Παρασκευή 8 Νοεμβρίου 2019

Κωνσταντίνα Τασσοπούλου. Η τελευταία πινιάτα


Εικόνες: Χρύσα Σπυρίδωνος, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2019



Κάθε χρόνο, από τα πρώτα της κιόλας γενέθλια, η Πεπίτα επισκέπτεται το μαγαζί του δον Φουλχένσιο, του ανθρώπου που φτιάχνει και γεμίζει τις πιο ξακουστές πινιάτες στο Μεξικό, για να της ετοιμάσει μία για το πάρτι της. Και κάθε χρόνο εκείνος, παρόλο που πολύ θέλει να την ευχαριστήσει, κατορθώνει να τα κάνει μαντάρα γεμίζοντας τις πινιάτες με τα πιο λάθος πράγματα και τινάζοντάς της το πάρτι στον αέρα. Δεκαεφτά χρόνια κρατάει αυτή η ιστορία. Ώσπου στα δέκατα όγδοα γενέθλια της Πεπίτα κάτι θ’ αλλάξει… 

Ένα βιβλίο-έκπληξη – κι ευτυχώς όχι δυσάρεστη, σαν το περιεχόμενο στις πινιάτες του δον Φουλχένσιο. Ιστορία πρωτότυπη, με αύρα εξωτική, που παρακολουθεί την πορεία ενός κοριτσιού από τη βρεφική ηλικία ως την ενηλικίωση, με σημείο αναφοράς πάντα την ημέρα των γενεθλίων του και την έκπληξη που κάθε φορά κρύβει η πινιάτα του δον Φουλχένσιο. Χιούμορ, φρεσκάδα, αβίαστη αφήγηση, απολαυστικές περιγραφές και ζωηροί διάλογοι, σ’ ένα κείμενο που, παρά τον φαινομενικά ανέμελο χαρακτήρα του, τολμά να μιλήσει, με τρυφερότητα αλλά χωρίς μελοδραματισμούς, ακόμα και για το δύσκολο θέμα της απώλειας. Με τη χαρά ωστόσο της ζωής να έχει κι εκεί το πάνω χέρι.

Εκπληκτική εικονογράφηση από τη Χρύσα Σπυρίδωνος – μια από τις ωραιότερες, νομίζω, που μας έχει χαρίσει. Ζωηρά χρώματα, εκφραστικά πρόσωπα, έντονες επιρροές από τη μεξικάνικη κουλτούρα, που, όπως φαίνεται, της ταιριάζει γάντι, χιούμορ και φαντασία ιδανικά παντρεμένα, με τις πανταχού παρούσες πολύχρωμες κορδέλες της πινιάτας να τυλίγουν γιορταστικά αντικείμενα και μορφές.

Εξαιρετικό πραγματικά το δέσιμο κειμένου και εικόνας, με αποτέλεσμα ένα εικονογραφημένο βιβλίο πρωτότυπο και χορταστικό, που θα αγγίξει ποικιλότροπα τόσο τους μικρούς όσο και τους μεγάλους αναγνώστες.

Πέμπτη 7 Νοεμβρίου 2019

David Litchfield, Τη νύχτα που τα φώτα άναψαν

Μετάφραση: Μαριάννα Ψύχαλου, Μικρή Σελήνη, Αθήνα 2019


 
Μικρή, τότε στα έιτις, είχα πάθος με τις σειρές επιστημονικής φαντασίας. Τα καλοκαιρινά βράδια, καθισμένη με τον παππού μου στην αυλή, κοιτούσα τον ουρανό και του άρχιζα τις ιστορίες για εξωγήινους, μακρινούς πολιτισμούς κι ένα μέλλον -τόσο ασαφές τότε σε μένα– που το διαστημικό πέρα δώθε θα ήταν παιχνιδάκι.

Εκείνες τις παιδικές βραδιές μού θύμισε το βιβλίο του David Litchfield Τη νύχτα που τα φώτα άναψαν – κι όχι μονάχα σε μένα αλλά, φαντάζομαι, και σε πολλούς συνομηλίκους μου που το έπιασαν στα χέρια τους. Σαν την ηρωίδα του τη Χέδερ αναζητούσαμε κι εμείς το πέρα από δω, αν και σε σύγκριση με μας εκείνη στάθηκε πιο τυχερή, αφού, στην ηλικία που εγώ απλώς ονειροπολούσα παρέα με τον παππού στην αυλή, εκείνη είχε ήδη συναντήσει τον εξωγήινο φίλο των ονείρων της, είχε κάνει ένα μικρό τουρ στο διαστημόπλοιό του κι είχε βρει και τρόπο να επικοινωνήσει μαζί του. Τελικά η αγάπη της για τους γονείς της την κράτησε στη γη. Κι ας της έμεινε καημός κι απωθημένο εκείνο το ανεκπλήρωτο όνειρο του ταξιδιού στο διάστημα. Ώσπου μια μέρα ο μακρινός διαστημικός φίλος θα ξαναφανεί. Κι η γιαγιά πια Χέδερ θα πρέπει να πάρει μια μεγάλη απόφαση…

Δεδηλωμένα είμαι φαν του Litchfield. Και για την υπαρξιακή διάσταση που δίνει στις ιστορίες του, και για την τόλμη και ταυτόχρονα την τρυφερότητα με την οποία παρακολουθεί τους ήρωές του στο πέρασμα του χρόνου –ένα κοριτσάκι που μεγαλώνει, γίνεται μαμά, μετά γιαγιά–, και για τον τρόπο του να αφηγείται με απλότητα ακόμα και τα πιο δύσκολα, κι εδώ ειδικά για το τολμηρό πάντρεμα εικονογραφημένου βιβλίου με επιστημονική φαντασία.

Αλλά ό,τι λατρεύω απόλυτα σ’ αυτόν είναι οι εικόνες του. Η υπέροχη παλέτα του, το κράμα στοχασμού και παιδικότητας στις μορφές του, ο μοναδικός του τρόπος να παίζει με το φως και τη σκιά, ο κινηματογραφικός χαρακτήρας των εικόνων του, κι ειδικά εδώ και πάλι, τα σαλόνια εκείνα όπου οι λέξεις αφήνουν τις εικόνες να πουν μόνες τους την ιστορία. Εντυπωσιακή σ’ αυτό το βιβλίο είναι και η επανάληψη ενός πανομοιότυπου μοτίβου στις δυο συναντήσεις της Χέδερ με τον εξωγήινο φίλο της: μια σελίδα κομμένη σε εννιά καρέ όπου φως και σκοτάδι εναλλάσσονται παιχνιδιάρικα, ένα εκτυφλωτικό σαλόνι αμέσως μετά που απεικονίζει τη φαντασμαγορική άφιξη του διαστημόπλοιου, κι έπειτα ένα σαλόνι με δεκαοχτώ καρέ όπου αποτυπώνεται σκηνή με τη σκηνή η συνάντηση της μικρής και της μεγάλης Χέδερ με τον εξωγήινο. Χωρίς να ειπωθεί ούτε μισή λέξη. Η μαγεία της στιγμής έτσι κι αλλιώς δε θέλει λόγια για να αποτυπωθεί. Οι εικόνες διαχέουν ατόφιο το συναίσθημα.

Αυτό το συναίσθημα με το οποίο θα συναντηθεί όποιος ευτυχήσει να διαβάσει αυτό το εξαίσιο εικονογραφημένο βιβλίο. Που, πέρα από τις δικές μου παιδικές διαστημικές εμμονές, είναι ένα από τα πιο όμορφα που διάβασα φέτος.

Δευτέρα 19 Αυγούστου 2019

Τρία εξαιρετικά μυθιστορήματα για μεγάλα παιδιά και προεφήβους


Διαπιστώνω συχνά παρακολουθώντας βιβλιοφιλικές ομάδες ή συζητώντας με γνωστούς και φίλους μια αμηχανία των γονιών σε ό,τι έχει να κάνει με την επιλογή βιβλίων για μεγαλύτερα παιδιά. Πράγμα όχι παράξενο, αφού από τα οχτώ, εννιά χρόνια τους τα παιδιά παύουν να ακολουθούν τα γονικά κελεύσματα και αυτονομούνται αναγνωστικά. Αρκετά συχνά μάλιστα από την ηλικία αυτή και μετά αρχίζουν να εγκαταλείπουν σταδιακά την ανάγνωση, αφού αρκετά από τα βιβλία που φτάνουν στα χέρια τους τους φαντάζουν ανιαρά, ξεπερασμένα, σχηματικά και αδιάφορα. Τα παιδιά –το ξέρω και ως μητέρα, αλλά και από τις επισκέψεις μου στα σχολεία– συνήθως αναζητούν στα βιβλία που διαβάζουν ό,τι πάνω κάτω κι ο ενήλικας αναγνώστης. Αναγνωστική απόλαυση πάνω απ’ όλα κι όχι διδαχή και κονσερβαρισμένα βαθύτερα νοήματα ή οδηγίες προς ναυτιλλομένους. Τα παιδιά, όπως κι εμείς, γυρεύουν δυνατές ιστορίες, ανατρεπτικές και περιπετειώδεις πλοκές, ενδιαφέροντες και σύνθετους χαρακτήρες. Αλήθειες που θα τα καθηλώσουν χωρίς να τους χαϊδέψουν τα αυτιά. 

Διάβασα τρία τέτοια βιβλία φέτος το καλοκαίρι. Για τα δυο από αυτά στήσαμε καβγά με τη μεγάλη κόρη μου για το ποια θα τα πρωτοδιαβάσει. (Τελικά τα διάβασε πρώτη εκείνη, αλλά αυτό δεν έχει και μεγάλη σημασία.) Να αναφέρω ότι, παρά το γεγονός πως όλα τους είναι πρώτα μυθιστορήματα, εντυπωσιάζουν όχι μόνο με την τόλμη με την οποία διαχειρίζονται τα θέματα που πραγματεύονται αλλά και με τη λογοτεχνική τους αρτιότητα.


Ξεκινάω με το Μπλε καταφύγιο της Σούζαν Κρέλερ (μτφρ. Τάνια Σταύρου, Εκδόσεις Ψυχογιός, Αθήνα 2014), που αφηγείται την ιστορία της δεκατριάχρονης Μάσα, η οποία, περνώντας ένα φαινομενικά συνηθισμένο και πληκτικό καλοκαίρι στην πόλη των παππούδων της, θα γνωρίσει στην παιδική χαρά δυο μικρότερά της παιδιά, θύματα, όπως συνειδητοποιεί από κάποιο σημείο και μετά, κακοποίησης από τον πατέρα τους. Η απάθεια κι η υποκριτική αδιαφορία της τοπικής κοινωνίας θα την οδηγήσει να πάρει την κατάσταση στα χέρια της, πείθοντας τα δυο παιδιά να την ακολουθήσουν στο μυστηριώδες μπλε καταφύγιο όπου θα τα κλειδαμπαρώσει πιστεύοντας πως έτσι θα τα σώσει από τη γονική βία. Τελικά όμως τα πράγματα δε θα πάνε έτσι ακριβώς όπως τα φανταζόταν όταν έθετε σε εφαρμογή το σχέδιό της. Κι όχι μόνο για λόγους πρακτικούς.

Η Κρέλερ μεθοδικά και αθόρυβα στήνει μια ιστορία όπου τα όρια ανάμεσα στον θύτη και στον σωτήρα σταδιακά γίνονται ασαφή, τα αισθήματα φόβου των δυο μικρών παιδιών συγχέονται με τον αναπόφευκτα στενό δεσμό τους με την οικογένεια και το σπίτι τους, η υποκρισία μιας ολόκληρης κλειστής κοινωνίας από αυτές που μοιάζουν να είναι παντού ίδιες αποκαλύπτεται με τρόπο εκκωφαντικό, ενώ και τα κίνητρα της ίδιας της πρωταγωνίστριας και αφηγήτριας μοιάζουν να κινούνται πέρα από τον αλτρουισμό και να εδράζονται στη δική της ελλειμματική και τραυματική σχέση με τον αποξενωμένο πατέρα της, στην αβάσταχτη μοναξιά της, στην απελπισία της να περάσει λίγο λιγότερο απαρατήρητη. Αν σ’ ένα πρώτο επίπεδο τη συγγραφέα απασχολεί η σωματική κακοποίηση που υφίστανται τα δυο παιδιά και η απάθεια του ευρύτερου κοινωνικού τους περιβάλλοντος, σ’ ένα δεύτερο, ίσως κομβικότερο, είναι η ψυχική κακοποίηση της Μάσα που κινεί τα νήματα της πλοκής, εξωθώντας τη στην εξαπάτηση, στην παγίδευση και τελικά, έστω και παρά τη θέλησή της, στην περαιτέρω κακοποίηση των δυο παιδιών.




Στην Έλλα στο περιθώριο (μτφρ. Δέσποινα Δρακάκη, Μεταίχμιο, Αθήνα 2018), η επίσης πρωτοεμφανιζόμενη μυθιστοριογράφος Καθ Χάου πραγματεύεται την ιστορία της Έλλα, ενός κοριτσιού που χρειάζεται με τρόπο απότομο και αιφνίδιο να προσαρμοστεί στην πραγματικότητα ενός νέου σπιτιού κι ενός νέου σχολείου, υπό το βάρος ενός επίμονου, βασανιστικού εκζέματος αλλά κι ενός τρομακτικού οικογενειακού μυστικού. Με μια μαμά απόμακρη και χαμένη στα δικά της προβλήματα, έναν μπαμπά με τον οποίο η Έλλα προσπαθεί να κρατήσει απεγνωσμένα επαφή μέσα από μια πυκνή μονόδρομη αλληλογραφία κι έναν μικρότερο αδερφό με άλλες ανάγκες κι ενδιαφέροντα από τα δικά της, το κορίτσι βρίσκει σανίδα σωτηρίας στην απρόσμενη φιλία που μοιάζει να της παρέχει απλόχερα η πιο δημοφιλής μαθήτρια της τάξης. Στην προσπάθειά της μάλιστα να γίνει αρεστή στη σκληρή και καυστική Λίντια, η Έλλα όχι μονάχα θα αποκαλύψει σε μια στιγμή αδυναμίας το δικό της μυστικό αλλά και θα προδώσει την εμπιστοσύνη μιας άλλης συμμαθήτριάς της, πολύ πιο βασανισμένης από την ίδια.

Η Χάου διαγράφει πειστικούς χαρακτήρες (η ίδια η πρωταγωνίστρια είναι γεμάτη σκιές, γωνίες, αντιφάσεις, σκοντάφτει σε λάθος εκτιμήσεις, παρασύρεται σε άσχημες και άδικες συμπεριφορές), αποτυπώνει με αρκετή ακρίβεια τις ανταγωνιστικές σχέσεις μεταξύ κοριτσιών αυτής της ηλικίας και δε βιάζεται να αποκαλύψει όλα μαζί τα χαρτιά της σφιχτοδεμένης πλοκής της. Έτσι, η αιτία της απουσίας του μπαμπά αποκαλύπτεται αρκετές σελίδες μετά την αρχή του βιβλίου, ενώ το μεγάλο μυστικό της Μόλι έρχεται στην επιφάνεια πολύ πολύ αργότερα, προς το τέλος του. Με νηφαλιότητα και μαεστρία η συγγραφέας καταπιάνεται με μια σύνθετη ιστορία που δεν αναλώνεται στην παραβατικότητα και στη φυλάκιση του γονιού αλλά πραγματεύεται και την αγωνιώδη προσπάθεια του θύματος να μεταλλαχθεί σε θύτη για να μπορέσει να επιβιώσει, και στοχάζεται πάνω στη λυτρωτική, απελευθερωτική δύναμη της αποδοχής της προσωπικής μας αλήθειας, όσο σκληρή και δύσκολη κι αν είναι αυτή. 




Για το τρίτο βιβλίο της παρέας, το Αγόρι-χρυσόψαρο της Λίσα Τόμσον (μτφρ. Πετρούλα Γαβριηλίδου, Κέδρος, Αθήνα 2017), ένα εκτεταμένο μυθιστόρημα που συνδυάζει μυστήριο και την πάλη του ήρωά του με την ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή που τον βασανίζει, έγραψα στο σάιτ Κάθε μέρα γονείς (εδώ). Το μόνο που θα ήθελα να προσθέσω σε όσα έγραψα εκεί είναι πως ευφυώς η συγγραφέας αξιοποιεί τη διαφορετικότητα του ήρωά της ως εργαλείο προώθησης της πλοκής, αφού η ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή που τον κρατά έγκλειστο στο σπίτι του τον καθιστά ιδανικό παντεπόπτη παρατηρητή των τεκταινομένων στη γειτονιά του. Ωστόσο η διαφορετικότητά του αυτή ούτε περιορίζεται σε μια εργαλειακή αξιοποίηση για αφηγηματικούς και μόνο λόγους ούτε απαλλάσσει τον ήρωα της Τόμσον από τις όποιες άδικες και κοντόφθαλμες συμπεριφορές του απέναντι στους άλλους, ούτε τον κάνει πιο επιεική απέναντι στις δικές τους αδυναμίες. Αυτή ακριβώς η απουσία απλοϊκής διαχείρισης της διαφορετικότητας των χαρακτήρων συνιστά έναν από τους λόγους για τους οποίους λάτρεψα αυτό το σπουδαίο μυθιστόρημα – τους υπόλοιπους θα τους βρείτε στο Κάθε μέρα γονείς.