Κυριακή 15 Μαΐου 2016

Ιωάννα Μπουλντούμη, Γραφείο αστυνομικών ερευνών Ηρακλή Πουαντιγιέ


  • Σαν τον σκύλο με τη γάτα, εικόνες Κ. Χαδουλού, Μεταίχμιο, Αθήνα 2014
  • Λείπει η γάτα, χορεύουν τα φαντάσματα, εικόνες Κ. Χαδουλού, Μεταίχμιο, Αθήνα 2014
  • Σκυλίσια ζωή, εικόνες Κ. Χαδουλού, Μεταίχμιο, Αθήνα 2015  



Θεμελιώδες συστατικό στοιχείο των παιδικών αστυνομικών βιβλίων της Ιωάννας Μπουλντούμη είναι οι ενδιαφέροντες χαρακτήρες που πλάθει η συγγραφέας, εμπνευσμένοι μάλιστα από εμβληματικές φυσιογνωμίες της παγκόσμιας αστυνομικής λογοτεχνίας. Έτσι, ο παλιότερος ήρωάς της ο Σέλοκ, αν και σέλινο, παραπέμπει εμφατικά στον Σέρλοκ Χολμς, ενώ και το δίδυμο της πιο πρόσφατης σειράς βιβλίων της «Γραφείο αστυνομικών ερευνών Ηρακλή Πουαντιγιέ», ο σκύλος Ηρακλής Πουαντιγιέ και η γάτα Αγαθή Γαλή, μας φέρνει αμέσως στον νου τον Ηρακλή Πουαρό αλλά και τη σπουδαία δημιουργό του Άγκαθα Κρίστι.


Πάνω στις ιδιαιτερότητες των χαρακτήρων αυτών χτίζει η συγγραφέας σε μεγάλο βαθμό τις ιστορίες της: Έτσι, ο Ηρακλής Πουαντιγιέ είναι ένας τύπος φιλότεχνος, σχολαστικός, λογικός, εγκεφαλικός, ενώ η βοηθός του Αγαθή Γαλή είναι το ακριβώς ανάποδο από αυτόν: παρορμητική, λάτρις των υλικών αγαθών και απολαύσεων και εξαιρετικά βαρήκοη – κι είναι αυτά τα χαρακτηριστικά της στα οποία πατάει η συγγραφέας για να βγάλει χιούμορ μέσα από αστείες παρανοήσεις, να προωθήσει την πλοκή με αναπάντεχο τρόπο ή να προετοιμάσει τον αναγνώστη για ανέλπιστες λύσεις στα μυστήρια που προσπαθεί να διαλευκάνει το αταίριαστο αυτό δίδυμο.



Σε ό,τι αφορά τους δευτερεύοντες χαρακτήρες της, η Μπουλντούμη αξιοποιεί για να τους ενσαρκώσει μια τεράστια γκάμα από ράτσες σκύλων –να σημειώσουμε ότι, πλην της Αγαθής, μόνο στο τρίτο βιβλίο της σειράς εμφανίζονται και δυο εκπρόσωποι άλλων ειδών του ζωικού βασιλείου επιλέγοντας συνήθως ευρηματικά ονόματα δηλωτικά της καταγωγής ή της ιδιοσυγκρασίας τους. Η επιλογή αυτή της συγγραφέα να φτιάξει ιστορίες στις οποίες πρωταγωνιστούν αποκλειστικά και μόνο ζώα κι όχι άνθρωποι –και ειδικότερα ενήλικες– καθιστά τους ήρωές της ιδιαίτερα συμπαθείς στο παιδί αναγνώστη, απαλύνοντας ακόμα και πιο «ενήλικα» υποθεσιακά στοιχεία που απαντούν στα βιβλία της σειράς. Η πλειάδα αυτή πρωταγωνιστικών και δευτερευόντων χαρακτήρων είχε τη μεγάλη τύχη να πέσει στα χέρια της Κατερίνας Χαδουλού, η οποία έχει δημιουργήσει μια εξαιρετική πινακοθήκη προσώπων, που ενθουσιάζει τον μικρό αναγνώστη, βάζοντάς τον κατευθείαν μέσα στην ιστορία.

Δε θα αναφερθώ διεξοδικά στις υποθέσεις των τριών μέχρις ώρας βιβλίων της σειράς. Η κλοπή ενός πολύτιμου μενταγιόν, ένα στοιχειωμένο σπίτι, η εξαφάνιση ενός φημισμένου πίνακα απασχολούν σε καθένα από αυτά τον διάσημο ντετέκτιβ και τη χαριτωμένη βοηθό του. Και στις τρεις περιπτώσεις ο Ηρακλής Πουαντιγιέ φτάνει στη λύση μέσα από το υπομονετικό σκανάρισμα των χαρακτήρων και την εμμονή στη λογική τεκμηρίωση των υποψιών ή υπονοιών του, αλλά και χάρη στην ανατρεπτική και συχνά ακούσια παρέμβαση της βοηθού του Αγαθής. Ένα όχι ιδιαίτερα μεγάλο και κουραστικό αλλά αποκαλυπτικό αναγνωστικό ταξίδι, με απρόβλεπτη συνήθως κατάληξη. Αναμένουμε με ενδιαφέρον τη συνέχεια.

Σάββατο 7 Μαΐου 2016

Άννα Κουππάνου, Η απίστευτη αποκάλυψη του Σεμπάστιαν Μοντεφιόρε

Εικονογράφηση: Δέσποινα Μανώλαρου, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2015

 

Ένας μοναχικός, ιδιόρρυθμος τύπος, ο Σεμπάστιαν Μοντεφιόρε, θα ανακαλύψει μέσα από μια προσωπική περιπέτεια κάτι εκπληκτικό: Ότι οι σκύλοι διαθέτουν την ικανότητα να σκέφτονται και να μιλούν, ακριβώς όπως κι οι άνθρωποι. Κι επιπλέον ετοιμάζουν επανάσταση! Ο Μοντεφιόρε αρχικά κλονίζεται κι αποφασίζει να αποκαλύψει το φοβερό αυτό μυστικό, η σχέση ωστόσο που αναπτύσσει τόσο με σκύλους όσο και με ανθρώπους θα τον βοηθήσει να αναθεωρήσει τις απόψεις του για τον κόσμο που τον περιβάλλει και να βγει από τη μονοδιάστατη πραγματικότητα στην οποία ως τότε ζούσε.

Ο Σεμπάστιαν όμως δεν είναι ο μοναδικός πρωταγωνιστής στην ιστορία. Είναι κι η τυφλή πιανίστα Σεσίλια Τόμας μαζί με τον επιστήμονα πατέρα της –«υπεύθυνο» στην ουσία για την αλλαγή στον τρόπο λειτουργίας του εγκεφάλου των σκύλων–, όπως και οι σκύλοι Μαξιμιλιανός Ντισκάβερι, Τζόζεφιν και Υπέροχος Τζορτζ, που μέσα από τις εναλλασσόμενες οπτικές τους προωθούν την πλοκή και κρατούν ζωντανό το ενδιαφέρον του αναγνώστη, επιτρέποντάς του παράλληλα να προβληματιστεί πάνω στις πολλαπλές μορφές κακομεταχείρισης των ζώων από τους ανθρώπους – με ιδιαίτερη έμφαση να δίνεται στον κόσμο του θεάματος. Οι ζωηροί διάλογοι σε συνδυασμό με τη γρήγορη, χωρίς πολλές περιγραφές αφήγηση, χαρίζουν ένα μυθιστόρημα γεμάτο δράση και ανατροπές, που κορυφώνονται στο δεύτερο μέρος. 

Εκεί, καθώς η δράση και μαζί της η αγωνία κλιμακώνεται, η συγγραφέας δεν πέφτει στην παγίδα μιας σχηματικής σύγκρουσης, ενός απλοϊκού δίπολου. Ίσα ίσα, επιλέγει σε αυτό ακριβώς το σημείο να θίξει με ιδιαίτερη ένταση βαθύτερα και πιο σύνθετα ζητήματα, όπως οι μέθοδοι χειραγώγησης και αλλοίωσης της αλήθειας που χρησιμοποιούν τα μέσα ενημέρωσης, η σχέση τους με την αγορά, η καταλυτική δύναμη της επιβεβλημένης συνήθειας, η εύκολη υποχώρηση του ατόμου μπροστά στις λογικές της μάζας, οι τεχνητοί κοινωνικοί διχασμοί μέσα από τους οποίους επιβάλλεται ο ολοκληρωτισμός.

Για όλους αυτούς τους λόγους Η απίστευτη αποκάλυψη του Σεμπάστιαν Μοντεφιόρε είναι ένα ενδιαφέρον μυθιστόρημα φαντασίας, που θα ήταν πολύ περιοριστικό να διαβαστεί ως ένα απλώς φιλοζωικό ανάγνωσμα. Ιδιαίτερα εκφραστική η εικονογράφηση της Δέσποινας Μανώλαρου.    

Παρασκευή 4 Μαρτίου 2016

Φωτεινή Βασιλείου, Το φεγγάρι γλίστρησε στην καμινάδα


Εικονογράφηση Φωτεινή Τίκκου, Κόκκινη Κλωστή Δεμένη, Πάτρα 2015

 

Τρία ζωάκια, με διαφορετικές διαδρομές, εμπειρίες, χαρακτήρες και καταβολές, συναντιούνται σε μια ταράτσα και γίνονται φίλοι, με μοναδικό κοινό στοιχείο την αγάπη τους για το φεγγάρι. Το καθένα σ’ αυτό βλέπει κάτι διαφορετικό, ανάλογα με την οπτική, τις επιθυμίες αλλά και τον χαρακτήρα του. Κι όταν μια νύχτα το φεγγάρι χαθεί κι η καχυποψία φωλιάσει στις καρδιές τους, οι τρεις φίλοι θα πρέπει να ανακαλέσουν τα καλά στοιχεία ο ένας του άλλου για να διατηρήσουν αλώβητη τη φιλία τους. Κι ίσως τότε να ξαναφανεί και το φεγγάρι…

Μια γλυκιά, τρυφερή ιστορία, ειπωμένη με κέφι, απλότητα, ρυθμό αλλά και ποιητική διάθεση από τη Φωτεινή Βασιλείου. Χρησιμοποιώντας έξυπνα την έννοια της οπτικής, η συγγραφέας αναδεικνύει την παιδική αφέλεια των συμπαθέστατων χαρακτήρων της μέσα από τις εξωλογικές ερμηνείες που οι τρεις τους δίνουν στα γεγονότα, την ώρα που η ισορροπημένη συνύπαρξη ζωηρών διαλόγων και ποιητικών περιγραφών συμβάλλει αποφασιστικά στη διατήρηση του καλού ρυθμού της αφήγησής της.

Η Φωτεινή Τίκκου, παίζοντας με σχήματα, χρώματα, υλικά, υφές κι οπτικές γωνίες, μας χαρίζει μια εντυπωσιακή εικονογράφηση, που δένει μοναδικά με το όμορφο αυτό κείμενο.

Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2016

Γιώτα Κ. Αλεξάνδρου - Έφη Λαδά, Φένια, η αγαπημένη των ήχων

Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2015

Η Φένια αγαπά τη μουσική. Λατρεύει το νερό. Συνομιλεί με τους ήχους. Γνωρίζει δύσκολους μυστικούς κώδικες. Τα καταφέρνει σε παιχνίδια που απαιτούν ειδικές ικανότητες. Σκαρώνει κι άλλα παιχνίδια, με ήρωες φανταστικούς σε κόσμους παραμυθένιους. Η ίδια μάλλον δεν το ξέρει αλλά η μορφή της αποπνέει ομορφιά κι αισιοδοξία. Οι πιο πολλοί το βλέπουν και το νιώθουν. Κάποιοι άλλοι, εγκλωβισμένοι στις προκαταλήψεις τους, της κάνουν τη ζωή δύσκολη. Η δασκάλα τους θα βρει τον τρόπο να τους οδηγήσει όλους στα μυστικά του τόσο διαφορετικού από τον δικό τους κόσμου της Φένιας.
Η Γιώτα Αλεξάνδρου προσεγγίζει με ευαισθησία και διακριτικότητα το θέμα της παιδικής τυφλότητας. Παίζοντας έντονα με τις αισθήσεις –αφή και ακοή στην αρχή, η όσφρηση εμφανίζεται αργότερα– αναδεικνύει τις ειδικές ικανότητες της ηρωίδας της, την ώρα που η όραση επιτρέπει στον μικρό αφηγητή της ιστορίας, του οποίου μόνο στο τέλος μαθαίνουμε την ταυτότητα, να μιλήσει για την ομορφιά της Φένιας, την πολύχρωμη, αισιόδοξη αύρα που αυτή εκπέμπει. Αν κάτι δεν επιχειρεί η συγγραφέας, είναι να διεισδύσει στο κεφάλι της Φένιας, στον τρόπο που αυτή προσλαμβάνει τον κόσμο ή στα έντονα συναισθήματα που ενδεχομένως της γεννά η απώλεια της όρασης. Ζητούμενό της είναι να προσλάβει ενσυναισθητικά ο μικρός αναγνώστης με τις δικές του δυνάμεις αυτό που συμβαίνει στην ηρωίδα της και να ευαισθητοποιηθεί ανάλογα. Κάτι που τελικά επιτυγχάνεται με τρόπο πειστικό  μέσα από το τέχνασμα της δασκάλας.
Η Έφη Λαδά συνδημιουργεί με τη συγγραφέα πλάθοντας μια λαμπερή ηρωίδα που φωτίζει τις σελίδες κι αποσύροντας αισθητά το χρώμα από τα σαλόνια εκείνα στα οποία οι συμμαθητές της Φένιας αποπειρώνται τη δική τους, τεχνητή έστω, κατάδυση στον σκοτεινό κόσμο της. Μαγική η εικόνα στην οποία παιδιά κι αντικείμενα περιστρέφονται σε ομόκεντρους κύκλους γύρω από τη Φένια, με τα πρώτα να αναζητούν στις περαστικές οσμές πυξίδα.
Ένα βιβλίο υποβλητικά συγκινητικό αλλά και εγγενώς αισιόδοξο, φτιαγμένο με ιδιαίτερη ευαισθησία από τις δυο δημιουργούς του. Και μια ηρωίδα που θα αγκαλιαστεί με αγάπη και δύσκολα θα εγκαταλείψει τη σκέψη των μικρών αναγνωστών που θα έχουν την τύχη να τη γνωρίσουν.

Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2016

Εύα Κασιάρου, Μυστήριο στην αυλή

Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2015

 
Ο μικρός Νάσος, ορφανός από μητέρα, βρίσκει ένα πρωί στην αυλή του σπιτιού όπου μένει με τον πατέρα του τραυματισμένο τον ταχυδρόμο της πόλης τους. Ειδοποιείται άμεσα η αστυνομία, που καλείται να διαλευκάνει μια μυστηριώδη υπόθεση στην οποία εμπλέκονται απειλητικά μηνύματα, το άγνωστο παρελθόν του ταχυδρόμου και ένα μεγαλόσωμο, επικίνδυνο πλάσμα. Σταδιακά, η αλήθεια θα αποκαλυφθεί, και μαζί μ’ αυτή η τραγωδία ενός πατέρα κι ενός γιου που αναγκάζονται να ζουν μακριά από τον κόσμο λόγω της εξωτερικής τους εμφάνισης.

Μια ιστορία μυστηρίου από την Εύα Κασιάρου, η οποία επιλέγει να αγγίξει το πολυφορεμένο θέμα των λυκανθρώπων από μια ασυνήθιστη οπτική. Καμία σχέση με τα τρομακτικά όντα που έχουμε συναντήσει σε άλλες ιστορίες. Οι λυκάνθρωποι αυτού εδώ του βιβλίου είναι άνθρωποι εξοβελισμένοι από την κοινωνία, παρεξηγημένοι και αδικημένοι εξαιτίας της ασυνήθιστης εμφάνισής τους, θύματα αβάσιμων προκαταλήψεων και δεισιδαιμονιών. Η συγγραφέας κατορθώνει να συντηρήσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη, βαδίζοντας βήμα βήμα προς τη λύση του μυστηρίου. Ίσως η επιλογή της να παραμερίσει το παιδί ήρωα Νάσο για ένα σημαντικό τμήμα του βιβλίου, δίνοντας τον πρωταγωνιστικό ρόλο στους εκπροσώπους του νόμου ξενίσει κάποιους από τους μικρούς αναγνώστες της, αν και φαντάζομαι ότι εκπορεύεται από την πρόθεσή της να χτίσει μια πειστική ιστορία.

Το Μυστήριο στην αυλή εγείρει ζητήματα διαφορετικότητας, κοινωνικού αποκλεισμού, εκμετάλλευσης του ανθρώπου από τον συνάνθρωπο, καθώς και του δικαιώματος στη μόρφωση και σε μια αξιοπρεπή ζωή, παρέχοντας άφθονη τροφή για προβληματισμό στους νεαρούς αναγνώστες. Η ευαίσθητη στάση του κεντρικού ήρωα Νάσου, απόρροια ενδεχομένως της δικής του απώλειας σε τρυφερή ηλικία, οδηγεί σε ένα αισιόδοξο τέλος, γεμάτο αλληλεγγύη και ανθρωπιά, που πολύ θα θέλαμε να αντικατοπτρίζει και την τρέχουσα πραγματικότητα.

Τετάρτη 10 Φεβρουαρίου 2016

Θοδωρής Παπαϊωάννου, Απέναντι

Εικόνες: Ίρις Σαμαρτζή, Εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2015

 
 
Τι περιμένεις, αλήθεια, από ένα σίκουελ; Πώς το φαντάζεσαι, όταν μάλιστα πρόκειται για τη συνέχεια ενός άκρως πετυχημένου βιβλίου, όπως το Ανάποδα; Η αλήθεια είναι πως, περιμένοντας να πάρω στα χέρια μου το Απέναντι, αναρωτήθηκα τι θα έβλεπαν τα μάτια μου. Άραγε ο τίτλος είχε να κάνει, όπως και στο Ανάποδα, με ζητήματα οπτικής; Και πώς θα διαχειριζόταν αυτή τη φορά το θέμα η εικονογράφος;

Η πρώτη έκπληξη ήρθε όταν, ξεφυλλίζοντας το καινούριο βιβλίο του Θοδωρή Παπαϊωάννου, συνειδητοποίησα ότι καμία σχέση με οπτική, με το πώς δηλαδή ο φίλος μας ο Μέλιος βλέπει το αποκεί όντας αποδώ. (Κι από αυτή την άποψη ο τίτλος έκανε μια χαρά τη δουλειά του παίζοντας με τις προσδοκίες μου.) Από κει και μετά, όπως και στο Ανάποδα, έτσι κι εδώ το μικρό σκαθάρι παλεύει να κατακτήσει έναν νέο στόχο. Να περάσει από την άλλη πλευρά του δρόμου, για να συναντήσει την αιώνια αγαπημένη του Μελανή. Μια σειρά από απόπειρες, συνδεδεμένες η καθεμιά και μ’ ένα διαφορετικό μεταφορικό μέσο, θα αποβούν άκαρπες. Τη λύση θα τη δώσει με τρόπο μάλλον υπερβατικό η φύση, επιβραβεύοντας την επίμονη, έστω κι αποτυχημένη, προσπάθεια του Μέλιου.

Η δεύτερη έκπληξη ήρθε από την εικονογράφηση, εκεί που το ζουμάρισμα στη λεπτομέρεια, η μεγέθυνση του μικρόκοσμου, έδωσε τη σκυτάλη τούτη τη φορά σε ένα εντυπωσιακό παιχνίδι χρωμάτων – σε απλά ελληνικά, όλα τα χρώματα της ίριδας από την Ίριδα Σαμαρτζή.

Ανακεφαλαιώνοντας: Η επιτυχία του Απέναντι έγκειται στο ότι δεν παρασύρθηκε από τη λογική της συνταγής. Δεν ακολούθησε την άκρως επιτυχημένη πεπατημένη του μεγάλου του αδελφού, δεν επιχείρησε να γίνει χαλίφης στη θέση του χαλίφη. Επέλεξε μια άλλη λογική, περνώντας στους μικρούς αναγνώστες οικολογικές ανησυχίες και την πίστη στην αέναη προσπάθεια. Και φυσικά στην αγάπη, που –μη γελιόμαστε– όλα τα νικά – τουλάχιστον στα παραμύθια.

 

Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2016

Παναγιώτα Πλησή, Μα, μπαμπά, είναι χάλια!

Εικονογράφηση: Γιώργος Σγουρός, Κέδρος, Αθήνα 2014



Η Λένα είναι παιδί χωρισμένων γονιών. Η μαμά έχει ξαναπαντρευτεί. Η Λένα κι ο αδερφός της ζουν μαζί με αυτή και τον νέο της σύζυγο. Έχουν κι αδερφάκι. Εντάσεις ανάμεσα στη μαμά και στον μπαμπά δεν υπάρχουν – τουναντίον. Κι ο νέος «μπαμπάς» είναι μια χαρά. Η Λένα είναι ένα τυχερό παιδί. Βιώνει το ιδανικό διαζύγιο. Ή μήπως όχι; Μάλλον όχι. Στη ζωή της, βλέπετε, εμφανίζεται αίφνης η «Χάλια», η νέα φίλη του μπαμπά. Και κάπου εκεί αρχίζει ο πόλεμος…

Ένα βιβλίο που επιλέγει να δει το θέμα του διαζυγίου από μια μάλλον αναπάντεχη οπτική. Τι κι αν ένας χωρισμός είναι βελούδινος; Τι κι αν δεν τον συνοδεύουν εντάσεις και σαματάδες; Η πληγή για το παιδί, η πίκρα για όλα αυτά που αισθάνεται πως έχασε όντας υποχρεωμένο να προσαρμοστεί σε μια νέα κατάσταση είναι εδώ. Η Λένα, η αφηγήτρια της ιστορίας, είναι ένα τέτοιο παιδί. Αναζητά θέση και ρόλο στη νέα οικογένεια, νοσταλγεί τη σχέση αποκλειστικότητας που είχε κάποτε με τον μπαμπά και τη μαμά, στάζει δηλητήριο για τον μικρό της αδερφό, που μοιάζει πιο συμφιλιωμένος με τη νέα πραγματικότητα, και μετατρέπει σε σάκο του μποξ τη νέα φίλη του μπαμπά, τη «Χάλια». Που ό,τι κι αν κάνει, όπως κι αν φερθεί, είναι από χέρι χαμένη. Όχι ότι φταίει σε κάτι η «Χάλια». Άλλωστε η Λένα είναι θυμωμένη με όλους και με όλα γιατί είναι η δική της ζωή που της γεννά θυμό. Είναι η απρόσμενη ανατροπή που γκρεμίζει το ειδύλλιο της παιδικής ηλικίας που αδυνατεί να χωνέψει. Ο λόγος της αιχμηρός, επιθετικά χιουμοριστικός, επιδεικτικά μικρομεγαλίστικος. Στην πραγματικότητα ένα προσωπείο, μια σκληρή γραμμή άμυνας για να κρυφτεί πίσω του η συναισθηματική σύγχυση κι ο ενδόμυχος φόβος της ότι η ίδια δε χωρά στη νέα πραγματικότητα που φτιάχνουν οι άλλοι για κείνη. Από αυτή την άποψη η Λένα συνιστά έναν ενδιαφέροντα χαρακτήρα, αντιστικτικά προς τον οποίο η συγγραφέας επιλέγει να βάλει τον αμήχανο μπαμπά και τα γραπτά μηνύματά του προς τον φίλο του, τα οποία αναπτύσσουν έναν πρωτότυπο διάλογο με τον χειμαρρώδη μονόλογο της μικρής, προωθούν ουσιαστικά την πλοκή και προβάλλουν μια άλλη εκδοχή της πραγματικότητας.

Τελικά τι γίνεται; θα μου πείτε. Ποιος νικά σ’ αυτό το ιδιότυπο μπρα ντε φερ; Η Λένα ή η «Χάλια»; Το πείσμα του κοριτσιού ή η επιθυμία δυο ανθρώπων να φτιάξουν τη ζωή τους; Δε θα σας πω. Ίσως γιατί το ζητούμενο της ιστορίας αυτής δεν είναι να αναδείξει νικητές και χαμένους, αλλά να υπογραμμίσει το αστείρευτο ταλέντο της πραγματικότητας να προσπερνά διλημματικές καταστάσεις σπάζοντας πλάκα με τα σχέδια επί χάρτου των ανθρώπων, επουλώνοντας πληγές κι ανοίγοντας νέους, ανέλπιστους δρόμους στις ζωές τους.
 
[Ειδική μνεία στη χιουμοριστική εικονογράφηση του Γιώργου Σγουρού, που συχνά συνδιαλέγεται ευχάριστα και ευρηματικά με το κείμενο.] 

 

Τρίτη 12 Ιανουαρίου 2016

Έριχ Καίστνερ, Ο Αντώνης και η Κουκιδίτσα

Εικονογράφηση Walter Trier, μετάφραση Ρένας Καρθαίου και Μάριου Λάκωνα-Στελλάκη, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 1982

 
Ο Αντώνης: έξυπνος, ρεαλιστής, γενναίος, τίμιος, φιλότιμος, αγωνιστής της ζωής. Κι η Κουκιδίτσα: τολμηρή, πνευματώδης, ευφάνταστη, με ιδιαίτερο μαθηματικό αλλά και υποκριτικό ταλέντο. Οι δυο τους θα βρεθούν στους δρόμους του προπολεμικού Βερολίνου, θύμα η μια της εκμετάλλευσης της ασυνείδητης νταντάς της κι ο άλλος της ανέχειας στην οποία έχει περιπέσει η οικογένειά του εξαιτίας της ασθένειας της μητέρας του. Η κοινωνική απόσταση που τους χωρίζει δε στέκεται εμπόδιο στη φιλία τους. Μια φιλία που θα αποκαλυφθεί στους αδαείς γονείς της Κουκιδίτσας όταν γίνει αιτία να σωθεί το σπίτι της μικρής από ένα σατανικό σχέδιο διάρρηξης…

Μέσα από την περιπέτεια των δυο παιδιών, ο Έριχ Καίστνερ από το μακρινό 1931 περιγράφει τις κοινωνικές αντιφάσεις και τα χάσματα της εποχής, χτίζει ενδιαφέροντες χαρακτήρες –εξαιρετική η σκιαγράφηση του μπαμπά και της μαμάς της Κουκιδίτσας–, επιστρατεύει το χιούμορ του για να μιλήσει ακόμα και για πολύ δύσκολες καταστάσεις, όπως το σοβαρό πρόβλημα υγείας της μαμάς του Αντώνη, στέκεται ειρωνικά απέναντι σε παθογένειες της μεγαλοαστικής τάξης, ειδικά σε ό,τι έχει να κάνει με το ζήτημα της ανατροφής των παιδιών της, δε φοβάται να ξεχωρίσει το καλό απ’ το κακό. Και κάτι ακόμα: Κάθε κεφαλαίου του βιβλίου έπεται κι ένα σημείωμα με τις σκέψεις του συγγραφέα πάνω στην ιστορία, στους χαρακτήρες και στη δομή τους, στα ηθικά διλήμματα που αντιμετωπίζουν, αλλά και στις δικές του μυθοπλαστικές επιλογές. Εύστοχος, πρόθυμος να απαντήσει ακόμα και σε δύσκολα ερωτήματα που ο ίδιος θέτει στον εαυτό του σχετικά με τις συγγραφικές του αντιλήψεις και εμμονές, ίσως λίγο παρωχημένος σε κάποιες περιπτώσεις, ο Καίστνερ, πολύ ή λίγο συνειδητά, μπολιάζει το κείμενό του με στοιχεία αυτοαναφορικότητας, παρότι στην εισαγωγή του προτρέπει ζωηρά τους μικρούς του αναγνώστες να παρακάμψουν τις παραγράφους με τις σκέψεις του σε περίπτωση που τις βρουν βαρετές και να προχωρήσουν στο ψητό της μυθιστορηματικής δράσης.

Είχα πρωτοδιαβάσει τον Αντώνη και την Κουκουδίτσα πριν από τριάντα δύο χρόνια, στα δέκατά μου γενέθλια. Και ξαναδιάβασα το βιβλίο φέτος. Θυμόμουν λίγο πολύ την υπόθεση, όπως και τις εμβόλιμες σκέψεις του συγγραφέα, που τόσο ισχυρή αίσθηση μου είχαν προξενήσει τότε. Είχα ξεχάσει φυσικά κάποιες λεπτομέρειες, ωστόσο εντυπωσιάστηκα ιδιαίτερα συνειδητοποιώντας ότι, όσο μακρινή μού είχε φανεί στο προστατευμένο περιβάλλον των δέκα μου χρόνων η κοινωνική πραγματικότητα που περιγράφεται στο βιβλίο, τόσο οδυνηρά οικείες φαντάζουν στη δύσκολη σημερινή συγκυρία κάποιες πλευρές της. Όπως εξίσου οικεία, σε ένα άλλο, αναγνωστικό επίπεδο, μου φάνηκε η αύρα με την οποία με τύλιξε από τις πρώτες του κιόλας σελίδες το βιβλίο του Καίστνερ. Σαν να μην είχε περάσει ούτε μία μέρα από την πρώτη του μακρινή ανάγνωση, ένα καλοκαιρινό απομεσήμερο των παιδικών μου χρόνων, που το πέρασα ολόκληρο παρέα με αυτό σε μια πολυθρόνα του σπιτιού. Ώσπου να φτάσω στην τελευταία του σελίδα. Κι η αλήθεια είναι ότι, χωρίς να παραγνωρίζω στο ελάχιστο τη λογοτεχνική αξία του Αντώνη και της Κουκιδίτσας, αυτή η ανάμνηση ήταν κι ο βασικός λόγος που με οδήγησε να σας γράψω σήμερα γι’ αυτό.

Να σας πω ότι το μέρος που μεγάλωσα ήταν μικρό, βιβλιοπωλεία δεν υπήρχαν στην περιοχή – ένα βιβλιοχαρτοπωλείο όλο κι όλο στη διπλανή κωμόπολη, στο οποίο βρίσκαμε ως επί το πλείστον παιδικά ιστορικά μυθιστορήματα και παλιές πολυτονικές διασκευές κλασικών μυθιστορημάτων για παιδιά. Υπήρχε κι η δανειστική βιβλιοθήκη του σχολείου μας, όπου σχηματίζονταν ουρές κάθε Παρασκευή μεσημέρι για έναν τόμο των Μυστικών εφτά, για την Πίπη και τον Μικέ της Άστριντ Λίντγκρεν ή για κάποιο από τα μυθιστορήματα της Πηνελόπης Δέλτα. Ώρα φιλαναγνωσίας δεν υπήρχε στο αναλυτικό μας πρόγραμμα, εκδηλώσεις για το βιβλίο φυσικά δε γίνονταν, συγγραφείς ούτε κατά διάνοια να έρθουν στα μέρη μας. Η σχέση με την ανάγνωση ήταν απολύτως μοναχική, ένα σιωπηλό τετ α τετ που γέμιζε καλοκαιρινά μεσημέρια κι ώρες αναμονής στον οδοντίατρο, θεράπευε αρρώστιες, συντρόφευε σε ταξίδια, πάνω απ’ όλα αποκάλυπτε κόσμους, άνοιγε ορίζοντες, καλούσε το μυαλό να ταξιδέψει. Δεν κρύβω ότι θα 'θελα να μου 'χε δοθεί η ευκαιρία να ψαρεύω αναγνώσματα από μια ευρύτερη δεξαμενή. Ή να γνωρίσω ως παιδί κάποιον από τους αγαπημένους μου συγγραφείς, να του υποβάλω ερωτήσεις για τους ήρωές του, να καταλάβω τι γινόταν στο κεφάλι του όταν έγραφε. Ωστόσο είναι φορές που νοσταλγώ κι εκείνη τη μοναχική, αν και παράδοξα αυτάρκη τελικά, διαδικασία. Τον ξαφνικό έρωτα του αναγνώστη για την ιστορία που διαβάζει, που δεν πτοείται από στραπατσαρισμένα εξώφυλλα, κακές βιβλιοδεσίες, τυπογραφικές αβλεψίες, πολυτονικά συστήματα, αλλόκοτα αρχιγράμματα, χιλιοτσακισμένες σελίδες. Αλλά και που δεν είναι ικανός να φουντώσει μονάχα από, έστω καλοπροαίρετα, προξενιά, από ποικιλόμορφες δράσεις βασισμένες σε αναμφίβολα αγαθές προθέσεις, υπέρ ωστόσο ενός κάποτε αδιάφορου γαμπρού ή μιας άτονης νύφης. Καλά κι αυτά, δε λέω, αν και εφόσον συντρέχει λόγος. Εν αρχή ωστόσο ην το βιβλίο. Μετά όλα τ’ άλλα.