Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σαμαρτζή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σαμαρτζή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 24 Μαΐου 2020

Αργυρώ Πιπίνη - Ίρις Σαμαρτζή, Όταν ο ήλιος πάει για ύπνο

Εκδόσεις Μάρτης, Αθήνα 2020






Παρατηρώ κάτι παράδοξο τον τελευταίο καιρό σε όλο το φάσμα του βιβλίου (αναφέρομαι και στο ενήλικο): Όλο και πιο συχνά ακούω να γίνεται λόγος για ωραίες και φροντισμένες εκδόσεις, για τυπογραφικά αριστουργήματα, με το τεχνικό κομμάτι να μη συνιστά απλώς παράπλευρο χαρακτηριστικό, αλλά καθοριστικό παράγοντα που αποτελεί από μόνος του στοιχείο καταξίωσης ενός λογοτεχνικού κειμένου. Ως άνθρωπος που δουλεύει στον χώρο του βιβλίου, είμαι η τελευταία που θα αμφισβητήσει την αξία της εκδοτικής επιμέλειας, του χαρτιού και της τυπογραφίας ή πως ένα σπουδαίο κείμενο δε χρήζει της φροντίδας που θα το αναδείξει στα μάτια του αναγνώστη του. Είμαι η τελευταία που δε θα χαζέψει το όμορφο εξώφυλλο, δε θα μυρίσει το χαρτί, δε θα κολλήσει εμμονικά με τη μια ή την άλλη γραμματοσειρά. Αλλά το κείμενο -το καλό κείμενο, εννοείται, γιατί το αδιάφορο ή μέτριο, όπως κι αν το ντύσεις, δε σώζεται- αντέχει και χωρίς αυτά, πιστέψτε με. Θα συμφωνούσε μαζί μου κι ο παιδικός μου εαυτός, μαθημένος να διαβάζει υπέροχα βιβλία τυπωμένα σε άθλιες εκδόσεις – ακόμα θυμάμαι πώς έλαμπαν οι λέξεις πάνω στα παλιόχαρτα. Θα συμφωνούσαν μαζί μου κι ο Θάκερεϊ, ο Τζέιμς, η Γουλφ, ο Φόουλς, ο Μπαρθ, τόσοι άλλοι αραδιασμένοι σε φτηνές χαρτόδετες εκδόσεις με κιτρινισμένο πια χαρτί στα ράφια της βιβλιοθήκης μου. Θα ’ταν υπέροχο όλοι εμείς που εμπλεκόμαστε στην εκδοτική διαδικασία να είχαμε βάλει ένα λιθαράκι έστω στην καταξίωση κάτι τέτοιων μεγαθηρίων, αλλά η αλήθεια είναι πως αυτοί οι τύποι ποτέ δε μας πολυχρειάστηκαν.

Βεβαίως, άλλο λογοτεχνία σκέτη, άλλο κάποια ιδιαίτερα είδη, όπως το εικονοβιβλίο. Εκεί ο ισότιμος ρόλος κειμένου και εικόνας, η αλληλένδετη σχέση τους καθιστούν καταλυτικής σημασίας την υψηλού επιπέδου εκδοτική επιμέλεια. Κακά τα ψέματα, το στήσιμο, το σχήμα, το χαρτί, η ποιότητα της εκτύπωσης είναι ικανά να απογειώσουν ή να χαντακώσουν τόσο το εικαστικό κομμάτι από μόνο του όσο και τον διάλογό του με το ίδιο το κείμενο, και κατ’ επέκταση το βιβλίο στο σύνολό του. Υπάρχουν μάλιστα περιπτώσεις όπου προϋπόθεση για την ανάδειξη συγκεκριμένων κειμενικών και εικαστικών στοιχείων αποτελούν κάποιες «ειδικές», εξαιρετικά «απαιτητικές» εκδοτικές επιλογές. Μια τέτοια περίπτωση συνιστά το βιβλίο-ακορντεόν.

Στην Ελλάδα, απ’ όσο είμαι σε θέση να ξέρω, δεν κυκλοφορούν πολλά τέτοια βιβλία. Το Παπάκι της Isol από τον Μάρτη έχω κατά νου, ενώ έχει τύχει στα χέρια μου να πέσει και το La Rumeur de Venise της πρόσφατα βραβευμένης με Άντερσεν Albertine και του Germano Zullo. Δεν αναφέρομαι τυχαία σε αυτά τα δυο βιβλία, αφού το πολύ ενδιαφέρον της υπόθεσης είναι πως η ιδιαίτερα απαιτητική από εκδοτική και τυπογραφική άποψη μορφή τους τα καθιστά πολυδύναμα, επιτρέποντας σε καθένα από τα δυο να αναδείξει εντελώς διαφορετικά στοιχεία και προθέσεις: στο Παπάκι, για παράδειγμα, έχουμε μια ιστορία ειπωμένη από διαφορετική οπτική σε καθεμιά από τις δυο του όψεις. Στο silent book της Albertine και του Zullo, πάλι, ακολουθούμε τη διαδρομή μιας φήμης από στόμα σε στόμα κι από σπίτι σε σπίτι μιας πόλης που όταν δούμε ολόκληρο το βιβλίο ανοιχτό μπροστά μας αποκαλύπτεται σε όλη της τη μεγαλοπρέπεια. Μικροεπεισόδια μιας γραμμικής πλοκής δηλαδή, αλλά ενταγμένα όλα στην εντυπωσιακή μεγάλη εικόνα.



Και στο βιβλίο για το οποίο θα μιλήσω σήμερα –γιατί φτάνω επιτέλους σ’ αυτό μετά από κατεβατά φλυαρίας– η μορφή αποδεικνύεται ιδανική ώστε να υπηρετήσει συγκεκριμένες τόσο κειμενικές όσο και εικαστικές προθέσεις. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή: Το Όταν ο ήλιος πάει για ύπνο, σε κείμενο της Αργυρώς Πιπίνη, εικονογράφηση της Ίριδας Σαμαρτζή και εκδοτική επιμέλεια του Μάρτη, είναι ένα εντυπωσιακό βιβλίο- ακορντεόν με βασικό του θεματικό άξονα τα ονειρικά ταξίδια στα οποία μας οδηγεί ο ύπνος. Για τη συγγραφέα, στο μαγικό τοπίο του δε χωράνε εφιάλτες, ίσα ίσα, με το που εμφανιστεί το πρώτο βράδυ της εβδομάδας, φορτωμένος όνειρα και παραμύθια, πρώτη του δουλειά είναι να διώξει μακριά τα τέρατα. Κι από κει και μετά, μέρα τη μέρα, αρχίζει ένα υπέροχο ταξίδι σε τόπους αληθινούς και μαγικούς, με πλάσματα πραγματικά και παραμυθένια, άλλοτε αντλημένο από την ανάμνηση κι άλλοτε κεντρισμένο από την προσδοκία, με διακειμενικές ή και προσωπικές αναφορές, σε κόσμους όπου κυριαρχεί το χρώμα και το γλεντοκόπι. Ο ύπνος έτσι από τη μια συνιστά προέκταση της ζωής όπου όλα, ακόμα και τα πιο τρελά κι απίθανα, είναι δυνατά κι εφικτά κι όπου η πραγματικότητα συμπλέκεται με την τολμηρή φαντασία, ένας κόσμος ασύνορος και συναρπαστικός, χωρίς λογικούς περιορισμούς, κι από την άλλη γίνεται το γλυκό καταφύγιο, το προστατευτικό κουκούλι που αποδιώχνει φόβους και στενοχώριες και που φυλάει μέσα του καθετί θετικό, κάθε χαρά, υπαρκτή και δυνητική. Και που έχει κι ο ίδιος, ως πλάσμα με σάρκα και οστά, ανάγκη από ξεκούραση και ανατροφοδότηση την έβδομη μέρα.

Πάνω σε αυτό ακριβώς το στοιχείο, τον προσωποποιημένο ύπνο, στήνει τον καμβά της η εικονογράφος: ολόκληρη την εσωτερική πλευρά του βιβλίου καταλαμβάνει ο ταξιδιάρης κοιμώμενος ύπνος με το σκουφί και τα καλτσάκια του, ακριβώς όπως περιγράφεται στο κείμενο. Και πάνω του αραδιασμένα από σελίδα σε σελίδα όλα εκείνα τα θαυμαστά τοπία και πλάσματα που ιστορεί η συγγραφέας, με το σώμα-καμβά του να μετατρέπεται πότε σε έναστρο ουρανό και πότε σε ποτάμι, πότε σε ζούγκλα και πότε σε γιορτινή στέγη ή σπιτικό. Γεμάτη εκπλήξεις και εναλλαγές, η εικονογράφηση κατορθώνει να ζωντανέψει μπροστά στα μάτια μας τον σχεδόν άναρχο κι αέναο χαρακτήρα των ονείρων, την τάση τους να πετάγονται πότε εδώ και πότε εκεί, να συνυπάρχουν, να διαλέγονται, να μεταλλάσσονται. Κι αν στην εσωτερική πλευρά του βιβλίου το κεντρικό πρόσωπο είναι ο ύπνος και η δράση καταιγιστική, η εξωτερική καλύπτεται από ένα πελώριο πολύχρωμο προστατευτικό πάπλωμα με σκόρπιες εικόνες από το μαγικό ταξίδι του ύπνου. Απ’ τις δυο πλευρές του παπλώματος αυτού ξεμυτίζει ένα παιδικό πρόσωπο, στην όψη του βιβλίου με μάτια ανοιχτά, στην πίσω πλευρά του κοιμισμένο, παρέα με το αρκουδάκι του. Η εικονογράφος εδώ εικονοποιεί, νομίζω, την αρχική πρόθεση της συγγραφέα, που θέλει τον ύπνο να προστατεύει -όπως το πάπλωμα- το παιδί από κάθε αρνητική σκέψη και εικόνα, γαληνεύοντας την ψυχή του. Σε αντίστιξη με το εσωτερικό του βιβλίου, η εξωτερική αυτή διαδρομή σ’ ένα πάπλωμα με διάσπαρτα θραύσματα ονείρου εμένα τουλάχιστον μ’ έκανε να σκεφτώ τις μεταιχμιακές στιγμές ανάμεσα στον ύπνο και στον ξύπνο με όλες εκείνες τις σκόρπιες εικόνες και τα αισθήματα που τις συνοδεύουν.

Το πιο δύσκολο σ’ ένα εικονοβιβλίο, ειδικά όταν δεν είναι ένας ο δημιουργός του, είναι να μπορέσει ο αναγνώστης να το δει ως ενιαίο σύνολο, όπου κείμενο και εικόνα συνυπάρχουν, διαλέγονται και αλληλοσυμπληρώνονται αρμονικά. Όπου τίποτα δεν είναι αποτέλεσμα εντυπωσιοθηρίας κι όπου το ένα συστατικό δε λειτουργεί ως υποκατάστατο ή ως τονωτική ένεση για το άλλο. Όπου κάθε επιλογή εντέλει υπηρετεί την ίδια την εγγενή ουσία του. Έχοντας διατρέξει πολλές φορές το Όταν ο ήλιος πάει για ύπνο, εστιάζοντας πότε εδώ και πότε εκεί –το βιβλίο ευνοεί τις πολλαπλές διαδρομές έτσι κι αλλιώς– μπορώ να πω με σιγουριά ότι συνιστά μες στη φροντισμένη απλότητα και τη λειτουργικότητά του ένα ευρηματικό και πλούσιο εικονοβιβλίο πολλαπλών συνδηλώσεων και προεκτάσεων όπου τίποτα δεν περισσεύει. Κι αυτό, σε συνάρτηση μάλιστα με την τολμηρή επιλογή του εκδότη να στηρίξει αυτό το απαιτητικό εγχείρημα, δεν το λες καθόλου μα καθόλου απλό.

Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2019

Ελένη Γερουλάνου - Ίρις Σαμαρτζή, Ένας αρκούδος μια φορά


Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2018



Ένας αρκούδος με γαλάζια κορδέλα ξεπηδά ένα βράδυ με λιγοστό φεγγάρι από ένα κουτί δίπλα σ’ έναν κάδο ανακύκλωσης, όπου τον έχουν εγκαταλείψει. Περιπλανιέται σε λιμάνια, αγροκτήματα, σιδηροδρομικούς σταθμούς, θέατρα, πανηγύρια, μαγαζιά, γυρεύοντας τον δρόμο για το σπίτι του. Πολλοί εκείνοι που συναντά, πολλοί κι οι πειρασμοί, με τη μορφή υποσχέσεων για μακρινά ταξίδια, όμορφα παιχνίδια, λαμπερές καριέρες, κεράσματα και δώρα. Κι ωστόσο ο αρκούδος δεν κάμπτεται, αφού η ανάγκη του να βρει επιτέλους το σπίτι του και να ξαποστάσει μοιάζει να στέκει πέρα και πάνω απ’ όλα τ’ άλλα. Κι όταν πια η κούραση κι η απελπισία τον έχουν αποκαρδιώσει για τα καλά, ένας πύργος, θαρρείς βγαλμένος από τα παραμύθια, εμφανίζεται μπροστά του. Και μαζί μια φιλόξενη πυργοδέσποινα, που είναι πρόθυμη να τον αγκαλιάσει τρυφερά και να τον υποδεχτεί επιτέλους στο σπίτι του.

Αυτή είναι πάνω κάτω η ιστορία που αφηγείται στο βιβλίο της Ένας αρκούδος μια φορά η Ελένη Γερουλάνου, θέλοντας να μιλήσει στους αναγνώστες της για την αληθινή ιστορία της δημιουργίας του Μουσείου Μπενάκη Παιχνιδιών και την ψυχή του, τη συλλέκτρια Μαρία Αργυριάδη, που έφυγε από τη ζωή στο τέλος του 2018 και της οποίας η πολύτιμη συλλογή παιχνιδιών συνιστά τον πυρήνα του μουσείου. Στο εγχείρημά της αυτό η συγγραφέας προτιμά να αποφύγει κάθε λογής υπερβολή και περιττολογία, αφηγούμενη μια ιστορία που στη δομή της θυμίζει παραμύθι και ντυμένη με μια απλότητα και οικονομία λόγου που της χαρίζουν αμεσότητα και γρήγορο ρυθμό, αφήνοντας παράλληλα την εικόνα να συμπληρώσει όσα οι λέξεις εύγλωττα αποσιωπούν.

Η εικονογράφηση της Ίριδας Σαμαρτζή βασίζεται σε φωτογραφικό υλικό από τα παιχνίδια του μουσείου, τα οποία συντροφεύουν τον κεντρικό ήρωα σε κάθε σελίδα, συνιστώντας ζωντανό κομμάτι κάθε σταθμού της περιπλάνησής του. Με τον τρόπο αυτό, τα εκθέματα του μουσείου βγαίνουν κυριολεκτικά στον δρόμο, γίνονται υλικά που χτίζουν την πραγματικότητα και οργανικό συστατικό της μεγάλης περιπέτειας που βιώνει ο αρκούδος. Γεγονός που επιτρέπει στον μικρό αναγνώστη όχι απλώς να εξοικειωθεί μαζί τους αλλά και να βρει σ’ αυτά την αφορμή να μετατρέψει μια απλή μουσειακή επίσκεψη σ’ ένα συναρπαστικό ταξίδι φαντασίας. Σε αντίθεση με τους συνομιλητές του, ο κεντρικός ήρωας αποτυπώνεται ως ζωγραφιά σε όλες τις σελίδες στις οποίες απλώνεται η ιστορία του εκτός από την τελευταία, όπου κι ο ίδιος πια έχει γίνει κάτοικος του μουσείου.

Σ’ αυτή τη σελίδα βλέπουμε τη Μαρία Αργυριάδη στη βεράντα του πυργόσπιτου με τον αρκούδο στην αγκαλιά της ν’ αγναντεύει το θωρηκτό Αβέρωφ, που πράγματι στέκει απέναντι από το Μουσείο Μπενάκη Παιχνιδιών, αλλά ταυτόχρονα αποτελεί κι αυτό το ίδιο –ή τουλάχιστον η ξύλινη μινιατούρα του– «ένοικο», έκθεμα του μουσείου. Η ιστορία, η μνήμη, οι αλλόκοτες –άλλοτε συλλογικές, άλλοτε ατομικές– διαδρομές της, αποτυπωμένες με τρόπο ευφυή σ’ αυτή –και όχι μόνο– τη σελίδα του βιβλίου. Ενός βιβλίου που, πέρα από πραγματολογικό υλικό και πολύτιμη γνώση, κουβαλάει κι ένα ισχυρό βιωματικό και συναισθηματικό βάρος το οποίο μεταγγίζει αθόρυβα κι ευεργετικά στον αναγνώστη του.