Δευτέρα 13 Ιουλίου 2015

Πίτερ Σις, Ο Πιλότος και ο Μικρός Πρίγκιπας

Μετάφραση: Θέμελης Γλυνάτσης, Μεταίχμιο, Αθήνα 2015




Μέρες τώρα κάθομαι και ξεφυλλίζω το αριστούργημα του Πίτερ Σις  Ο Πιλότος και ο Μικρός Πρίγκιπας, την εικονογραφημένη βιογραφία του Σεντ-Εξιπερί που κυκλοφόρησε πρόσφατα από το Μεταίχμιο. Ένα βιβλίο που τις παράξενες βδομάδες που πέρασαν στάθηκε για μένα μια σπάνια και πολύτιμη αναγνωστική εμπειρία. Κι ας μην έχω καμιά σχέση ιδιαίτερης λατρείας με το έργο του Σεντ-Εξιπερί. Ας μην είμαι ακριβώς τρελαμένη με την ιστορία της αεροπλοΐας. Άλλωστε ένα σπουδαίο βιβλίο αυτό επιβάλλεται να καταφέρνει, να σε κάνει να βυθιστείς με πάθος ακόμα και σε πεδία που διόλου δε σε αφορούν.

Το βιβλίο του Σις λοιπόν, ο οποίος έχει ξανασχοληθεί με τη συγγραφή και εικονογράφηση βιογραφιών ιστορικών προσωπικοτήτων (Δαρβίνος, Γαλιλαίος), πιάνει τη ζωή του Σεντ-Εξιπερί από τη στιγμή της γέννησής του, αναζητά τα ίχνη της οικογένειάς του κι εντάσσει τον μικρό Αντουάν στο ιστορικό πλαίσιο της εποχής του, επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον του εξαρχής στα σημαντικά επιτεύγματα των πρώτων αεροπλόων. Κατορθώνει έτσι να κινηθεί, στο πρώτο τουλάχιστον μισό του και εν μέρει από τη μέση και μετά, σε δυο επίπεδα, το ατομικό, στενά βιογραφικό, και το ευρύτερα ιστορικό. Αυτά τα δυο δένουν μεταξύ τους χάρη στην εικονογραφική επιλογή του Σις να ενσωματώσει πρόσωπα, λεπτομέρειες και συμβάντα της ζωής του Αντουάν αλλά και της ιστορίας της αεροπλοΐας, θαρρείς τονισμένα με μεγεθυντικό φακό, σε σαλόνια που αποτυπώνουν ευρύτερα τοπικά και ιστορικά πλαίσια. Το πάθος του Αντουάν για τα αεροπλάνα είναι αυτό που, κατά τον Σις, ορίζει τη διαδρομή του. Αυτά είναι παρόντα σε κάθε σελίδα, σε κάθε εικόνα. Η λογοτεχνία, όσο κι αν οι εικονογραφικές αναφορές στον Μικρό πρίγκιπα είναι παραπάνω από εμφανείς, έρχεται μετά, σχεδόν ως παρεπόμενο. Το ταξίδι, η γνωριμία με τον άγνωστο κόσμο και την παράξενη ανθρωπογεωγραφία του από ψηλά, η περιπέτεια με το αβέβαιο φινάλε είναι η κινητήρια δύναμη και το ζητούμενο του ήρωα.

Ο ενδότερος κόσμος του Σεντ-Εξιπερί, αυτός που αποτυπώθηκε στα βιβλία του, μάλλον δεν πολυυπάρχει στο κείμενο, το οποίο, εδώ που τα λέμε, κάπως στεγνά περιγράφει τη ζωή του σπουδαίου συγγραφέα και αεροπόρου. Πρόκειται για συνειδητή επιλογή του Σις, που, αν ως συγγραφέας δεν εμβαθύνει στον ψυχισμό του ήρωά του, το κάνει ως εικονογράφος. Καθώς ο Αντουάν αρχίζει τις πτήσεις του ανά τον κόσμο, η εικονογράφηση εγκαταλείπει σταδιακά το στιλιζαρισμένο ύφος και τα μουντά χρώματα των πρώτων σελίδων, καταγράφοντας με εικόνες μοναδικής και κάποτε σουρεαλιστικής ομορφιάς τις διαδρομές του βλέμματός του: άλλοτε αναζητώντας ανθρώπινα πρόσωπα στο ανάγλυφο αχανών ερημικών τοπίων, άλλοτε τονίζοντας με το κόκκινο της φωτιάς, και συνεκδοχικά του αίματος, την επέλαση των γερμανικών τανκς στη Γαλλία, άλλοτε αποτυπώνοντας τη λάμψη του φεγγαριού ή του ήλιου πάνω από απέραντες θάλασσες. Και επιτυγχάνοντας με αυτό τον τρόπο να αποδώσει εικαστικά την ένταση των αισθημάτων του Αντουάν, ο οποίος στο τελευταίο σαλόνι συναντιέται επιτέλους με τον λογοτεχνικό του ήρωα, καθώς εμφανίζεται ως μικρός πρίγκιπας που ταξιδεύει μες στο γαλάζιο πάνω σ’ ένα ποδήλατο-αεροπλάνο με φόντο το μακρινό του αστέρι.


Το βιβλίο του Σις δεν απευθύνεται σε ένα συγκεκριμένο ηλικιακά κοινό. Ούτε είναι μονάχα η βιογραφία του συγγραφέα ενός από τα διασημότερα παιδικά βιβλία όλων των εποχών. Είναι ένας φόρος τιμής σε όλους εκείνους που σε εποχές αντίξοες επέμειναν πεισματικά, υπερβαίνοντας όρια, δυνάμεις και καταστάσεις, να κυνηγήσουν το παιδικό τους όνειρο. Κι ο πιλότος ήρωας του Πίτερ Σις φαίνεται πως πέτυχε να ζήσει το δικό του όνειρο, έστω κι αν η τελευταία βουτιά σε αυτό τον οδήγησε στο τέλος. Ένα τέλος πάντως απόλυτα συμβατό και συνεπές με ολόκληρη τη ζωή και το έργο του. 



[Σαν σήμερα πριν από τρία χρόνια έφτιαξα αυτό το μπλογκ. Για να είμαι ειλικρινής, δεν πίστευα τότε ότι θα ζούσε τόσο πολύ. Είχα ωστόσο την ενδόμυχη ελπίδα, εκείνο το επίσης βουτηγμένο στην πολιτική ένταση καλοκαίρι του 2012, ότι τρία χρόνια αργότερα θα είχαμε την πολυτέλεια να μιλάμε για βιβλία και μόνο. Λυπάμαι που τα γεγονότα με διέψευσαν. Κι επιμένω να αναζητώ στις ιστορίες παρηγοριά, δύναμη κι ελπίδα.] 

Κυριακή 7 Ιουνίου 2015

Άννα Κοντολέων, Πού πάει η αγάπη όταν χάνεται;


Εικονογράφηση: Λευτέρης Κιουρτσόγλου, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2014





Όταν το χαμόγελο χάνεται από το πρόσωπο του μπαμπά και της μαμάς, το μικρό αγόρι παίρνει τον δρόμο αναζητώντας την αγάπη που χάθηκε από το ως τότε χαρούμενο σπίτι του. Σ’ όποιον συναντήσει στη μεγάλη του βόλτα στον κόσμο θα θέσει το πανομοιότυπο ερώτημα: «Πού πάει η αγάπη όταν χάνεται;»  Μέσα από τις απαντήσεις των συνομιλητών του θα ανακαλύψει τις πολλαπλές όψεις κι εκδοχές της αγάπης: αυτή που εύκολα βαριέται κι εκείνη που είναι ανυπόμονη και βιαστική· αυτή που αργεί, εκείνη που παρασύρεται απ’ τον άνεμο και την άλλη, που πληγώνεται και γυρεύει να κρυφτεί· αυτή που μένει σταθερή κι εκείνη που χάνει την πίστη της· αυτή που γερνάει, φθείρεται, πεθαίνει.  Η πορεία του παιδιού στον κόσμο, στη διάρκεια της οποίας διασταυρώνεται με έμψυχα και άψυχα, με μικρά και μεγάλα, με το σήμερα και το χτες, με ζευγάρια και μοναχικές υπάρξεις, με την ίδια τη ζωή και τον θάνατο, δε συνιστά μια απλή παράταξη συμβάντων – διαθέτει κλιμάκωση, μια και μέσα από τις απαντήσεις που του δίνονται παρακολουθεί την αγάπη από τη γέννησή της ως την αναπόδραστη φθορά.

Η συγγραφέας ισορροπεί αβίαστα ανάμεσα στην αφηγηματική απλότητα και στην παιδική τρυφερότητα, χωρίς όμως ούτε να εκπίπτει στη σχηματικότητα ούτε να εκβιάζει το συναίσθημα. Η στοχαστική της διάθεση δεν καθιστά δύσβατη και δυσπρόσιτη την ιστορία της στους μικρούς αναγνώστες, συνεπικουρούμενη και από μια γοητευτική εικονοποιία αντλημένη από απλές καθημερινές στιγμές, η οποία δένει άρρηκτα με το πνεύμα και το ύφος του κειμένου της, κατορθώνοντας να δώσει μια καλειδοσκοπική αποτύπωση της έννοιας της αγάπης και ταυτόχρονα να αποδείξει το αδιάλειπτο της παρουσίας της και το αδιανόητο της απώλειάς της. Την ίδια ώρα, οι εικόνες του Λευτέρη Κιουρτσόγλου αποκαλύπτουν μια παιγνιώδη διάθεση, άλλοτε ζωντανεύοντας τα άψυχα κι άλλοτε δίνοντας απρόσμενες προεκτάσεις σε στοιχεία του κειμένου, όπως στο σαλόνι με το πλοίο-βερίκοκο που πάνω του ταξιδεύει το ηλικιωμένο ζευγάρι.

Το λυτρωτικά «ευτυχές» τέλος της ιστορίας δε συνιστά απλώς το επιστέγασμα της πορείας συναισθηματικής ωρίμανσης του παιδιού με την επιστροφή στη γονική αγκαλιά και ασφάλεια: Είναι άλλωστε αυτό το ίδιο το παιδί που, στο τέρμα της βόλτας του, αποκαμωμένο αλλά έχοντας συνειδητοποιήσει το άτοπο του αρχικού του ερωτήματος, μια και η αγάπη ΔΕ χάνεται, θα την καταστήσει από μόνο του απτή, δίνοντάς της σχήμα με τα δικά του χέρια, ως προϊόν της βαθιάς εσωτερικής του ανάγκης.
 
Κι αυτό το ευρηματικό τέλος είναι ένας ακόμα λόγος να πιστέψεις ότι σε τούτο τον κόσμο τίποτα δε χάνεται στο πέρασμα του χρόνου: ούτε η αγάπη αλλά ούτε κι η μαγεία κι η γοητεία που κρύβει μέσα της η αφήγηση μιας όμορφης ιστορίας.  

 



 

Κυριακή 31 Μαΐου 2015

Τζον Μπόιν, Μείνε εκεί που είσαι και μετά φύγε

Μετάφραση: Πετρούλα Γαβριηλίδου, Εκδόσεις Ψυχογιός, Αθήνα 2014

 
 
Όταν ο Άλφι Σάμερφιλντ κλείνει τα πέντε του χρόνια, ο πατέρας του φεύγει για να πολεμήσει στον Πρώτο Μεγάλο Πόλεμο του 20ού αιώνα. Ο μικρός, ωριμάζοντας απότομα μέσα σε μια δύσκολη κοινωνική και οικογενειακή πραγματικότητα, θα βρεθεί στο διάβα του χρόνου να δουλεύει κρυφά από τη μητέρα του ως λούστρος στον σιδηροδρομικό σταθμό του Κινγκς Κρος στο Λονδίνο. Κι όταν τα ίχνη του πατέρα του χαθούν ανεξήγητα, μια δέσμη χαρτιά που πέφτει τυχαία στο πάτωμα του σταθμού από έναν στρατιωτικό γιατρό θα τον οδηγήσει σε ένα εφιαλτικό όσο κι αποκαλυπτικό ταξίδι στο αλλόκοτο μέρος όπου ο πατέρας του εκτελεί τη «μυστική αποστολή του».

Ύστερα από το συγκλονιστικό Αγόρι με τη ριγέ πιτζάμα, στο οποίο ο Τζον Μπόιν ανέδειξε όλη τη φρίκη και τον παραλογισμό των ναζιστικών στρατοπέδων εξόντωσης, ο συγγραφέας στο βιβλίο του αυτό επιλέγει να ταξιδέψει τους αναγνώστες του στη δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα, ανιχνεύοντας μέσα από την οπτική ενός μικρού παιδιού μια από τις λιγότερο γνωστές πτυχές του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, τις συνέπειες που επέφεραν στο νευρικό σύστημα των στρατιωτών οι συνεχείς βομβαρδισμοί. Παράλληλα με το κομβικό αυτό θέμα, μέσα από την καθημερινότητα του Άλφι, διαφαίνονται οι δύσκολες συνθήκες διαβίωσης στη διάρκεια του πολέμου, ο κοινωνικός στιγματισμός «ύποπτων ξένων» και αντιρρησιών συνείδησης, ο διαφορετικός τρόπος αντιμετώπισης του πολέμου από εκπροσώπους διαφορετικών κοινωνικών τάξεων, η διαρκής αγωνία για την τύχη συγγενών, γειτόνων και φίλων που βρίσκονται στο μέτωπο. Ακόμα κι αν προς στιγμήν η αναφορά σε πρόσωπα και καταστάσεις σε κάνει να υποπτευθείς ότι ο συγγραφέας, περαστικός ων από αυτά, υποπίπτει στην περιπτωσιολογία, ωστόσο τα πάντα μέσα στο Μείνε εκεί που είσαι και μετά φύγε είναι τόσο λίγο τυχαία όσο κι οι τίτλοι των κεφαλαίων του – που παραπέμπουν όλοι σε τραγούδια τα οποία λέγονταν στην Αγγλία κατά τη διάρκεια του πολέμου. Κι αυτή είναι η μαγεία του συγκεκριμένου βιβλίου – το ότι ο Μπόιν με τρόπο αβίαστο και χαλαρό στήνει μια πλοκή όπου κάθε πρόσωπο, κάθε φαινομενικά τυχαίο συμβάν αποδεικνύεται κομβικό για την υπόθεση. Θα σταθώ εδώ μόνο στην επιλογή του σταθμού του Κινγκς Κρος ως χώρου εργασίας του ήρωα – μια επιλογή που όχι μόνο του επιτρέπει να μάθει για την τύχη του πατέρα του και να τον προσεγγίσει με σχετική ευκολία, αλλά αποδεικνύεται καταλυτικής σημασίας και για τη λύση της πλοκής.

Το ξαναντάμωμα του αναγνώστη με αρκετά από τα πρόσωπα της ιστορίας στο τέλος της, το οποίο σε πρώτη ανάγνωση δεν απέχει από αυτό που θα λέγαμε ευτυχές, τον φέρνει αντιμέτωπο με τη γλυκόπικρη διαπίστωση ότι η ζωή ύστερα από έναν πόλεμο, είτε  ξαναβρεί κάποιους απ’ τους παλιούς ρυθμούς είτε ανακαλύψει καινούριους δρόμους, είτε φέρει στην επιφάνεια νέες προσωπικές αλήθειες είτε φωτίσει κάτω από άλλο πρίσμα παλιά αισθήματα, πάντως ποτέ μα ποτέ δε θα είναι ίδια με πριν. Όπως ίδιοι δε θα είναι κι οι άνθρωποι κι ο κόσμος που τους περιβάλλει. Και μόνο γι’ αυτό, το Μείνε εκεί που είσαι και μετά φύγε αξίζει να διαβαστεί όχι μονάχα από μικρούς αλλά κι από μεγάλους.

 

Παρασκευή 1 Μαΐου 2015

Oliver Jeffers, Πιγκουίνος χάθηκε πιγκουίνος βρέθηκε


Απόδοση: Φίλιππος Μανδηλαράς, Εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2014


 
Αυτό που λατρεύω στον Oliver Jeffers είναι η ικανότητά του να χτίζει κόσμους ολόκληρους με λίγα λόγια κι απλά· να παντρεύει το παράδοξο με το αυτονόητο και να μην τρέχει μία· να δίνει μια στον κόσμο των ενηλίκων χωρίς εξηγήσεις, διευκρινίσεις, περιττές κουβέντες, και να κρατάει μόνο τους απολύτως απαραίτητους χαρακτήρες, καληώρα ένα παιδί κι έναν πιγκουίνο, ικανούς να οργώσουν παρέα όλο τον κόσμο· κι ας μην έχουμε την παραμικρή ιδέα ποιοι είναι, πώς τους λένε, ποιους έχουν φίλους: ας είναι μονάχα ένα αγόρι κι ένας πιγκουίνος, μας είναι τόσο οικείοι ώστε νιώθουμε σαν να τους γνωρίζαμε από πάντα.


Το άλλο που λατρεύω στον Oliver Jeffers είναι η λιτότητα των γραμμών του – ένας κύκλος και μια γραμμούλα από κάτω για δεντράκι, ένα παιδικό πρόσωπο φτιαγμένο με τα βασικά υλικά, το απολύτως αναγκαίο σκηνικό πίσω από τα απολύτως αναγκαία πρόσωπα· κι ωστόσο, εκεί που έχεις βολευτεί στον λιτό κι απέριττο κόσμο του, να σου από το πουθενά μια σελίδα σαν κι αυτήν εδώ, που σε πετάει αυτοστιγμεί στη μεγαλύτερη θαλασσινή περιπέτεια της ζωής σου!
 
 

Για να κάνω μια σούμα, αυτό που λατρεύω στον Oliver Jeffers είναι που με λιγοστές απλές λέξεις κι άλλες τόσες γραμμές, άντε και μερικές πιο σύνθετες, χτίζει πλοκές, πλάθει χαρακτήρες, γεννάει ανατροπές προσδοκιών, αισθημάτων, λογικών. Θα το συνειδητοποιήσετε κι εσείς αν τύχει να διαβάσετε το Πιγκουίνος χάθηκε, πιγκουίνος βρέθηκε και δείτε πώς η αποκάλυψη της αληθινής επιθυμίας του χαμένου πιγκουίνου ακυρώνει διαμιάς τους λόγους και τα κίνητρα για ό,τι μέχρι εκείνη τη στιγμή έχουν ζήσει παρέα αυτός και ο φίλος του το αγόρι. Χωρίς να ακυρώνει πάντως κι όσα έχουν ζήσει. Γιατί, αλήθεια, πόσο άκυρο μπορεί να θεωρηθεί ένα ταξίδι γνωριμίας του κόσμου, του άλλου, του ίδιου σου του εαυτού, ανεξάρτητα από την προσδοκώμενη κατάληξή του; Και τι άλλο είναι στην ουσία ο Πιγκουίνος κι όλα ανεξαιρέτως τα βιβλία του Jeffers από συναρπαστικά ταξίδια αυτογνωσίας και μαζί επανανακάλυψης του κόσμου μέσα από μια νέα, απρόσμενη οπτική;


Περισσότερες εκδηλώσεις λατρείας για βιβλία που έχει γράψει και εικονογραφήσει ή απλώς εικονογραφήσει ο Oliver Jeffers

Τετάρτη 22 Απριλίου 2015

Βασίλης Παπαθεοδώρου, Ήταν το ίνδαλμά μου - Μια ιστορία για τη βία στα γήπεδα

Εικονογράφηση: Θανάσης Πέτρου, Παιδική Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2015

 
 

Ένα αγόρι παρακολουθεί μαγεμένο την ξέφρενη πορεία του μεγαλύτερου αδερφού του και τη γρήγορη ανέλιξή του στο ποδοσφαιρικό στερέωμα του τοπικού πρωταθλήματος, ονειρευόμενο μια μέρα να του μοιάσει. Ο τυφλός θαυμασμός του για τις ποδοσφαιρικές επιδόσεις του αδερφού του και η συνακόλουθη εμπλοκή του με ομάδες οργανωμένων οπαδών αποκόπτουν σταδιακά τον μικρό από τους φίλους και συμμαθητές του, από τα μαθήματα και από οποιονδήποτε άλλο επαγγελματικό στόχο. Μέσα από την αφήγησή του ο «μαγικός» κόσμος του ποδοσφαίρου και κυρίως οι παθογένειές του αποκαλύπτονται σε μια εντυπωσιακής σκληρότητας μικρογραφία: βία, ρατσισμός, ναζιστικές χειρονομίες, ντόπινγκ, χρηματισμός, εκβιασμοί, στημένοι αγώνες, η διαπλοκή των ποδοσφαιρικών παραγόντων με τον Τύπο, η χρησιμοθηρική ενασχόληση τόσο η δική τους όσο και πολιτικών παραγόντων με το άθλημα για ίδια κέρδη κτλ.

Καμιά μυθοπλαστική υπερβολή, καμιά εκτροπή από την πραγματικότητα. Όσοι τυχαίνει να παρακολουθούμε έστω και από απόσταση τα τεκταινόμενα στον χώρο του ελληνικού επαγγελματικού ποδοσφαίρου συνειδητοποιούμε διαβάζοντας το συγκεκριμένο βιβλίο ότι ο συγγραφέας καταγράφει μια απολύτως υπαρκτή κατάσταση. Ωστόσο, επιλέγοντας να εστιάσει τον φακό του σε ένα μικρότερο, τοπικής εμβέλειας  πρωτάθλημα, κατορθώνει να αναδείξει με τρόπο πολύ πιο προσιτό, οικείο και απτό στο παιδί τα προβλήματα που ταλανίζουν και τις μεγάλες επαγγελματικές κατηγορίες.

Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση, εκτός του ότι προσδίδει αμεσότητα στο κείμενο, πετυχαίνει και να φωτίσει πτυχές του χαρακτήρα του αφηγητή αλλά και τον βαθμό παραμόρφωσής του από την εμμονική σχέση του με το ποδόσφαιρο. Το σχηματικό και περιορισμένο λεκτικό του, το ρηχό και επιθετικό χιούμορ του, η μονοδιάστατη οπτική του αναδεικνύουν με επιτυχία την περιχαρακωμένη σκέψη του, τη συρρίκνωση των ενδιαφερόντων του, την απομόνωση από τους συνομηλίκους του, τον εντεινόμενο φανατισμό του.

Το σκληρό φινάλε της ιστορίας μπορεί να ματαιώνει όνειρα και προσδοκίες, φαντάζει όμως περίπου αναπόφευκτο, αφήνοντας μια χαραμάδα ελπίδας για τον μελλοντικό επαναπροσδιορισμό των στόχων των δυο παιδιών. Ένα δυνατό βιβλίο, που θα προβληματίσει και θα ευαισθητοποιήσει τους νεαρούς αναγνώστες, παρέχοντάς τους παράλληλα στο παράρτημα χρήσιμες πληροφορίες νομικού χαρακτήρα αναφορικά με τη σχέση τους με το ποδόσφαιρο και τον αθλητισμό γενικότερα. Ταιριαστή με το πνεύμα του κειμένου και η εικονογράφηση του Θανάση Πέτρου, με έντονα στοιχεία κόμικς.

Παρασκευή 17 Απριλίου 2015

Λέλα Στρούτση, Η {μία και μοναδική} Μαύρη Θρούμπα

Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2015

 
 
Όταν η μία και μοναδική, ανεκτίμητη Μαύρη Θρούμπα χάνεται μυστηριωδώς στη διάρκεια μιας κρουαζιέρας, ο δαιμόνιος μαθηματικός Οκτάβιο Παζλ καλείται να βρει τον ένοχο μέσα από μια πλειάδα ύποπτων τύπων που επιβαίνουν στο υπερωκεάνιο Κουκούτσι…

Μια διασκεδαστική ιστορία μυστηρίου, αλλά και μαθηματικών, και... μεσογειακής διατροφής, σ’ ένα πλοίο σταυροδρόμι ανθρώπινων χαρακτήρων, ετερόκλητων πολιτισμών κι ανείπωτων μυστικών, ειπωμένη με άνεση και ζωγραφισμένη με ζωντάνια από τη μία και μοναδική δημιουργο του βιβλίου Λέλα Στρούτση. Που, όπως όλοι οι δημιουργοί που διαθέτουν το ταλέντο και να γράφουν και να εικονογραφούν τις ιστορίες τους, δένει εξαιρετικά κείμενο και εικόνα σ’ ένα βιβλίο που παρασύρει ευχάριστα τον αναγνώστη. Ζωηρά χρωματισμένοι χαρακτήρες, ευφάνταστα, χιουμοριστικά ονόματα, δηλωτικά καταγωγών κι επαγγελμάτων, χαριτωμένα λογοπαίγνια που ταιριάζουν γάντι στο κλίμα της αφήγησης χωρίς να κουράζουν, κινηματογραφικές περιγραφές που επιτείνουν το μυστήριο...

Αυτό το μυστήριο που θα κληθεί να λύσει, όπως λέγαμε, ο χαρισματικός μαθηματικός μας. Άραγε θα καταφέρουν τα μαθηματικά, έχοντας προηγουμένως επιτελέσει στο ακέραιο το μαθησιακό χρέος τους απέναντι στον αναγνώστη του βιβλίου, να αποκαλύψουν τον ένοχο; Ή μήπως το απρόοπτο, το τυχαίο, ο γοητευτικός αστάθμητος παράγοντας θα κάνει την έκπληξη; Αν και πολύ θα ήθελα η αγωνία, το κυνήγι του ενόχου και το ξεροψήσιμο του αναγνώστη να κρατήσουν λίιιιγο παραπάνω εκεί κοντά στο τέλος του βιβλίου, οφείλω να ομολογήσω ότι η αποκάλυψη του κλέφτη δικαίωσε τη δική μου τουλάχιστον αντίληψη για τη ζωή…

Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2015

Ιωάννα Μπαμπέτα, Εύκολες ερωτήσεις, δύσκολες απαντήσεις

Εικονογράφηση: Σάντρα Ελευθερίου, Εκδόσεις Ψυχογιός, Αθήνα 2014



Ο Λουκάς, μαθητής της Πέμπτης Δημοτικού, βρίσκεται μ’ ένα κοριτσίστικο λεύκωμα στα χέρια και καλείται να απαντήσει στις ερωτήσεις της ιδιοκτήτριάς του, που δεν είναι άλλη από τον κρυφό του έρωτα, τη συμμαθήτριά του Μαργαρίτα. Στην προσπάθειά του να βρει τις σωστές απαντήσεις, ή έστω εκείνες που δε θα τον εκθέσουν ανεπανόρθωτα στα μάτια της αγαπημένης του, ο Λουκάς ανακαλεί στιγμές από την καθημερινότητά του με τους γονείς, τους φίλους και τον μεγαλύτερο αδερφό του, συνειδητοποιεί αδυναμίες και συμφιλιώνεται με αυτές, παρατηρεί καταστάσεις και συμπεριφορές στον κόσμο που τον περιβάλλει, καταθέτοντας την προσωπική του, ολότελα αυθεντική κι ανεπιτήδευτα παιδική αλήθεια.

Η Ιωάννα Μπαμπέτα, συνεπικουρούμενη από τη διακριτική όσο και ταιριαστή με το πνεύμα της προεφηβικής ηλικίας εικονογράφηση της Σάντρας Ελευθερίου, αφουγκράζεται με μεγάλη προσοχή και ευαισθησία τη φωνή του ήρωά της, υιοθετώντας πειστικά το λεκτικό και το ύφος ενός εντεκάχρονου, ισορροπώντας ανάμεσα στην ανεπιτήδευτη τρυφερότητα και στο αβίαστο χιούμορ –πολλές φορές προερχόμενο από τις αναπάντεχες συσχετίσεις και την αφοπλιστική ειλικρίνεια του παιδιού–, και αξιοποιώντας αφηγηματικά το εξαιρετικό εύρημα του λευκώματος. Το οποίο αφενός της επιτρέπει να «γεφυρώσει» τον κόσμο των αγοριών μ’ εκείνο των κοριτσιών. Κι αφετέρου της δίνει τη δυνατότητα να δομήσει την αφήγησή της όχι με βάση τη γραμμική διαδοχή των γεγονότων αλλά χτίζοντας ολόκληρο τον κόσμο του ήρωά της γύρω από τις ερωτήσεις που του θέτει προς απάντηση το λεύκωμα. Οι μικρές αυτόνομες καθημερινές ιστορίες που ξεδιπλώνονται εξ αφορμής καθεμιάς από αυτές τις ερωτήσεις μπορεί να καταλήγουν σε μια κάποια κλιμάκωση και οριστική λύση, οδηγώντας ταυτόχρονα τον Λουκά στην εξεύρεση της κατάλληλης κάθε φορά απάντησης, αλλά και διατρέχονται λίγο ως πολύ όλες τους από την κλιμακούμενη αγωνία του για τα αισθήματα της Μαργαρίτας απέναντί του.

Τι θα γίνει άραγε στο τέλος του βιβλίου, όταν ο Λουκάς, έχοντας απαντήσει σε όλες τις ερωτήσεις του λευκώματος, το επιστρέψει στην κάτοχό του; Μήπως είναι η σειρά της να δώσει τη δική της απάντηση; Και πώς θα σχετίζεται αυτή με μια απ’ τις μεγαλύτερες ανασφάλειες που ταλαιπωρούν τον ευαίσθητο συμμαθητή της; Δε σκοπεύω, εννοείται, να σας διαφωτίσω για τίποτα απ’ όλα αυτά. Αναζητήστε καλύτερα κι εσείς τις απαντήσεις στις σελίδες του πανέξυπνου αυτού βιβλίου!

Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2015

Στέφανο Μπορντιλιόνι – Φαμπιάνο Φιορίν, Ιστορίες πριν από την Ιστορία

Απόδοση: Δήμητρα Δότση, Κέδρος, Αθήνα 2014

 

Η προϊστορία στη σκέψη ενός παιδιού, μην πω κι ενός ενήλικα, φαντάζει κάτι σαν τοπίο ενός άγνωστου πλανήτη. Πώς ήταν άραγε η ζωή των πολύ μακρινών προγόνων μας; Τι σκέφτονταν; Πώς επικοινωνούσαν μεταξύ τους; Τι αισθάνονταν; Τα δυο βιβλία της σειράς με τους τίτλους Κυνηγώντας το μαμούθ και Γύρω από τη φωτιά επιχειρούν με τρόπο απλό και εύληπτο να διαφωτίσουν τους μικρούς τους αναγνώστες σχετικά με τον τρόπο ζωής των ανθρώπων που έζησαν πριν από την Ιστορία.
Στα δυο βιβλία παρακολουθούμε τις περιπέτειες της φυλής του Κόραν, μιας μικρής ομάδας αποτελούμενης από γυναίκες, άντρες αλλά και παιδιά. Τα προβλήματα που τους απασχολούν περιστρέφονται γύρω από ζητήματα επιβίωσης (εύρεση τροφής, προστασία από τις καιρικές συνθήκες και τα άγρια ζώα κτλ.), μέσα από τα οποία αναφύονται τριβές, διαφωνίες και κίνδυνοι, αναδεικνύονται ανθρώπινες αρετές και αδυναμίες ή προκύπτουν νέες ανακαλύψεις που κάνουν τη ζωή λίγο καλύτερη. Τα αισθήματα, αν και συχνά στοιχειώδη και πρωτόγονα, δεν παύουν να αποτελούν αδιαμφισβήτητη ανθρώπινη ιδιότητα, την ώρα που οι χαρακτήρες, κάπως σχηματικοί, θα επιτρέψουν την εύκολη ταύτιση των μικρών αναγνωστών με τα δυο παιδιά ήρωες.

Στα συν των δυο βιβλίων η χαριτωμένη, ζωντανή και με κωμικά στοιχεία εικονογράφηση, όπως και η πολύ έξυπνη, αβίαστη ενσωμάτωση στη ροή της αφήγησης σημαντικών πληροφοριών γύρω από τη ζωή των πρωτόγονων ανθρώπων (προσδόκιμο ζωής, υλικά και εργαλεία, δεισιδαιμονίες, καθημερινές συνήθειες, μετανάστευση κτλ.). 
 
   

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2015

Αγγελική Δαρλάση, Το παλιόπαιδο

Εικονογράφηση: Ίρις Σαμαρτζή, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2014

 
 


Το τελευταίο βιβλίο της Αγγελικής Δαρλάση αφηγείται την ιστορία ενός φτωχού παιδιού, μεγαλωμένου σε μια οικογένεια τραυματισμένη από την αρρώστια και την ανεργία, που αναγκάζεται, για λόγους επιβίωσης, να ενταχθεί σε μια συμμορία ανηλίκων. Από αυτή και τη συνακόλουθη εγκληματική δράση θα το σώσει ένας άντρας, ανοίγοντάς του ένα παράθυρο ελπίδας και δίνοντάς του την ευκαιρία να χαράξει έναν καινούριο δρόμο μέσα απ’ τον κόσμο της μουσικής.

Αφορμώμενη από τη δράση του ιδρυτή του El Sistema Χοσέ Αντόνιο Αμπρέου, η συγγραφέας βάζει εξαρχής τον αναγνώστη της στο ζοφερό κλίμα της καθημερινότητας του ήρωά της: η φτώχεια της οικογένειας, η αρρώστια της μάνας, η απουσία του πατέρα, κι ένα παιδί χωρίς όνομα, πρακτικά χωρίς ταυτότητα. Και χωρίς φωνή. Η πρώτη φορά που ακούμε τον μικρό να αρθρώνει λόγο είναι όταν εντάσσεται στη συμμορία Τίγρεις των Δρόμων. Εκεί μοιάζει να αποκτά και κάποιου είδους ψευδαίσθηση ταυτότητας. Η ένταξη στην ομάδα ωστόσο δεν ισοδυναμεί με την ευτυχία, το καινούριο μπουφάν που αντικαθιστά το παλιό θλιβερό παλτό του φαντάζει παράταιρο, κι η φωνή της όποιας συνείδησης, όπως εκφράζεται από τη μομφή της μητέρας, μοιάζει κι αυτή να το σπρώχνει στην παραβατική συμπεριφορά. Η εμφάνιση του άντρα που θα χαρίσει στον μικρό ένα βιολί είναι αυτή που του δίνει υπόσταση, που του επιτρέπει να χρησιμοποιήσει επιτέλους το όνομά του (Φέλιξ, Ευτυχισμένος), που τόσο αταίριαστο έμοιαζε με την προηγούμενή του κατάσταση, και να ξαναφορέσει το παλιό του γκρίζο παλτό, που μένει να του θυμίζει τις ρίζες και τις κοινωνικές αναφορές του. Η σταδιακή κλιμάκωση, σε συνδυασμό με ένα κείμενο σφιχτό, απέριττο, όπου η μια –σύντομη συνήθως– πρόταση διαδέχεται την άλλη χωρίς πισωγυρίσματα και φλυαρίες, με μικρές ωστόσο ποιητικές ανάσες, λειτουργεί καθηλωτικά χωρίς να εκβιάζει τα συναισθήματα του αναγνώστη, προξενώντας του μια υποβλητική συγκίνηση. Η επιλεκτική, έως φειδωλή, εξάλλου, εστίαση σε λεπτομέρειες, όχι μόνο δεν οδηγεί σε αφηρημένες, τεχνητές γενικεύσεις, αλλά πετυχαίνει την άμεση ταύτιση του αναγνώστη με καταστάσεις και πρόσωπα.

Η Ίρις Σαμαρτζή με χρωματικά της όπλα το ασπρόμαυρο και το κόκκινο, συνδυάζοντας σε ορισμένα σημεία σκίτσο και φωτογραφία, σε μια απόπειρα ένταξης της μυθοπλασίας στην πραγματικότητα, αποτυπώνει τη δύσκολη καθημερινότητα του παιδιού τονίζοντας με πινελιές κόκκινου χαρακτηριστικά, πράξεις, συναισθήματα, ακόμα κι αναμνήσεις. Η γνωριμία του παιδιού με τον κόσμο της μουσικής συνοδεύεται από την πιο εκτεταμένη χρήση του χρώματος, χωρίς ωστόσο η κυριαρχία του να είναι συντριπτική. Γιατί, όσο κι αν το πρώτο, βροχερό, μαυρόασπρο σαλόνι του βιβλίου μετατρέπεται σε μια βροχή από νότες και κτίρια με κόκκινα περιγράμματα στο τελευταίο σαλόνι, η δυστυχία, ο πόνος, ο κοινωνικός αποκλεισμός κι η φτώχεια ούτε εκλείπουν ούτε απαλείφονται από τη μνήμη με τρόπο μαγικό.

Δεν είναι άλλωστε το στιγμιαίο, περαστικό, άκοπο θαύμα το ζητούμενο. Ούτε στην τέχνη αλλά ούτε και σ’ αυτό τον κόσμο. Η ιστορία του Παλιόπαιδου, μια ιστορία στην οποία η μουσική, με όπλα την επιμονή και την πίστη, τολμά να αναμετρηθεί με τη ζοφερή πραγματικότητα και κατορθώνει να τη νικήσει, είναι η ζωντανή απόδειξη.

 

Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2015

Μαρία Αγγελίδου, Οδύσσεια, Η πολυμήχανη ιστορία

Εικόνες: Ίρις Σαμαρτζή, Εκδόσεις Βιβλιόφωνο, Αθήνα 2011





Εν αρχή ην ο μύθος, οι ήρωες κι οι άθλοι τους. Εκεί που αυτοί τελειώνουν, αρχίζει η περιπέτεια, με την αριστοτελική έννοια του όρου, ως αιφνίδια μεταστροφή της τύχης. Ή, αλλιώς, ως ταξίδι σε θάλασσες άγνωστες και κόσμους ανεξερεύνητους. Ως οδύσσεια.

Κάπως έτσι μας εισάγει στην πολυμήχανη ιστορία του Οδυσσέα της η Μαρία Αγγελίδου. Όχι για να μας ξαναπεί τα γεγονότα, ή τουλάχιστον όχι μόνο γι’ αυτό. Αυτά είναι η αφορμή για την περιπέτεια της δικής της αφήγησης. Για την αναζήτηση, πέρα από τα γεγονότα, των ανθρώπων –ποιοι ήταν, αλήθεια, ο Οδυσσέας, οι σύντροφοί του κι όσοι συνάντησαν στον δρόμο τους; ποια συναισθήματα κι επιθυμίες τούς όριζαν, ποιες πληγές γύρευαν να ξεχάσουν;–, αλλά και του σκηνικού, των τόπων – ποια η υφή τους; η μυρωδιά τους; η γεύση τους; ο καιρός τους; το χρώμα τους;

Γιατί αυτό το τελευταίο κυρίως είναι ετούτη η Οδύσσεια: μια ιστορία χρωμάτων. Ένα ταξίδι όχι μόνο σε χρωματιστούς τόπους, αλλά και σε ποικιλόχρωμες ιστορίες. Η συγγραφέας είναι αυτή που επιλέγει κάθε φορά το κυρίαρχο χρώμα, κι η εικονογράφος πατάει πάνω του για να χτίσει κόσμους. Άλλοτε άγριους, άλλοτε παραδεισένιους, άλλοτε φωτεινούς, άλλοτε σκοτεινούς. Κρατάω, ανάμεσα σε άλλες, την υποβλητική εικόνα –άσπρες γραμμές σε μαύρο φόντο– του καραβιού του Οδυσσέα να κατευθύνεται στον κόσμο του Άδη. Ή την υπέροχη εναλλαγή του φωτεινού τιρκουάζ του νησιού της Καλυψώς με το δροσερό γκριζοπράσινο της σκιερής σπηλιάς της. Αλλά και το πανταχού παρόν κοκκινωπό σκαρί του Οδυσσέα, με το ξεφτισμένο πανί του, ζωντανή απόδειξη των περιπετειών και των βασάνων του.

Εκείνων που θα τον οδηγήσουν μόνο και τσακισμένο στο πολυπόθητο τέλος του ταξιδιού. Στην Ιθάκη, που, μην τα ξαναλέμε, σου δίνει το ωραίο ταξίδι κι άλλα δεν έχει να σου δώσει μετά. Ή μήπως δεν είναι έτσι ακριβώς; Ίσως χάριν αυτού του μετέωρου ερωτήματος η συγγραφέας επιλέγει να σταματήσει την αφήγησή της τη στιγμή της άφιξης του ομηρικού βασιλιά στο νησί του. Εκεί που το ταξίδι μοιάζει να τελειώνει αλλά η περιπέτεια επιμένει να συνεχίζεται. Ως διαρκής αναζήτηση κάθε δυνατού κι αδύνατου προορισμού. Αλλά κι ως αναγκαίος όρος κάθε αληθινής ζωής και δημιουργίας.
 
Καλή χρονιά σε όλους, όσο κι αν η μέρα που γράφτηκε τούτη η ανάρτηση δεν είχε πάνω της τίποτα καλό.