Δευτέρα 11 Μαΐου 2020

Philip Kerr, Φρίντριχ, ένας σπουδαίος ντετέκτιβ


Μετάφραση: Στεφανία Φέρρο, Κέδρος, Αθήνα 2019




Φαντάσου, λέει, να είσαι παιδί που λατρεύει τα βιβλία και δίπλα στο σπίτι σου να ζει ο συγγραφέας του πιο αγαπημένου σου απ’ όλα, εκείνου που έχεις διαβάσει ίσαμε είκοσι φορές. Και φαντάσου το αγαπημένο σου βιβλίο να έχει γίνει και ταινία κι εσύ, στην πρεμιέρα, να γνωρίζεσαι και να μιλάς με τους συντελεστές της. Και φαντάσου όλα αυτά να γίνονται σε μια πόλη σπουδαία σαν το Βερολίνο. Αλλά –τι κρίμα– να συμβαίνουν την τελείως λάθος εποχή: τα χρόνια της ανόδου του Χίτλερ στην εξουσία. Τυχερός και μαζί άτυχος της υπόθεσης ο νεαρός Φρίντριχ, μέγας φαν του βιβλίου Ο Αιμίλιος κι οι ντετέκτιβ του Έριχ Κέστνερ και ήρωας του μυθιστορήματος του Φίλιπ Κερ Φρίντριχ, ένας σπουδαίος ντετέκτιβ.

Ο Φρίντριχ, παιδί με έμφυτο αίσθημα του δικαίου, με μεγάλο όνειρο ζωής να γίνει κι ο ίδιος ντετέκτιβ, κινείται στην ίδια εκείνη πόλη όπου εκτυλίσσεται η ιστορία του επαρχιώτη Αιμίλιου του Κέστνερ, στους ίδιους δρόμους και στις ίδιες πλατείες στις οποίες ένα ασκέρι νεαρών ντετέκτιβ κυνηγούσαν τον άντρα που έκλεψε τα χρήματα του Αιμίλιου. Ωστόσο από το βιβλίο του Κερ λείπει η ελαφράδα που χαρακτηρίζει το μυθιστόρημα του Κέστνερ, καθώς την πόλη πια βαραίνει το σύννεφο του ραγδαία επερχόμενου ναζισμού. Ο ήρωάς του θα δει το αγαπημένο του βιβλίο με την υπογραφή του συγγραφέα που θαυμάζει να πετιέται από τα χέρια του αδερφού του και ένθερμου υποστηρικτή των ναζί στην πυρά, θα επιφορτισθεί από έναν αστυνομικό με την αποστολή να παρακολουθήσει τον Έριχ Κέστνερ ως ύποπτο για… κατασκοπεία, αλλά και θα βρεθεί αντιμέτωπος με ένα άγριο έγκλημα που θα αποκαλύψει στα μάτια του ένα μικρό μόνο δείγμα της ναζιστικής θηριωδίας. 

Στο βιβλίο του ο Κερ κατορθώνει να δώσει μια ενδιαφέρουσα τοιχογραφία της γερμανικής κοινωνίας τα χρόνια της εδραίωσης του ναζισμού: οικογένειες διχασμένες λόγω έντονων πολιτικών διαφορών, διακρίσεις σε βάρος Εβραίων και ομοφυλόφιλων που εγκαταλείπουν έντρομοι τη χώρα, σκληρή προπαγάνδα, φίμωση των ελεύθερων φωνών στην εκπαίδευση και στον Τύπο κι ένας λαμπρός πνευματικός και καλλιτεχνικός κόσμος (ο Τρίερ, ο εικονογράφος του Κέστνερ, ο Λίμπερμαν, ο Ουάιλντερ και τόσοι άλλοι) σε άγριο, ανελέητο διωγμό.

Ο Έριχ Κέστνερ είναι ένα από τα πρόσωπα που συνιστούν μοχλούς της πλοκής, παίζοντας βασικό ρόλο σε αυτή, κάτι που φαντάζομαι ότι ούτε θα τον ξένιζε ούτε θα τον ενοχλούσε. Κι ο ίδιος άλλωστε συνήθιζε να κάνει τα περάσματά του και στα δικά του βιβλία, είτε απευθυνόμενος στον αναγνώστη για να μοιραστεί τις σκέψεις του μαζί του, είτε –όπως στην περίπτωση του Αιμίλιου και των ντετέκτιβ του–, ως δευτερεύον πρόσωπο της ιστορίας. Στο βιβλίο του Κερ ο Κέστνερ είναι ο νηφάλιος σύμβουλος που θα σταθεί στο πλευρό του νεαρού Φρίντριχ βοηθώντας τον να διακρίνει την αλήθεια από το ψέμα, αντιμετωπίζοντας με κατανόηση και ανθρωπιά τα ολισθήματά του αλλά και προφυλάσσοντάς τον από τις κακοτοπιές. Είναι ο διανοούμενος που δε στέκει απόμακρος από την κοινωνική πραγματικότητα, ο συγγραφέας που θα γίνει μάρτυρας της καύσης των ίδιων του των βιβλίων. Είναι ο αγνός πατριώτης, ο αμετανόητος Βερολινέζος που όμως δεν αντέχει να βλέπει την κατάντια της χώρας του και της πόλης του κάτω από το ναζιστικό καθεστώς.

Ο Κέστνερ κι ο ήρωάς του είναι τα μοναδικά εντέλει όπλα του απελπισμένου Φρίντριχ όταν αναγκαστεί να έρθει αντιμέτωπος με τη συνείδησή του. Μια κρίση συνείδησης που αποτυπώνεται σουρεαλιστικά στο βιβλίο μέσα από μια συγκλονιστική σκηνή αντιπαράθεσης ανάμεσα στον Αιμίλιο και σε μια καρικατούρα του Χίτλερ μέσα σ' ένα βαγόνι τρένου. Διαβάζοντάς τη, θυμήθηκα το ταξίδι ενός άλλου μυθιστορηματικού ήρωα με τρένο, παρέα με το βιβλίο του Κέστνερ και με κατεύθυνση το σπίτι του Χίτλερ στις Βαυαρικές Άλπεις. Αναφέρομαι στον Πιερό/Πίτερ, πρωταγωνιστή του βιβλίου του Τζον Μπόιν Το αγόρι στην κορυφή του βουνού, που εμπνέεται κι αυτός από τον ήρωα του Κέστνερ, για να λοξοδρομήσει πάντως στη συνέχεια. Αν και πολύ διαφορετικά μεταξύ τους, τα μυθιστορήματα του Μπόιν και του Κερ μοιράζονται άλλο ένα κοινό στοιχείο: και στα δυο είναι ένας συγγραφέας -ο Κέστνερ στον Φρίντριχ, ο Ανσέλ στο Αγόρι- εκείνος που θα κληθεί στο φινάλε να δώσει τον τόνο της ιστορίας, να διατηρήσει τη μνήμη, να συγχωρέσει. Παράξενη η μοίρα και το βάρος τελικά που κουβαλάει στην πλάτη του ο πνευματικός δημιουργός.

Σκεφτόμουν και κάτι άλλο καθώς διάβαζα τον Φρίντριχ: Πόσο αυτό το αγόρι μού θυμίζει στο ήθος τους ήρωες των βιβλίων του ίδιου του Κέστνερ: τίμιος, αγνός, ευφυής, φιλότιμος. Ας βρίσκεται σε πλεονεκτικότερη κοινωνικά θέση από τον Αιμίλιο ή τον Αντώνη, μοιάζει κι αυτός καμωμένος από την ίδια στόφα. Και δεν μπόρεσα να μη θυμηθώ το ερώτημα που είχα θέσει στον εαυτό μου όταν έγραφα πριν από κάποια χρόνια για ένα άλλο βιβλίο του Κέστνερ, την Τάξη που πετάει: «Άραγε», αναρωτιόμουν τότε, «πόσα από εκείνα τα τίμια, καθαρά αγόρια της ιπτάμενης τάξης του μπόρεσαν να επιβιώσουν απ’ το μακελειό, κρατώντας μέσα τους ζωντανό κάτι από τον αγνό εαυτό των παιδικών τους χρόνων;» Δύσκολο να φανταστείς το μέλλον μιας ορμητικής νέας γενιάς ύστερα από κάτι τόσο συντριπτικό όσο το ναζιστικό καθεστώς κι ο ρόλος του ηττημένου στον Β Παγκόσμιο Πόλεμο. Κι όμως, πριν από λίγες μέρες, καθώς έφτανα στην τελευταία σελίδα του Φρίντριχ, συνειδητοποιούσα ότι, κοντά εφτά χρόνια αφότου έθεσα στον εαυτό μου αυτό το ερώτημα, ο Φίλιπ Κερ μού είχε δώσει την απάντηση.



Παρασκευή 1 Μαΐου 2020

Σοφιάννα Θεοφάνους, Αχ! Φαντάσματα...



Εικονογράφηση Ζαφούκο Γιαμαμότο, Μικρή Σελήνη, Αθήνα 2019

 


Καιρό τώρα ήθελα να γράψω γι’ αυτό το βιβλίο. Κάτι η ιδιαίτερη σύνθεσή του, κάτι το ατρόμητο θέμα του, κάτι η αίσθηση όταν το πιάνεις ότι δε φτιάχτηκε στην Ελλάδα, το Αχ! Φαντάσματα... της Σοφιάννας Θεοφάνους, εικονογραφημένα από τη Ζαφούκο Γιαμαμότο, είναι ένα βιβλίο που απλώς αδυνατείς να το προσπεράσεις.

Ήρωας ο μικρός Τίμος. Κοκκινομάλλης, μικροκαμωμένος, με γυαλάκια, ζει σε μια παλιά μονοκατοικία με τον μπαμπά του. Δε μιλάει πολύ, ακούει ωστόσο ακόμα κι εκείνα που εμείς οι υπόλοιποι δεν παίρνουμε χαμπάρι. Ούτε είναι και τύπος που θα κάτσει να μαραζώσει επειδή τον κοροϊδεύουν οι άλλοι, μια χαρά περνάει στον εναλλακτικό του κόσμο. Και ιδού με το καλημέρα η απενοχοποίηση κι αποδραματοποίηση της διαφορετικότητας (που, σημειωτέον, πουθενά δε δηλώνεται με ταμπελίτσα) χωρίς ν’ ανοίξει  ρουθούνι. Ένα παιδί  αλλιώτικο από τ’ άλλα που δεν του καίγεται καρφί γι’ αυτό. Που δεν επιζητά τον οίκτο του αναγνώστη. Που μια χαρά είναι κι έτσι.

Πάμε παρακάτω, γιατί έχει και συνέχεια το πράγμα: τα φαντάσματα που ζουν εγκλωβισμένα στο σπίτι του. Και που, χωρίς να είναι κι οι καλύτεροι τύποι του κόσμου, τουναντίον, κουβαλάνε ένα κάρο ελαττώματα, έχουν γίνει φιλαράκια με τον μικρό. Στις σελίδες του βιβλίου ξεδιπλώνεται μια υπέροχη σύνθεση έμμετρων ιστοριών όπου το ανάλαφρο χιούμορ παντρεύεται αβίαστα με τη νοσταλγική τρυφερότητα και που μας ξεναγούν σε μια απίστευτη πινακοθήκη φαγάδων, νυσταλέων, φοβητσιάρηδων, ματαιόδοξων, φασαριόζων, τρομακτικών, βαρετών, κακιασμένων κι άλλων περίεργων τύπων (κι άλλη διαφορετικότητα, χωρίς ταμπελίτσα και πάλι - τι πράγμα κι αυτό), οι οποίοι μπορεί να έρχονται από άλλο κόσμο κι άλλη εποχή ο καθένας αλλά παραδόξως κάνουν απίθανη παρέα με τον πιτσιρικά, ως τη στιγμή που…

Αυτό θα το ανακαλύψετε μόνοι σας. Γιατί αρκετά με την ιστορία, πάμε τώρα στις εικόνες: Που παντρεύονται εξαιρετικά με το κείμενο. Ατμόσφαιρα, χρώμα, βάθος, κινηματογραφικές εναλλαγές στην οπτική. Κάθε σαλόνι κι ένα άλλο σκηνικό, μια άλλη ιστορία, με τον Τίμο, ενίοτε και το κουνέλι του, να μας καρφώνουν με τα διάπλατα ανοιχτά μάτια τους, λες και, εκπαιδευμένοι καθώς είναι να ξετρυπώνουν το πέρα απ’ το προφανές, έχουν βάλει στόχο να γυρέψουν κι έξω απ' το βιβλίο όπου είναι κλεισμένοι τα δικά μας φαντάσματα. Καλά ή κακά. Ύπουλα ή αθώα. Σε μια γωνιά πάντως, κάπου γύρω μας ή μέσα μας, να επιζητούν μάταια και τη δική μας προσοχή.

Δευτέρα 2 Δεκεμβρίου 2019

Maja Lunde, Το πνεύμα του χιονιού


Εικονογράφηση: Lisa Aisato, μτφρ. Χριστίνα Σωτηροπούλου, Εκδόσεις Κλειδάριθμος, Αθήνα 2019



Πρώτα η έκπληξη: Ένα βιβλίο που το σχήμα του κι η πολύχρωμη εικονογράφησή του σε προϊδεάζουν ότι πρόκειται για εικονογραφημένο που απευθύνεται σε μικρά παιδιά, μέχρι που παρατηρείς τον όγκο του –παρά κάτι διακόσιες σελίδες– και το πυκνογραμμένο του κείμενο – στην ουσία ένα μυθιστόρημα που αριθμεί 24 ολόκληρα κεφάλαια. Ασυνήθιστο εγχείρημα για τα ελληνικά δεδομένα, σύμφωνα με τα οποία χρώμα, σχήμα κτλ. διαμορφώνονται αυστηρά με βάση ηλικιακά και μόνο κριτήρια. Δεν είναι όμως αυτό το μόνο ασυνήθιστο στο Πνεύμα του χιονιού.

Η Maja Lunde φτιάχνει μια χριστουγεννιάτικη ιστορία που, παρότι πλημμυρισμένη στο χιόνι και στα χριστουγεννιάτικα στολίδια, κρύβει στον πυρήνα της μια οδυνηρή απώλεια: Ο Κρίστιαν, ο αφηγητής, κατεξοχήν παιδί των Χριστουγέννων, βρίσκεται τις παραμονές των φετινών Χριστουγέννων αποκομμένος από τη γιορταστική ατμόσφαιρα. Στο σπίτι του επικρατεί σιωπή, καθώς οι γονείς του αποφεύγουν να μιλήσουν για την πρόσφατη απώλεια της μεγάλης του αδερφής, ο καλύτερός του φίλος μοιάζει να μην τον καταλαβαίνει στο ελάχιστο κι ο ίδιος φοβάται ότι ίσως τα Χριστούγεννα να μην έρθουν τούτη τη χρονιά για την οικογένειά του. Όλα αυτά ως τη μέρα που γνωρίζει στην πισίνα όπου κολυμπά τη μικρή κοκκινομάλλα Χέντιβιχ. Στο ζεστό, όμορφο σπιτικό της ο Κρίστιαν θα ξαναβρεί κάτι από τη χαμένη χριστουγεννιάτικη μαγεία, στο πρόσωπο του κοριτσιού θα συναντήσει τη συμπαράσταση, την κατανόηση αλλά και την παιδική ανεμελιά που του είχαν λείψει. Ώσπου στο σπίτι της Χέντβιχ εμφανίζεται από το πουθενά ένας μυστηριώδης ηλικιωμένος άντρας. Τι σκοπό έχει; Τι μυστικά κρύβει; Ακολουθώντας τον, ο Κρίστιαν θα μπορέσει να συμπληρώσει το παζλ μιας παλιάς ιστορίας.

Η Lunde με μαεστρία χτίζει ένα εξαιρετικά ισορροπημένο κείμενο που, παρά το βαρύ του θέμα, δεν επιτρέπει στον αναγνώστη να το αφήσει από τα χέρια του ώσπου να φτάσει στην τελευταία σελίδα. Σε αυτό συμβάλλει τόσο η αμεσότητα των διαλόγων όσο και το κλίμα μυστηρίου με το οποίο επενδύει την ιστορία της η συγγραφέας. Και, φυσικά, η αριστοτεχνική ακροβασία ανάμεσα στο άσπρο και στο μαύρο, στο γιορταστικό κλίμα και στο αίσθημα της απώλειας, στον ρεαλισμό και στη μεταφυσική αύρα. 

Φυσικά, τίποτα δε θα ήταν ίδιο για τον αναγνώστη αν έλειπε η πολύχρωμη, ατμοσφαιρική εικονογράφηση της Lisa Aisato, που ζωντανεύει εξαιρετικά τα πρόσωπα και τα σκηνικά και δίνει τον συναισθηματικό τόνο με τα άλλοτε θερμά κι άλλοτε ψυχρά χρώματά της. Ξαναγυρνάω εδώ σε όσα έλεγα στην πρώτη παράγραφο για να προσθέσω ότι το σχήμα του βιβλίου και το είδος της εικονογράφησής του λειτουργούν, όπως αποδεικνύεται, καταλυτικά στην αναγνωστική εμπειρία: Χρώματα κι εικόνες αγκαλιάζουν κυριολεκτικά το κείμενο που θαρρείς ξεπηδά μέσα από αυτές, βυθίζοντας τον αναγνώστη στον κόσμο, εξωτερικό αλλά κι εσωτερικό, που χτίζει η Lunde. 

Η αναγνωστική αυτή εμπειρία είναι από μόνη της λόγος ικανός να διαβαστεί το Πνεύμα του χιονιού. Αλλά όχι κι ο μόνος, αφού το λυτρωτικό του, αν και όχι ζαχαρωμένο, τέλος έχει να πει πολλά στον μικρό αλλά και στον μεγάλο αναγνώστη για τον τρόπο που διαχειριζόμαστε το παρελθόν, τη μνήμη, την απώλεια, όπως και για το χρέος μας απέναντι σε κείνους που έφυγαν αλλά και, κυρίως, σε κείνους που έμειναν πίσω.

Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 2019

Λίλη Λαμπρέλλη - Κέλλυ Ματαθία-Κόβο, Εσύ τι λες πολύτιμο πως είναι;


Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2019



Ένα όμορφο βιβλίο με επισκέφθηκε πριν από λίγες μέρες. Και παρότι πνιγόμουν στη δουλειά με ανάγκασε να το διαβάσω ξανά και ξανά και ξανά. Υπεύθυνες γι’ αυτό η Λίλη Λαμπρέλλη, που βάζει τις λέξεις, κι η Κέλλυ Ματαθία-Κόβο, που ζωγραφίζει τις εικόνες.

«Εσύ τι λες πολύτιμο πως είναι;» ρωτά ο ασβός, ο ήρωας της Λαμπρέλλη, μια σειρά από συνομιλητές. Δεν είναι τυχαία η αφετηρία του, καθώς τόπος του είναι το δάσος και χρόνος του εκείνος του τόσο οικείου στη συγγραφέα παραμυθιού. Εκεί που όλα γίνονται κι όλα στέκουν. Ο ασβός ρωτάει με τη σειρά μια πέτρα, μια πεταλούδα, ένα δέντρο, ένα πουλί αποδημητικό, μια κουκουβάγια. Πλάσματα όλα της φύσης. Με την κουκουβάγια, την πιο σοφή απ’ όλα, να λειτουργεί ως ο συνδετικός κρίκος με τον κόσμο των ανθρώπων, καθώς, εγκαταλείποντας το δάσος, ο ασβός κινά για το χωριό, όπου συναντά τον ποιητή, τον παραμυθά, ένα παιδί. Και τελικά την ίδια την αφηγήτρια. Τι του απαντούν όλοι αυτοί; Ο καθένας και κάτι διαφορετικό. Τελικά, τι είναι πιο πολύτιμο για τον μπερδεμένο ασβό;

Μια ποιητική ιστορία με αύρα παραμυθιού αλλά όχι μόνο. Έμπειρη αφηγήτρια παραμυθιών η συγγραφέας, κατορθώνει με λίγες κουβέντες κι έναν εξαιρετικό αφηγηματικό ρυθμό, στον οποίο χαρίζει τον τόνο η επανάληψη «Και ρώτησε», να φωτίσει πολύπλευρα το αγωνιώδες ερώτημα του ήρωά της με μια σειρά από απαντήσεις που άλλοτε συνδιαλέγονται αντιθετικά μεταξύ τους («Να ‘σαι ελαφρύς και να πετάς», «Να ‘σαι βαρύς και να αντέχεις»), άλλοτε εκφράζουν ανεκπλήρωτα όνειρα (η πεταλούδα ποθεί να είναι βαριά κι η πέτρα ελαφριά, το ριζωμένο δέντρο ονειρεύεται ταξίδια κτλ.). Αν ωστόσο καμία απάντηση δε φαντάζει οριστική ή ικανοποιητική στον ασβό, τη λύση θα του τη δώσει η είσοδός του στο όνειρο της δημιουργού του κι ο διάλογός του με κείνη, καθώς η συγγραφέας εισάγει στην ιστορία της τον -αφανή ως εκείνη τη στιγμή– αφηγηματικό εαυτό της, μπολιάζοντας με ένα ενδιαφέρον εύρημα το κείμενό της.

Η εικονογράφηση παρακολουθεί με ποιητική κι εκείνη διάθεση την περιπλάνηση του ασβού σε δάση, λιβάδια, ουρανό και γη, προεκτείνοντας το κείμενο κι εστιάζοντας περισσότερο στις διαθέσεις και στα συναισθήματα που γεννούν στον ήρωα της ιστορίας οι απαντήσεις των συνομιλητών του (χαρακτηριστικά από αυτή την άποψη τα σαλόνια όπου ο ίδιος ταξιδεύει αβαρής στον ουρανό πάνω σ’ ένα κλαδί, παρατηρεί τον κόσμο από ένα αερόστατο ή πετά με φτερά φτιαγμένα από βιβλία). Χρώματα απαλά, που φλερτάρουν εδώ κι εκεί με το ασπρόμαυρο, με μόνο το κόκκινο να υπογραμμίζει λεπτομέρειες της εικονογράφησης και προπαντός το πολύτιμο καροτσάκι, ολοένα και πιο γεμάτο, που σέρνει παντού μαζί του ο ήρωας. 

Τελικά «εσύ τι λες πολύτιμο πως είναι;» θα μου πείτε. «Πού καταλήγουμε;» Νομίζω, αυτό που, πέρα από αφηγηματικούς ρυθμούς κι εικόνες έμπλεες φαντασίας, αγαπά κανείς σ’ αυτό το βιβλίο είναι ακριβώς αυτή του η αδιαφορία για τελεσίδικες απαντήσεις κι αλήθειες. Ο αναγνώστης μέσα του θα συναντηθεί με κάμποσες απ’ αυτές. Κι ίσως, μέσα στις λέξεις και στις εικόνες, αλλά μπορεί και πίσω απ’ αυτές, να βρει τη μία και μοναδική, ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο σημαντική ή οριστική: τη δική του.