Πέμπτη, 5 Σεπτεμβρίου 2013

Ελένη Πριοβόλου, Ο τρυφεράκανθος

Εικονογράφηση: Κατερίνα Βερούτσου, Καλέντης, Αθήνα 2013 (από 5 ετών)




Ο τρυφεράκανθος ζει σ’ ένα πανέμορφο λιβάδι. Έχει φίλους τον ήλιο, το φεγγάρι, τον αέρα, το ουράνιο τόξο. Εσωστρεφής, ντροπαλός, διαισθητικός και ονειροπόλος όμως καθώς είναι, δεν μπορεί να γίνει κατανοητός από τα άλλα ζωντανά του λιβαδιού, που τον κοροϊδεύουν. Οι φίλοι του, ο ήλιος, ο αέρας, η ίριδα και το φεγγάρι, τον στηρίζουν λέγοντάς του ότι τους αρέσει ακριβώς όπως είναι, ωστόσο αυτός αποφασίζει να αλλάξει, να προξενεί το φόβο στους άλλους. Και με τη βοήθεια του ξωτικού του δάσους, μεταμορφώνεται σε ακανθόχοιρο, σκορπώντας πόνο γύρω του, βλάπτοντας όχι μονάχα εκείνους που τον κοροϊδεύουν αλλά και τους ίδιους τους φίλους του, που παίρνουν των ομματιών τους από το λιβάδι, οδηγώντας και τους υπόλοιπους κατοίκους του στην απόφαση να ξενιτευτούν. Ο τρυφεράκανθος συνειδητοποιεί το λάθος του και, κατορθώνοντας να ανακαλύψει βαθιά μέσα του ένα κομμάτι του παλιού του εαυτού, ξαναβρίσκει την πρώτη του μορφή, φέρνοντας πάλι τη χαρά και τη ζωή στο λιβάδι.

Η βία, ακόμα και λεκτική, ακόμα και ακούσια, παράγει βία, μας λέει η Ελένη Πριοβόλου. Κάποτε μάλιστα βία πολλαπλάσια της αρχικής, ανεξέλεγκτη, τυφλή. Όταν ο ήρωάς μας αποφασίζει να αλλάξει, στόχος του είναι απλώς να τρομάξει αυτούς που τον περιγελούν. Μόνο που καταλήγει να γίνει αποκρουστικός κι επικίνδυνος ακόμα και για τους αγαπημένους του, για τον ίδιο του τον εαυτό. Το χειρότερο, από θύμα γίνεται θύτης, κατηγορούμενος, υπόλογος απέναντι σε κείνους που πρώτοι τον αδίκησαν.

Δηλαδή η ειρωνεία, ο εμπαιγμός, η κοροϊδία δεν είναι μορφή βίας; θα μου πείτε. Φυσικά και είναι, και μάλιστα βία ύπουλη και βασανιστική. Μόνο που ο τρυφεράκανθος δε στέκει απροστάτευτος απέναντι στην ανόητη, αφελή, ενδεχομένως και ζηλόφθονη στάση των πλασμάτων του λιβαδιού: έχει τη ζεστασιά και την αγάπη φίλων καλών κι αγαπημένων’ την εξήγηση της σοφής κουκουβάγιας («ό,τι δεν μπορούν να καταλάβουν το κοροϊδεύουν»)’ αλλά και την έγκαιρη προειδοποίηση του ξωτικού του δάσους («Όταν σε φοβούνται… δε θα σ’ αγαπούν»). Κι όμως, εμμένει στην απόφασή του να γίνει μισητός. Και φυσικά το πληρώνει. Όταν μάλιστα πάει να εκφράσει το παράπονό του στα πλάσματα του λιβαδιού για τη συμπεριφορά τους, εκείνα αποσείουν την ευθύνη ισχυριζόμενα πως «απλώς έπαιζαν». Να σας πω την αλήθεια, εμένα δε με πείθουν εντελώς. Ίσως μάλιστα ο μικρός αναγνώστης, έχοντας συμπονέσει τον τρυφεράκανθο στην αρχή της ιστορίας, να περίμενε τουλάχιστον από μέρους τους μια παραδοχή και των δικών τους ευθυνών, που όμως δεν έρχεται ποτέ. Ευτυχώς έχει προηγηθεί η εξήγηση της κουκουβάγιας, αυτό το «δεν μπορούν να καταλάβουν», που τους παρέχει ένα ελαφρυντικό για τη στάση τους. Όσο για τον τρυφεράκανθο, η πορεία επιστροφής του προς τον πρότερο εαυτό του θα αποδειχθεί μοναχική και επώδυνη. Κανένα στοιχείο της φύσης δε θα διευκολύνει το δρόμο του, κανένα ξωτικό δε θα ζωντανέψει από τη δύναμη της διαίσθησής του. Η βύθιση στον εαυτό του, η συνειδητοποίηση του λάθους του είναι αυτές που θα ξαναφέρουν στην επιφάνεια αυτό που κάποτε ήταν, αποκαθιστώντας τις ισορροπίες στο λιβάδι.

Η συγγραφέας ζωντανεύει τον φυσικό κόσμο επιστρατεύοντας χρώματα, ήχους, ευωδιές και την πολυμορφία της πανίδας με έμφαση στα μικρά πλασματάκια, ενώ ανεμόσκαλες, βροχοκλωστές και βροχοσκάλες κάνουν δυνατή την επικοινωνία με τα φυσικά και υπερφυσικά στοιχεία, μεταλλάσσοντας το λιβάδι σε ένα θαυμαστό τοπίο όπου η μαγεία γίνεται απτή μόνο χάρη στην ιδιαίτερη ευαισθησία αυτού που την αναζητά. Η εικονογράφηση της Κατερίνας Βερούτσου, απόλυτα εναρμονισμένη με το κείμενο, δίνει το απαραίτητο χρώμα και βάθος, ζωντανεύοντας το σκηνικό και τους κατοίκους του και αποτυπώνοντας διαθέσεις και συναισθήματα χάρη στην εναλλαγή ανάμεσα σε φως και σκοτάδι, σε χρώματα και υφές, με εξαιρετικό για άλλη μια φορά αποτέλεσμα.

Ο Τρυφεράκανθος δεν είναι μόνο ένα βιβλίο για το σεβασμό στη διαφορετικότητα ή για τις πολλές κι αλληλένδετες μορφές της βίας. Επιπλέον, θίγει καίρια ζητήματα αυτογνωσίας (είμαστε συμφιλιωμένοι με τον εαυτό μας ανεξάρτητα από το τι λένε οι άλλοι για μας;), ανθρώπινων σχέσεων (είναι δυνατόν να μας καταλαβαίνουν όλοι;), αλλά και ατομικής επιλογής και ευθύνης (είναι αρκετή η βία των άλλων για να δικαιολογήσει αντίστοιχες δικές μας συμπεριφορές και αποφάσεις;). Η απουσία διδακτισμού μπορεί να συνεπάγεται λίγο περισσότερο παίδεμα κατά την ανάγνωση, αν και στο δικό μας σπίτι οι συζητήσεις γύρω από το συγκεκριμένο βιβλίο υπήρξαν αρκούντως παραγωγικές, κάνοντάς μας να συνδέσουμε την ιστορία του τρυφεράκανθου με στιγμές από τη δική μας πραγματικότητα αλλά και δίνοντας πάντα στην ερμηνεία μας μια καινούρια οπτική ή απόχρωση που την προηγούμενη φορά μάς είχε διαφύγει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου