιρικό στερέωμα του τοπικού πρωταθλήματος, ονειρευόμενο μια μέρα να του μοιάσει. Ο τυφλός θαυμασμός του για τις ποδοσφαιρικές επιδόσεις του αδερφού του και η συνακόλουθη εμπλοκή του με ομάδες οργανωμένων οπαδών αποκόπτουν σταδιακά τον μικρό από τους φίλους και συμμαθητές του, από τα μαθήματα και από οποιονδήποτε άλλο επαγγελματικό στόχο. Μέσα από την αφήγησή του ο «μαγικός» κόσμος του ποδοσφαίρου και κυρίως οι παθογένειές του αποκαλύπτονται σε μια εντυπωσιακής σκληρότητας μικρογραφία: βία, ρατσισμός, ναζιστικές χειρονομίες, ντόπινγκ, χρηματισμός, εκβιασμοί, στημένοι αγώνες, η διαπλοκή των ποδοσφαιρικών παραγόντων με τον Τύπο, η χρησιμοθηρική ενασχόληση τόσο η δική τους όσο και πολιτικών παραγόντων με το άθλημα για ίδια κέρδη κτλ.

Καμιά μυθοπλαστική υπερβολή, καμιά εκτροπή από την πραγματικότητα. Όσοι τυχαίνει να παρακολουθούμε έστω και από απόσταση τα τεκταινόμενα στον χώρο του ελληνικού επαγγελματικού ποδοσφαίρου συνειδητοποιούμε διαβάζοντας το συγκεκριμένο βιβλίο ότι ο συγγραφέας καταγράφει μια απολύτως υπαρκτή κατάσταση. Ωστόσο, επιλέγοντας να εστιάσει τον φακό του σε ένα μικρότερο, τοπικής εμβέλειας  πρωτάθλημα, κατορθώνει να αναδείξει με τρόπο πολύ πιο προσιτό, οικείο και απτό στο παιδί τα προβλήματα που ταλανίζουν και τις μεγάλες επαγγελματικές κατηγορίες.

Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση, εκτός του ότι προσδίδει αμεσότητα στο κείμενο, πετυχαίνει και να φωτίσει πτυχές του χαρακτήρα του αφηγητή αλλά και τον βαθμό παραμόρφωσής του από την εμμονική σχέση του με το ποδόσφαιρο. Το σχηματικό και περιορισμένο λεκτικό του, το ρηχό και επιθετικό χιούμορ του, η μονοδιάστατη οπτική του αναδεικνύουν με επιτυχία την περιχαρακωμένη σκέψη του, τη συρρίκνωση των ενδιαφερόντων του, την απομόνωση από τους συνομηλίκους του, τον εντεινόμενο φανατισμό του.

Το σκληρό φινάλε της ιστορίας μπορεί να ματαιώνει όνειρα και προσδοκίες, φαντάζει όμως περίπου αναπόφευκτο, αφήνοντας μια χαραμάδα ελπίδας για τον μελλοντικό επαναπροσδιορισμό των στόχων των δυο παιδιών. Ένα δυνατό βιβλίο, που θα προβληματίσει και θα ευαισθητοποιήσει τους νεαρούς αναγνώστες, παρέχοντάς τους παράλληλα στο παράρτημα χρήσιμες πληροφορίες νομικού χαρακτήρα αναφορικά με τη σχέση τους με το ποδόσφαιρο και τον αθλητισμό γενικότερα. Ταιριαστή με το πνεύμα του κειμένου και η εικονογράφηση του Θανάση Πέτρου, με έντονα στοιχεία κόμικς.

Παρασκευή 17 Απριλίου 2015

Λέλα Στρούτση, Η {μία και μοναδική} Μαύρη Θρούμπα

Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2015

 
 
Όταν η μία και μοναδική, ανεκτίμητη Μαύρη Θρούμπα χάνεται μυστηριωδώς στη διάρκεια μιας κρουαζιέρας, ο δαιμόνιος μαθηματικός Οκτάβιο Παζλ καλείται να βρει τον ένοχο μέσα από μια πλειάδα ύποπτων τύπων που επιβαίνουν στο υπερωκεάνιο Κουκούτσι…

Μια διασκεδαστική ιστορία μυστηρίου, αλλά και μαθηματικών, και... μεσογειακής διατροφής, σ’ ένα πλοίο σταυροδρόμι ανθρώπινων χαρακτήρων, ετερόκλητων πολιτισμών κι ανείπωτων μυστικών, ειπωμένη με άνεση και ζωγραφισμένη με ζωντάνια από τη μία και μοναδική δημιουργο του βιβλίου Λέλα Στρούτση. Που, όπως όλοι οι δημιουργοί που διαθέτουν το ταλέντο και να γράφουν και να εικονογραφούν τις ιστορίες τους, δένει εξαιρετικά κείμενο και εικόνα σ’ ένα βιβλίο που παρασύρει ευχάριστα τον αναγνώστη. Ζωηρά χρωματισμένοι χαρακτήρες, ευφάνταστα, χιουμοριστικά ονόματα, δηλωτικά καταγωγών κι επαγγελμάτων, χαριτωμένα λογοπαίγνια που ταιριάζουν γάντι στο κλίμα της αφήγησης χωρίς να κουράζουν, κινηματογραφικές περιγραφές που επιτείνουν το μυστήριο...

Αυτό το μυστήριο που θα κληθεί να λύσει, όπως λέγαμε, ο χαρισματικός μαθηματικός μας. Άραγε θα καταφέρουν τα μαθηματικά, έχοντας προηγουμένως επιτελέσει στο ακέραιο το μαθησιακό χρέος τους απέναντι στον αναγνώστη του βιβλίου, να αποκαλύψουν τον ένοχο; Ή μήπως το απρόοπτο, το τυχαίο, ο γοητευτικός αστάθμητος παράγοντας θα κάνει την έκπληξη; Αν και πολύ θα ήθελα η αγωνία, το κυνήγι του ενόχου και το ξεροψήσιμο του αναγνώστη να κρατήσουν λίιιιγο παραπάνω εκεί κοντά στο τέλος του βιβλίου, οφείλω να ομολογήσω ότι η αποκάλυψη του κλέφτη δικαίωσε τη δική μου τουλάχιστον αντίληψη για τη ζωή…

Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2015

Ιωάννα Μπαμπέτα, Εύκολες ερωτήσεις, δύσκολες απαντήσεις

Εικονογράφηση: Σάντρα Ελευθερίου, Εκδόσεις Ψυχογιός, Αθήνα 2014



Ο Λουκάς, μαθητής της Πέμπτης Δημοτικού, βρίσκεται μ’ ένα κοριτσίστικο λεύκωμα στα χέρια και καλείται να απαντήσει στις ερωτήσεις της ιδιοκτήτριάς του, που δεν είναι άλλη από τον κρυφό του έρωτα, τη συμμαθήτριά του Μαργαρίτα. Στην προσπάθειά του να βρει τις σωστές απαντήσεις, ή έστω εκείνες που δε θα τον εκθέσουν ανεπανόρθωτα στα μάτια της αγαπημένης του, ο Λουκάς ανακαλεί στιγμές από την καθημερινότητά του με τους γονείς, τους φίλους και τον μεγαλύτερο αδερφό του, συνειδητοποιεί αδυναμίες και συμφιλιώνεται με αυτές, παρατηρεί καταστάσεις και συμπεριφορές στον κόσμο που τον περιβάλλει, καταθέτοντας την προσωπική του, ολότελα αυθεντική κι ανεπιτήδευτα παιδική αλήθεια.

Η Ιωάννα Μπαμπέτα, συνεπικουρούμενη από τη διακριτική όσο και ταιριαστή με το πνεύμα της προεφηβικής ηλικίας εικονογράφηση της Σάντρας Ελευθερίου, αφουγκράζεται με μεγάλη προσοχή και ευαισθησία τη φωνή του ήρωά της, υιοθετώντας πειστικά το λεκτικό και το ύφος ενός εντεκάχρονου, ισορροπώντας ανάμεσα στην ανεπιτήδευτη τρυφερότητα και στο αβίαστο χιούμορ –πολλές φορές προερχόμενο από τις αναπάντεχες συσχετίσεις και την αφοπλιστική ειλικρίνεια του παιδιού–, και αξιοποιώντας αφηγηματικά το εξαιρετικό εύρημα του λευκώματος. Το οποίο αφενός της επιτρέπει να «γεφυρώσει» τον κόσμο των αγοριών μ’ εκείνο των κοριτσιών. Κι αφετέρου της δίνει τη δυνατότητα να δομήσει την αφήγησή της όχι με βάση τη γραμμική διαδοχή των γεγονότων αλλά χτίζοντας ολόκληρο τον κόσμο του ήρωά της γύρω από τις ερωτήσεις που του θέτει προς απάντηση το λεύκωμα. Οι μικρές αυτόνομες καθημερινές ιστορίες που ξεδιπλώνονται εξ αφορμής καθεμιάς από αυτές τις ερωτήσεις μπορεί να καταλήγουν σε μια κάποια κλιμάκωση και οριστική λύση, οδηγώντας ταυτόχρονα τον Λουκά στην εξεύρεση της κατάλληλης κάθε φορά απάντησης, αλλά και διατρέχονται λίγο ως πολύ όλες τους από την κλιμακούμενη αγωνία του για τα αισθήματα της Μαργαρίτας απέναντί του.

Τι θα γίνει άραγε στο τέλος του βιβλίου, όταν ο Λουκάς, έχοντας απαντήσει σε όλες τις ερωτήσεις του λευκώματος, το επιστρέψει στην κάτοχό του; Μήπως είναι η σειρά της να δώσει τη δική της απάντηση; Και πώς θα σχετίζεται αυτή με μια απ’ τις μεγαλύτερες ανασφάλειες που ταλαιπωρούν τον ευαίσθητο συμμαθητή της; Δε σκοπεύω, εννοείται, να σας διαφωτίσω για τίποτα απ’ όλα αυτά. Αναζητήστε καλύτερα κι εσείς τις απαντήσεις στις σελίδες του πανέξυπνου αυτού βιβλίου!

Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2015

Στέφανο Μπορντιλιόνι – Φαμπιάνο Φιορίν, Ιστορίες πριν από την Ιστορία

Απόδοση: Δήμητρα Δότση, Κέδρος, Αθήνα 2014

 

Η προϊστορία στη σκέψη ενός παιδιού, μην πω κι ενός ενήλικα, φαντάζει κάτι σαν τοπίο ενός άγνωστου πλανήτη. Πώς ήταν άραγε η ζωή των πολύ μακρινών προγόνων μας; Τι σκέφτονταν; Πώς επικοινωνούσαν μεταξύ τους; Τι αισθάνονταν; Τα δυο βιβλία της σειράς με τους τίτλους Κυνηγώντας το μαμούθ και Γύρω από τη φωτιά επιχειρούν με τρόπο απλό και εύληπτο να διαφωτίσουν τους μικρούς τους αναγνώστες σχετικά με τον τρόπο ζωής των ανθρώπων που έζησαν πριν από την Ιστορία.
Στα δυο βιβλία παρακολουθούμε τις περιπέτειες της φυλής του Κόραν, μιας μικρής ομάδας αποτελούμενης από γυναίκες, άντρες αλλά και παιδιά. Τα προβλήματα που τους απασχολούν περιστρέφονται γύρω από ζητήματα επιβίωσης (εύρεση τροφής, προστασία από τις καιρικές συνθήκες και τα άγρια ζώα κτλ.), μέσα από τα οποία αναφύονται τριβές, διαφωνίες και κίνδυνοι, αναδεικνύονται ανθρώπινες αρετές και αδυναμίες ή προκύπτουν νέες ανακαλύψεις που κάνουν τη ζωή λίγο καλύτερη. Τα αισθήματα, αν και συχνά στοιχειώδη και πρωτόγονα, δεν παύουν να αποτελούν αδιαμφισβήτητη ανθρώπινη ιδιότητα, την ώρα που οι χαρακτήρες, κάπως σχηματικοί, θα επιτρέψουν την εύκολη ταύτιση των μικρών αναγνωστών με τα δυο παιδιά ήρωες.

Στα συν των δυο βιβλίων η χαριτωμένη, ζωντανή και με κωμικά στοιχεία εικονογράφηση, όπως και η πολύ έξυπνη, αβίαστη ενσωμάτωση στη ροή της αφήγησης σημαντικών πληροφοριών γύρω από τη ζωή των πρωτόγονων ανθρώπων (προσδόκιμο ζωής, υλικά και εργαλεία, δεισιδαιμονίες, καθημερινές συνήθειες, μετανάστευση κτλ.). 
 
   

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2015

Αγγελική Δαρλάση, Το παλιόπαιδο

Εικονογράφηση: Ίρις Σαμαρτζή, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2014

 
 


Το τελευταίο βιβλίο της Αγγελικής Δαρλάση αφηγείται την ιστορία ενός φτωχού παιδιού, μεγαλωμένου σε μια οικογένεια τραυματισμένη από την αρρώστια και την ανεργία, που αναγκάζεται, για λόγους επιβίωσης, να ενταχθεί σε μια συμμορία ανηλίκων. Από αυτή και τη συνακόλουθη εγκληματική δράση θα το σώσει ένας άντρας, ανοίγοντάς του ένα παράθυρο ελπίδας και δίνοντάς του την ευκαιρία να χαράξει έναν καινούριο δρόμο μέσα απ’ τον κόσμο της μουσικής.

Αφορμώμενη από τη δράση του ιδρυτή του El Sistema Χοσέ Αντόνιο Αμπρέου, η συγγραφέας βάζει εξαρχής τον αναγνώστη της στο ζοφερό κλίμα της καθημερινότητας του ήρωά της: η φτώχεια της οικογένειας, η αρρώστια της μάνας, η απουσία του πατέρα, κι ένα παιδί χωρίς όνομα, πρακτικά χωρίς ταυτότητα. Και χωρίς φωνή. Η πρώτη φορά που ακούμε τον μικρό να αρθρώνει λόγο είναι όταν εντάσσεται στη συμμορία Τίγρεις των Δρόμων. Εκεί μοιάζει να αποκτά και κάποιου είδους ψευδαίσθηση ταυτότητας. Η ένταξη στην ομάδα ωστόσο δεν ισοδυναμεί με την ευτυχία, το καινούριο μπουφάν που αντικαθιστά το παλιό θλιβερό παλτό του φαντάζει παράταιρο, κι η φωνή της όποιας συνείδησης, όπως εκφράζεται από τη μομφή της μητέρας, μοιάζει κι αυτή να το σπρώχνει στην παραβατική συμπεριφορά. Η εμφάνιση του άντρα που θα χαρίσει στον μικρό ένα βιολί είναι αυτή που του δίνει υπόσταση, που του επιτρέπει να χρησιμοποιήσει επιτέλους το όνομά του (Φέλιξ, Ευτυχισμένος), που τόσο αταίριαστο έμοιαζε με την προηγούμενή του κατάσταση, και να ξαναφορέσει το παλιό του γκρίζο παλτό, που μένει να του θυμίζει τις ρίζες και τις κοινωνικές αναφορές του. Η σταδιακή κλιμάκωση, σε συνδυασμό με ένα κείμενο σφιχτό, απέριττο, όπου η μια –σύντομη συνήθως– πρόταση διαδέχεται την άλλη χωρίς πισωγυρίσματα και φλυαρίες, με μικρές ωστόσο ποιητικές ανάσες, λειτουργεί καθηλωτικά χωρίς να εκβιάζει τα συναισθήματα του αναγνώστη, προξενώντας του μια υποβλητική συγκίνηση. Η επιλεκτική, έως φειδωλή, εξάλλου, εστίαση σε λεπτομέρειες, όχι μόνο δεν οδηγεί σε αφηρημένες, τεχνητές γενικεύσεις, αλλά πετυχαίνει την άμεση ταύτιση του αναγνώστη με καταστάσεις και πρόσωπα.

Η Ίρις Σαμαρτζή με χρωματικά της όπλα το ασπρόμαυρο και το κόκκινο, συνδυάζοντας σε ορισμένα σημεία σκίτσο και φωτογραφία, σε μια απόπειρα ένταξης της μυθοπλασίας στην πραγματικότητα, αποτυπώνει τη δύσκολη καθημερινότητα του παιδιού τονίζοντας με πινελιές κόκκινου χαρακτηριστικά, πράξεις, συναισθήματα, ακόμα κι αναμνήσεις. Η γνωριμία του παιδιού με τον κόσμο της μουσικής συνοδεύεται από την πιο εκτεταμένη χρήση του χρώματος, χωρίς ωστόσο η κυριαρχία του να είναι συντριπτική. Γιατί, όσο κι αν το πρώτο, βροχερό, μαυρόασπρο σαλόνι του βιβλίου μετατρέπεται σε μια βροχή από νότες και κτίρια με κόκκινα περιγράμματα στο τελευταίο σαλόνι, η δυστυχία, ο πόνος, ο κοινωνικός αποκλεισμός κι η φτώχεια ούτε εκλείπουν ούτε απαλείφονται από τη μνήμη με τρόπο μαγικό.

Δεν είναι άλλωστε το στιγμιαίο, περαστικό, άκοπο θαύμα το ζητούμενο. Ούτε στην τέχνη αλλά ούτε και σ’ αυτό τον κόσμο. Η ιστορία του Παλιόπαιδου, μια ιστορία στην οποία η μουσική, με όπλα την επιμονή και την πίστη, τολμά να αναμετρηθεί με τη ζοφερή πραγματικότητα και κατορθώνει να τη νικήσει, είναι η ζωντανή απόδειξη.

 

Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2015

Μαρία Αγγελίδου, Οδύσσεια, Η πολυμήχανη ιστορία

Εικόνες: Ίρις Σαμαρτζή, Εκδόσεις Βιβλιόφωνο, Αθήνα 2011





Εν αρχή ην ο μύθος, οι ήρωες κι οι άθλοι τους. Εκεί που αυτοί τελειώνουν, αρχίζει η περιπέτεια, με την αριστοτελική έννοια του όρου, ως αιφνίδια μεταστροφή της τύχης. Ή, αλλιώς, ως ταξίδι σε θάλασσες άγνωστες και κόσμους ανεξερεύνητους. Ως οδύσσεια.

Κάπως έτσι μας εισάγει στην πολυμήχανη ιστορία του Οδυσσέα της η Μαρία Αγγελίδου. Όχι για να μας ξαναπεί τα γεγονότα, ή τουλάχιστον όχι μόνο γι’ αυτό. Αυτά είναι η αφορμή για την περιπέτεια της δικής της αφήγησης. Για την αναζήτηση, πέρα από τα γεγονότα, των ανθρώπων –ποιοι ήταν, αλήθεια, ο Οδυσσέας, οι σύντροφοί του κι όσοι συνάντησαν στον δρόμο τους; ποια συναισθήματα κι επιθυμίες τούς όριζαν, ποιες πληγές γύρευαν να ξεχάσουν;–, αλλά και του σκηνικού, των τόπων – ποια η υφή τους; η μυρωδιά τους; η γεύση τους; ο καιρός τους; το χρώμα τους;

Γιατί αυτό το τελευταίο κυρίως είναι ετούτη η Οδύσσεια: μια ιστορία χρωμάτων. Ένα ταξίδι όχι μόνο σε χρωματιστούς τόπους, αλλά και σε ποικιλόχρωμες ιστορίες. Η συγγραφέας είναι αυτή που επιλέγει κάθε φορά το κυρίαρχο χρώμα, κι η εικονογράφος πατάει πάνω του για να χτίσει κόσμους. Άλλοτε άγριους, άλλοτε παραδεισένιους, άλλοτε φωτεινούς, άλλοτε σκοτεινούς. Κρατάω, ανάμεσα σε άλλες, την υποβλητική εικόνα –άσπρες γραμμές σε μαύρο φόντο– του καραβιού του Οδυσσέα να κατευθύνεται στον κόσμο του Άδη. Ή την υπέροχη εναλλαγή του φωτεινού τιρκουάζ του νησιού της Καλυψώς με το δροσερό γκριζοπράσινο της σκιερής σπηλιάς της. Αλλά και το πανταχού παρόν κοκκινωπό σκαρί του Οδυσσέα, με το ξεφτισμένο πανί του, ζωντανή απόδειξη των περιπετειών και των βασάνων του.

Εκείνων που θα τον οδηγήσουν μόνο και τσακισμένο στο πολυπόθητο τέλος του ταξιδιού. Στην Ιθάκη, που, μην τα ξαναλέμε, σου δίνει το ωραίο ταξίδι κι άλλα δεν έχει να σου δώσει μετά. Ή μήπως δεν είναι έτσι ακριβώς; Ίσως χάριν αυτού του μετέωρου ερωτήματος η συγγραφέας επιλέγει να σταματήσει την αφήγησή της τη στιγμή της άφιξης του ομηρικού βασιλιά στο νησί του. Εκεί που το ταξίδι μοιάζει να τελειώνει αλλά η περιπέτεια επιμένει να συνεχίζεται. Ως διαρκής αναζήτηση κάθε δυνατού κι αδύνατου προορισμού. Αλλά κι ως αναγκαίος όρος κάθε αληθινής ζωής και δημιουργίας.
 
Καλή χρονιά σε όλους, όσο κι αν η μέρα που γράφτηκε τούτη η ανάρτηση δεν είχε πάνω της τίποτα καλό. 
 

Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2014

Axel Scheffler


Είπα να κρατήσω για το τέλος της χρονιάς την πιο όμορφη κατ’ εμέ στιγμή που έζησα ως μπλόγκερ μέσα στο 2014. Κι αυτή ήταν η συνάντηση με έναν σπουδαίο Ευρωπαίο εικονογράφο, τον Axel Scheffler, πριν από δυο περίπου μήνες, στο ιστορικό πατάρι του Ίκαρου.
Ο Axel Scheffler έχει γίνει ευρέως γνωστός στην Ελλάδα για δυο κυρίως εικονογραφικές δουλειές του*, τα δυο βιβλία του Γκρούφαλο της Julia Donaldson, που κυκλοφορούν στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Πατάκη, και την πιο πρόσφατη σειρά Τικ και Τέλα, από τις Εκδόσεις Ίκαρος.
 

Γκρούφαλο



Τα δυο βιβλία της Donaldson Το Γκρούφαλο και Το μικρό Γκρούφαλο (για παιδιά ηλικίας άνω των 4 ετών), που κυκλοφόρησαν στη Βρετανία πριν από δεκαπέντε και δέκα χρόνια αντίστοιχα  (και στην Ελλάδα από τις Εκδόσεις Πατάκη σε μετάφραση Φίλιππου Μανδηλαρά), έχουν σημειώσει τεράστια εκδοτική επιτυχία και με τρόπο ευρηματικό πραγματεύονται την ιστορία ενός μικρού ποντικιού που κατορθώνει να επιβιώσει σε ένα δάσος γεμάτο εχθρικά πλάσματα επισείοντάς τους την απειλή της εμφάνισης ενός φανταστικού τρομακτικού πλάσματος ονόματι Γκρούφαλο. Τι θα γίνει όμως όταν το Γκρούφαλο εμφανιστεί με σάρκα και οστά μπροστά στο μικρό ποντίκι; Τι κόλπο θα επινοήσει αυτό το τελευταίο για να επιβιώσει και τούτη τη φορά; Και πώς το μικροσκοπικό τρωκτικό θα αντιμετωπίσει το μικρό Γκρούφαλο, στο δεύτερο βιβλίο της σειράς, όταν εκείνο με εξερευνητική και περιπετειώδη διάθεση θα βγει μια νύχτα του χειμώνα στο παγωμένο δάσος αναζητώντας τον φοβερό και τρομερό ποντικό που του περιγράφει στις ιστορίες του ο μπαμπάς του;
 
 
Το δάσος του Σέφλερ, είτε ανοιξιάτικο είτε παγωμένο, χωράει ένα σωρό εκπροσώπους του ζωικού βασιλείου κι ανάμεσά τους ένα Γκρούφαλο τρομακτικό όσο και κωμικά αφελές, που εμφανισιακά παραπέμπει στα «τέρατα» του Maurice Sendak, συνιστώντας μια ενδιαφέρουσα διακειμενική αναφορά.

 

Τικ και Τέλα




Η σειρά Τικ και Τέλα, από την άλλη, που στην Ελλάδα κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ίκαρος, και πάλι σε μετάφραση Φίλιππου Μανδηλαρά, και μέχρι στιγμής αριθμεί έξι τίτλους, απευθύνεται σε παιδάκια ηλικίας 1-3 ετών. Οι λιλιπούτειοι πρωταγωνιστές ζουν μικρές καθημερινές περιπέτειες σε έναν κόσμο που φαντάζει αυτονομημένος από εκείνο των μεγάλων και μέσα από αυτές μαθαίνουν απλές δεξιότητες, ωριμάζουν και σφυρηλατούν τη φιλία τους.
 


 
 
 
 
 
 
Οι εκφραστικές μορφές της μικρής ποντικίνας και του μικρού λαγού, που παραπέμπουν σε λούτρινα ζωάκια προνηπιακής εμφάνισης και χαρακτήρα, εντάσσονται αρμονικά σε εξωτερικά περιβάλλοντα ή εσωτερικούς χώρους γεμάτους μικρές εικονογραφικές λεπτομέρειες που δίνουν φυσικότητα και εξοικειώνουν ήπια το παιδί με τον κόσμο των δυο ηρώων.


 

 
 
 
 
 
 
Συζητώντας με τον Axel Scheffler

Στη σύντομη κουβέντα μας με τον Axel Scheffler, τον ρώτησα αν, με δεδομένο ότι στον αγγλοσαξονικό κόσμο αρκετοί δημιουργοί παιδικών βιβλίων έχουν τον διπλό ρόλο και του συγγραφέα και του εικονογράφου, θα ενδιέφερε και τον ίδιο να εικονογραφήσει κάποια στιγμή στο μέλλον και τις δικές του ιστορίες. Μου απάντησε ότι, για την ώρα τουλάχιστον, κάτι τέτοιο δεν είναι στις προθέσεις του, ότι αντλεί ικανοποίηση από τη δουλειά του ως εικονογράφου ιστοριών γραμμένων από άλλους – και στο σημείο αυτό τόνισε εμφατικά ότι η σειρά Τικ και Τέλα, αν και φαίνεται να αποτελεί εξολοκλήρου δική του δουλειά, βασίζεται σε κείμενο άλλου.

Η συζήτηση επεκτάθηκε στον τρόπο συνεργασίας με τον εκάστοτε συγγραφέα, που δεν απέχει πολύ απ’ ό,τι συμβαίνει και εδώ: Δηλαδή ο εικονογράφος παίρνει στα χέρια του το κείμενο –συνήθως το «συνοικέσιο» μεταξύ συγγραφέα-εικονογράφου προκύπτει ύστερα από πρόταση του υπεύθυνου έκδοσης του βιβλίου– και, πάνω σε αυτό, ετοιμάζει μια σειρά από δείγματα που υποβάλλει στον συγγραφέα. Ειδικότερα αναφέρθηκε στη συνεργασία του με την Julia Donaldson, της οποίας έχει εικονογραφήσει πολλά άλλα βιβλία πέραν του Γκρούφαλο, μια συνεργασία που εξακολουθεί να λειτουργεί σε αυτή τη βάση.

Μιλώντας για το Γκρούφαλο, αναφέρθηκα στη μορφή του ήρωά του και στη συγγένειά του με τα «τέρατα» του Maurice Sendak. Τον ρώτησα αν η ενδιαφέρουσα αυτή αναφορά στο Where the wild things are προέκυψε από στοιχεία του κειμένου –τον τρόπο που περιγράφει το φανταστικό αυτό πλάσμα η Donaldson– και χαμογελώντας μού απάντησε ότι κι ο ίδιος πια δεν μπορεί να πει με ακρίβεια τι ήταν αυτό ή αυτά, το σύνολο των γεγονότων, επιρροών και διεργασιών, που τον οδήγησαν να δώσει τη συγκεκριμένη μορφή στο Γκρούφαλο. Παράλληλα αναφέρθηκε στο πόσο δύσκολο του φάνηκε να αποδώσει με πειστικότητα το σκοτεινό δάσος που είναι το σκηνικό της ιστορίας του. Η έκπληξή του, φυσικά, ήταν τεράστια όταν έμαθε ότι το βιβλίο του Sendak παραμένει αμετάφραστο στα ελληνικά…

Σε ό,τι αφορά τη σειρά Τικ και Τέλα, συμφώνησε μαζί μου ότι η ιδιαίτερη επιτυχία και γοητεία της, αυτό που ενθουσιάζει τους μικρούς της αναγνώστες, είναι ακριβώς ο αυτόνομος χαρακτήρας των δυο μικρών φίλων, αγοριού και κοριτσιού, που κατορθώνουν να αντιμετωπίζουν από κοινού τα προβλήματά τους σ’ έναν κόσμο μακριά από κάθε ενήλικη επιτήρηση και παρέμβαση. Επεσήμανε μάλιστα ότι συχνά διαπιστώνει πως και παιδιά μεγαλύτερων ηλικιών ξεφυλλίζουν και διαβάζουν με μεγάλη ευχαρίστηση τα βιβλία της συγκεκριμένης σειράς.

Και, μια και περί ενηλίκων ο λόγος, η κουβέντα κατέληξε στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται η παιδική λογοτεχνία σε σύγκριση με τα βιβλία τα οποία απευθύνονται σε ενήλικο κοινό. Παραδέχτηκα ότι η δική μου αφετηρία υπήρξε, τόσο σε επίπεδο σπουδών όσο και σε επίπεδο δουλειάς, η ενήλικη λογοτεχνία κι ότι στο παρελθόν μάλλον αντιμετώπιζα με αδιαφορία τα παιδικά βιβλία. Ως τη μαγική στιγμή βεβαίως που απέκτησα κι εγώ παιδιά... «Ξέρω, ξέρω!» είπε γελώντας. «Έτσι γίνεται πάντα. Έχω δει ένα σωρό κριτικούς να αντιμετωπίζουν με αδιαφορία το παιδικό βιβλίο, μέχρι που γίνονται κι οι ίδιοι γονείς και ξαφνικά ανακαλύπτουν έναν καινούριο κόσμο!»   

Σ’ όλη τη διάρκεια της κουβέντας μας να πω ότι ο Axel Scheffler υπέγραφε βιβλία της σειράς Τικ και Τέλα φιλοτεχνώντας υπομονετικά σε καθένα τις μορφές των δυο μικρών ζώων – κι ένα από αυτά τα βιβλία φιλοξενείται πλέον στη βιβλιοθήκη της μικρής μου κόρης.
 
 
Κλείνοντας τις αναρτήσεις του 2014 κάπου εδώ, να ευχηθώ σε όλους ό,τι καλύτερο για τη νέα χρονιά. Εμείς θα τα ξαναπούμε του χρόνου!

 
 
* Για αναλυτική εργογραφία στα ελληνικά δείτε και εδώ