Κυριακή 30 Μαρτίου 2014

Μαρία Αγγελίδου, Ιστορίες που τις είπε η αγορά

Εικόνες: Ίρις Σαμαρτζή, Μεταίχμιο, Αθήνα 2013 (από 8 ετών)

 
 
Οι Ιστορίες που τις είπε η αγορά είναι τέσσερα στιγμιότυπα από τα άπειρα που διαδραματίστηκαν στο χώρο αυτό συναγελασμού, εμπορικών συναλλαγών αλλά και ανταλλαγής απόψεων που δέσποσε στην καθημερινότητα της αρχαίας Ελλάδας. Τέσσερα στιγμιότυπα που ορίζουν ένα είδος πορείας μέσα στο χρόνο: η ιστορία του Φείδωνα, του ανθρώπου που έφτιαξε τα πρώτα ελληνικά νομίσματα, κι ας μην ήταν ποτέ τα χρήματα το σπουδαιότερο πράγμα στην αγορά – αυτό ήταν πάντα τα λόγια· απόδειξη για την παντοδυναμία αυτή των λόγων η δεύτερη ιστορία του βιβλίου, αυτή του Αίσωπου, του σκλάβου που έφτασε να γίνει ο διασημότερος παραμυθάς της αρχαιότητας· όπως και κείνη του Σωκράτη, του λιθοξόου που έγινε ο μεγαλύτερος φιλόσοφος του αρχαίου κόσμου μέσα απ’ το διάλογο, την ανταλλαγή λέξεων· αλλά και του Φίλιππου, του λιγομίλητου Μακεδόνα βασιλιά, που η καταλυτική παρουσία του σήμανε με τρόπο μελαγχολικό αν και αναπόφευκτο το τέλος αυτού που η αγορά των ελληνικών πόλεων-κρατών σηματοδότησε εμβληματικά: της πολιτικής ως συλλογικής λήψης αποφάσεων μέσα από την ανταλλαγή απόψεων.
 
Από αυτό το πρίσμα, οι τέσσερις ιστορίες που επέλεξε να αφηγηθεί η συγγραφέας του βιβλίου είναι δηλωτικές μιας ιστορικής διαδρομής: γέννηση-άνθιση-ακμή-πτώση. Ας αφήνουν σκόπιμα στην μπάντα σφοδρές πολιτικές αντιπαραθέσεις, αναλυτικές περιγραφές μαχών και θανατικά. Ας παραλείπουν εμφατικά τις εξαντλητικές αναφορές βιογραφικών στοιχείων των πρωταγωνιστών τους – αυτά άλλωστε τα έχουν τόσοι και τόσοι πει… Ας μη διστάζουν να γίνουν αιρετικές, ανατρεπτικές, σαρκαστικές, ακόμα και προβοκατόρικες. Αυτός είναι εν τέλει ο κόσμος της αγοράς. Ο τρόπος της αγοράς. Λόγια – ναι. Μα λόγια που δε μασκαρεύουν αλλά ξεγυμνώνουν αλήθειες. Λόγια που φωτίζουν αθέατες πλευρές, που απομυθοποιούν, που ζυγίζουν αξίες.
 
 
Πριν από αρκετούς μήνες έγραφα εδώ για τις ιστορίες ενός άλλου αφηγητή, του κυρ πόλεμου. Δύσκολο, ίσως αξεπέραστο να μιλήσει κανείς με τη φωνή του. Ο πόλεμος, βλέπετε, είναι κόντρα ρόλος. Αλλά και αυτή εδώ η γυναίκα τα λέει απίστευτα. Σχεδόν μ' έκανε να τον ξεχάσω, κι ας ήταν μέχρι τώρα ο αγαπημένος μου αφηγητής από αυτή τη σειρά βιβλίων. Στ΄αλήθεια εξαιρετικό εύρημα αυτή η γυναικεία φωνή. Γιατί, για σκεφτείτε, αν η αγορά, όπως και το σύνολο σχεδόν της αθηναϊκής, και όχι μόνο, δημόσιας ζωής, δεν είχε σχεδόν κανένα άρωμα γυναίκας, η απουσία αυτή περνά σχεδόν αόρατη μέσα σε τούτο το βιβλίο, χάρη στην κυρίαρχη μορφή της ίδιας της αφηγήτριάς του: μιας γυναίκας λαϊκής, χειμαρρώδους, πληθωρικής, θυμόσοφης, που κουβαλάει έναν μοναδικό πλούτο εμπειρικής γνώσης, μαζί με γερές δόσεις αυτογνωσίας, σπιρτάδας και αυθορμητισμού. Αυτή εξάλλου είναι η γοητεία της αφήγησης όταν ανακατεύεται με την ιστορία: χωρίς να βάζει τρικλοποδιές στην αλήθεια των γεγονότων, να βρίσκει τον τρόπο να τα ιστορήσει μέσα από ένα αναπάντεχα ευρηματικό και ανατρεπτικό πρίσμα.

 
Μ’ έναν παρόμοιο άλλωστε τρόπο πετυχαίνει και η εικονογράφηση να αποτυπώσει αυτό το πολύμορφο βασίλειο προσώπων, αντικειμένων, λέξεων, εικόνων και ιδεών που αποτελούσε η αρχαία αγορά: θραύσματα γι’ άλλη μια φορά, αλλά και σκιές – όχι μονάχα ό,τι διέσωσε ο χρόνος από το παρελθόν μα και όλα εκείνα που το παρόν, με τη συνδρομή της φαντασίας, προσπαθεί να αναπλάσει· έντονοι χρωματικοί τόνοι, συχνά ευρισκόμενοι σε αντίθεση, αλλά και εστίαση στη λεπτομέρεια, όπως και αφαιρετικά στοιχεία, σε μια προσπάθεια να οπτικοποιηθούν έργα του νου και της φαντασίας πλασμένα μόνο από λόγια. Ένα κράμα, ένα πανέμορφο μωσαϊκό εποχών, χρωμάτων, ιστοριών και ανθρώπων. Ή, αλλιώς, ο πολύχρωμος κόσμος της αγοράς.


Κυριακή 23 Μαρτίου 2014

Κόλιν Μελόυ, Αγριόδασος - Τα Χρονικά του Αγριόδασους, Βιβλίο 1

Εικονογράφηση: Κάρσον Έλλις, μετάφραση: Αργυρώ Πιπίνη, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2013 (από 12 ετών)



«Κόλλησα» με το Αγριόδασος από τη στιγμή που είδα το εξώφυλλό του. Ένα εξώφυλλο που σε προκαλεί να βουτήξεις ανενδοίαστα σε έναν κόσμο μυστηρίου, μαγείας, φαντασίας και χορταστικής περιπέτειας. Κι ευτυχώς ήταν από εκείνες τις περιπτώσεις που η πρώτη εικόνα αντιπροσωπεύει ακριβώς αυτό που έχει να σου δώσει και το ίδιο το βιβλίο!

Το οποίο βιβλίο περιγράφει τις περιπέτειες στις οποίες μπλέκεται η δωδεκάχρονη Πρου όταν ένα σμήνος κοράκια απάγουν τον δίχρονο αδερφό της και τον μεταφέρουν σ’ ένα μέρος που βρίσκεται στην άκρη της πόλης της, του Πόρτλαντ, κι ακούει στην ονομασία Αδιάβατος Αγριότοπος. Στο ταξίδι αναζήτησης του απαχθέντα αδερφού, η Πρου θα βρει αρωγό και συμπαραστάτη τον ιδιόρρυθμο, εσωστρεφή συμμαθητή της Κέρτις. Οι δυο τους θα κατορθώσουν να εισχωρήσουν σ’ έναν κόσμο παράλληλο με τη δική τους πραγματικότητα, τον κόσμο του Αγριόδασους, γεμάτο ομιλούντα ζώα και πουλιά, αλλά και ανθρώπους που παραπέμπουν ενδυματολογικά και συμπεριφορικά σε παλιότερους αιώνες, μοιρασμένο σε αντιμαχόμενες περιοχές και γεμάτο ορατούς κι αόρατους κινδύνους και παγίδες. Τα δυο παιδιά θα χωριστούν, θα βρεθούν σε αλλιώτικα μέρη και με αντίπαλες φατρίες, θα χαθούν και θα ξαναβρεθούν, και μέσα από ένα συναρπαστικό όσο και μαγικό ταξίδι αυτογνωσίας θα ωριμάσουν ερχόμενα αντιμέτωπα με την ίδια τους τη μοίρα.

Στο πρώτο αυτό μέρος της τριλογίας των Χρονικών του Αγριόδασους, ο τραγουδιστής των Decemberists Κόλιν Μελόυ μεταλλάσσει με μπόλικο κέφι και φαντασία τις δασώδεις περιοχές του Πόρτλαντ σε ένα μυθικό, πολυεπίπεδο σύμπαν, που διαθέτει βάθος και πολλές μη ορατές εξαρχής πλευρές. Οι εκπληκτικές περιγραφές κτιρίων και φυσικών τοπίων, υπόγειων λαγουμιών μεταλλαγμένων σε ανάκτορα και πολιτειών ολόκληρων φτιαγμένων από φωλιές πουλιών, συνοδευόμενες από τις αλλόκοτες, ετερόκλητες φιγούρες των κατοίκων του Αγριόδασους, που αποκτούν υπόσταση μέσα από καλοδουλεμένους διαλόγους, καθιστούν τον αναγνώστη συνοδοιπόρο των δυο παιδιών στον εξαιρετικά ζωντανεμένο αυτό κόσμο, αίσθηση που επιτείνει η χαρακτηριστική εικονογράφηση της συζύγου του Μελόυ Κάρσον Έλλις, γνωστής και από τη συνεργασία της με τον Λέμονι Σνίκετ.

Ολόκληρο το βιβλίο χτίζεται πάνω σε ένα αφηγηματικό τέχνασμα που λειτουργεί σε πολλά διαφορετικά επίπεδα: σχεδόν με την είσοδό τους στο Αγριόδασος, οι δυο φίλοι χωρίζονται βίαια. Παρακολουθώντας τις παράλληλες πορείες τους σε διαφορετικά σημεία του μαγικού αυτού μέρους, φέρνοντάς τους σε επαφή με αντίπαλες φατρίες, καθιστώντας τους κοινωνούς διαφορετικών εκδοχών της αλήθειας, ο συγγραφέας πετυχαίνει να «ξεναγήσει» τον αναγνώστη σε ένα ευρύ τμήμα του μυστηριακού του δάσους, αποσοβώντας ταυτόχρονα μέσα από την εναλλαγή σκηνικού το ενδεχόμενο της αναγνωστικής πλήξης. Ταυτόχρονα, επιτείνει το μυστήριο γύρω από την απαγωγή του αδερφού της Πρου, αφού οι διαφορετικές εκδοχές της αλήθειας με τις οποίες έρχονται αντιμέτωπα τα δυο παιδιά θα συσκοτίσουν για ένα σημαντικό διάστημα τα πραγματικά γεγονότα.

Αλλά και σε ό,τι αφορά το χτίσιμο των χαρακτήρων των δυο πρωταγωνιστών, οι παράλληλες πορείες τους είναι εξαιρετικά διαφωτιστικές. Έτσι, την ώρα που η αποφασιστικότητα, η αυτοπεποίθηση και η ξεκάθαρη, πρακτική σκέψη της Πρου γίνεται ορατή σε κάθε της κίνηση, στις επιλογές του Κέρτις διαφαίνεται η ανασφάλεια και η κοπιώδης πορεία του προς την προσωπική, και όχι μόνο, αλήθεια. Κι όσο βαθαίνει η πορεία τους μέσα στο Αγριόδασος, αποκαλύπτεται σταδιακά η πραγματική και αναπόδραστη σχέση και των δυο τους με αυτό το αλλόκοτο μέρος, μια σχέση ορισμένη από την ίδια τους τη μοίρα.

Όσο κι αν καμιά εβδομηνταριά από τις εξακόσιες σχεδόν σελίδες του θα μπορούσαν να έχουν παραλειφθεί, το Αγριόδασος είναι ένα χορταστικό μυθιστόρημα φαντασίας που κρατάει μέχρι τέλους άσβεστο το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Πατώντας στην παράδοση της Νάρνια, της Αλίκης, ακόμα και του Άρχοντα των Δαχτυλιδιών, εμφορούμενο από οικολογικές ανησυχίες αλλά και πολιτικές αναφορές, με μια σωρεία φανταστικών χαρακτήρων που κουβαλάνε ονόματα τα οποία παραπέμπουν σε ετερόκλητες κουλτούρες και εποχές, το μυθιστόρημα του Μελόυ καταλήγει σε ένα μάλλον ευτυχές φινάλε, το οποίο μπορεί να είναι αρκούντως διαφωτιστικό αναφορικά με τη μοιραία σχέση του ενός απ’ τα δυο παιδιά με το Αγριόδασος, αφήνει ωστόσο να αιωρείται ένα πυκνό μυστήριο γύρω από τους δεσμούς του δεύτερου από τους πρωταγωνιστές με τον συναρπαστικό αυτό τόπο.

Όπως αντιλαμβάνεστε, περιμένω εναγωνίως το δεύτερο μέρος…
 
Το σάιτ της τριλογίας εδώ.
Και για μια πρώτη ματιά στον κόσμο του Αγριόδασους δείτε αυτό το βίντεο:
 

Πέμπτη 6 Μαρτίου 2014

Oliver Jeffers, Πώς να πιάσεις ένα αστέρι

Απόδοση: Φίλιππος Μανδηλαράς, Εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2013 (από 3 ετών)

 


Ένα αγόρι ονειρεύεται να πιάσει ένα αστέρι. Κομματάκι δύσκολο εγχείρημα, που απαιτεί ένα καλά οργανωμένο σχέδιο, μπολιασμένο με αρκετή δόση φαντασίας: Άραγε να πιάσει τ’ αστέρι αξημέρωτα, όταν αυτό θα είναι κουρασμένο απ’ το σεργιάνι του στον ουρανό; Ή μήπως νωρίς το βράδυ; Και πώς να το φτάσει; Σκαρφαλώνοντας σ’ ένα δέντρο; Πετώντας του σωσίβιο; Μήπως μ’ ένα διαστημόπλοιο; Ή ταξιδεύοντας πάνω σ’ ένα γλάρο; Κάθε του απόπειρα αποδεικνύεται μάταιη για ένα σωρό άσχετους λόγους. Κι επειδή, ως γνωστόν, όταν δεν πάει ο Μωάμεθ στο βουνό, γίνεται το ανάποδο, κάπως έτσι το κύμα φέρνει ως τα πόδια του μικρού το αντικείμενο των ονείρων του.

Στο πρώτο του αυτό βιβλίο από το μακρινό 2004 ο Oliver Jeffers κινείται μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, σ’ ένα παιχνίδι μεταξύ ενήλικης και παιδικής αντίληψης των πραγμάτων, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που το έκανε χρόνια αργότερα στο υπέροχο Ουπς. Η έντονη επιθυμία γίνεται κι εδώ η κινητήρια δύναμη που σπρώχνει το παιδικό μυαλό σε μια αλυσίδα από πιθανές κι απίθανες λύσεις που θα του επιτρέψουν να πραγματοποιήσει το όνειρό του. Αυτή η συνύπαρξη λογικών και φανταστικών στοιχείων είναι που προσδίδει στο κείμενο μια γοητευτική αύρα που μας παρασύρει ως την ολωσδιόλου εξωλογική και μαγευτικά εικαστική λύση: το παιδί βλέπει ένα αστέρι να καθρεφτίζεται στο νερό και περιμένει ώσπου το κύμα να το ξεβράσει. Ένας αστερίας! θα πει η ενήλικη λογική βλέποντας το «αστέρι» μπροστά στα πόδια του μικρού. Αλλά η παιδική εκδοχή των πραγμάτων θα επιμείνει ότι αυτό το πλασματάκι που σουλατσάρει στην παραλία παρέα με το αγόρι δεν είναι άλλο από το αστέρι των ονείρων του!    

Η εικονογράφηση περιέχει αρκετά από τα χαρακτηριστικά της τεχνικής του Jeffers όπως τη γνωρίσαμε στην εξελιγμένη της μορφή στα μεταγενέστερα βιβλία του που ήδη κυκλοφορούν στα ελληνικά: λεπτά σαν ξυλαράκια πόδια, μινιμαλιστικό σκηνικό, εναλλαγές χρωμάτων στο φόντο, γραμμές ίσως πιο αφαιρετικές από ποτέ – για παράδειγμα, ένας απλός κύκλος για κεφάλι, που σ' ένα δυο σημεία θυμίζει λίγο… Pacman! Κι όλα αυτά εξαιρετικά δοσμένα για μία ακόμα φορά σε μια πολύ φροντισμένη έκδοση με σκληρό εξώφυλλο από έναν εκδοτικό οίκο που φαίνεται πως έχει βάλει σκοπό να μην αφήσει βιβλίο για βιβλίο του Jeffers αμετάφραστο στα ελληνικά. (Πληροφοριακά, τον Απρίλη καταφτάνει το τέταρτο στη σειρά, μέσα σε δύο μόλις χρόνια!)
Υπέροχες εικόνες από το βιβλίο εδώ.

Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου 2014

Εύη Γεροκώστα, Μια μέρα που έγινε νύχτα

Εικονογράφηση: Ανδρέας Κούρτης, Χριστάκης, Αθήνα 2013 (για μεγάλα παιδιά)

 
 
 
Αν κάτι δε γίνεται να αμφισβητήσει κανείς στην Εύη Γεροκώστα, αυτό είναι η τιμιότητα των προθέσεών της. Κι ας προξενεί η λέξη και μόνο «πρόθεση» ένα περίεργο συναίσθημα καχυποψίας – ίσως γιατί, ουκ ολίγες φορές, έχουμε δει έργα να βάζουν μπροστά κάθε λογής προθέσεις για να σοβαντίσουν ασαφή και προβληματικά αποτελέσματα. Στην περίπτωση βέβαια της συγκεκριμένης συγγραφέα κάτι τέτοιο δεν ισχύει, αφού η πρόθεση ταυτίζεται με ό,τι η ίδια περισσότερο αγαπάει και με ό,τι μεταγγίζεται ως ζωτικό στοιχείο και κινητήρια δύναμη στα κείμενά της: τη χαρά της αφήγησης ιστοριών – και μόνο. Ιστοριών που ταξιδεύουν μέσα στο χρόνο, που παλεύουν μαζί του, που μεταπλάθονται, που χτίζονται και γκρεμίζονται, ιστοριών που αλλάζουν αφηγητές, που αλλάζουν ρούχα, που αλλάζουν εποχές, κι ωστόσο ήταν, είναι και θα είναι πάνω απ’ όλα αυτό μονάχα: ιστορίες.
Για τέτοιες ιστορίες μάς μιλάει το Μια μέρα που έγινε νύχτα. Για ιστορίες που αφηγείται στο κατώφλι ενός παλιού σπιτιού ένας μοναχικός κίτρινος λαστιχένιος δράκος σε ένα ακροατήριο άλλων, εξίσου μοναχικών δράκων. Ιστορίες μοναξιάς, που ωστόσο διώχνουν τη μοναξιά. Ιστορίες που γεμίζουν χρώματα τις ζωές. Ιστορίες που, όση παραμυθία κι αν προσφέρουν στο κοινό, δεν είναι εξίσου παρηγορητικές και για κείνον που τις λέει. Κι ωστόσο, όταν αυτός μια μέρα θα πάψει να είναι στη θέση του έξω απ’ το παλιό σπίτι, οι ιστορίες του θα παραμείνουν ζωντανές στη μνήμη των ακροατών του, θα αναδυθούν δειλά δειλά, λειτουργώντας ως κοινή αναφορά, μετατρέποντάς τους όλους σταδιακά σε αφηγητές και θραύοντας τελικά το πέπλο της μοναξιάς τους.  
Με ήρωά της ένα μοναχικό δράκο, τον παραδοσιακό κακό του παραμυθιού, ωστόσο ένα δράκο κίτρινο και λαστιχένιο, η συγγραφέας εύλογα σου υποβάλλει το ερώτημα: Τι άραγε είναι αλήθεια και τι ψέμα σε μια ιστορία όταν ο ίδιος ο αφηγητής της όχι απλώς ανατρέπει το στερεότυπο του παραδοσιακού κακού αλλά είναι κι ένα απλό κίτρινο λαστιχένιο παιχνίδι; Και τι άραγε κρύβεται κάτω από το περίβλημα (;) ενός τέτοιου πλάσματος όταν αυτό, όσο κι αν θεραπεύει τη μοναξιά των άλλων με τις αφηγήσεις του, πρέπει να απεκδυθεί το ρόλο του αφηγητή για να στοχαστεί τη δική του, σβήνοντας έτσι αργά από τη μνήμη των ακροατών του κι αφήνοντάς τους παρακαταθήκη τις ιστορίες του;
Η Γεροκώστα δεν εκβιάζει το αποτέλεσμα, με τον ίδιο τρόπο που δεν εκβιάζει τα υλικά της: Μια χούφτα λέξεις τής αρκούν για να φτιάξει σκηνικό, ατμόσφαιρα, χαρακτήρες, πλοκή. Φράσεις επαναλαμβανόμενες, που, αργά, κοπιαστικά, με την προσθήκη λιγοστών κάθε φορά λέξεων, χτίζουν την ιστορία. Προσδίδοντας στο κείμενο ένα ρυθμό αργό, υπνωτιστικό, ίδιο με τον τρόπο που οι δράκοι πασχίζουν να νανουρίσουν τη μοναξιά τους ακούγοντας ιστορίες μοναξιάς – αλλά και με τον τρόπο που, βασανιστικά κι επίπονα, γεννιούνται αυτές οι ίδιες οι ιστορίες. Την ίδια ώρα, η λιτή, αφαιρετική εικονογράφηση του Ανδρέα Κούρτη, με απαλά χρώματα και θαμπά, πολλές φορές ασαφή, περιγράμματα, αγκαλιάζει ιδανικά το κείμενο, υποβάλλοντας ατμόσφαιρα και συναισθήματα χωρίς εντυπωσιοθηρικές κραυγές και  διακηρύξεις. Τι παραπάνω άραγε να ζητήσει μια ιστορία για να πορευτεί με ειλικρινή κι απροσποίητη διάθεση στο νου και στις καρδιές μας;

Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2014

Shaun Tan, The Lost Thing

Lothian Books, Sydney 2000 (από 8 ετών)



 
 
Ένας άντρας μάς αφηγείται τη μοναδική ιστορία που θυμάται: το πώς ανακάλυψε μικρός ένα «χαμένο αντικείμενο» στην παραλία και πώς κουβάλησε μαζί του στο σπίτι του το υπερμέγεθες κόκκινο εύρημά του –στην πραγματικότητα ένα υβρίδιο τσαγερού και θαλάσσιου πλάσματος–, χωρίς, παραδόξως, να προσελκύσει το ενδιαφέρον των περαστικών και των δικών του, πέρα από κάποιες εφήμερες χλιαρές αντιδράσεις. Κανείς δε φαίνεται να νοιάζεται για τη φύση ή την προέλευση του αντικειμένου, εκτός από αυτόν τον ίδιο, που επιθυμεί να το επιστρέψει εκεί που ανήκει. Ύστερα από κοπιώδη αναζήτηση, στο δρόμο του θα βρεθεί κάποιος που θα τον οδηγήσει σε μια ανοιχτωσιά όπου φαίνεται πως ανήκει το περίεργο πλάσμα, παρέα μ’ ένα σωρό άλλα, εξίσου παράδοξα αντικείμενα.

Πηγή φωτογραφίας: www.shauntan.net

Η τεχνική του κολάζ επιτρέπει στον Shaun Tan να συνθέσει ένα ευφυές σύνολο όπου κείμενο και εικόνα συνεργάζονται για να αφηγηθούν την ελλειπτική ιστορία του: Έτσι, πάνω σε ένα φόντο γεμάτο μαθηματικούς τύπους και διαγράμματα, βρίσκει τη θέση της η λεκτική εκδοχή της ιστορίας, γραμμένη στο χέρι πάνω σε διάσπαρτα κομματάκια χαρτί, θαρρείς βιαστικά κομμένα από σχολικό σημειωματάριο. Μια λεκτική εκδοχή επίπεδη, ελάχιστα κατατοπιστική γύρω από τον κόσμο στον οποίο ζει ο νεαρός αλλά και γύρω από τη φύση του χαμένου αντικειμένου. Η ασάφεια αυτή επιτείνεται από τα αυτοϋπονομευτικά σχόλια του ίδιου του αφηγητή, που χαρακτηρίζει την ιστορία του ασήμαντη, όχι ιδιαίτερα αστεία ή πρωτότυπη και χωρίς δίδαγμα. Αυτό το έλλειμμα των λέξεων έρχονται να συμπληρώσουν, αν και ανατρεπτικά, οι εικόνες: Κατακερματισμένες, ανισομεγέθεις, άλλοτε εστιάζοντας σε μια μικρή λεπτομέρεια, άλλοτε παίζοντας με την οπτική, και βαλμένες κι αυτές πάνω στο ίδιο φόντο από τύπους και διαγράμματα, «χτίζουν» μια βιομηχανική πόλη στην οποία κυριαρχούν τα μουντά χρώματα και οι τυποποιημένες ανθρώπινες συμπεριφορές. Τόσο τυποποιημένες ώστε το τεράστιο, κραυγαλέα κόκκινο, εξωπραγματικό αντικείμενο που συνοδεύει παντού τον αφηγητή να περνά απαρατήρητο στους δρόμους, στο μετρό, στο τραμ! Αυτή η συνύπαρξη εικόνων μιας δυστοπικής καθημερινότητας και της γκροτέσκας μορφής του αντικειμένου γεννά ένα παράδοξο που πρακτικά πολλαπλασιάζει αντί να απαντά στα ερωτήματα του αναγνώστη.
Η κάρτα στο οπισθόφυλλο, γραμμένη από τον αφηγητή, κλείνει πονηρά το μάτι στον αναγνώστη, αφού ο αποστολέας της περιγράφει στον παραλήπτη ένα σωρό αδιάφορα περιστατικά των καλοκαιρινών διακοπών του, κάνοντας μια απλή νύξη στο "χαμένο αντικείμενο", σαν να πρόκειται για ένα συνηθισμένο καθημερινό γεγονός. Οι ευθείες αναφορές σε μορφές σκληρής λογοκρισίας, όπως δηλώνονται από τις σφραγίδες, μπορεί να αποτελούν μια ενδιαφέρουσα ερμηνεία για τη στάση του αυτή.
Τι μαθαίνουμε τελικά για την ταυτότητα του χαμένου αντικειμένου; Και τι για τον ιδιοκτήτη του; Ή για την προέλευσή του – είναι μεταλλαγμένος οργανισμός; πλάσμα της φαντασίας; προϊόν ενός άλλου κόσμου; Απολύτως τίποτα. Στο βιβλίο δε χωρούν τέτοιου είδους εξηγήσεις – όπως και στον κλειστοφοβικό, μονότονο κόσμο του αφηγητή δε χωράει τίποτα που να ξεπερνά τη νόρμα, αφού η επίπεδη καθημερινότητα το καθιστά αόρατο, και κατ’ επέκταση ανύπαρκτο. Όχι τυχαία, ο νεαρός έχει ανακαλύψει το «χαμένο αντικείμενο» σε μια παραλία έξω απ’ την πόλη του – κι όχι τυχαία, το αντικείμενο θα βρει ξανά τη θέση του και τον εαυτό του σε έναν ανοιχτό χώρο γεμάτο φως, παρέα με άλλα, εξίσου αλλόκοτα αν και μοναδικά «χαμένα αντικείμενα». Καθώς ο αφηγητής το αποχαιρετά, αφήνει κι ο ίδιος πίσω του σταδιακά την ιδιαίτερη παιδική ματιά που τον έκανε να το ξεχωρίσει εκείνο το μακρινό πρωινό της νιότης του. Η ενηλικίωση εξοβελίζει τη φαντασία, τη διαφορετική ματιά, το πέρα απ’ το προφανές. Του είναι πια δύσκολο να ξετρυπώσει μυστικά δρομάκια που οδηγούν σε αλάνες γεμάτες φως. Κι οι φευγαλέες ματιές προς τα εκεί που μοιάζουν να κρύβονται αδιόρατες υφές θαμμένων συναισθημάτων ολοένα και φθίνουν – αν και ως τη στιγμή που κλείνουμε το βιβλίο παραμένουν αισιόδοξα υπαρκτές.
 
To Τhe Lost Thing του Shaun Tan, Αυστραλού συγγραφέα και εικονογράφου βραβευμένου με το Astrid Lindgren Memorial Award, έγινε το 2010 ταινία κινουμένων σχεδίων μικρού μήκους, κερδίζοντας το Βραβείο Όσκαρ: 
 

Τετάρτη 12 Φεβρουαρίου 2014

Ιωάννα Μπαμπέτα, Η Ζωή που περισσεύει...

Εικονογράφηση: Σοφία Τουλιάτου, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2013 (από 6 ετών)

 
Η Ζωή, λόγω μετακόμισης της οικογένειάς της, αλλάζει σχολείο. Δεν ξέρει κανένα παιδί. Είναι και κάπως εσωστρεφής. Κι έρχεται κι η κυρία Μαργαρίτα, η συναισθηματικά άκαμπτη δασκάλα της, να την αποτελειώσει. Την παρατάει σ’ ένα θρανίο μόνη της. Της δίνει μοναχικό ρόλο στη σχολική παράσταση. Το παιδάκι απομονώνεται. Γίνεται το κορόιδο στο παιχνίδι των συμμαθητών, η τιμωρία του σαματατζή την ώρα του μαθήματος, το αναγκαίο κακό. Οι γονείς, από την άλλη, χαμπάρι δεν έχουν πάρει από το δράμα της. Όχι μόνο γιατί τους το κρύβει. Έχουν κι αυτοί τα δικά τους. (Κι εδώ διακρίνω μια νύξη στην πανταχού παρούσα κρίση.) Ευτυχώς μια μέρα ο από μηχανής θεός της αφήγησης θα λυπηθεί το ταλαίπωρο κοριτσάκι, η δασκάλα της θα αρρωστήσει κι η τάξη της θα ενωθεί με άλλο τμήμα. Κι εκεί η Ζωή θα συναντήσει την Ευτυχία!
Η επιλογή πρώτου προσώπου προσδίδει αμεσότητα και αυθορμητισμό στην αφήγηση, αφήνοντας ταυτόχρονα τον αναγνώστη να αναζητήσει όλα εκείνα που κρύβονται πίσω από την παιδική οπτική – τα προβλήματα των γονιών ή την αψυχολόγητη στάση της δασκάλας. Ψύχραιμη διαχείριση της πλοκής και της συναισθηματικής κλιμάκωσής της, καθώς στο τέλος δε μεταμορφώνεται με τρόπο μαγικό η πραγματικότητα αλλά διαφοροποιείται ο τρόπος με τον οποίο την προσλαμβάνει το παιδί. Παιχνίδι με τις λέξεις –μόνος-μονός–, αλλά και με τα ονόματα: Ζωή το όνομα της ηρωίδας, που, όσο κι αν περισσεύει στην τάξη της, έχει περίσσεια ζωής που δεν αξίζει να σπαταληθεί μάταια· κι Ευτυχία το όνομα της φίλης της που σηματοδοτεί τη μεταστροφή στη νέα σχολική ζωή της.

Ενόσω βέβαια η φίλη μας η Ζωή παραδέρνει μες στη μοναχική σχολική καθημερινότητά της αναζητώντας την ευτυχία (με μικρό ή μεγάλο ε), η Σοφία Τουλιάτου στήνει γύρω της έναν πολύχρωμο κόσμο που σφύζει από ζωντάνια, κέφι, παιδική φρεσκάδα. Ακόμα και στις πιο μαύρες της στιγμές, τα υπέροχα φωτεινά φόντα, οι τόσο αλλιώτικες μεταξύ τους παιδικές φάτσες που την περιβάλλουν θαρρείς φωνάζουν στην ηρωίδα πως ο κόσμος μας παραείναι όμορφος για να σπαταλιόμαστε με αρνητικές σκέψεις. Και μέσα σ’ αυτή την πανδαισία να σου κι η Ζωή πάντα παρέα μ’ ένα πλασματάκι που απηχεί συναισθήματα κι αντιδράσεις με το δικό του τρόπο, συχνά πιο εύγλωττο απ΄ τον δικό της!   
Ένα βιβλίο για μοναχικά παιδάκια που δεν αξίζει να το βάλουν κάτω επειδή βρέθηκε στο δρόμο τους ένα νέο σχολείο ή μια στρυφνή δασκάλα. Αλλά και για παιδάκια λιγότερο μοναχικά, που, μες στην ανεμελιά της ηλικίας τους, δυσκολεύονται να διακρίνουν το δράμα των πιο εσωστρεφών συμμαθητών τους και να τους τείνουν χείρα βοηθείας. Όπως και για κυρίες Μαργαρίτες. Γιατί –πώς να το κάνουμε– υπάρχουν και κάτι λίγες απ’ αυτές στα σχολεία μας.  

Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2014

Fabrizio Silei - Maurizio A. C. Quarello, Το λεωφορείο της Ρόζας

Μετάφραση: Δημήτρης Λυμπερόπουλος, Εκδόσεις Κόκκινο, Καλαμάτα 2011 (από 8 ετών)



Ένας Αφροαμερικανός παππούς επισκέπτεται με τον εγγονό του το Μουσείο Χένρυ Φορντ στο Ντιτρόιτ για να τον ξεναγήσει σε ένα και μοναδικό έκθεμα, το παλιό λεωφορείο της γραμμής Κλίβελαντ Άβενιου στο Μοντγκόμερυ της Αλαμπάμα, και να του διηγηθεί μια αληθινή ιστορία που έμελλε να αλλάξει τη μοίρα μιας ολόκληρης χώρας: Αλαμπάμα, αμερικανικός Νότος, ρατσισμός, Κου Κλουξ Κλαν. Οι μαύροι ζουν μια ζωή παράλληλη με κείνη των λευκών. Διαφορετικά σχολεία, διαφορετικά μαγαζιά, ακόμα και διαφορετικά ουρητήρια! Στο λεωφορείο μπορούν να καθίσουν σε συγκεκριμένες θέσεις υπό την προϋπόθεση ότι δεν υπάρχει λευκός όρθιος. Ως την ημέρα του Δεκέμβρη του 1955 που στο συγκεκριμένο λεωφορείο μια γυναίκα, η Ρόζα Παρκς, αρνείται να δώσει τη θέση της σε λευκό! Ο παππούς, που έχει ήδη παραχωρήσει φοβισμένος τη δική του θέση, βλέπει την αστυνομία να συλλαμβάνει τη γυναίκα, μένοντας απλός και άβουλος θεατής. Και μόνο όταν η πράξη της Ρόζας θα αποτελέσει το εφαλτήριο για την κινητοποίηση των μαύρων και την καλυτέρευση των συνθηκών ζωής τους, ο ίδιος, με ανάμεικτα αισθήματα ντροπής για τη δική του ατολμία και θαυμασμού για τη σπουδαία αυτή γυναίκα, θα αντιληφθεί ότι έχασε για πάντα το λεωφορείο της ιστορίας.

Η πρωτοπρόσωπη, συναισθηματικά φορτισμένη αφήγηση του παππού, που εκτείνεται στο μεγαλύτερο τμήμα του κειμένου, προσδίδει βιωματική ένταση και αμεσότητα στα γεγονότα, ενώ ο αντιηρωικός χαρακτήρας του απλού θεατή της ιστορίας, τονισμένος από τα αισθήματα πικρίας και ενοχής για την αδυναμία του, υπογραμμίζει αντιστικτικά τη δύναμη του χαρακτήρα και την αποφασιστικότητα της Ρόζας. Η συγγνώμη του προς τον εγγονό του για το χρέος που ο ίδιος δεν είχε την τόλμη να επιτελέσει απέναντι στις μελλοντικές γενιές βρίσκει την τρυφερή αποδοχή του μικρού – δεν είναι όλοι οι παππούδες πλασμένοι για ήρωες, αλλά αυτό δε μειώνει στο ελάχιστο την αγάπη του παιδιού για κείνον.  

Εξαιρετική εικονογράφηση, όπου το παιχνίδι ανάμεσα στο ασπρόμαυρο και στο έγχρωμο παραπέμπει στην εναλλαγή εικόνων απ’ το παρελθόν και το παρόν, με συμβολικές νύξεις στην γκρίζα πραγματικότητα της δεκαετίας του ’50 και στην πιο φωτεινή σημερινή. Πλάνα απ’ το 1955 μακρινά, πρόσωπα που δεν κοιτάζουν τον αναγνώστη, πλάτες γυρισμένες, μορφές ασαφείς, με τον εικονογράφο να εστιάζει επίμονα μονάχα στη φυσιογνωμία της Ρόζας: στο ήρεμο, αποφασισμένο βλέμμα της, στα χείλη της καθώς προφέρουν το «Όχι». Αλλά και ο σημερινός ανώνυμος αφηγητής, ο παππούς, ο κομπάρσος της ιστορίας, αφηγείται με κατεβασμένο βλέμμα και μισοκρυμμένα χαρακτηριστικά. Ίσως από ντροπή. Ίσως σε μια υπόμνηση του ότι η μορφή του δε θα διασωθεί απ’ το χρόνο, η φωτογραφία του δε θα κοσμήσει κανένα μουσείο. Ίσως κι από το βάρος της γνώσης ότι η ιστορία κάνει μία και μοναδική φορά ένα φευγαλέο πέρασμα στη ζωή μας, με τον ίδιο αναπάντεχο τρόπο που εμφανίζονται προς στιγμήν στην αφήγησή του ένας πάστορας που λεγόταν Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και στο πρωτοσέλιδο της εφημερίδας που διαβάζει η φωτογραφία ενός άντρα ονόματι Μπαράκ Ομπάμα.

Πέμπτη 30 Ιανουαρίου 2014

Γιώτα Αλεξάνδρου, Χάρης και Φάρις

Εικονογράφηση: Κατερίνα Χαδουλού, Βιβλιόφωνο, Αθήνα 2013 (από 7 ετών)



O Χάρης, ο αφηγητής της ιστορίας, στην καθημερινή διαδρομή του προς το σχολείο του ζει με τη φαντασία του συναρπαστικές περιπέτειες, μετασχηματίζοντας μέσα από τα παιχνίδια του την πραγματικότητα σε παραμυθένιο τοπίο. Ένα πρωινό θα προσέξει κάτω από ένα γεφυράκι ένα ανθρώπινο κουβάρι. Είναι ο Φάρις, ένα μικρό προσφυγάκι που έχει βρει στέγη εκεί. Ο Χάρης θα τον πλησιάσει, θα αναζητήσει σημεία επαφής παρακάμπτοντας το εμπόδιο της γλώσσας, θα τον βοηθήσει και, παρά τις δυσκολίες, τους δισταγμούς και τις μουρμούρες του κοντινού ή ευρύτερου περιβάλλοντός του, και με τη συνδρομή του ανοιχτόμυαλου Αιγυπτιώτη δασκάλου του, θα συμβάλει στην ομαλοποίηση της ζωής του ξένου παιδιού και στην ένταξή του στο τοπικό σχολείο.

Η συγγραφέας ήδη από τον τίτλο (Χάρης-Φάρις) υποδηλώνει ότι, αν δυο ονόματα τόσο διαφορετικής γλωσσικής προέλευσης ακούγονται τόσο παρόμοια, τότε σίγουρα παρόμοιοι θα είναι και οι ιδιοκτήτες τους. Πράγματι, Χάρης και Φάρις δε δυσκολεύονται να γίνουν φίλοι, και σ’ αυτό κομβικός είναι ο ρόλος που παίζει το παιχνίδι: Η συγγραφέας, βάζοντας τον ήρωά της τον Χάρη να ανακαλύπτει τον Φάρις στη διάρκεια και μέσω του φανταστικού παιχνιδιού του, του επιτρέπει να προσεγγίσει το πρόβλημα του μικρού πρόσφυγα χωρίς μελοδραματισμούς, μέσα από κώδικες επικοινωνίας πολύ διαφορετικούς από εκείνους των μεγάλων, να βρει κοινές αναφορές και ενδιαφέροντα με τον Φάρις και να αποκτήσει μια κάποια εικόνα για την παλιά ζωή του. Στο δεύτερο, πάλι, μισό του βιβλίου, η ενσωμάτωση πια του Φάρις στην πολυπολιτισμική τάξη του Χάρη τονίζεται από ένα δεύτερο συγγραφικό εύρημα, που αφορά την πολύχρωμη γιορτή της μικρής Ινδής συμμαθήτριας των δυο αγοριών, όπου παιδιά διαφορετικής καταγωγής πασαλείβονται τρισευτυχισμένα με τα χρώματα της άνοιξης, καταργώντας μέσα από τη ζωηρή πολυχρωμία τους κάθε διάκριση συναφή με το χρώμα του δέρματός τους.

Κείμενο προσεγμένο, γραμμένο με ευαισθησία και μικρές, αποφορτιστικές δόσεις χιούμορ, από τη σκοπιά του παιδιού αφηγητή. Κάποιες δυσάρεστες αλήθειες λέγονται (π.χ., η άτολμη, φοβική στάση του μπαμπά), κάποιες άλλες (η πολύ πιο σκληρή πραγματικότητα που αντιμετωπίζουν συχνά οι πρόσφυγες στη χώρα μας) μένουν στη σκιά. Η εικονογράφηση της Κατερίνας Χαδουλού, γεμάτη αθώα παιδικά πρόσωπα όλων των χρωμάτων, υπηρετεί με συνέπεια τις προθέσεις μιας ιστορίας που παρουσιάζει μια αρκετά ιδανική εκδοχή της πραγματικότητας, μ’ ένα πολυπολιτισμικό σχολείο, έναν ανοιχτόμυαλο δάσκαλο, μια κοινωνία που, παρά τις μεμονωμένες παραφωνίες, εντέλει, και μάλιστα με μεγάλη ταχύτητα, λειτουργεί υποστηρικτικά για τον Φάρις. Έστω πάντως κι αν ο κόσμος του Χάρη απέχει από τη δική του πραγματικότητα, το παιδί αναγνώστης έρχεται πλησιέστερα στο δράμα των ομηλίκων του προσφύγων, συνειδητοποιώντας ότι και το ίδιο μπορεί να συμβάλει με το δικό του -έστω μικρό- τρόπο στη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσής τους και στην ομαλή ενσωμάτωσή τους στην κοινωνία μας.
[Στο τέλος του βιβλίου υπάρχουν τέσσερις ενότητες με καλημέρες σε εφτά γλώσσες και παιχνίδια από έξι διαφορετικές χώρες, προτάσεις για εκπαιδευτικούς και ένα κείμενο για τα ασυνόδευτα παιδιά από την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες.

Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2014

Λίνα Μουσιώνη, Η νεράιδα μαγείρισσα

Εικόνες: Ζωή Λούρα, σειρά "Μικρές καληνύχτες", Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2013 (από 6 ετών)



Θυμάστε κάτι παλιές ιστορίες από καιρούς μακρινούς που οι νεράιδες έβγαιναν από ρυάκια και πηγές ξεμυαλίζοντας καλόβολα παλικάρια, κλέβοντάς τους τη μιλιά, απομακρύνοντάς τους από γονείς και φίλους, γενικά κάνοντάς τους τη ζωή μαντάρα; Λοιπόν, αυτά που ξέρατε ξεχάστε τα: Η νεράιδα μαγείρισσα για την οποία μιλάει το βιβλίο που παρουσιάζω σήμερα τινάζει στον αέρα κάθε νεραϊδοπαράδοση και αξία, πάει κόντρα στο θέλημα της βασίλισσάς της, αρνείται τη διαδοχή στη βασιλεία του δάσους, κι όλα αυτά για χάρη του έρωτα!

Ανατρεπτικό; Απίστευτο; Ή μήπως αγρίως οπισθοδρομικό – γιατί, εδώ που τα λέμε, τι σόι ανεξάρτητη γυναίκα είναι αυτή που εγκαταλείπει μια πολλά υποσχόμενη βασιλική καριέρα για να γίνει καλή σύζυγος; Φεμινίστριες όλου του κόσμου, ηρεμήστε! Ο έρωτας στον οποίο παραδίνεται η νεράιδα μας είναι ακριβώς αυτή η απελευθερωτική δύναμη που της ανοίγει νέους ορίζοντες, που τη βοηθάει να μορφωθεί, να αναζητήσει νέες γνώσεις και ενδιαφέροντα, να κοιτάξει μέσα της, να ανακαλύψει νέα ταλέντα και δυνάμεις, μακριά από τον μάλλον διακοσμητικό ρόλο της βασίλισσας του δάσους –κάτι σαν νικήτριας καλλιστείων– που της χαρίζεται στα καλά του καθουμένου από τη βασίλισσά της.

Η μικρή φόρμα που χαρακτηρίζει τις «Μικρές καληνύχτες» επιτρέπει στη Λίνα Μουσιώνη να μας δείξει ένα διαφορετικό συγγραφικό πρόσωπο από εκείνο των δυο πρώτων της βιβλίων. Χωρίς ευφάνταστα ονόματα, ζωηρά επίθετα και λογοπαίγνια, το λιτό, σφιχτό κείμενό της, δίχως να εκβιάζει, κατορθώνει να παίξει δημιουργικά με την παράδοση, συνδυάζοντας ανατρεπτική διάθεση και ατμοσφαιρικότητα, συναίσθημα και χιούμορ.

Η Ζωή Λούρα μάς χαρίζει μια ονειρική, έντονα υποβλητική εικονογράφηση, η οποία μας πάει κατευθείαν στην καρδιά του δάσους όπου διαδραματίζεται η ιστορία. Αυτό ωστόσο που αισθάνομαι ότι δεν αποτυπώνουν οι εικόνες της είναι τα χιουμοριστικά στοιχεία του κειμένου, καθώς και η παιγνιώδης, ανατρεπτική του διάθεση, που παίζει καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της πλοκής.  

Τετάρτη 22 Ιανουαρίου 2014

Αντώνης Δημητρακόπουλος, Δροσοσταλίδα

Εικονογράφηση: Έρση Σπαθοπούλου, Ίκαρος, Αθήνα 2012 (από 4 ετών)

 

 
Μια ποιητική ιστορία περιπλάνησης, εσωτερικής αναζήτησης και πορείας προς την αυτογνωσία: Μια μικρή ψιχάλα χορεύει στα σύννεφα, ταξιδεύει στη χώρα της βροχής, περιπλανιέται στους αιθέρες, αναπαύεται πάνω σε φυλλαράκια και μπουκάλια που ταξιδεύουν στα νερά, παίζει με κύματα και αφρούς, κι ωστόσο, αν και αιώνια, παντοτινή, άφθαρτη, δεν ξέρει ποια είναι, πώς τη λένε. Μόνο όταν βρει απάντηση στο ερώτημά της θα κατανοήσει και το λόγο του αέναου ταξιδιού της στον κόσμο και στο χρόνο.
 
Το βιβλίο του Αντώνη Δημητρακόπουλου είναι μια βουτιά στην ομορφιά της ζωής. Άλλοτε κυνηγώντας την ηρωίδα του στην απεραντοσύνη του ουρανού, στο πλήθος των νεροσταγόνων ή στην αχανή θάλασσα, κι άλλοτε ζουμάροντας σε μια απειροελάχιστη λεπτομέρεια, όπως μια σταγονίτσα σκαλωμένη στο φελλό ενός μπουκαλιού, ο συγγραφέας πετυχαίνει να μας χαρίσει ένα βιβλίο γεμάτο κίνηση, ρυθμό, χρώματα, εικόνες, εναλλασσόμενα συναισθήματα. Η απλότητα και φυσικότητα της γλώσσας, που σε καμία περίπτωση δεν ταυτίζεται με την απλοϊκότητα ή τη διδαχή, του επιτρέπει να δώσει ποιητική διάσταση σε φαινομενικά άχαρα τεχνικά ζητήματα (ο αέναος κύκλος του νερού, η εξάτμισή του), ξεφεύγοντας από την πεζότητα λογικών ερμηνειών και εξηγήσεων. Όσο για την επανερχόμενη ερώτηση της δροσοσταλίδας του, λειτουργεί ως σταθερό αφηγηματικό μοτίβο που δίνει υπόσταση και βάθος στην περιπλάνησή της, κλιμακώνοντας ταυτόχρονα την αγωνία του αναγνώστη ως το αποκαλυπτικό τέλος.
 
Η Έρση Σπαθοπούλου εικονογραφεί εμπνευσμένα την ηρωίδα του βιβλίου, δίνοντάς της μια διάφανη υδάτινη νεραϊδένια μορφή, κάποιες φορές κατορθώνοντας να αιχμαλωτίσει στην εικόνα την αέναη κίνησή της και παίζοντας με τα χρώματα και τους τόνους, ανάλογα με την ώρα, το περιβάλλον, ακόμα και τη διάθεση.
 
Για να είμαι ειλικρινής, αυτό το βιβλίο θα 'θελα πολύ να το δω να ζωντανεύει σε ταινία κινουμένων σχεδίων. Όπως κι ένα ακόμα παραμύθι που έγραψε ο Αντώνης Δημητρακόπουλος, μια ερωτική ιστορία που διαδραματίζεται σε μια τυπωμένη σελίδα και που είναι σίγουρο πως, άπαξ και το διαβάσετε, θα σας κάνει να δείτε με πολύ διαφορετικό τρόπο οποιοδήποτε κείμενο πέσει στα χέρια σας!
 
Απολαύστε τη μικρή ιστορία αγάπης μιας τελείας κι ενός κόμματος στο βίντεο που ακολουθεί, ντυμένη με τη μουσική του Philip Glass: