Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βερούτσου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βερούτσου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2018

Σειρές βιβλίων, η μεγάλη αγάπη των παιδιών


Αυτό που αγαπάνε τα παιδιά. Ιστορίες αυτόνομες ή σε συνέχειες, ήρωες οικείοι ή διαφορετικοί αλλά πάντα με μια κοινή αναφορά. Από την τρέχουσα παραγωγή διάλεξα τέσσερις πολύ διαφορετικές μεταξύ τους σειρές βιβλίων γραμμένες από Έλληνες συγγραφείς που για τους λόγους της η καθεμιά τράβηξαν το ενδιαφέρον μου το τελευταίο διάστημα.

Βασίλης Παπαθεοδώρου, Απρόσμενοι φίλοι



  • Τόγκο, το σκυλί των πάγων, Εικονογράφηση Λίλα Καλογερή, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2017
  •  Αύρα, το άλογο ολυμπιονίκης, Εικονογράφηση Λίλα Καλογερή, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2017


Σε πολλά βιβλία του ο Βασίλης Παπαθεοδώρου αφορμάται από πραγματικές ιστορίες, τις οποίες εξελίσσει και διαμορφώνει μυθοπλασιακά, δίνοντάς μας ενδιαφέροντα μυθιστορήματα και αφηγήματα. Στη σειρά Απρόσμενοι φίλοι, η οποία απευθύνεται σε παιδιά προσχολικής και πρωτοσχολικής ηλικίας, μας συστήνει μια σειρά από ζώα που με κάποιο ιδιαίτερο κατόρθωμά τους έμειναν γνωστά στο πέρασμα των αιώνων. Στα δυο πρώτα βιβλία της σειράς, το λυκόσκυλο Τόγκο κατορθώνει να διατρέξει σέρνοντας το έλκηθρο μια μεγάλη απόσταση μέσα στους πάγους σε μια σκυταλοδρομία ζωής ή θανάτου, ενώ στο δεύτερο η Αύρα, το άλογο ολυμπιονίκης, παρά την πτώση του αναβάτη της στους Ολυμπιακούς αγώνες, συνεχίζει την κούρσα της και στέφεται νικήτρια, χαρίζοντας περηφάνια κι ενθουσιασμό στους Κορίνθιους. 

Δε χρειάζεται να πω πόσο αγαπούν τα παιδιά μικρής ηλικίας τις ιστορίες με ζώα – που στη συγκριμένη σειρά αποτυπώνονται και πολύ γλυκά από τη Λίλα Καλογερή. Πέραν αυτής της αγάπης όμως, το ενδιαφέρον τους θα κεντριστεί από το ταξίδι σε άλλες εποχές και κουλτούρες, αλλά κι από την αρκετές φορές πολύ διαφορετική, πιο χρηστική απ’ ό,τι στις μέρες μας, αντίληψη των ανθρώπων για τα ζώα. Η σύντομη ενότητα «Η πραγματική ιστορία» στο τέλος του βιβλίου θα τους δώσει μια γεύση της διαδρομής που χρειάζεται να διανύσει ένα πραγματικό γεγονός μέχρι να γίνει λογοτεχνία, ενώ στην ενότητα «Μαθαίνουμε» δίνεται ένα σύντομο πραγματολογικό πλαίσιο που θα τα βοηθήσει να τοποθετήσουν τα γεγονότα στον τόπο και στον χρόνο. Με ενδιαφέρον περιμένουμε το τρίτο βιβλίο της σειράς, Σερ Αμί, το περιστέρι του πολέμου.


Εύη Παπαδοπούλου, Αρχαιολογικά παραμύθια



  • Το ημερολόγιο των άστρων, Εικονογράφηση Κατερίνα Βερούτσου, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2018
  • Το όνειρο του Νικία και της Μελίτης, Εικονογράφηση Κατερίνα Βερούτσου, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2018


Ταξίδι στον χρόνο κάνει και η Εύη Παπαδοπούλου, με τα δυο πρώτα βιβλία της σειράς Αρχαιολογικά παραμύθια, με σταθερό πάντα σκηνικό τους την αρχαία Ελλάδα. Ιστορίες εμπνευσμένες από αληθινούς χώρους και ευρήματα, τα βιβλία Το ημερολόγιο των άστρων και Το όνειρο του Νικία και της Μελίτης μάς ταξιδεύουν στη θαλάσσια περιοχή των Αντικυθήρων το πρώτο και στους Δελφούς το δεύτερο. Στο Ημερολόγιο των άστρων, δυο νέοι ταξιδεύουν πάνω σ’ ένα πλοίο που κουβαλά σ’ ένα του κιβώτιο τον «πρώτο υπολογιστή της αρχαιότητας». Στο Όνειρο του Νικία και της Μελίτης δυο φιλόδοξοι νέοι μουσικοί θα βρεθούν αντιμέτωποι στους δελφικούς αγώνες, κι όταν μέσα από τη γνωριμία αυτή θα γεννηθεί η αγάπη, οι ζωές τους θα βρεθούν έρμαια δυνάμεων που ξεπερνούν τα ανθρώπινα.

Με λόγο ποιητικό και λυρικό, διανθισμένο στο δεύτερο βιβλίο με όμορφα τραγούδια που δένουν απολύτως με το πνεύμα και την πλοκή του κειμένου της, η συγγραφέας αποτυπώνει με εκφραστικότητα και πραγματολογική γνώση εποχές και καταστάσεις, συνδυάζει μύθο και πραγματικότητα, αρχαιοελληνική παράδοση και λογοτεχνία. Όμορφες περιγραφές, με εντυπωσιακότερη κατά τη γνώμη μου αυτή του μηχανισμού των Αντικυθήρων. Ταιριαστή η εικονογράφηση της Κατερίνας Βερούτσου.


Αλεξάνδρα Μπίζη, Ο πειρατής Περπερούα και ο Κοιμισμένος κροκόδειλος, εικονογράφηση Ναταλία Καπατσούλια, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2018




Μπορεί τα βιβλία του Περπερούα να μην απαρτίζουν ξέχωρη σειρά, ωστόσο στη συνείδησή μας αποτελούν αυτόνομο κομμάτι της πετυχημένης σειράς Χωρίς σωσίβιο, έχοντας φτάσει πλέον σε έναν αξιοσέβαστο αριθμό τίτλων. Αυτό που πετυχαίνει η Αλεξάνδρα Μπίζη στον Περπερούα είναι να δημιουργήσει έναν παραμυθένιο ήρωα με εξωτικό όνομα και αύρα και, χάρη ακριβώς στην ευρηματική της ονοματοποιία, να στήσει έναν ολόκληρο κόσμο που τον περιβάλλει – τόπους και πρόσωπα, φίλους και εχθρούς. Κι έχει επιπλέον τη μεγάλη τύχη η εικονογράφηση που συνοδεύει το κείμενό της να παίρνει τους χαρακτήρες της και να τους αποτυπώνει με τόση εκφραστικότητα και πολυχρωμία που όνομα και μορφή, ιστορία και εικόνα δένονται αξεδιάλυτα στο μυαλό του αναγνώστη. Με τον τρόπο αυτό, οι σύντομες περιπέτειες του πειρατή Περπερούα και του πληρώματός του αποκτούν στο παιδικό μυαλό διαστάσεις και προεκτάσεις που ξεπερνούν τα όρια μιας απλής ιστορίας.

Στο πιο φρέσκο βιβλίο της σειράς, Ο πειρατής Περπερούα και ο Κοιμισμένος κροκόδειλος, ο διαβόητος πειρατής και η άσπονδη φίλη του η Μάρθα Ρουθ η τρομερή μπλέκονται σε μια απίθανη βιβλιοφιλική περιπέτεια στην οποία πρέπει να συνεργαστούν αλλά και να ξεπεράσουν ανυπέρβλητα εμπόδια. Ονόματα, τοπωνύμια και τίτλοι βιβλίων χτίζουν γι’ άλλη μια φορά ένα συναρπαστικό σκηνικό, αποφεύγοντας τις αχρείαστες φλυαρίες, ενώ η Ναταλία Καπατσούλια μάς δίνει, νομίζω, την ωραιότερη ως τώρα εικονογράφησή της σε βιβλίο της συγκεκριμένης σειράς, διαλέγοντας υπέροχα χρώματα, προσδίδοντας βάθος στις σκηνές και μια γοητευτική αύρα μυστηρίου στις εικόνες της.


Γιώργος Κωνσταντινίδης – Σωτήρης Μητρούσης, Ένα μυστήριο για τον… Μπούφο, Εκδόσεις Μίνωας, Αθήνα 2018 (6 τίτλοι ως τώρα)





Σε τελείως διαφορετικό πνεύμα κινείται η σειρά Ένα μυστήριο για τον… Μπούφο, όπου Γιώργος Κωνσταντινίδης και Σωτήρης Μητρούσης συμπράττουν για να δημιουργήσουν έναν αλλόκοτο ήρωα ντετέκτιβ, τον γκαφατζή και αφελή Στέλιο, ο οποίος ανακαλύπτει παντού μυστήρια, όχι σπάνια προξενώντας την απορία των γύρω του, και που, παρ’ όλες τις γκάφες του και τις ανορθόδοξες μεθόδους του, ή ίσως κι εξαιτίας τους, κατορθώνει να τα λύνει με τρόπο ξεκαρδιστικό και συχνά ανέλπιστο ακόμα και για τον ίδιο. Στη σειρά, που αριθμεί έξι τίτλους ως τώρα, χώροι δράσης είναι το σπίτι, η γειτονιά, το σχολείο, το εμπορικό κέντρο κτλ., μέρη δηλαδή συνυφασμένα με την καθημερινότητα, ικανά όμως να εξάψουν την περιέργεια του Στέλιου.

Εξαιρετικό το δέσιμο των κειμένων του Γιώργου Κωνσταντινίδη και των σκίτσων του Σωτήρη Μητρούση, γρήγοροι ρυθμοί και άφθονο λεκτικό και καταστασιακό χιούμορ. Αν κάποια στιγμή χάσετε τη σελίδα, μην επιχειρήσετε να την αναζητήσετε από την αρχή προς το τέλος αλλά από το τέλος προς την αρχή, μια και η σελιδαρίθμηση ακολουθεί ανάποδη λογική. Ίσως επειδή θέλει να υπογραμμίσει την ανάποδη από πολλές απόψεις διαχείριση της πραγματικότητας από τον κεντρικό ήρωα. Ίσως κι επειδή σ’ όλα τα μεγάλα μυστήρια ο χρόνος, και μαζί του οι σελίδες, μετράνε ανάποδα…



Πέμπτη 5 Σεπτεμβρίου 2013

Ελένη Πριοβόλου, Ο τρυφεράκανθος

Εικονογράφηση: Κατερίνα Βερούτσου, Καλέντης, Αθήνα 2013 (από 5 ετών)




Ο τρυφεράκανθος ζει σ’ ένα πανέμορφο λιβάδι. Έχει φίλους τον ήλιο, το φεγγάρι, τον αέρα, το ουράνιο τόξο. Εσωστρεφής, ντροπαλός, διαισθητικός και ονειροπόλος όμως καθώς είναι, δεν μπορεί να γίνει κατανοητός από τα άλλα ζωντανά του λιβαδιού, που τον κοροϊδεύουν. Οι φίλοι του, ο ήλιος, ο αέρας, η ίριδα και το φεγγάρι, τον στηρίζουν λέγοντάς του ότι τους αρέσει ακριβώς όπως είναι, ωστόσο αυτός αποφασίζει να αλλάξει, να προξενεί το φόβο στους άλλους. Και με τη βοήθεια του ξωτικού του δάσους, μεταμορφώνεται σε ακανθόχοιρο, σκορπώντας πόνο γύρω του, βλάπτοντας όχι μονάχα εκείνους που τον κοροϊδεύουν αλλά και τους ίδιους τους φίλους του, που παίρνουν των ομματιών τους από το λιβάδι, οδηγώντας και τους υπόλοιπους κατοίκους του στην απόφαση να ξενιτευτούν. Ο τρυφεράκανθος συνειδητοποιεί το λάθος του και, κατορθώνοντας να ανακαλύψει βαθιά μέσα του ένα κομμάτι του παλιού του εαυτού, ξαναβρίσκει την πρώτη του μορφή, φέρνοντας πάλι τη χαρά και τη ζωή στο λιβάδι.

Η βία, ακόμα και λεκτική, ακόμα και ακούσια, παράγει βία, μας λέει η Ελένη Πριοβόλου. Κάποτε μάλιστα βία πολλαπλάσια της αρχικής, ανεξέλεγκτη, τυφλή. Όταν ο ήρωάς μας αποφασίζει να αλλάξει, στόχος του είναι απλώς να τρομάξει αυτούς που τον περιγελούν. Μόνο που καταλήγει να γίνει αποκρουστικός κι επικίνδυνος ακόμα και για τους αγαπημένους του, για τον ίδιο του τον εαυτό. Το χειρότερο, από θύμα γίνεται θύτης, κατηγορούμενος, υπόλογος απέναντι σε κείνους που πρώτοι τον αδίκησαν.

Δηλαδή η ειρωνεία, ο εμπαιγμός, η κοροϊδία δεν είναι μορφή βίας; θα μου πείτε. Φυσικά και είναι, και μάλιστα βία ύπουλη και βασανιστική. Μόνο που ο τρυφεράκανθος δε στέκει απροστάτευτος απέναντι στην ανόητη, αφελή, ενδεχομένως και ζηλόφθονη στάση των πλασμάτων του λιβαδιού: έχει τη ζεστασιά και την αγάπη φίλων καλών κι αγαπημένων’ την εξήγηση της σοφής κουκουβάγιας («ό,τι δεν μπορούν να καταλάβουν το κοροϊδεύουν»)’ αλλά και την έγκαιρη προειδοποίηση του ξωτικού του δάσους («Όταν σε φοβούνται… δε θα σ’ αγαπούν»). Κι όμως, εμμένει στην απόφασή του να γίνει μισητός. Και φυσικά το πληρώνει. Όταν μάλιστα πάει να εκφράσει το παράπονό του στα πλάσματα του λιβαδιού για τη συμπεριφορά τους, εκείνα αποσείουν την ευθύνη ισχυριζόμενα πως «απλώς έπαιζαν». Να σας πω την αλήθεια, εμένα δε με πείθουν εντελώς. Ίσως μάλιστα ο μικρός αναγνώστης, έχοντας συμπονέσει τον τρυφεράκανθο στην αρχή της ιστορίας, να περίμενε τουλάχιστον από μέρους τους μια παραδοχή και των δικών τους ευθυνών, που όμως δεν έρχεται ποτέ. Ευτυχώς έχει προηγηθεί η εξήγηση της κουκουβάγιας, αυτό το «δεν μπορούν να καταλάβουν», που τους παρέχει ένα ελαφρυντικό για τη στάση τους. Όσο για τον τρυφεράκανθο, η πορεία επιστροφής του προς τον πρότερο εαυτό του θα αποδειχθεί μοναχική και επώδυνη. Κανένα στοιχείο της φύσης δε θα διευκολύνει το δρόμο του, κανένα ξωτικό δε θα ζωντανέψει από τη δύναμη της διαίσθησής του. Η βύθιση στον εαυτό του, η συνειδητοποίηση του λάθους του είναι αυτές που θα ξαναφέρουν στην επιφάνεια αυτό που κάποτε ήταν, αποκαθιστώντας τις ισορροπίες στο λιβάδι.

Η συγγραφέας ζωντανεύει τον φυσικό κόσμο επιστρατεύοντας χρώματα, ήχους, ευωδιές και την πολυμορφία της πανίδας με έμφαση στα μικρά πλασματάκια, ενώ ανεμόσκαλες, βροχοκλωστές και βροχοσκάλες κάνουν δυνατή την επικοινωνία με τα φυσικά και υπερφυσικά στοιχεία, μεταλλάσσοντας το λιβάδι σε ένα θαυμαστό τοπίο όπου η μαγεία γίνεται απτή μόνο χάρη στην ιδιαίτερη ευαισθησία αυτού που την αναζητά. Η εικονογράφηση της Κατερίνας Βερούτσου, απόλυτα εναρμονισμένη με το κείμενο, δίνει το απαραίτητο χρώμα και βάθος, ζωντανεύοντας το σκηνικό και τους κατοίκους του και αποτυπώνοντας διαθέσεις και συναισθήματα χάρη στην εναλλαγή ανάμεσα σε φως και σκοτάδι, σε χρώματα και υφές, με εξαιρετικό για άλλη μια φορά αποτέλεσμα.

Ο Τρυφεράκανθος δεν είναι μόνο ένα βιβλίο για το σεβασμό στη διαφορετικότητα ή για τις πολλές κι αλληλένδετες μορφές της βίας. Επιπλέον, θίγει καίρια ζητήματα αυτογνωσίας (είμαστε συμφιλιωμένοι με τον εαυτό μας ανεξάρτητα από το τι λένε οι άλλοι για μας;), ανθρώπινων σχέσεων (είναι δυνατόν να μας καταλαβαίνουν όλοι;), αλλά και ατομικής επιλογής και ευθύνης (είναι αρκετή η βία των άλλων για να δικαιολογήσει αντίστοιχες δικές μας συμπεριφορές και αποφάσεις;). Η απουσία διδακτισμού μπορεί να συνεπάγεται λίγο περισσότερο παίδεμα κατά την ανάγνωση, αν και στο δικό μας σπίτι οι συζητήσεις γύρω από το συγκεκριμένο βιβλίο υπήρξαν αρκούντως παραγωγικές, κάνοντάς μας να συνδέσουμε την ιστορία του τρυφεράκανθου με στιγμές από τη δική μας πραγματικότητα αλλά και δίνοντας πάντα στην ερμηνεία μας μια καινούρια οπτική ή απόχρωση που την προηγούμενη φορά μάς είχε διαφύγει.

Κυριακή 31 Μαρτίου 2013

Λίνα Μουσιώνη, Ένας ασπρόμαυρος ζωγράφος

Εικόνες: Κατερίνα Βερούτσου, Μεταίχμιο, Αθήνα 2011 (από 8 ετών)




Τι προκύπτει όταν ένας ταλαντούχος φωτογράφος αιχμαλωτίζει σ’ ένα κλικ της μηχανής του τη μορφή και μαζί την καρδιά μιας πανέμορφης Αφρικανής πριγκίπισσας που λατρεύει το χρώμα; Ένα παιδί ζωγράφος φυσικά. Ένα παιδί που κουβαλάει στα γονίδιά του το καλλιτεχνικό αισθητήριο του μπαμπά, τη λατρεία της μαμάς για το χρώμα… Ή μήπως όχι; Ε, μάλλον όχι, αν κρίνουμε από την ιστορία του Ασπρόμαυρου Φίλμους, ήρωα του βιβλίου της Λίνας Μουσιώνη. Ο οποίος, σε αντίθεση με τους γονείς του, απεχθάνεται το χρώμα και ζωγραφίζει μονάχα ασπρόμαυρα. Απελπισμένη, η κυριαρχική μαμά τον τρέχει σε γιατρούς γυρεύοντας μάταια λύση στο πρόβλημα. Στο φινάλε αποδεικνύεται ότι ο μικρός έχει σε τέτοιο βαθμό μπαφιάσει από την κραυγαλέα πολυχρωμία του κόσμου που έχουν δημιουργήσει γι’ αυτόν οι γεννήτορές του ώστε επιλέγει μέσα από τις ζωγραφιές του να δημιουργήσει έναν άλλο, ασπρόμαυρο. Αυτό βέβαια που χάνουν οι τρελαμένοι γονείς μες στην πρεμούρα τους να γιατρέψουν την απέχθεια του Ασπρόμαυρου για το χρώμα είναι πως ο γιος τους είναι ένας εξαιρετικά ταλαντούχος ζωγράφος. Κι όταν κατορθώνουν να δουν πέρα από το προφανές, αφήνουν το παιδί τους να εκφραστεί με τον τρόπο του κι επιλέγουν να διοχετεύσουν τη λατρεία τους για το χρώμα σε δικές τους δημιουργικές ενασχολήσεις.

Ένα βιβλίο για τις πολλές εκδοχές της καλλιτεχνικής έκφρασης, αλλά και για τη διαφορετικότητα και το δικαίωμα ενός παιδιού να μην είναι απλώς άθροισμα ή σύνθεση αυτού που αντιπροσωπεύουν οι γονείς του. Για την υποχρέωση των τελευταίων να βάζουν κάποιες φορές τους εαυτούς τους στη θέση των βλασταριών τους, συνειδητοποιώντας ότι κι οι πιο τολμηρές νεανικές επαναστάσεις τους καταντάνε βραχνάς για τους άλλους όταν μεταλλάσσονται σε απόλυτες, επιβεβλημένες αλήθειες. Η μητέρα του Ασπρόμαυρου είναι μια επαναστάτρια που λατρεύει την περιπέτεια και το καινούριο, γι' αυτό κι επιλέγει να παντρευτεί έναν Ευρωπαίο φωτογράφο, αναζητώντας να εξερευνήσει το διαφορετικό και μαζί άγνωστες πτυχές ή δυνατότητες του ίδιου της του εαυτού οι οποίες παραμένουν εγκλωβισμένες στο ασφυκτικό περιβάλλον της ομοιογενούς πολιτιστικά κοινωνίας στην οποία έχει μεγαλώσει. Ωστόσο, όταν γίνεται μάνα, επιδιώκει να φυλακίσει το παιδί της στη δική της μοναδική αλήθεια και αισθητική, παραβλέποντας το γεγονός ότι κι εκείνο, μέσα από την άρνηση του κόσμου της, στην ουσία κάνει τη δική του επανάσταση, χαράζει το δικό του διακριτό μονοπάτι. Η επιλογή του μικρού βέβαια είναι κάπως αλλόκοτη, αφού συνήθως το ασπρόμαυρο αντιπροσωπεύει τη μονοτονία και τους περιορισμένους ορίζοντες, ενώ η πολυχρωμία ταυτίζεται με την ποικιλία, την ελευθερία, την ομορφιά. Αρκεί, όπως αποδεικνύει η περίπτωση του Ασπρόμαυρου, να μην είναι επιβεβλημένη άνωθεν.

Η συγγραφέας αφηγείται την ιστορία της με κέφι και ταξιδιάρικη διάθεση: επιλέγει για σκηνικό Αφρική και Ευρώπη, με αναφορές στα ήθη και στους πολιτισμούς τους, πλάθει χαρακτήρες με ονόματα ευφάνταστα, συχνά εμπνευσμένα από χρώματα και υλικά, συνυφασμένα με τέχνες και χώρες, αν και, ομολογώ, σε μια δυο περιπτώσεις κάπως τραβηγμένα, και καταλήγει σε ένα τέλος ανοιχτό, όπως ταιριάζει σ’ ένα κείμενο που θέλει να πρεσβεύει το δικαίωμα στην επιλογή μέσα από πολλές δυνατότητες. Το μέλλον του Ασπρόμαυρου Φίλμους προβάλλει σε τέσσερις διαφορετικές κι εξίσου αβέβαιες εκδοχές, που μας ταξιδεύουν σε διαφορετικές γωνιές του πλανήτη μας – και απ’ τις οποίες εκδοχές μονάχα η μία είναι ασπρόμαυρη. Οι άλλες τρεις διαθέτουν χρώμα, και μάλιστα έντονο, υπενθυμίζοντάς μας ότι η σπουδαία τέχνη δεν καταλαβαίνει από αισθητικούς φραγμούς κι ότι το ωραίο μπορεί να έχει πολλές εκφάνσεις, ακόμα και χρωματικές – κι εδώ νομίζω ότι διακρίνω μια νύξη στις χρωματικές περιόδους γνωστών ζωγράφων.

Η εκπληκτική εικονογράφηση της Κατερίνας Βερούτσου αποτυπώνει οπτικά την ιστορία του Ασπρόμαυρου ταξιδεύοντάς μας σε τόπους και πολιτισμούς, βουτώντας σε τέχνες και τεχνοτροπίες, όχι απλώς υπηρετώντας το κείμενο αλλά απόλυτα ταυτισμένη μαζί του. Και είναι πραγματικά αξιοσημείωτο το πώς συγγραφέας και εικονογράφος, εκκινώντας θεματικά από την ιστορία ενός ασπρόμαυρου ζωγράφου, κατορθώνουν να μας χαρίσουν μια τόσο καλειδοσκοπική αναπαράσταση του υπέροχα ετερόκλητου κόσμου μας, προτρέποντας τους μικρούς αναγνώστες να αναζητήσουν την ομορφιά και την προσωπική έκφραση μέσα από ανοιχτούς ορίζοντες και ρήξεις με πολιτιστικά θέσφατα και ακολουθώντας πολλούς και πολύ διαφορετικούς αλλά εξίσου γοητευτικούς δρόμους.
Για να δείτε εικόνες από αυτό το βιβλίο και όχι μόνο, μπορείτε να πάτε μια βόλτα από το μπλογκ της σπουδαίας Κατερίνας Βερούτσου      

Σάββατο 15 Δεκεμβρίου 2012

Μαρία Αγγελίδου, Η τρίτη μάγισσα

Εικόνες: Κατερίνα Βερούτσου, σειρά Μικρές Καληνύχτες, Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2012 (από 5 ετών)

 
Επιτρέψτε μου μια μικρή παράκαμψη από τα χριστουγεννιάτικα διαβάσματα, αφού μερικές φορές οι υπόγειες διαδρομές που συνδέουν μεταξύ τους τα κείμενα μας οδηγούν σε αναπάντεχους προορισμούς. Σε αυτό το διακειμενικό παιχνίδι λοιπόν, οι τρεις σύγχρονοι μάγοι της προηγούμενης ανάρτησης με έφεραν πρόσωπο με πρόσωπο με τις τρεις εξίσου σύγχρονες μάγισσες της Μαρίας Αγγελίδου, τις οποίες και σπεύδω να σας συστήσω.

Είναι, που λέτε, μια μαμά μάγισσα, γυναίκα των επιχειρήσεων, δυναμική, πετυχημένη. Κι έχει τρεις κόρες, που τις σπουδάζει, τις μορφώνει για να προκόψουν κι αυτές στη ζωή τους. Οι δυο πρώτες, ακολουθώντας τα χνάρια της μαμάς αλλά και την κλίση τους, διαπρέπουν στις επιχειρήσεις και στη δημοσιογραφία. Κι η τρίτη; Α, αυτή δε φαίνεται διατεθειμένη να διαπρέψει σε τίποτα. Μόνο, γεμάτη περιέργεια, ταξιδεύει, παρατηρεί, ακούει, με έναν τρόπο παράδοξο, είναι η αλήθεια, καθώς οι αισθήσεις της είναι ιδιαίτερα εξημμένες, υπερβαίνοντας τα μέτρα του ανθρώπινου: συνομιλούν με τα στοιχεία της φύσης, με τα πουλιά, με το παρελθόν, με το μέλλον, με το ανέφικτο, με τον κόσμο της φαντασίας. Κι έτσι, η τρίτη κόρη καταλήγει κάποια στιγμή να πλάθει ιστορίες με πλοκή, χρώμα, ήχο, μουσική. Γίνεται σκηνοθέτρια του κινηματογράφου. Ναι, από αυτούς που αποκαλούμε «μάγους της έβδομης τέχνης».

Να σας ξεκαθαρίσω εξαρχής πως οι μάγισσες της Αγγελίδου δεν έχουν καμία σχέση με τις κλασικές μάγισσες των παραμυθιών, αυτές που με άκρως χιουμοριστική και υπονομευτική διάθεση περιγράφει ήδη στην πρώτη σελίδα της ιστορίας της. Γιατί μπορεί κάποτε η λέξη να παρέπεμπε σε πλάσματα που ήταν ο φόβος κι ο τρόμος των μικρών αναγνωστών ή σε δυστυχείς υπάρξεις οι οποίες κατέληγαν παρανάλωμα στο βωμό της στενομυαλιάς, της θρησκοληψίας και του φανατισμού, σε εποχές που οτιδήποτε ξέφευγε από τη νόρμα –ο αλαφροΐσκιωτος κι ο σοφός, ο άνθρωπος με ειδικές ανάγκες κι ο φωτισμένος επιστήμονας, ο πρωτοπόρος καλλιτέχνης κι ο ψυχασθενής, η εκτυφλωτικά όμορφη κι η δύσμορφη γυναίκα–, οτιδήποτε ξεπερνούσε τις αντοχές του ανθρώπινου μέτρου, γινόταν πηγή φόβου, άρνησης, προκατάληψης. Ωστόσο
, η ανθρωπότητα προχώρησε έκτοτε, η ευφυΐα, το επιχειρηματικό δαιμόνιο, η ομορφιά θεωρούνται πλέον προσόντα κι όχι αιτίες αποκλεισμού ή εξόντωσης. Και μάλιστα η λέξη μάγος/μάγισσα απέκτησε θετική, μεταφορική έστω, σημασία: είναι αυτός/αυτή που τα καταφέρνει εξαιρετικά καλά στον τομέα του/της, που κάνει θαύματα στην ιατρική, στην τεχνολογία, στην επιστήμη, στην τέχνη. Πράγματι, οι δυο πρώτες νεαρές «μάγισσες» της ιστορίας μας, ευφυείς, όμορφες και δραστήριες, τα έχουν τόσο καλά καταφέρει ώστε προκόβουν, διαπρέπουν, γίνονται παραδείγματα προς μίμηση. Η υπεροχή τους σε άλλες εποχές μπορεί να εκλαμβανόταν ως πέραν των ανθρώπινων δυνατοτήτων –άρα μαγική με την αρνητική έννοια του όρου–, στο διάβα του χρόνου όμως έχει γίνει κοινωνικά αποδεκτή.

Βέβαια, ας μην περιμένουμε θαύματα: η ανθρωπότητα μπορεί να έπαψε να δαιμονοποιεί και να καίει στην πυρά οτιδήποτε την υπερβαίνει, δεν παύει ωστόσο να αντιμετωπίζει με επιφύλαξη και προβληματισμό καθετί ανοίκειο, τουλάχιστον εν τη γενέσει του. Κι η τρίτη μάγισσα, η διαισθητική, η υπερβολικά ευαίσθητη, η δοσμένη ολοκληρωτικά στο υπερβατικό ταξίδι της καλλιτεχνικής έμπνευσης, φαντάζει στους γύρω της, στην ίδια τη μάνα της, άχρηστη, ακαμάτα, ακόμα και ατάλαντη. Πάντως, αυτή η τρίτη αδερφή φαίνεται να έχει δυνατότητες χωρίς χρηστική αξία μεν αλλά ιδιαίτερα ασυνήθιστες. Κι αν λάβουμε υπόψη ότι μαγεία, στην παραδοσιακή της τουλάχιστον εκδοχή, είναι η επαφή με κόσμους που δεν μπορεί να αγγίξει η ανθρώπινη λογική, η μικρότερη αδερφή είναι η μοναδική από τις τρεις που δικαιούται να της αποδίδεται η ιδιότητα της αληθινής μάγισσας!

Χιούμορ και ανατρεπτική διάθεση, ποιητική γλώσσα αλλά και αιχμηρές αναφορές στην τρέχουσα πραγματικότητα, παρέα με μια μαγική, ιδιαίτερα εκφραστική και πολύχρωμη εικονογράφηση από την Κατερίνα Βερούτσου, ενώνουν δυνάμεις με στόχο να μιλήσουν για το «δικαίωμα στην αχρηστία», στη διανοητική περιπλάνηση, στην καλλιτεχνική αναζήτηση ως στάση ζωής. Να βάλουν ένα μεγάλο ερωτηματικό δίπλα στο κυρίαρχο εκπαιδευτικό μοντέλο της επίδοσης και των μετρήσιμων μεγεθών. Να δείξουν στους αγχωμένους, ανυπόμονους γονείς ότι υπάρχει και εναλλακτικός δρόμος προς την επαγγελματική επιτυχία και καταξίωση, ειδικά όταν αυτή περνά μέσα από τα μονοπάτια της τέχνης. Να υπερασπιστούν την ανάγκη του ιδιαίτερου, καλλιτεχνικά ευαίσθητου παιδιού να αναζητήσει έκφραση και ταυτότητα στους δικούς του ρυθμούς, με το δικό του τρόπο, στο δικό του χρόνο.

Θεωρώ το βιβλίο της Μαρίας Αγγελίδου εξαιρετικά επίκαιρο: Εποχές κρίσης και αδιεξόδων σαν τη δική μας σκέφτομαι συχνά ότι μπορεί να αποτελέσουν, μέσα σ’ όλα τα αρνητικά τους, και εφαλτήριο απεγκλωβισμού από σύνδρομα και προκαταλήψεις περί κοινωνικής και επαγγελματικής καταξίωσης, λειτουργώντας απενοχοποιητικά και κατ’ επέκταση απελευθερωτικά για δημιουργικές δυνατότητες που ενδεχομένως σε άλλους καιρούς να θυσιάζονταν στο βωμό της καλής σχολικής επίδοσης ή της προσοδοφόρας επαγγελματικής επιλογής. Κι επειδή η τέχνη, μέσα από τη μεταμορφωτική, υπερβατική και αποκαλυπτική της φύση, φαίνεται να αποτελεί ένα από τα τελευταία καταφύγια της παλιάς καλής μαγείας, πιστεύω πως κανείς δε βγαίνει χαμένος όταν αποφασίζει να εμπιστευτεί όνειρα, ελπίδες και προσδοκίες στο μαγικό ραβδάκι της.