Δευτέρα 30 Ιουνίου 2014

Αγαθή Δημητρούκα, Δομήνικος Θεοτοκόπουλος - Ελ Γκρέκο

Εικονογράφηση: Νικόλας Ανδρικόπουλος, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2014 (από 7 ετών)

 


Δομήνικος Θεοτοκόπουλος: ο μεγάλος αναγεννησιακός ζωγράφος που μοίρασε τη ζωή του σε τρεις χώρες (Ελλάδα, Ιταλία, Ισπανία), διαμορφώνοντας μια ιδιαίτερη καλλιτεχνική φυσιογνωμία και μένοντας γνωστός στους αιώνες με ένα όνομα που συμπυκνώνει όλη την προσωπική και καλλιτεχνική του διαδρομή: Ελ Γκρέκο, με το ισπανικό «Ελ» («Ο») και το ιταλικό «Γκρέκο» («Έλληνας») να δηλώνουν την ελληνική του καταγωγική αφετηρία.

Αφορμώμενη από την επέτειο των τετρακοσίων χρόνων από τον θάνατο του μεγάλου αυτού ζωγράφου, η Αγαθή Δημητρούκα σε αυτό το καινούριο βιβλίο της τον ακολουθεί σε όλη τη διαδρομή του, από τα παιδικά του χρόνια στην Κρήτη και τις πρώτες –βυζαντινές– επιρροές ως τις σπουδές στην Ιταλία και στη συνέχεια τη μετοίκιση στην Ισπανία – και πιο συγκεκριμένα στο χωνευτήρι των πολιτισμών, το Τολέδο. Παράλληλα, και με σταθερό της μότο την ποιητική φράση «Για πάντα, ποτέ!», επιχειρεί να φωτίσει πτυχές της ιδιαίτερης προσωπικότητας του μεγάλου Κρητικού άρρηκτα συνδεδεμένες με το καλλιτεχνικό του έργο, σχολιάζει τον τρόπο με τον οποίο επέδρασε ο Γκρέκο στη νεότερη τέχνη και προτρέπει τους νεαρούς της αναγνώστες να συλλογιστούν πάνω στη φύση του καλού και στη σχέση του με την καλλιτεχνική δημιουργία αλλά και με τη ζωή.

Άξιος συμπαραστάτης της ο Νικόλας Ανδρικόπουλος, ο οποίος βαδίζει εικαστικά πάνω στα χνάρια του Θεοτοκόπουλου εικονογραφώντας μορφές που αποτυπώνουν το κλίμα της εποχής του και αποδίδουν, χωρίς να φείδονται συναισθήματος, την πορεία του μεγάλου ζωγράφου από την παιδική του ηλικία ως τη νεκρική κλίνη. Συνδιαλεγόμενος διαρκώς με το έργο του Ελ Γκρέκο (ψηλόλιγνες φιγούρες, έντονα χρώματα), ο Ανδρικόπουλος κατορθώνει να συνταιριάξει με απόλυτη φυσικότητα και να ενσωματώσει στην εικονογράφησή του ατόφια έργα του Κρητικού ζωγράφου, εισάγοντας έτσι αβίαστα το παιδί αναγνώστη στην τεχνοτροπία του.

Μία ευτυχής σύμπραξη δύο σημαντικών δημιουργών, που πετυχαίνουν όχι απλώς να βιογραφήσουν αλλά να καταδυθούν στον πλούσιο συναισθηματικό κόσμο του ιδιοφυούς καλλιτέχνη, με μίτο το πολύχρωμο κουβάρι του πρωτοποριακού, ρηξικέλευθου για την εποχή του έργου του.

Παρασκευή 27 Ιουνίου 2014

Βασίλης Παπαθεοδώρου, Ιπτάμενες σελίδες

Εικονογράφηση: Πέτρος Μπουλούμπασης, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2011 (από 11 ετών)

 
 
 
Ένα μάτσο σελίδες εγκαταλείπουν ύστερα από μια αλυσίδα γεγονότων ένα βιβλίο και πλημμυρίζουν τον ουρανό της αυταρχικής, μίζερης, κλειστοφοβικής Νότιας Πανδυσίας. Οι σκόρπιες σελίδες θα φτάσουν σε πολλά διαφορετικά χέρια, νέων κυρίως ανθρώπων, βοηθώντας τους με τρόπο μαγικό να πιστέψουν σε μια διαφορετική ζωή, πέρα από κανόνες, υποχρεώσεις, αρρώστιες, φόβους, τεχνητές έχθρες και ανασφάλειες. Μόνο που η απόπειρά τους αυτή ν’ αλλάξουν τη ζωή τους θα συναντήσει τη βίαιη αντίδραση της εξουσίας, που θα επιδιώξει πάση θυσία να αποκρύψει από τους υποψιασμένους κατόχους των ιπτάμενων σελίδων την αλήθεια.

Με τις ιπτάμενες σελίδες του να λειτουργούν αφηγηματικά ως ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα σε πολλούς διαφορετικούς ανθρώπους, ο Παπαθεοδώρου κινείται αβίαστα από το ατομικό επίπεδο της ζωής κάθε μεμονωμένου χαρακτήρα του στην κοινή, συλλογική προσπάθεια. Ας μην είναι όλοι οι ήρωές του ίδιοι, ας τους χωρίζουν πολλά, ας αποκαλυφθούν στην πορεία παθογένειες, αδυναμίες, εγκλωβισμός σε παγιωμένες συνήθειες κι αντιλήψεις. Εξάλλου η αλήθεια, όπως και η ζωή, δεν κινείται γραμμικά και προβλέψιμα, βρίσκει πολλούς, ακόμα και παράδοξους ή τυχαίους τρόπους για να αποκαλυφθεί. Γι' αυτό κι ευφυώς, νομίζω, ο συγγραφέας δίνει κομβικό ρόλο στην πλοκή του στον πιο παθητικό και κοινωνικά αδιάφορο ήρωα του βιβλίου του – ένα αγόρι βουλιμικό, που απεχθάνεται το διάβασμα, κι όμως, παρά τη θέλησή του, θα λειτουργήσει δύο φορές ως ο καταλύτης στην εξέλιξη της υπόθεσης. Άξιος συμπαραστάτης του, συνειδητός αυτός, ένα γηραιό όργανο της τάξης, που, κουρασμένο από συμβιβασμούς και παραχωρήσεις, αποφασίζει τελικά να κάνει την επανάστασή του.

Παράλληλα με τη δράση των προσώπων, σ’ ένα άλλο επίπεδο, ξεδιπλώνεται σελίδα με τη σελίδα ένα άγρια δυστοπικό σκηνικό –αυτό της Νότιας Πανδυσίας, σε μόνιμη κατάσταση έχθρας με τη Βόρεια–, μιας χώρας σε μικρογραφία, που -κατά τρόπο ειρωνικό- ίσα που φτάνει τα όρια μιας πόλης, με στρατηγούς που φέρουν τον βαθμό του λοχαγού και ηγέτες της εμβέλειας δημάρχου, με εθνικό ήρωα μισιακό με τους άσπονδους Βόρειους γείτονες. Ένα αυταρχικό καθεστώς που χειραγωγεί τα πλήθη με την προώθηση υλιστικών προτύπων, την παντελή έλλειψη πνευματικότητας, την ενίσχυση των κοινωνικών ανισοτήτων, την καλλιέργεια φόβου, τη διαστρέβλωση της ιστορίας και την αντικατάστασή της από μια άλλη, τεχνητή. Τόσο τεχνητή όσο κι η συντηρούμενη έχθρα με τη Βόρεια Πανδυσία, για λόγους που εξυπηρετούν αποκλειστικά και μόνο τα σχέδια των δύο καθεστώτων.

Η εικονογράφηση του Πέτρου Μπουλούμπαση, σκοτεινά υποβλητική και απέριττα υπαινικτική, δένει εξαιρετικά με αυτό το βιβλίο στο οποίο η αλήθεια –έστω και τσαλαπατημένη, κακοποιημένη, φιμωμένη, κρυμμένη, κατακερματισμένη, προσωρινά ηττημένη– είναι καταδικασμένη να λάμψει, μεταλλάσσοντας τη διχασμένη, θλιβερή, αφιλόξενη Πανδυσία σ’ αυτό που αληθινά της αξίζει να είναι – μια πανδαισία χρωμάτων, συναισθημάτων, εικόνων κι ονείρων.

Πέμπτη 19 Ιουνίου 2014

Εύα Ιεροπούλου, Το παγκάκι που ήθελε να γίνει βάρκα

Εικόνες: Νίκη Λεωνίδου, Μεταίχμιο, Αθήνα 2013 (από 7 ετών)

 
 


Τα αιώνια δράματα της ζωής: Ένα παγκάκι δεν είναι ευτυχισμένο με τον εαυτό του και το έργο που επιτελεί, και θέλει να γίνει βάρκα. Κατορθώνει με κάποιον τρόπο να βουτήξει στη θάλασσα και, φυσικά, πάει άπατο. Μες στης θάλασσας τα βάθη θα γνωρίσει αρχικά την απαξίωση. Στην πορεία βέβαια θα ανακαλύψει ότι ακόμα και στο βυθό μπορεί να φανεί χρήσιμο, κατανοώντας επιτέλους αυτό που δεν του είχε καν περάσει απ’ το μυαλό όσο βρισκόταν στη φυσική του θέση: πόσο υπέροχο είναι να χτίζονται πάνω σου φιλίες, αγάπες, ζεστές ανθρώπινες σχέσεις, που σε ακολουθούν για μια ζωή.

Όταν δεν είμαστε ευχαριστημένοι και συμφιλιωμένοι με τον εαυτό μας, λέει η ιστορία της Εύας Ιεροπούλου, συχνά οδηγούμαστε να κυνηγήσουμε στόχους που δεν μπορούν να υλοποιηθούν γιατί πάσχουν από παντελή έλλειψη επαφής με την πραγματικότητα. Αν ωστόσο το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον, το ταξίδι στ’ όνειρο, ακόμα κι αν δε σε πάει εκεί ακριβώς που φανταζόσουν, πάντα έχει κάτι καινούριο κι εποικοδομητικό να σου προσφέρει, επιτρέποντάς σου ταυτόχρονα να ανακαλύψεις και να αξιοποιήσεις ακόμα και στα πιο απίθανα μέρη τις πραγματικές σου δυνατότητες και κλίσεις.

Ρέουσα αφήγηση, ζωηροί διάλογοι κι εκφραστική εικονογράφηση από τη Νίκη Λεωνίδου συνοδεύουν το παγκάκι μας στην πορεία του προς την αυτογνωσία και την προσωπική συμφιλίωση.

Τετάρτη 11 Ιουνίου 2014

Βούλα Μάστορη, Γιαγιά στο ψυγείο

Εικονογράφηση: Ίρις Σαμαρτζή, Ψυχογιός, Αθήνα 2013 (από 7 ετών)

 


Δυο ζωηροί πιτσιρικάδες, φοβούμενοι ότι η γιαγιά τους θα «ξεραθεί», όπως όλες οι γιαγιάδες, πασχίζουν να βρουν τρόπο να την κρατήσουν φρέσκια και δροσερή: την «ενυδατώνουν» με τον δικό τους τρόπο, προσπαθούν να κατασκευάσουν ένα νέο τύπο αντιγηραντικής κρέμας για να την πασαλείψουν ολόκληρη, τελικά αποφασίζουν να τη βάλουν σε ψυγείο. Ναι, αλλά σε τι ψυγείο…

Μια ευρηματική ιστορία για το πώς βλέπουν τα παιδιά το γήρας και τη συνακόλουθη φθορά του. Ισορροπώντας έξυπνα ανάμεσα στην τρυφερότητα και στο χιούμορ, η συγγραφέας βυθίζεται χωρίς ταμπού στον κόσμο της παιδικής φαντασίας και του παιχνιδιού ψηλαφώντας φόβους και ανασφάλειες και μιλώντας στους μικρούς της αναγνώστες για το αναπότρεπτο πέρασμα του χρόνου, που, μαζί τις ρυτίδες της ηλικίας, μας φιλοδωρεί και με συναισθήματα, εμπειρίες και ρόλους που δε θα μπορούσε ποτέ να μας χαρίσει η αιώνια νεότητα. Ταυτόχρονα, αξιοποιώντας τους αφελείς παραλληλισμούς και τις παρανοήσεις των δυο παιδιών, φωτίζει από μια ξεκαρδιστική, σαρκαστική οπτική τις συνταγές «αιώνιας ομορφιάς» και τη ματαιότητά τους.
 
Ένα χαριτωμένα ευαίσθητο κι απροσποίητα ειλικρινές βιβλίο, ιδανικό για ανήσυχα εγγονάκια αλλά και γι’ ανασφαλείς γιαγιάδες. Εικονογραφημένο υπέροχα, όπως πάντα, από την Ίριδα Σαμαρτζή.

 

Σάββατο 31 Μαΐου 2014

Αλεξάνδρα Μητσιάλη, Το απίστευτο σχέδιο της Μυρτώς και του Περικλή!

Εικονογράφηση: Πέτρος Χριστούλιας, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2013 (από 8 ετών)

 


Δυο δίδυμα αδέρφια, η Μυρτώ κι ο Περικλής, καταστρώνουν ένα παράτολμο σχέδιο για να αντιμετωπίσουν τη μάγισσα Λεφτού, μια άπληστη, βαθύπλουτη γυναίκα που έχει επιβάλει την κυριαρχία της στην πόλη τους, απομυζώντας οικονομικά τους κατοίκους της, στερώντας τους από κάθε είδους πνευματική καλλιέργεια και μετατρέποντάς τους σε σκλάβους της. Στην προσπάθειά τους αυτή, τα δυο παιδιά θα βρουν συμμάχους πλάσματα από τον κόσμο της φαντασίας και του παραμυθιού, αλλά και κάποιους από εκείνους που, είτε από αδυναμία είτε από φόβο, υπηρετούσαν επί χρόνια πιστά την κακιά μάγισσα, υφιστάμενοι και οι ίδιοι την απάνθρωπη μεταχείρισή της.

Μια ιστορία φαντασίας με άφθονες αναφορές στην τρέχουσα πραγματικότητα, στην οποία αντιπαρατίθενται δυο εκ διαμέτρου αντίθετοι κόσμοι: εκείνος της μοχθηρής μάγισσας, ένας κόσμος χωρίς ίχνος πνευματικότητας και ευαισθησίας, που λατρεύει το χρήμα και το κέρδος με κάθε τίμημα, και εκείνος των δυο παιδιών, όπου βασιλεύει η φαντασία, η αγάπη για την τέχνη και η ελπίδα για μια καλύτερη ζωή. Στο εγχείρημά της, η συγγραφέας αποπειράται να συνδυάσει δράση και φαντασία, με την πλάστιγγα να γέρνει τελικά μάλλον προς την πλευρά της δεύτερης. Η γλώσσα σε αρκετά σημεία, όπως συνήθως συμβαίνει στα βιβλία της Αλ. Μητσιάλη, δε φείδεται ποιητικότητας, την ίδια ώρα που τα τραγούδια τα οποία εμφανίζονται σχεδόν σε κάθε κεφάλαιο χαρίζουν στο βιβλίο ζωντάνια και ρυθμό. Σπαρταριστή η περιγραφή της μάγισσας, μιας καρικατούρας βγαλμένης κατευθείαν από lifestyle εκπομπή της ελληνικής τηλεόρασης, που εύλογα κάνει τον αναγνώστη –μικρό ή μεγάλο– να αναρωτηθεί αν οι ρίζες της σημερινής κρίσης είναι μόνο οικονομικές ή και αξιακές-πνευματικές.

Όσο πάντως απίστευτο κι αν φαντάζει το σχέδιο των δυο παιδιών, φτάνοντας στο φινάλε του βιβλίου, έμεινα με την εντύπωση πως η πραγματοποίησή του υπήρξε και απίστευτα εύκολη. Ίσως σ’ αυτό να βοήθησε η άφθονη συνδρομή της μαγείας των παραμυθιών κι η αστείρευτη θέληση των δύο αδερφιών. Ωστόσο νομίζω ότι καταλυτική για την εξέλιξη αυτή υπήρξε η σταδιακή συνειδητοποίηση, βήμα με το βήμα, σελίδα με τη σελίδα, ότι ο παρανοϊκός κόσμος της μάγισσας Λεφτούς είναι σαθρός, χάρτινος, ένας κόσμος βαθιάς μοναξιάς, στηριγμένος στο φόβο και την ατολμία εκείνων που την υπηρετούν. Αυτών που τελικά, όταν την εγκαταλείπουν, γέρνουν αποφασιστικά την πλάστιγγα υπέρ των δυο παιδιών και των φίλων τους. Απίστευτο;

Παρασκευή 23 Μαΐου 2014

Αντρέας Σταϊνχέφελ, Ρίκο και Όσκαρ - Το μυστήριο του ριγκατόνι

Εικονογράφηση: Πέτερ Σέσοβ, μετάφραση: Μαρία Αγγελίδου, Μεταίχμιο, Αθήνα 2013 (από 10 ετών)

 



Ένα αταίριαστο δίδυμο: ο μεγάλος Ρίκο, η ιδιομορφυΐα, κι ο μικρούλης Όσκαρ, η ιδιοφυΐα. Θα γνωριστούν τυχαία σ’ ένα καλοκαιριάτικο Βερολίνο που το σκιάζει ο φόβος από μια σειρά απαγωγών μικρών παιδιών. Η αλλόκοτη σχέση τους, πριν καλά καλά θεμελιωθεί, θα πέσει στα βαθιά και θα δοκιμαστεί από μια περιπέτεια που θα τους οδηγήσει μέσα από διαμετρικά αντίθετους δρόμους στη λύση ενός μεγάλου μυστηρίου. Κι αν μια ιδιοφυΐα, ένα παιδί που το μυαλό του τρέχει με ιλιγγιώδεις ταχύτητες, χρησιμοποιεί αρκετά παράτολμες αν και λογικά ορθές μεθόδους στη λύση μυστηρίων, μην περιμένετε το ίδιο από μια ιδιομορφυΐα, ένα παιδί με μυαλό που κινείται κάπως πιο αργά απ’ το κανονικό. Βέβαια, όπως αποδεικνύεται στο φινάλε του βιβλίου, κάποιες φορές, είτε ακολουθήσεις όλα τα σωστά είτε όλα τα λάθος συμπεράσματα, είσαι καταδικασμένος να οδηγηθείς στο ίδιο ακριβώς αποτέλεσμα. Αρκεί ν’ αφουγκραστείς την καρδιά σου και να βρεις ακόμα και σ’ ανθρώπους πολύ διαφορετικούς από σένα εκείνον που λειτουργεί ιδανικά ως συμπλήρωμά σου.

Η επιλογή του Ρίκο ως αφηγητή της ιστορίας από τον Α. Σταϊχένφελ αναπόφευκτα μου έφερε στο νου έναν άλλο λογοτεχνικό ήρωα, τον Κρίστοφερ, το παιδί με σύνδρομο Άσπεργκερ που αφηγείται μοναδικά το αγαπημένο μου Ποιος σκότωσε τον σκύλο τα μεσάνυχτα του Μαρκ Χάντον. Ο Ρίκο βέβαια είναι ένας πολύ διαφορετικός χαρακτήρας, με ολόδική του φωνή, αυθόρμητη, πηγαία, κάποτε αφελή κι ανορθόδοξη, αλλά ικανή να αποτυπώσει ανάγλυφα τον χαρακτήρα και τις σκέψεις του, την καθημερινότητά του στη λαϊκή πολυκατοικία όπου ζει με τη μητέρα του, το ανυπόληπτο επάγγελμα και τις δυσκολίες αυτής της τελευταίας, την απουσία ενός πατέρα, την κάποτε λειψή μα και κοφτερή, σαν μέσα από σπασμένο τζάμι, ματιά του σε έναν σκληρό κόσμο παραμέλησης και μοναξιάς. Το αβίαστο χιούμορ, η παιδική αφέλεια και η ωμή ειλικρίνειά του χαρίζουν στο κείμενο μια ανθρωπιά και αυθεντικότητα που θα αιχμαλωτίσουν τον αναγνώστη, την ώρα που ο διαφορετικός τρόπος με τον οποίο ο Ρίκο διαβάζει τον κόσμο υπογραμμίζεται από τα πλαίσια –διάσπαρτα στο κείμενο– όπου η ιδιομορφυΐα μας κλείνει τις απόπειρές της να εξηγήσει δύσκολες λέξεις και έννοιες με έναν απολύτως προσωπικό και, συχνά, ξεκαρδιστικό τρόπο.

Κι αν απορείτε πώς ένα παιδί με μαθησιακές κι αναπτυξιακές δυσκολίες καταλήγει μπροστά σ’ έναν υπολογιστή να γράφει ολόκληρο μυθιστόρημα, να σας πω ότι όλο αυτό δεν είναι παρά μόνο το ημερολόγιο που του έχει αναθέσει να κρατάει εν είδει εργασίας ο δάσκαλός του στο ειδικό σχολείο που πηγαίνει, με την αυστηρή μάλιστα σύσταση να μην εκτρέπεται σε φλυαρίες και αναφορές σε άσχετα γεγονότα. Δεν είμαι σίγουρη αν τελικά ο αφηγητής μας ακολουθεί με συνέπεια τις οδηγίες του δασκάλου του. Αλλά, παρακολουθώντας τον σελίδα με τη σελίδα να αρθρώνει την ιστορία του, αναπόφευκτα αναρωτήθηκα τι άλλο είναι η αφήγηση αν όχι η τέχνη του περιττού, του αφανούς, αυτού που αναπάντεχα εμφανίζεται εκεί που δεν το σπέρνουν. Και ευχήθηκα να ήμουν ξανά δέκα χρονών, με όλο τον χρόνο του κόσμου δικό μου, και να απολάμβανα χωρίς θεωρητικές διαμεσολαβήσεις αυτό το υπέροχο βιβλίο, που ήδη αδημονεί να δώσει τη σκυτάλη της ανάγνωσης στα δυο επόμενα της σειράς, τα οποία κυκλοφορούν εδώ και λίγο καιρό από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.  

 
Στην ίδια σειρά κυκλοφορούν:
Η συμμορία του μπίνγκο
Το αίνιγμα της πέτρας

Πέμπτη 8 Μαΐου 2014

Caryl Hart - Sarah Warburton, Η Πριγκίπισσα και τα Μπιζέλια

Απόδοση: Αντώνης Παπαθεοδούλου, Εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2014 (από 4 ετών)

 
 
 
 
Να σας πω ότι απεχθάνομαι τα βιβλία με ροζ εξώφυλλο. Κι ότι ακόμα περισσότερο μισώ τα ροζ βιβλία για πριγκίπισσες. Μόνο που το βιβλίο που παρουσιάζω σήμερα, αν και ροζ, αν και «πριγκιπικού» περιεχομένου, στο εσωτερικό του υπονομεύει ανελέητα την πρώτη εντύπωση που προξενεί το φανταχτερό και άκρως απατηλό περιτύλιγμα-εξώφυλλό του.
Η υπόθεση με δυο λόγια: Η ηρωίδα Λίλι-Ρόουζ Μέι ζει σ’ ένα σπίτι στο δάσος παρέα με τον μπαμπά της – πρώτη ανατροπή: μια μονογονεϊκή οικογένεια αποτελούμενη από μια κόρη κι έναν μπαμπά που καταρρίπτει κάθε στερεότυπο γύρω από τους ρόλους των φύλων. Η μικρή απεχθάνεται τα μπιζέλια όσο κι εγώ τα ροζ βιβλία για πριγκίπισσες – ίσως και λίγο περισσότερο. Ο μπαμπάς, ανήσυχος, σπεύδει να συμβουλευτεί το γιατρό, κι εκείνος, αντί να αναζητήσει τη λύση στα ιατρικά του βιβλία, επιλέγει μια πιο λογοτεχνική προσέγγιση στο πρόβλημα της μικρής, παραπέμποντας στο γνωστό παραμύθι της πριγκίπισσας με το μπιζέλι και προτείνοντας ως θεραπεία την εσπευσμένη μεταφορά της ασθενούς σε παλάτι. Κι είναι εκεί ακριβώς που η Λίλι-Ρόουζ θα αντιληφθεί ότι το να τρως μπιζέλια δεν είναι το μεγαλύτερο βάσανο που μπορεί να σου τύχει σε τούτη τη ζωή, αφού πίσω απ’ το ροζ περιτύλιγμα της πριγκιπικής καθημερινότητας κρύβονται τόνοι ψευτιάς, υποκρισίας, ανίας,  κούρασης και… λαχανόσουπας!  
Οι Caryl Hart και Sarah Warburton αφορμώνται με ιδιαίτερα εμπνευσμένο τρόπο από το γνωστό κλασικό παραμύθι για να διηγηθούν μια ιστορία όχι μόνο για την υγιεινή διατροφή, αλλά και για τη ματαιοδοξία του πλούτου και της εξουσίας, και τη μοναδικότητα της σχέσης του παιδιού με το γονιό του, μιας σχέσης που ούτε αγοράζεται ούτε πουλιέται. Το χαριτωμένο ομοιοκατάληκτο κείμενο και η ζωηρόχρωμη, κεφάτη εικονογράφηση –με μοναδική (υπονομευτική) εξαίρεση τα δύο σαλόνια που αφιερώνονται στο κλασικό παραμύθι, όπου οι εικόνες παραμένουν άτονες χρωματικά (σχεδόν ασπρόμαυρες) και η γραμματοσειρά που επιλέγεται είναι αρκετά πιο «βαριά» και «επίσημη» σε σύγκριση με εκείνη του υπόλοιπου κειμένου– θα χαρίσουν αβίαστο γέλιο στους μικρούς αναγνώστες, βοηθώντας τους να αναθεωρήσουν διατροφικές συνήθειες και λοιπές αξίες και ακονίζοντας το κριτικό τους πνεύμα απέναντι στα, συχνά παρωχημένα, πρότυπα των κλασικών παραμυθιών.

Πέμπτη 24 Απριλίου 2014

Jorge Luján - Isol, Νουμεράλια

Μετάφραση: Μαργαρίτα Μέλμπεργκ, Μάρτης, Αθήνα 2014 (από 3 ετών)

 
Θα ξεκινήσω απ’ την Isol, που το 2013 έλαβε το Βραβείο Άστριντ Λίντγκρεν. Όταν πέρσι ανακοινώθηκε η βράβευσή της, θυμάμαι που έψαχνα να βρω κάτι δικό της στα ελληνικά. Καλά το καταλάβατε: δε βρήκα τίποτα. Πέρασε καιρός από τότε. Ξεχάστηκα. Πάει το καλοκαίρι, πάει κι ο χειμώνας. Και μετά ήρθε ο Μάρτης. Ο μήνας Μάρτης. Που μαζί του έφερε και τις εκδόσεις Μάρτης. Και το πρώτο βιβλίο σε εικονογράφηση της Isol που εκδίδεται στην Ελλάδα.
Το Νουμεράλια, σε μια πολύ επιπόλαιη πρώτη ματιά, είναι άλλο ένα βιβλίο εκμάθησης των αριθμών από το 0 ως το 10 για πολύ μικρά παιδιά. Στην πραγματικότητα είναι μια εκπληκτική περιπλάνηση στους φανταστικούς κόσμους που απλώνονται πίσω από τα αριθμητικά ψηφία. Ο Jorge Luján προσεγγίζει ποιητικά κάθε αριθμό: άλλοτε ανατρέχοντας στην τόσο οικεία στα παιδιά παραμυθική και λογοτεχνική παράδοση (το δύο, για παράδειγμα, παραπέμπει στο ασχημόπαπο που έγινε κύκνος, το έξι είναι οι τρεις σωματοφύλακες μπροστά σ’ έναν καθρέφτη, το εφτά μάς πάει στην ιστορία της Χιονάτης), άλλοτε πλάθοντας εικόνες εμπνευσμένες από το σχήμα των αριθμών (όπως το μηδέν, που είναι ένα όρθιο αυγό, ή το τέσσερα, που είναι ίδιο με ανάποδη καρέκλα).
 
Η Isol δεν περιορίζεται στην εικαστική αποτύπωση των ποιητικών εικόνων του Luján, αλλά τις προεκτείνει, φτιάχνοντας μικρούς ανεξάντλητους κόσμους σε κάθε σαλόνι. Με ήρωες έντομα, ζωάκια, ανθρώπινες μορφές, δίνει υπόσταση στο αφηρημένο, γεννά ιστορίες, κάνει χιούμορ, χωρίς να αποστερεί το κείμενο στο ελάχιστο από την ποιητικότητά του, την ίδια ώρα που οι εικόνες της παράγουν πολλαπλές –εναλλακτικές ή παράλληλες;– ποιητικές σημασίες που γεννιούνται εξ αφορμής των αριθμητικών ψηφίων. Έτσι, αν για τον Luján το τρία παραπέμπει στα φιλιά που σου δίνουν πριν κοιμηθείς, στην εικόνα της Isol ο αριθμός τρία σχηματίζεται τόσο από τη μαμά που σκύβει να φιλήσει τα μικρά της όσο και, μεταξύ άλλων, από το μισοφέγγαρο και το κλαδί του δέντρου πάνω στο οποίο στέκονται μαμά και κοιμισμένα παιδιά. Στον αριθμό οχτώ, πάλι, η εικονογράφος δεν περιορίζεται στην οπτική αποτύπωση του σχήματος της κλεψύδρας, που παραμπέμπει στον αριθμό, αλλά στήνει μια ολόκληρη σουρεαλιστική όσο και χιουμοριστική ιστορία μέσα της.
 
Φτάνοντας στο δέκα, βλέπουμε στα τελευταία λόγια του Luján («Το νούμερο 10 για τα παιδιά που σκέφτονται άλλα πράγματα… και ονειρεύονται») να αποτυπώνεται το πνεύμα ολόκληρου του βιβλίου: Το ταξίδι στον κόσμο των αριθμών δεν είναι μια στεγνή μαθησιακή διαδικασία αλλά μια περιπλάνηση στις ανεξάντλητες εκδοχές της φαντασίας και του ονείρου. Η Isol προεκτείνει και συμπληρώνει τη σκέψη του ποιητή με τρόπο ιδιοφυή. Δε θα σας τον αποκαλύψω. Ήδη είπα πολλά. Κι είναι κρίμα να συνεχίσω να το κάνω, καταστρέφοντας τη μαγεία αυτού του εκπληκτικού βιβλίου.
 
Οι εκδόσεις Μάρτης έβαλαν εξαρχής τον πήχη πάρα πολύ ψηλά, χαρίζοντάς μας ένα εξαιρετικό βιβλίο σε μια ιδιαίτερα προσεγμένη έκδοση. Τους εύχομαι ολόψυχα ανάλογη συνέχεια.
 
Για μια πρώτη γεύση από την εικονογράφηση του βιβλίου, ρίξτε μια ματιά στην ιστοσελίδα της Isol

Δευτέρα 14 Απριλίου 2014

Fabrizio Silei, Maurizio A. C. Quarello, Οφσάιντ, Ματίας Ζίντελαρ, Ο Μότσαρτ του ποδοσφαίρου

Μετάφραση: Ελένη Κατσαμά & Φίλιππος Μανδηλαράς, Εκδόσεις Κόκκινο, Καλαμάτα 2014 (από 8 ετών)

 
 

Χρονιά Μουντιάλ η φετινή, και δεν μπορώ να μη σκεφτώ ότι οι περισσότερες από τις σπουδαίες εθνικές ομάδες που έλαμψαν κατά καιρούς στο ποδοσφαιρικό στερέωμα, ανεξάρτητα από το αν τελικά κέρδισαν κάποιον παγκόσμιο ή ευρωπαϊκό τίτλο, είχαν έναν μεγάλο ηγέτη, έναν ποδοσφαιριστή από αυτούς που λέμε ότι κάνουν τη διαφορά, αφήνοντας ανεξίτηλα τα ίχνη του ταλέντου τους στις μνήμες των φιλάθλων. Γι’ αυτό και μιλάμε για τη Βραζιλία του Πελέ, την Αργεντινή του Μαραντόνα, την Ολλανδία του Κρόιφ, τη Γαλλία του Πλατινί ή, αργότερα, του Ζιντάν… Μια τέτοια περίπτωση ποδοσφαιριστή ήταν κι ο Ματίας Ζίντελαρ, ο αποκαλούμενος «χάρτινος άνθρωπος», ένας αέρινος σέντερ φορ, ηγέτης της προπολεμικής μεγάλης εθνικής ομάδας της Αυστρίας. Όταν η Αυστρία «προσαρτήθηκε» στη ναζιστική Γερμανία, ο Ζίντελαρ, παρά τις πιέσεις που δέχτηκε από το χιτλερικό καθεστώς, αρνήθηκε να αγωνιστεί στην ενιαία πλέον εθνική ομάδα των δύο χωρών, ενώ στον αγώνα που διοργανώθηκε για τον «εορτασμό» του Άνσλους, παρά το ότι είχε προσυμφωνηθεί να λήξει ισόπαλος, ο ίδιος σκόραρε το πρώτο από τα δύο γκολ της νίκης των συμπατριωτών του. Η αντιναζιστική του στάση είχε ως αποτέλεσμα τον περίεργο θάνατο του ίδιου και της αρραβωνιαστικιάς του λίγους μήνες αργότερα.

Το βιβλίο Οφσάιντ, από τους δημιουργούς του Λεωφορείου της Ρόζας, εστιάζει στην περίοδο λίγο πριν από τον μεγάλο αγώνα μεταξύ Αυστριακών και Γερμανών και ως τον θάνατο του Ζίντελαρ, παρακολουθώντας τα γεγονότα από την οπτική ενός πατέρα κι ενός γιου, θαυμαστών του Αυστριακού ποδοσφαιριστή. Η απλοϊκή, σχηματική αντίληψη του μικρού Μάρκους, που, με την παιδική του αφέλεια και ποτισμένος από τη ναζιστική προπαγάνδα που δέχεται στο σχολείο του, βλέπει με καλό μάτι την ένωση των δυο εθνικών ομάδων Αυστρίας και Γερμανίας, πιστεύοντας ότι έτσι ο αγαπημένος του ποδοσφαιριστής θα παίζει σε ένα παντοδύναμο σύνολο, αντιπαρατίθεται με τη θεώρηση του αντιστασιακού πατέρα του, ο οποίος προσπαθεί να προσεγγίσει μυστικά τον Ζίντελαρ και να τον πείσει να μην ενδώσει στις πιέσεις των ναζί. Με έντονα χρώματα περιγράφονται η αμηχανία και ο φόβος του πατέρα, που, θέλοντας να προστατέψει τον εαυτό του αλλά και το ίδιο το παιδί του, δεν τολμάει να αποκαλύψει στον γιο του τις απόψεις του. Όσο για τον μικρό Μάρκους, αυτός μόνο όταν δει τον Ζίντελαρ να σκοράρει και να πανηγυρίζει μπροστά στους ναζί, ξεσηκώνοντας ένα ολόκληρο στάδιο γεμάτο συμπατριώτες του, θα αρχίσει επιτέλους να αφυπνίζεται.
Εξαιρετική γι’ άλλη μια φορά εικονογράφηση, η οποία, με κινηματογραφική λεπτομέρεια και ένταση, αποτυπώνει όχι μόνο μορφές αλλά και την ατμόσφαιρα μιας ολόκληρης εποχής. Έντονα συναισθήματα στα πρόσωπα, παιχνίδι με τις φωτοσκιάσεις, το κόκκινο της στολής του Ζίντελαρ και το πράσινο του γηπέδου, το κιτρινισμένο φύλλο μιας εφημερίδας… Κι η αέρινη μορφή του «χάρτινου ανθρώπου», του Μότσαρτ του ποδοσφαίρου, να κυριαρχεί, εύγλωττη αν και στο μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου σιωπηλή.
Ξαναγυρνάω εκεί απ’ όπου ξεκίνησα: στο επερχόμενο Μουντιάλ, στους μεγάλους αστέρες της στρογγυλής θεάς, στο χορό των γκολ και των δισεκατομμυρίων που γι’ άλλη μια φορά θα στηθεί. Ουκ ολίγες φορές έχουμε δει μεγάλες αθλητικές επιτυχίες να γίνονται μοχλός χειραγώγησης, κουκουλώματος κοινωνικών προβλημάτων, εθνικιστικού παραληρήματος από απολυταρχικά καθεστώτα. Πάνω κάτω ό,τι επιχείρησε να κάνει κι ο Χίτλερ τη δεκαετία του ’30 – κι ας του χάλασαν τη σούπα άλλοτε ο Ζίντελαρ στο ποδόσφαιρο, άλλοτε ο Τζέσσε Όουενς στο στίβο. Δε θα ’ταν λοιπόν καθόλου κακή ιδέα τις μέρες του φετινού Παγκόσμιου Πρωταθλήματος Ποδοσφαίρου να εφοδιάσουμε τους μικρούς ποδοσφαιρόφιλους με το βιβλίο των Silei-Quarello. Για να γνωρίσουν έναν πολύ μεγάλο ποδοσφαιριστή του παρελθόντος. Αλλά και για ν’ αγαπήσουν μ’ έναν άλλο τρόπο αυτό το υπέροχο άθλημα.  
 
 

 

Κυριακή 30 Μαρτίου 2014

Μαρία Αγγελίδου, Ιστορίες που τις είπε η αγορά

Εικόνες: Ίρις Σαμαρτζή, Μεταίχμιο, Αθήνα 2013 (από 8 ετών)

 
 
Οι Ιστορίες που τις είπε η αγορά είναι τέσσερα στιγμιότυπα από τα άπειρα που διαδραματίστηκαν στο χώρο αυτό συναγελασμού, εμπορικών συναλλαγών αλλά και ανταλλαγής απόψεων που δέσποσε στην καθημερινότητα της αρχαίας Ελλάδας. Τέσσερα στιγμιότυπα που ορίζουν ένα είδος πορείας μέσα στο χρόνο: η ιστορία του Φείδωνα, του ανθρώπου που έφτιαξε τα πρώτα ελληνικά νομίσματα, κι ας μην ήταν ποτέ τα χρήματα το σπουδαιότερο πράγμα στην αγορά – αυτό ήταν πάντα τα λόγια· απόδειξη για την παντοδυναμία αυτή των λόγων η δεύτερη ιστορία του βιβλίου, αυτή του Αίσωπου, του σκλάβου που έφτασε να γίνει ο διασημότερος παραμυθάς της αρχαιότητας· όπως και κείνη του Σωκράτη, του λιθοξόου που έγινε ο μεγαλύτερος φιλόσοφος του αρχαίου κόσμου μέσα απ’ το διάλογο, την ανταλλαγή λέξεων· αλλά και του Φίλιππου, του λιγομίλητου Μακεδόνα βασιλιά, που η καταλυτική παρουσία του σήμανε με τρόπο μελαγχολικό αν και αναπόφευκτο το τέλος αυτού που η αγορά των ελληνικών πόλεων-κρατών σηματοδότησε εμβληματικά: της πολιτικής ως συλλογικής λήψης αποφάσεων μέσα από την ανταλλαγή απόψεων.
 
Από αυτό το πρίσμα, οι τέσσερις ιστορίες που επέλεξε να αφηγηθεί η συγγραφέας του βιβλίου είναι δηλωτικές μιας ιστορικής διαδρομής: γέννηση-άνθιση-ακμή-πτώση. Ας αφήνουν σκόπιμα στην μπάντα σφοδρές πολιτικές αντιπαραθέσεις, αναλυτικές περιγραφές μαχών και θανατικά. Ας παραλείπουν εμφατικά τις εξαντλητικές αναφορές βιογραφικών στοιχείων των πρωταγωνιστών τους – αυτά άλλωστε τα έχουν τόσοι και τόσοι πει… Ας μη διστάζουν να γίνουν αιρετικές, ανατρεπτικές, σαρκαστικές, ακόμα και προβοκατόρικες. Αυτός είναι εν τέλει ο κόσμος της αγοράς. Ο τρόπος της αγοράς. Λόγια – ναι. Μα λόγια που δε μασκαρεύουν αλλά ξεγυμνώνουν αλήθειες. Λόγια που φωτίζουν αθέατες πλευρές, που απομυθοποιούν, που ζυγίζουν αξίες.
 
 
Πριν από αρκετούς μήνες έγραφα εδώ για τις ιστορίες ενός άλλου αφηγητή, του κυρ πόλεμου. Δύσκολο, ίσως αξεπέραστο να μιλήσει κανείς με τη φωνή του. Ο πόλεμος, βλέπετε, είναι κόντρα ρόλος. Αλλά και αυτή εδώ η γυναίκα τα λέει απίστευτα. Σχεδόν μ' έκανε να τον ξεχάσω, κι ας ήταν μέχρι τώρα ο αγαπημένος μου αφηγητής από αυτή τη σειρά βιβλίων. Στ΄αλήθεια εξαιρετικό εύρημα αυτή η γυναικεία φωνή. Γιατί, για σκεφτείτε, αν η αγορά, όπως και το σύνολο σχεδόν της αθηναϊκής, και όχι μόνο, δημόσιας ζωής, δεν είχε σχεδόν κανένα άρωμα γυναίκας, η απουσία αυτή περνά σχεδόν αόρατη μέσα σε τούτο το βιβλίο, χάρη στην κυρίαρχη μορφή της ίδιας της αφηγήτριάς του: μιας γυναίκας λαϊκής, χειμαρρώδους, πληθωρικής, θυμόσοφης, που κουβαλάει έναν μοναδικό πλούτο εμπειρικής γνώσης, μαζί με γερές δόσεις αυτογνωσίας, σπιρτάδας και αυθορμητισμού. Αυτή εξάλλου είναι η γοητεία της αφήγησης όταν ανακατεύεται με την ιστορία: χωρίς να βάζει τρικλοποδιές στην αλήθεια των γεγονότων, να βρίσκει τον τρόπο να τα ιστορήσει μέσα από ένα αναπάντεχα ευρηματικό και ανατρεπτικό πρίσμα.

 
Μ’ έναν παρόμοιο άλλωστε τρόπο πετυχαίνει και η εικονογράφηση να αποτυπώσει αυτό το πολύμορφο βασίλειο προσώπων, αντικειμένων, λέξεων, εικόνων και ιδεών που αποτελούσε η αρχαία αγορά: θραύσματα γι’ άλλη μια φορά, αλλά και σκιές – όχι μονάχα ό,τι διέσωσε ο χρόνος από το παρελθόν μα και όλα εκείνα που το παρόν, με τη συνδρομή της φαντασίας, προσπαθεί να αναπλάσει· έντονοι χρωματικοί τόνοι, συχνά ευρισκόμενοι σε αντίθεση, αλλά και εστίαση στη λεπτομέρεια, όπως και αφαιρετικά στοιχεία, σε μια προσπάθεια να οπτικοποιηθούν έργα του νου και της φαντασίας πλασμένα μόνο από λόγια. Ένα κράμα, ένα πανέμορφο μωσαϊκό εποχών, χρωμάτων, ιστοριών και ανθρώπων. Ή, αλλιώς, ο πολύχρωμος κόσμος της αγοράς.