Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χαδουλού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χαδουλού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 15 Μαΐου 2016

Ιωάννα Μπουλντούμη, Γραφείο αστυνομικών ερευνών Ηρακλή Πουαντιγιέ


  • Σαν τον σκύλο με τη γάτα, εικόνες Κ. Χαδουλού, Μεταίχμιο, Αθήνα 2014
  • Λείπει η γάτα, χορεύουν τα φαντάσματα, εικόνες Κ. Χαδουλού, Μεταίχμιο, Αθήνα 2014
  • Σκυλίσια ζωή, εικόνες Κ. Χαδουλού, Μεταίχμιο, Αθήνα 2015  



Θεμελιώδες συστατικό στοιχείο των παιδικών αστυνομικών βιβλίων της Ιωάννας Μπουλντούμη είναι οι ενδιαφέροντες χαρακτήρες που πλάθει η συγγραφέας, εμπνευσμένοι μάλιστα από εμβληματικές φυσιογνωμίες της παγκόσμιας αστυνομικής λογοτεχνίας. Έτσι, ο παλιότερος ήρωάς της ο Σέλοκ, αν και σέλινο, παραπέμπει εμφατικά στον Σέρλοκ Χολμς, ενώ και το δίδυμο της πιο πρόσφατης σειράς βιβλίων της «Γραφείο αστυνομικών ερευνών Ηρακλή Πουαντιγιέ», ο σκύλος Ηρακλής Πουαντιγιέ και η γάτα Αγαθή Γαλή, μας φέρνει αμέσως στον νου τον Ηρακλή Πουαρό αλλά και τη σπουδαία δημιουργό του Άγκαθα Κρίστι.


Πάνω στις ιδιαιτερότητες των χαρακτήρων αυτών χτίζει η συγγραφέας σε μεγάλο βαθμό τις ιστορίες της: Έτσι, ο Ηρακλής Πουαντιγιέ είναι ένας τύπος φιλότεχνος, σχολαστικός, λογικός, εγκεφαλικός, ενώ η βοηθός του Αγαθή Γαλή είναι το ακριβώς ανάποδο από αυτόν: παρορμητική, λάτρις των υλικών αγαθών και απολαύσεων και εξαιρετικά βαρήκοη – κι είναι αυτά τα χαρακτηριστικά της στα οποία πατάει η συγγραφέας για να βγάλει χιούμορ μέσα από αστείες παρανοήσεις, να προωθήσει την πλοκή με αναπάντεχο τρόπο ή να προετοιμάσει τον αναγνώστη για ανέλπιστες λύσεις στα μυστήρια που προσπαθεί να διαλευκάνει το αταίριαστο αυτό δίδυμο.



Σε ό,τι αφορά τους δευτερεύοντες χαρακτήρες της, η Μπουλντούμη αξιοποιεί για να τους ενσαρκώσει μια τεράστια γκάμα από ράτσες σκύλων –να σημειώσουμε ότι, πλην της Αγαθής, μόνο στο τρίτο βιβλίο της σειράς εμφανίζονται και δυο εκπρόσωποι άλλων ειδών του ζωικού βασιλείου– επιλέγοντας συνήθως ευρηματικά ονόματα δηλωτικά της καταγωγής ή της ιδιοσυγκρασίας τους. Η επιλογή αυτή της συγγραφέα να φτιάξει ιστορίες στις οποίες πρωταγωνιστούν αποκλειστικά και μόνο ζώα κι όχι άνθρωποι –και ειδικότερα ενήλικες– καθιστά τους ήρωές της ιδιαίτερα συμπαθείς στο παιδί αναγνώστη, απαλύνοντας ακόμα και πιο «ενήλικα» υποθεσιακά στοιχεία που απαντούν στα βιβλία της σειράς. Η πλειάδα αυτή πρωταγωνιστικών και δευτερευόντων χαρακτήρων είχε τη μεγάλη τύχη να πέσει στα χέρια της Κατερίνας Χαδουλού, η οποία έχει δημιουργήσει μια εξαιρετική πινακοθήκη προσώπων, που ενθουσιάζει τον μικρό αναγνώστη, βάζοντάς τον κατευθείαν μέσα στην ιστορία.

Δε θα αναφερθώ διεξοδικά στις υποθέσεις των τριών μέχρις ώρας βιβλίων της σειράς. Η κλοπή ενός πολύτιμου μενταγιόν, ένα στοιχειωμένο σπίτι, η εξαφάνιση ενός φημισμένου πίνακα απασχολούν σε καθένα από αυτά τον διάσημο ντετέκτιβ και τη χαριτωμένη βοηθό του. Και στις τρεις περιπτώσεις ο Ηρακλής Πουαντιγιέ φτάνει στη λύση μέσα από το υπομονετικό σκανάρισμα των χαρακτήρων και την εμμονή στη λογική τεκμηρίωση των υποψιών ή υπονοιών του, αλλά και χάρη στην ανατρεπτική και συχνά ακούσια παρέμβαση της βοηθού του Αγαθής. Ένα όχι ιδιαίτερα μεγάλο και κουραστικό αλλά αποκαλυπτικό αναγνωστικό ταξίδι, με απρόβλεπτη συνήθως κατάληξη. Αναμένουμε με ενδιαφέρον τη συνέχεια.

Πέμπτη 30 Ιανουαρίου 2014

Γιώτα Αλεξάνδρου, Χάρης και Φάρις

Εικονογράφηση: Κατερίνα Χαδουλού, Βιβλιόφωνο, Αθήνα 2013 (από 7 ετών)



O Χάρης, ο αφηγητής της ιστορίας, στην καθημερινή διαδρομή του προς το σχολείο του ζει με τη φαντασία του συναρπαστικές περιπέτειες, μετασχηματίζοντας μέσα από τα παιχνίδια του την πραγματικότητα σε παραμυθένιο τοπίο. Ένα πρωινό θα προσέξει κάτω από ένα γεφυράκι ένα ανθρώπινο κουβάρι. Είναι ο Φάρις, ένα μικρό προσφυγάκι που έχει βρει στέγη εκεί. Ο Χάρης θα τον πλησιάσει, θα αναζητήσει σημεία επαφής παρακάμπτοντας το εμπόδιο της γλώσσας, θα τον βοηθήσει και, παρά τις δυσκολίες, τους δισταγμούς και τις μουρμούρες του κοντινού ή ευρύτερου περιβάλλοντός του, και με τη συνδρομή του ανοιχτόμυαλου Αιγυπτιώτη δασκάλου του, θα συμβάλει στην ομαλοποίηση της ζωής του ξένου παιδιού και στην ένταξή του στο τοπικό σχολείο.

Η συγγραφέας ήδη από τον τίτλο (Χάρης-Φάρις) υποδηλώνει ότι, αν δυο ονόματα τόσο διαφορετικής γλωσσικής προέλευσης ακούγονται τόσο παρόμοια, τότε σίγουρα παρόμοιοι θα είναι και οι ιδιοκτήτες τους. Πράγματι, Χάρης και Φάρις δε δυσκολεύονται να γίνουν φίλοι, και σ’ αυτό κομβικός είναι ο ρόλος που παίζει το παιχνίδι: Η συγγραφέας, βάζοντας τον ήρωά της τον Χάρη να ανακαλύπτει τον Φάρις στη διάρκεια και μέσω του φανταστικού παιχνιδιού του, του επιτρέπει να προσεγγίσει το πρόβλημα του μικρού πρόσφυγα χωρίς μελοδραματισμούς, μέσα από κώδικες επικοινωνίας πολύ διαφορετικούς από εκείνους των μεγάλων, να βρει κοινές αναφορές και ενδιαφέροντα με τον Φάρις και να αποκτήσει μια κάποια εικόνα για την παλιά ζωή του. Στο δεύτερο, πάλι, μισό του βιβλίου, η ενσωμάτωση πια του Φάρις στην πολυπολιτισμική τάξη του Χάρη τονίζεται από ένα δεύτερο συγγραφικό εύρημα, που αφορά την πολύχρωμη γιορτή της μικρής Ινδής συμμαθήτριας των δυο αγοριών, όπου παιδιά διαφορετικής καταγωγής πασαλείβονται τρισευτυχισμένα με τα χρώματα της άνοιξης, καταργώντας μέσα από τη ζωηρή πολυχρωμία τους κάθε διάκριση συναφή με το χρώμα του δέρματός τους.

Κείμενο προσεγμένο, γραμμένο με ευαισθησία και μικρές, αποφορτιστικές δόσεις χιούμορ, από τη σκοπιά του παιδιού αφηγητή. Κάποιες δυσάρεστες αλήθειες λέγονται (π.χ., η άτολμη, φοβική στάση του μπαμπά), κάποιες άλλες (η πολύ πιο σκληρή πραγματικότητα που αντιμετωπίζουν συχνά οι πρόσφυγες στη χώρα μας) μένουν στη σκιά. Η εικονογράφηση της Κατερίνας Χαδουλού, γεμάτη αθώα παιδικά πρόσωπα όλων των χρωμάτων, υπηρετεί με συνέπεια τις προθέσεις μιας ιστορίας που παρουσιάζει μια αρκετά ιδανική εκδοχή της πραγματικότητας, μ’ ένα πολυπολιτισμικό σχολείο, έναν ανοιχτόμυαλο δάσκαλο, μια κοινωνία που, παρά τις μεμονωμένες παραφωνίες, εντέλει, και μάλιστα με μεγάλη ταχύτητα, λειτουργεί υποστηρικτικά για τον Φάρις. Έστω πάντως κι αν ο κόσμος του Χάρη απέχει από τη δική του πραγματικότητα, το παιδί αναγνώστης έρχεται πλησιέστερα στο δράμα των ομηλίκων του προσφύγων, συνειδητοποιώντας ότι και το ίδιο μπορεί να συμβάλει με το δικό του -έστω μικρό- τρόπο στη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσής τους και στην ομαλή ενσωμάτωσή τους στην κοινωνία μας.
[Στο τέλος του βιβλίου υπάρχουν τέσσερις ενότητες με καλημέρες σε εφτά γλώσσες και παιχνίδια από έξι διαφορετικές χώρες, προτάσεις για εκπαιδευτικούς και ένα κείμενο για τα ασυνόδευτα παιδιά από την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες.] 

Τρίτη 19 Μαρτίου 2013

Χριστίνα Φραγκεσκάκη, Μαραλά, η μάνα των παραμυθιών

Εικονογράφηση: Κατερίνα Χαδουλού, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2013 (από 5 ετών)

 
 
 
Ένα βιβλίο για τον τρόπο που ήρθαν στον κόσμο οι ιστορίες, για το πέρασμα από το μύθο στην αφήγηση, από τον προφορικό λόγο στον γραπτό.
Μια ιστορία που ξεκινάει τον πολύ παλιό καιρό, σε μια εποχή σκοτεινή και μαζί μυθική, με πρωταγωνίστρια μια γυναίκα συνομήλικη της γης, τη Μαραλά. Το όνομά της συρραφή από ήχους, χωρίς κάποιο συγκεκριμένο νόημα. Η Μαραλά, μορφή πρωτόγονη και μαζί μαγική, σχεδόν σαμανική, αρχετυπική και πανανθρώπινη, φαίνεται να συμπυκνώνει μες στη μοναξιά της κάθε ανθρώπινη γνώση, κάθε ανθρώπινη ιστορία. Οι χαρακιές στο πρόσωπό της δηλωτικές της ηλικίας της, παρόμοιας με την ηλικία της ίδιας της γης. Συνυφασμένες με τις χαρακιές στο πρόσωπο της γης, αλλά και με τις βαθιές αυλακιές της ανθρώπινης μνήμης. Η συλλογική μνήμη και γνώση προσωποποιημένη.
Η Μαραλά επικοινωνεί με τη φύση, δίνει και παίρνει απ’ αυτή, έχοντας αναπτύξει με τα πλάσματά της μια σχέση βαθιάς αγάπης και τρυφερότητας. Οι άνθρωποι λείπουν απ’ τη ζωή της, ως τη μέρα που ο σκληρός πάγος της μοναξιάς σπάει απ’ τον αιφνίδιο ερχομό ενός κοριτσιού με κόκκινα μαλλιά. Το κόκκινο χρώμα των μαλλιών της σηματοδοτεί την ορμή της νιότης, αλλά και τη θέρμη, τη ζεστασιά που λιώνει τους πάγους οι οποίοι κρατούν τους ανθρώπους μακριά τον ένα απ’ τον άλλο, φέρνοντας ταυτόχρονα τον κόσμο ολόκληρο προ των πυλών μιας νέας εποχής. Η ώρα που εμφανίζεται το κορίτσι, όταν χαράζει η μέρα, είναι κι αυτή δηλωτική της έλευσης του καινούριου κι ελπιδοφόρου. Αλλά και τ’ όνομά της, Ροδινή, σε αντίθεση με το όνομα της Μαραλά, δεν είναι ένα απλό άθροισμα συλλαβών κενών νοήματος, μα προϊόν λογικής διεργασίας και αιτιακών συνδέσεων, προσδιοριστικό του χρόνου του ερχομού της.
Η συνάντηση της Μαραλά με τη Ροδινή θα αποτελέσει την αφετηρία μιας περιόδου αρμονικής συνύπαρξης και μαθητείας. Η απερχόμενη γενιά μεταδίδει τη γνώση της στη νεότερη κι εκείνη την εξελίσσει, την ίδια ώρα που το πανανθρώπινο αρχίζει να μπολιάζεται με το ατομικό. Μ’ αυτό τον τρόπο οι παλιές ιστορίες της γριάς αποκτούν σταδιακά μέσ’ απ’ τα χέρια της μικρής πλέξη, ύφανση, από ήχοι γίνονται γράμματα, από σκόρπιοι μύθοι μεταλλάσσονται σε καταγεγραμμένες αφηγήσεις. Η Ροδινή θα είναι εκείνη που θα αναλάβει και το δύσκολο έργο της διασποράς των ιστοριών της Μαραλά σ’  όλο τον κόσμο. Στο εγχείρημά της δε θα είναι μόνη. Πουλιά κι αέρηδες, δέντρα και λουλούδια, οι παλιοί φίλοι της γριάς Μαραλά, θα τη συνδράμουν. Μάλλον γιατί στις ανά τον κόσμο ιστορίες αναγνωρίζουν πάντα την κοινή μακρινή καταγωγή, την αρχέγονη μήτρα που τις γέννησε όλες.
Γοητευτικό κείμενο, που με ποιητική διάθεση επιχειρεί να μυήσει τα παιδιά στις απαρχές της αφήγησης και της γραφής. Χωρίς εμμονική χρήση των συμβολισμών, ούτε διάθεση για ιστορικές αναδρομές και καταγραφές. Με μια ύφανση η οποία έχει πετύχει να συνδυάσει τις αδρές γραμμές του μύθου με την τολμηρή εικονοποιία, τη λιτότητα των συμβόλων με την ποίηση των λέξεων. Και είναι συχνά αυτές οι λέξεις που γίνονται οι γέφυρες οι οποίες μας γλιτώνουν από κακοτοπιές και γκρεμούς, οδηγώντας μας πέρα από ανυπέρβλητα εμπόδια που θα ‘βαζε στο δρόμο μας μια ρεαλιστική, μίζερα πραγματιστική αφήγηση. Οι λέξεις, που, ειπωμένες ή γραμμένες, δεν έχουν πάψει μέσα στο πέρασμα του χρόνου να κουβαλάνε κάτι από τη μαγεία και το αρχέγονο μυστήριο των προαιώνιων καιρών, της εποχής που ζούσε η γριά μάνα των παραμυθιών.
Άλλωστε, για να γράψει κανείς ένα βιβλίο σαν κι αυτό, μάλλον θα πρέπει να έχει θητεύσει κι ο ίδιος με κάποιον τρόπο στο μεγάλο σχολείο της Μαραλά. Και να πιστεύει βαθιά ότι και το δικό του υφαντό από λέξεις δεν είναι άλλο από μιαν ακόμα εκδοχή κάποιας απ’ τις ιστορίες που χώρεσαν κάποτε στο σακούλι της μικρής Ροδινής για να αποικίσουν ύστερα ολόκληρο τον κόσμο.

Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2013

Αλεξάνδρα Μητσιάλη, Η κούκλα που ταξίδευε στον κόσμο

Εικονογράφηση: Κατερίνα Χαδουλού, Εκδόσεις Παπαδόπουλος, Αθήνα 2012 (από 6 ετών)



Το τελευταίο βιβλίο της Αλεξάνδρας Μητσιάλη, Η κούκλα που ταξίδευε στον κόσμο, καταπιάνεται με ζητήματα που έχουν απασχολήσει τη συγγραφέα και σε παλιότερά της βιβλία: Η παιδική εργασία, οι δυσκολίες του παιδιού μετανάστη, η οικονομική δυσπραγία έρχονται στο προσκήνιο μέσα από το ταξίδι μιας κούκλας από χώρα σε χώρα, από χέρι σε χέρι, από παιδί σε παιδί.

Η αφήγηση ξεκινάει από μια χώρα της Ασίας, μέσα σ’ ένα εργοστάσιο όπου ένα μικρό κορίτσι, η Ναϊρί, δουλεύει αδιάκοπα ντύνοντας κούκλες που δεν προορίζονται για την ίδια αλλά για κάποια άλλα, πιο τυχερά παιδιά, που ζουν σε άλλες, μακρινές χώρες. Κάπου ανάμεσα στην κούραση απ’ τη δουλειά και στις τάσεις φυγής που της ξυπνά ο ήχος της τροπικής βροχής, η Ναϊρί ξεχωρίζει μια κούκλα με βλέμμα αλλιώτικο απ’ των άλλων, που θα τη συντροφέψει δίνοντάς της μια στάλα παρηγοριάς ως το τέλος της βάρδιας της.

Σε μιαν άλλη χώρα, καιρό αργότερα, μια μικρή Ρωσίδα μετανάστρια, η Όλια, ανακαλύπτει την ίδια εκείνη κούκλα με το απροσδιόριστο χρώμα στο βλέμμα στις σακούλες με τα εμπορεύματα που φέρνουν στο σπίτι οι πλανόδιοι πωλητές γονείς της. Ο χρόνος που θα προλάβει να περάσει η Όλια με την κούκλα θα είναι λίγο περισσότερος από κείνον που είχε στη διάθεσή της η Ναϊρί, ωστόσο θα ‘χει κι αυτός ημερομηνία λήξης.

Από τα χέρια της μικρής Όλιας θα πάρει την κούκλα ο μπαμπάς της Σόφης για να την κάνει δώρο στην κόρη του για τα γενέθλιά της. Μη φανταστείτε ότι η οικογένεια της Σόφης είναι τίποτα βαθύπλουτοι. Μεροκαματιάρης ο μπαμπάς, και το δώρο των γενεθλίων το μοναδικό που παίρνει η μικρή μες στη χρονιά. Και μάλιστα δώρο από πλανόδιο μικροπωλητή, όχι από κάποιο μεγάλο, φανταχτερό παιχνιδάδικο. Βέβαια, η Σόφη, σε αντίθεση με τα δυο άλλα κοριτσάκια, δε χρειάζεται να δουλέψει, ούτε να ξενιτευτεί. Έχει τα χρειώδη, αυτά που για τη Ναϊρί φαντάζουν άπιαστα, για την Όλια μακρινά.

Με το ταξίδι της από ιδιοκτήτρια σε ιδιοκτήτρια, η πρωταγωνίστρια, η κούκλα με το απροσδιόριστο χρώμα στα μάτια, γίνεται η συνδετική γραμμή ανάμεσα στις ιστορίες και στις ζωές τριών παιδιών που, παρά τη διαφορετική καταγωγή τους και τις διαφορετικές συνθήκες διαβίωσής τους, αισθάνονται την ίδια ανάγκη για συντροφιά, για παιχνίδι και για παρηγοριά. Το καθένα μάλιστα θα δώσει κι ένα δικό του όνομα στην κούκλα, ανάλογο σε μέγεθος με το χρόνο που προλαβαίνει να την κρατήσει κοντά του: μονοσύλλαβο η Ναϊρί, δισύλλαβο η Όλια, τρισύλλαβο η Σόφη. Το Λι της πρώτης γίνεται Λιλί της δεύτερης και Λιλίκα της τρίτης. Η καθεμιά τους προσθέτει κι ένα λιθαράκι, μια συλλαβή στο όνομα της κούκλας, λες και αυτό είναι προορισμένο να αποτελέσει το άθροισμα της αγάπης και της ευγνωμοσύνης και των τριών τους. Με τον ίδιο τρόπο τα μάτια της κούκλας θα προλάβουν να αιχμαλωτίσουν και να αθροίσουν μέσα τους κάθε διαφορετικό παιδικό βλέμμα, κάθε προσδοκία, ελπίδα ή θλίψη που καθρεφτίζεται σε αυτό. Και ίσως γι’ αυτό το λόγο να είναι κι απροσδιόριστο το χρώμα τους, γιατί συμπυκνώνουν πολλά διαφορετικά χρώματα ματιών, πολλά διαφορετικά βλέμματα παιδιών, πολλές διαφορετικές υφές συναισθημάτων. Και θα είναι αυτές οι πολλές διαφορετικές εκδοχές παιδικής τρυφερότητας και αγάπης που σταδιακά θα μεταλλάξουν την κούκλα σε σχεδόν ανθρώπινο πλάσμα, καθώς το κάθε κοριτσάκι αφήνει μαζί με το φιλί του αποχαιρετισμού πάνω στο πλαστικό δέρμα της κι ένα αποτύπωμα του ίδιου του του εαυτού.

Η συγγραφέας αφηγείται την ιστορία της χωρίς να ενδίδει σε υπεραπλουστεύσεις, πιστή σε μια γλώσσα που κατορθώνει να βρει ισορροπία ανάμεσα στην αφηγηματική λιτότητα και στην ποιητική εικονοποιία. Με τον ίδιο τρόπο που και η εικονογράφηση της Κατερίνας Χαδουλού, επικεντρώνοντας στα πρόσωπα και κυρίως στα μάτια των τριών κοριτσιών και της κούκλας, ισορροπεί ανάμεσα στην αποτύπωση της σκληρής πραγματικότητας των ηρωίδων και στις ονειρικές, νοσταλγικές αποδράσεις τους, ανάμεσα στο αναπότρεπτο της καθημερινότητάς τους και στην άδολη παιδικότητά τους.

Η Κούκλα που ταξίδευε στον κόσμο δεν είναι ένα βιβλίο περαστικό. Έρχεται για να μείνει, να χαραχτεί στο μυαλό σου. Μπορεί η διαδρομή της από αγκαλιά σ’ αγκαλιά αναπόφευκτα να ταυτίζεται με τα χαμένα όνειρα, με τη θλίψη της κάθε μικρής ή μεγάλης απώλειας, ωστόσο η σταδιακή μετάλλαξή της από απλό παιχνίδι σε αποδέκτη των ίδιων παιδικών συναισθημάτων και ελπίδων εδραιώνει μέσα σου την πεποίθηση ότι τα παιδιά σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης είναι κι αυτά ίδια κι απαράλλαχτα. Κι ας φαντάζει συχνά το απλό κι αυτονόητο των συναισθημάτων τους τόσο δύσκολο και θαυμαστό να αποκρυπτογραφηθεί όσο και το να στήσεις μια όμορφη παιδική ιστορία σαν αυτήν εδώ.
[Ενόσω έγραφα αυτό το κείμενο έτυχε να δω στο μπλογκ Φιλαναγνωσία μια ανάρτηση με πανέμορφες παιδικές ζωγραφιές εμπνευσμένες από την Κούκλα που ταξίδευε στον κόσμο. Αξίζει να ρίξετε μια ματιά εδώ για να τις χαρείτε κι εσείς.]