Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παπαθεοδούλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παπαθεοδούλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 18 Απριλίου 2017

Αντώνης Παπαθεοδούλου – Μυρτώ Δεληβοριά, Τικ-τακ – Ρολόγια, ώρα για μάθημα!

Εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2016



Αν ο φόβος του ρολογιού ταλανίζει τα παιδιά, αλλά κι εμάς τους μεγάλους, ειδικά το πρωί, που το ξύπνημα είναι δύσκολο κι αγχωτικό, καλύτερα μη σας πω τι αγωνίες περνάνε τα ίδια τα ρολόγια. Κι ακόμα περισσότερο, τι τραβάει εκείνος ο δόλιος δάσκαλος που έχει επιφορτιστεί με την εγκύκλιο μόρφωσή τους.

Γιατί μη νομίζετε πως τα μικρά ρολόγια είναι καλύτερα από τα νήπια ή τα παιδιά των πρώτων τάξεων του δημοτικού. Ζόρικα και απείθαρχα, τεμπέλικα και πάντα έτοιμα για πλάκες, εριστικά μεταξύ τους και το καθένα με τη δική του, μοναδική άποψη για τον χρόνο. Σαν τα παιδιά, λατρεύουν κι αυτά το διάλειμμα, τις ξάπλες, τις εκδρομές και τα γέλια. Λίγη ρολογογεωγραφία, λίγη ρολογοϊστορία, λίγη ρολογομουσική μπορεί να φέρει το πράγμα σε έναν κάποιο λογαριασμό. Και πάντως να χαρίσει γέλιο και γνώση μαζί στον αναγνώστη.

Το ζητούμενο του βιβλίου πάντως δεν είναι να διδάξει την ώρα στα παιδιά όσο, μέσα από την ευρηματική ταύτισή τους με τα όχι και τόσο μισητά, όπως φαίνεται, ρολόγια, να τα συμφιλιώσει με την ιδέα του χρόνου. Ενός χρόνου που δεν είναι κοινός για όλους. Που διαμορφώνεται ανάλογα με ανάγκες, τόπους, εποχές, συνήθειες. Το κείμενο του Αντώνη Παπαθεοδούλου, πατώντας σταθερά στο αρχικό εύρημα, ξετυλίγεται με απλότητα, ενώ ο έξυπνος διάλογος που αναπτύσσει με την παιγνιώδη εικονογράφηση της Μυρτώς Δεληβοριά προξενεί το αβίαστο γέλιο του αναγνώστη, που βλέπει ρολόγια σε ποικιλία σχεδίων, χρωμάτων και μεγεθών, ντυμένα με ανθρώπινα χαρακτηριστικά, σε διάφορες αναπάντεχες καταστάσεις: ξεχαρβαλωμένα, αποσυντονισμένα, τρελαμένα γενικώς, παίρνοντας έτσι μια μικρή γεύση από τα αόρατα μυστικά της λειτουργίας τους.

Ένα ασυνήθιστο βιβλίο, με μια πρωτότυπη και απενοχοποιητική ματιά στην έννοια του χρόνου, που αξίζει να το ξεφυλλίσετε με την πεποίθηση ότι κανένα ρολόι δε θα ξεχυθεί στο κατόπι σας. Έχουν εξάλλου κι αυτά τα δικά τους…

Δευτέρα 31 Αυγούστου 2015

Αντώνης Παπαθεοδούλου - Μυρτώ Δεληβοριά, Όταν μεγαλώσω μπορώ να γίνω και...

Εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2014

 
 

Πριν από δυο καλοκαίρια ένα μεγαλωμένο πια ξαδερφάκι μάς είχε χαρίσει το εξαντλημένο Φτιάξε τη δική σου παραμυθοσαλάτα της Hilary Robinson σε εικονογράφηση του Nick Sharratt από τις Εκδόσεις Άμμος. Κάθε σελίδα του βιβλίου ήταν χωρισμένη σε τέσσερις φέτες και καθεμιά από τις φέτες περιείχε ένα συστατικό από ένα κλασικό παραμύθι (όνομα ήρωα/ηρωίδας, ρηματική φράση, κι άλλη ρηματική φράση, δευτερεύων χαρακτήρας). Φυλλομετρώντας, ανακατεύαμε κατά το κέφι μας τις φέτες με τα συστατικά, με τις ιστορίες που προέκυπταν να προξενούν ξεκαρδιστικά αποτελέσματα. Μοναδικό μειονέκτημα: Ο αριθμός των ιστοριών που φτιάχναμε ήταν πεπερασμένος, και τα συστατικά γνωστά, άρα το πλαίσιο λίγο πολύ σαφές. Αναπόφευκτα, κάποια στιγμή το παιχνίδι έχασε το ενδιαφέρον του.

Όταν λοιπόν πριν από λίγους μήνες έπεσε στα χέρια μας το Όταν μεγαλώσω μπορώ να γίνω και…, ήμασταν αρκετά εκπαιδευμένοι στη χρήση τέτοιου είδους βιβλίων, αν και, ομολογουμένως, ελαφρώς αγχωμένοι: Τι θα γινόταν έτσι και το βαριόμασταν κι αυτό μετά τα δέκα πρώτα φυλλομετρήματα, όπως μας συνέβη με το βιβλίο της Robinson; Η αλήθεια είναι πως τελικά δε βαρεθήκαμε καθόλου, αλλά, πριν εξηγήσω το γιατί, να σας περιγράψω εν τάχει αυτό το ενδιαφέρον βιβλιοπαιχνίδι: Με κάθε σελίδα του κομμένη σε τρεις αυτή τη φορά φέτες, το βιβλίο των Παπαθεοδούλου-Δεληβοριά σπεύδει να απαντήσει με τρόπο λιτό, ευρηματικό και αρκετά υπονομευτικό στο αγωνιώδες ερώτημα επαγγελματικού προσανατολισμού που διατυπώνουν εκατομμύρια παιδιά αλλά και γονείς ανά τον κόσμο: Στην πρώτη φέτα μάς δίνεται ένα επάγγελμα (δάσκαλος, γιατρός, ψαράς κτλ.), στη δεύτερη συγκεκριμενοποιείται το αντικείμενο εργασίας (πυραύλων, παγωτών κτλ.) και στην τρίτη δηλώνεται ο τόπος του «εγκλήματος» (ένα μουσείο, ο βυθός της θάλασσας, ένα σχολείο κτλ.). Απλοί συνδυασμοί απλών λέξεων, που οδηγούν άλλοτε σε κλασικές κι άλλοτε σε πιο… μεταμοντέρνες επαγγελματικές προτάσεις, με αποτελέσματα άκρως διασκεδαστικά αλλά και εξαιρετικά γόνιμα για τη φαντασία, αφού μπορεί το επάγγελμα, π.χ., του εξερευνητή ναυαγίων στον Ατλαντικό να φαίνεται σχετικά κανονικό, δεν ισχύει όμως το ίδιο όταν έχεις μπροστά σου έναν προπονητή πυραύλων σε μουσείο ή έναν μαέστρο παραθύρων σε εστιατόρια. Εκεί αναπόφευκτα μπαίνεις στον πειρασμό να αναζητήσεις όλους –ή έστω κάποιους– απ’ τους λόγους που οδήγησαν τον περί ου ο λόγος επαγγελματία σε μια τόσο αντισυμβατική επιλογή, να προσπαθήσεις να κατανοήσεις λεπτομέρειες του λειτουργήματός του, αλλά και να διερευνήσεις τις όποιες προοπτικές του σε βάθος χρόνου αλλά και χώρου. Χοντρικά, μπορείς με αφετηρία πέντ’ έξι λέξεις να χτίσεις έναν ολοκαίνουριο κόσμο. Ή μάλλον όχι μόνο έναν: 15.625 εν δυνάμει κόσμοι απλώνονται μπροστά σου, και το ενδεχόμενο να πλήξεις μετά από καμιά κατοστή και βάλε φυλλομετρήματα αποσοβείται οριστικά.

Είναι και η εικονογράφηση της Μυρτώς Δεληβοριά που επιτείνει, από τη δική της πλευρά, την παιγνιώδη διάθεση που σου καλλιεργεί το κείμενο, όντας και η ίδια παιγνιώδης: Στην πρώτη καρτέλα η ίδια πάντα φατσούλα μεταμφιεσμένη ώστε να προσαρμόζεται κάθε φορά στις διαφορετικές ανάγκες του εκάστοτε επαγγέλματος, κι από κει και μετά εικόνες που παραπέμπουν περισσότερο σε παιδικά παιχνίδια παρά στον πραγματικό κόσμο. Η εικονογράφος, με πνευματώδες, διακριτικό χιούμορ κι απλότητα, πρακτικά προσφέρει στο παιδί τα ίδια ακριβώς εφόδια με τα οποία αυτό οικοδομεί καθημερινά φανταστικούς κόσμους στο παιχνίδι του, οδηγώντας το μέσα από οικεία και εύχρηστα υλικά να διερευνήσει τις δυνατότητες νέων νοημάτων χωρίς εντυπωσιοθηρικούς εκβιασμούς.


Έπειτα από εκατοντάδες πηγαινέλα απ’ άκρη σ’ άκρη του βιβλίου παρέα με τα παιδιά μου, μπορώ να πω με σχετική βεβαιότητα ότι σε επίπεδο επαγγελματικού προσανατολισμού δε μας έδωσε πολλά – κάτι που σε καιρούς κρίσης μπορείς να το χαρακτηρίσεις μειονέκτημα, αν και δεν είναι τελικά το ζητούμενο. Κι αυτό όχι μόνο γιατί φοβάμαι –ή κι ελπίζω– ότι τα βλαστάρια μου θα επιλέξουν πολύ πιο τρελά επαγγέλματα απ’ αυτά που περιγράφονται στο Όταν μεγαλώσω μπορώ να γίνω και… Αλλά κι επειδή πιστεύω ακράδαντα ότι πιο συναρπαστική από τη διδακτική χρησιμοθηρία είναι η χαρά του ανέφικτου, η συνάντηση με το παντελώς, γι’ αυτό και πανέμορφα, άχρηστο όπως αυτό μπορεί να υλοποιηθεί μόνο μέσα από τα μάτια των παιδιών. Όσο για τις ουτοπίες, τις ήττες και λοιπά ηρωικά, αυτά λέω για την ώρα να τα χαρίσω σε όσους από μας έχουν από καιρό αυτομολήσει άνευ όρων στο στρατόπεδο της οριστικής ενηλικίωσης.

Τετάρτη 22 Μαΐου 2013

Αντώνης Παπαθεοδούλου, Έχω για συμμαθητή έναν πειρατή

Εικονογράφηση: Ναταλία Καπατσούλια, Εκδόσεις Παπαδόπουλος, Αθήνα 2013 (από 6 ετών)





Μια οικογένεια καλών πειρατών –γιατί ναι, υπάρχουν και τέτοιοι, κι αν δε με πιστεύετε, σας παραπέμπω σε παλιότερο βιβλίο του συγγραφέα– ρίχνουν άγκυρα σ’ ένα λιμάνι κι αποφασίζουν να στείλουν το γιόκα τους τον Μπελαμή σχολείο. Ο μικρός, με πειρατική περιβολή κι όλες τις συναφείς συνήθειες, δε γίνεται δεκτός με τρελό ενθουσιασμό από τ’ άλλα παιδιά. Μονάχα ένας συμμαθητής του, ο αφηγητής της ιστορίας μας, κάνει την υπέρβαση και βεβαίως αποζημιώνεται. Γιατί ο Μπελαμής είναι παιδί απ’ τα λίγα: ξύπνιος, ταλαντούχος, πολύξερος, πάνω απ’ όλα καλός φίλος. Ο αφηγητής μας κάνει ό,τι περνάει απ’ το χέρι του για να βοηθήσει το πειρατόπουλο να γίνει αποδεκτό από την υπόλοιπη τάξη. Και τελικά τα καταφέρνει. Όχι μεταμορφώνοντάς το σε κάτι άλλο από αυτό που είναι, αλλά δίνοντας την ευκαιρία στους φίλους του να ανακαλύψουν πόσο συναρπαστικό μπορεί να είναι το να έχεις φίλο έναν πειρατή!


Στο πρόσωπο του πειρατή ο συγγραφέας πετυχαίνει να συμπυκνώσει ιδανικά μια σειρά από χαρακτηριστικά τα οποία στην ουσία καλύπτουν όλο το φάσμα των συναισθημάτων που γεννά το διαφορετικό: έτσι, ο Μπελαμής διαθέτει ανοίκεια εμφάνιση, που επισύρει χλεύη και κοροϊδία· κουβαλάει μια καραβιά προκαταλήψεις και φήμες περί το άτομο και την ιδιότητά του, που σκορπούν το φόβο και τον πανικό· έχει διαφορετικές συνήθειες, που γίνονται αντικείμενο αρνητικού σχολιασμού – και οι οποίες, εδώ που τα λέμε, συχνά είναι προσχηματικές δικαιολογίες για να εξακολουθήσουμε να απορρίπτουμε άκριτα και μετά βδελυγμίας ό,τι δε θυμίζει ακριβώς την εικόνα μας στον καθρέφτη. Ταυτόχρονα βέβαια το διαφορετικό, το άγνωστο, κρύβει και μια μοναδική γοητεία. Είναι ένας άλλος κόσμος, συχνά εφαπτόμενος με τα όνειρά μας, που περιμένει υπομονετικά να τον ανακαλύψουμε. Κι όταν οι προκαταλήψεις, οι αβάσιμοι φόβοι και τα αρνητικά σχόλια μπαίνουν στην άκρη, η μαγεία του καινούριου μάς συνεπαίρνει. Έτσι κι εδώ, η καθημερινότητα του μικρού πειρατή μετατρέπεται σε κανονικό πανηγύρι για τους φίλους του όταν αποφασίζουν να τη γνωρίσουν. (Αλήθεια, εσείς μπορείτε να μου βρείτε έστω κι ένα παιδί που να μην έχει ονειρευτεί τουλάχιστον μία φορά στη ζωή του να βρεθεί κουρσάρος σε πειρατικό καράβι;)


Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση επιτρέπει στο συγγραφέα να υιοθετήσει την παιδική οπτική του ήρωά του, κάνοντας εξαρχής ξεκάθαρο πως στον παιδικό κόσμο, όσο κι αν έχει αλλοιωθεί από το δηλητήριο των ενήλικων φόβων και προκαταλήψεων, τα πράγματα είναι πολύ πιο απλά και άμεσα κι οι ιστορίες καταδικασμένες να έχουν καλό τέλος. Όσο για τ’ όνομα του πειρατή, το οποίο εμένα τουλάχιστον το πρώτο πράγμα που μου έφερε στο νου ήταν το γνωστό άσμα του Μπιθικώτση, αυτό ας πούμε ότι αποτελεί ένα κλείσιμο του ματιού σ’ εμάς τους μεγάλους, με την αναφορά τόσο στο γαλλικό «Bel Ami» όσο και στον –υπαρκτό ιστορικά– γενναιόδωρο πειρατή Samuel Bellamy. Η γνωστή πειρατοεικονογράφος Ναταλία Καπατσούλια, η οποία μας έχει χαρίσει στο παρελθόν και την εξαιρετική εικονογράφηση των βιβλίων του πειρατή Περπερούα, ξαναχτυπά εδώ με εικόνες που ταιριάζουν γάντι στο ύφος του συγγραφέα, συνδυάζοντας χαριτωμένα παιδικότητα και χιουμοριστική διάθεση.


Και, για να προσγειώσουμε την ιστορία του Αντώνη Παπαθεοδούλου στην τρέχουσα πραγματικότητα, ομολογώ ότι μου φαίνεται κομματάκι δύσκολο να βρούμε εύκαιρο κάποιον πειρατή για συμμαθητή των παιδιών μας, το σίγουρο πάντως είναι ότι στα ελληνικά σχολεία θα ανακαλύψουμε πολλούς μικρούς μαθητές που, όσο κι αν δεν κουβαλάνε στα μπαγκάζια τους την αχλή κάποιου συναρπαστικού κουρσάρικου μύθου, έχουν τον τρόπο να χαρίσουν στα βλαστάρια μας τη χαρά της γνωριμίας με νέους, γοητευτικούς κόσμους.

Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2012

Αντώνης Παπαθεοδούλου, Η γιαγιά, το παιδί κι ο κιθαρίστας Φουμ, φουμ, φουμ! Αν ο μικρός Χριστός γεννιόταν στην Αθήνα του σήμερα

Εικονογράφηση: Ντανιέλα Σταματιάδη, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2009 (από 7 ετών)

 
Ένα βιβλίο που γράφτηκε το 2009 και φαντάζει περίπου προφητικό σήμερα: ο Αντώνης Παπαθεοδούλου βάζει τα Χριστούγεννα στη χρονομηχανή και μας τα προσφέρει πιάτο, με φόντο τη σύγχρονη Αθήνα.



Τι θα γινόταν αν ο Χριστός γεννιόταν στις μέρες μας, στην πόλη μας; ρωτάει ένας πιτσιρίκος τον ολίγο φευγάτο νονό του κι εκείνος στήνει στο πι και φι μια ιστορία: Η Μαρία κι ο Ιωσήφ πρόσφυγες ή μετανάστες, ανέστιοι και πένητες. Γαϊδουράκι το τρένο που τους φέρνει στο Σταθμό Λαρίσης. Ηρώδης η ανεργία, η ανέχεια, η αδιαφορία, η μοναξιά. Βηθλεέμ το κέντρο της Αθήνας. Οι μάγοι; Ένας μουσικός, μια συνταξιούχος μαία, ένα παιδί. Και φάτνη ένα συνοικιακό διαμέρισμα στο οποίο φέρνει το ζευγάρι ένα μικρό σαραβαλιασμένο αυτοκινητάκι. Όσο για τους βοσκούς, δεν είναι άλλοι απ’ τους ενοίκους μιας συνηθισμένης πολυκατοικίας.
Ενδιαφέρον εύρημα, αφορμή για να αναρωτηθούμε, μέσα από την προβολή της γέννησης του μικρού Χριστού στη σύγχρονη Αθήνα, πόσο κοντά στο αληθινό πνεύμα της γιορτής είμαστε όλοι μας. Η πόλη στολισμένη, σαματάς, πανηγύρι, ρεβεγιόν, καταναλωτισμός, φώτα, χρώματα, ανοιχτά μαγαζιά, δημοσιογράφοι… (Υπογραμμίζοντας το φαιδρό του πράγματος, ο αφηγητής ρωτάει αίφνης το νονό του: «Αφού ο Χριστός δεν έχει γεννηθεί ακόμη, πώς υπάρχουν Χριστούγεννα;», για να λάβει την αφοπλιστική απάντηση: «Οι περισσότεροι δε θυμούνται τι ακριβώς είναι τα Χριστούγεννα».) Αυτή είναι η φωτεινή, ανάλαφρη πλευρά. Κι από την άλλη η σκοτεινή: άνθρωποι άστεγοι, άνεργοι, εγκαταλειμμένοι απ’ όλους κι απ’ όλα, να περιφέρονται στους κατάμεστους κι ωστόσο αφιλόξενους γι’ αυτούς δρόμους. Η χείρα βοηθείας, όταν έρχεται, φαντάζει ανέλπιστη, ίσως γιατί εκείνοι που την τείνουν δεν είναι τίποτα θεσμικοί παράγοντες ή κρατικές υπηρεσίες, αλλά απλοί, φαινομενικά αδύναμοι κι ασήμαντοι άνθρωποι. Και το ευτυχές τέλος φέρνει μαζί με τα γεννητούρια την ελπίδα που ανατέλλει μέσα απ’ την ανθρωπιά και τη ζεστασιά της αλληλοβοήθειας και της αλληλεγγύης.
Το βιβλίο του Παπαθεοδούλου πάντως, εκτός απ’ το να ξεγυμνώνει στα μάτια των παιδιών την εφιαλτική τρέχουσα πραγματικότητα, μπορεί να ιδωθεί, κατά τη γνώμη μου, και σε μια αντίστροφη πορεία, που φωτίζει μέσα απ’ το αποκαλυπτικό πρίσμα του σήμερα το μακρινό χτες. Ακούμε τόσα χρόνια για γαϊδουράκια, φάτνες, βοσκούς, μάγους και λοιπά όμορφα και χαριτωμένα, κι αναρωτιέμαι πόσοι από μας έχουμε αντιληφθεί την απελπισία και τη μοναξιά εκείνων των δυο κυνηγημένων ανθρώπων, της Μαρίας και του Ιωσήφ· και πόσο ζόρικο είναι να γεννιέται ένα μωρό σ’ έναν κρύο στάβλο. Όσο για τους τρεις μάγους, αλήθεια, πόσο διαφέρουν τα ανοιχτόμυαλα, καινοτόμα, ανήσυχα πνεύματα εκείνης της εποχής, που, αναζητώντας το καινούριο, παράτησαν τα σπίτια και τις πατρίδες τους κι ακολούθησαν το άστρο που τους έφερε στη φάτνη του Χριστού, από τους τρεις "μάγους" του βιβλίου μας, που εγκαταλείπουν χωρίς δεύτερη σκέψη τη βολή τους για να προσφέρουν το μεγαλύτερο δώρο τους στο μωρό που γεννιέται: τη μαία, αυτή που φέρνει στο φως κάθε καινούρια ζωή· τον μουσικό, που ζωντανεύει εικόνες και συναισθήματα μέσα από λέξεις και μουσικές· και το παιδί, την ίδια τη χαρά της ζωής;
Πινελιές χιούμορ και ζουμάρισμα στη λεπτομέρεια από την Ντανιέλα Σταματιάδη υπογραμμίζουν το φανταστικό και ενίοτε υπερβολικό της ιστορίας του νονού χωρίς διάθεση να δοθούν περαιτέρω δραματικές διαστάσεις ούτε να καταπλακωθεί το βιβλίο από ένα έντονα συμβολικό-αλληγορικό πνεύμα.
 
Άλλωστε το Η γιαγιά, το παιδί κι ο κιθαρίστας Φουμ, φουμ, φουμ! δεν επιδιώκει να είναι άλλο από την απλή ιστορία ενός νονού, τη χαλαρή εφαρμογή μιας υπόθεσης εργασίας που δεν αμφισβητεί ούτε στιγμή το φανταστικό της χαρακτήρα, αφήνοντάς σε ωστόσο να αντιληφθείς μέσα απ’ το παιχνίδι της πόσο πανομοιότυπες μπορεί να είναι δυο εκδοχές του ίδιου γεγονότος σε διαφορετικό τόπο και χρόνο. Γιατί, όσο και να αλλάζουν τα ρούχα, τα μέσα, οι γλώσσες και οι συνήθειες, φαίνεται πως όλα τα άλλα δε διαφέρουν και πολύ. Όπως η ανθρωπιά που αντιπαλεύει την αδιαφορία. Η χαρά της ζωής που βάζει κάτω τον πόνο. Και η ελπίδα που κομίζει με τον ερχομό του κάθε νεογέννητο μωρό. Με την προϋπόθεση ότι κι εμείς θα της επιτρέψουμε να ανθίσει.

Κυριακή 25 Νοεμβρίου 2012

Αντώνης Παπαθεοδούλου, Ο ραφτάκος των λέξεων

Εικόνες Ίρις Σαμαρτζή, σειρά Μικρές Καληνύχτες, Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2012 (από 5 ετών)


 
Χρωστάω σε μεγάλο βαθμό αυτό το υπέροχο βιβλίο στη φίλη μου την Άρτεμη, η οποία το διάβασε παρέα με τα παιδιά της πριν από μας και ενθουσιάστηκε. Όχι ότι δεν ήταν και στις δικές μου προθέσεις να το διαβάσω, ίσα ίσα, ωστόσο η δική της θετική ανταπόκριση κατά κάποιο τρόπο επέσπευσε τα πράγματα. Βέβαια, κάθε φορά που σε προκαταλαμβάνουν άλλοι θετικά γύρω από ένα βιβλίο, ελλοχεύει ο κίνδυνος όταν το διαβάσεις οι προσδοκίες σου να διαψευστούν, ή τουλάχιστον να το αδικήσεις, ακριβώς επειδή άλλα μπήκες στη διαδικασία να περιμένεις κι άλλα σού προέκυψαν στη διαδρομή. Βλέπετε, η ανάγνωση είναι μια μοναχική υπόθεση, βαθιά προσωπική, αβάσταχτα υποκειμενική. Ένας δοκιμαστικός σωλήνας όπου συναντιέται ο πιο μυστικός εαυτός μας με τις –ορατές ή αδιόρατες– προθέσεις του συγγραφέα. Στην περίπτωση του Ραφτάκου πάντως τα θετικά σχόλια της φίλης μου όχι μόνο έπιασαν τόπο αλλά και μου χάρισαν μια πανέμορφη ιστορία, φτιαγμένη από λέξεις και αφιερωμένη στις λέξεις. Θα περιμένατε διαφορετική αντίδραση από έναν άνθρωπο που ενθουσιάζεται με βιβλία για πριγκίπισσες των λέξεων και γοητεύεται από μοναχικούς Λεξιδιώτες;
 
Για να πάμε στην υπόθεση, ο ραφτάκος του βιβλίου μας ζει σε μια πόλη μικρή σαν χωριό και ντύνει όλους τους κατοίκους της με ρούχα σε όλα τα χρώματα και τα σχήματα που βάζει ο νους. Ρούχα ραμμένα και πλεγμένα με λέξεις! Και μάλιστα λέξεις αντλημένες από τη λογοτεχνική και τη μουσική παράδοση, αλλά και από την επιστήμη. Μια τέτοια υψηλή τέχνη όπως η ραπτική βέβαια απαιτεί ειδικό ταλέντο στον τρόπο με τον οποίο ταιριάζεις τα υλικά σου, κι ο ραφτάκος μας διαθέτει τη σπάνια ικανότητα να διαλέγει και να ταιριάζει τις λέξεις μεταξύ τους έτσι ώστε τα ρούχα που δημιουργεί να καλύπτουν τις ανάγκες των ανθρώπων ανάλογα με την εποχή του χρόνου και τις καιρικές συνθήκες. Κι ας μην πολυπροσέχουν οι πελάτες του τα σπάνια νήματα και τις κλωστές του – η ουσία είναι πως φεύγουν απ' το μαγαζί του ευτυχισμένοι! Το πέρασμα του χρόνου ωστόσο θα φέρει το μεγάλωμα της πόλης, την αστικοποίηση, τις ραγδαίες αλλαγές στον τρόπο ζωής, την τυφλή υπακοή στις επιταγές της μόδας. Ο ραφτάκος απομένει χωρίς πελάτες, σταδιακά και χωρίς ανθρώπους να πει έστω μια καλημέρα. Μόνο που όταν καταφτάνει ένας άγριος χειμώνας και τα τυποποιημένα ρούχα, οι θερμαντικές συσκευές και τα τζάκια δεν αρκούν να ζεστάνουν τους κατοίκους της πόλης, κάποιος ανακαλεί στη μνήμη το ραφτάκο και τη σπάνια τέχνη του. Το μαγαζί ξαναποκτά ζωή και τα ρούχα του ραφτάκου αρχίζουν και πάλι να ζεσταίνουν τους συμπολίτες του.

Με αφετηρία τη μετάλλαξη μιας μικρής πόλης σε μεγάλη, το πέρασμα στην αστικοποίηση, την καταναλωτική υστερία, το ανηλεές κυνήγι της μόδας και του εφήμερα καινούριου, που έρχεται να σαρώσει συνήθειες, ρυθμούς, αισθητικά γούστα, φιλίες και ανθρώπινες σχέσεις, το βιβλίο του Αντώνη Παπαθεοδούλου μάς μιλά για τη μαγική φύση των λέξεων, που δεν είναι απλοί συνδυασμοί γραμμάτων ή φθόγγων, αλλά οντότητες με παρελθόν –την παράδοση, γραπτή ή προφορική, τη γραμματεία, την επιστήμη–, με ξεχωριστό η καθεμιά νόημα, αλλά και με ποικίλες αποχρώσεις και σημασιολογικές διακυμάνσεις, ανάλογα με τον τρόπο που θα επιλέξει να τις ταιριάξει κανείς. Ο συγγραφέας μάς τονίζει ότι οι λέξεις δεν είναι στατικές και άκαμπτες, τυλίγουν τρυφερά τους ανθρώπους, άλλοτε ζεσταίνοντας, άλλοτε δροσίζοντας, πάνω απ' όλα παρηγορώντας, συντροφεύοντας, απαλύνοντας λύπες και θεραπεύοντας πληγές. Στην πραγματικότητα το ραφτάδικο του ήρωά του είναι μια οικοτεχνία συναισθημάτων, σκέψεων, αισθήσεων, όλων αυτών των θαυμαστών πραγμάτων που κουβαλάνε οι λέξεις τις οποίες ασυνείδητα και αδιάφορα ανταλλάσσουμε στην καθημερινή μας επαφή. 

Η φθορά των λέξεων, από την άλλη, συνεπάγεται και τη φθορά των εννοιών που αυτές κουβαλούν: Λεπτές αποχρώσεις, ενδόμυχες σκέψεις, βαθύτερα συναισθήματα ξεχνιούνται, παραγνωρίζονται, εγκαταλείπονται. Δεν έχουν πια τρόπο να ειπωθούν και χάνονται στη λήθη. Μαζί με την τυποποίηση της γλώσσας, τη συρρίκνωση του σημασιολογικού της βάθους, την υποκατάστασή της με άλλου τύπου κώδικες επικοινωνίας, την υποτίμησή της έρχεται και η σταδιακή απομάκρυνσή μας από το συναισθηματικό και πνευματικό μας έρμα.

Κι όταν, σε ώρες δύσκολες, το αναζητάμε, ελπίζοντας ότι σε αυτό θα βρούμε ένα –ίσως το μοναδικό μας– αποκούμπι, η μόνη λύση στο πρόβλημά μας φαίνεται πως είναι ένας ραφτάκος των λέξεων. Δηλαδή ο τεχνίτης του λόγου που θα διασώσει το πνευματικό μας παρελθόν μέσα από τη δημιουργική ανάπλασή του. Που δε θα ανακυκλώσει, δε θα αναμασήσει ούτε θα αντιγράψει αλλά θα αναδείξει νέες, μοναδικές λογοτεχνικές μορφές, νέες, ολόφρεσκες σημασίες, συχνά μέσα από ετερόκλητα όσο και φαινομενικά ευτελή υλικά. Που δε θα δει το έργο του ως μαζικό, τυποποιημένο προϊόν, αλλά ως χειροποίητο, γι' αυτό και μοναδικό, δημιούργημα. Αυτός που διαχρονικά, είτε είναι ο σημερινός λογοτέχνης είτε εκείνος του μακρινού χτες –διόλου τυχαία η αναφορά στον Κορνάρο στο μότο–, αναζητά μέσα στις λέξεις την παρηγοριά, την ίαση, τη συντροφιά στα δύσκολα.

Η Ίρις Σαμαρτζή εικονογραφεί ιδανικά το κείμενο  μέσα από ένα μωσαϊκό χρωμάτων, λέξεων, κλωστών και ζωγραφιών, δημιουργώντας ένα πολύχρωμο όσο και πολυσυλλεκτικό υφαντό εικόνων. Η τελευταία σελίδα κοσμείται από ένα πολύχρωμο ρούχο, σύνθεση υφασμάτων και γραμμάτων, που ντύνει τα κτίρια της μεγάλης πόλης, σε μια φιλόδοξη όσο και αισιόδοξη απόπειρα δημιουργικού συγκερασμού πραγματικότητας και φαντασίας, λογικής κι ευαισθησίας. Σε πλήρη στοίχιση με την αισιόδοξη οπτική του συγγραφέα ότι οι λέξεις μπορούν να αγκαλιάσουν ζεστά τη μίζερη, αδιέξοδη σιωπή της τρέχουσας πραγματικότητας. Να την ομορφύνουν, να την πλουτίσουν, να της χαρίσουν ζωή, ένα λόγο ύπαρξης.

Θέλω να ελπίζω σε έναν κόσμο όπου η ομορφιά, η ουσία κι η αλήθεια των λέξεων θα είναι αυτές που θα ορίζουν τα πράγματα. Γι' αυτό και παρηγοριέμαι στη σκέψη ότι τα παιδιά μας μεγαλώνουν με βιβλία σαν το Ραφτάκο των λέξεων, μαθαίνοντας να αντλούν αισιοδοξία, ελπίδα και δημιουργικά ερεθίσματα μέσα από αυτά.

Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2012

Αντώνης Παπαθεοδούλου, Πλανόδιο πάρκο

Εικονογράφηση: Γιώργος Σγουρός, Εκδόσεις Πατάκη (από 6 ετών)

 
Δυο παιδιά που ζουν σε μια γειτονιά της πόλης γεμάτη πολυκατοικίες και χωρίς ίχνος πράσινου αποφασίζουν να αλλάξουν τα πράγματα δημιουργώντας ένα πλανόδιο πάρκο. Μια Κυριακή λοιπόν φορτώνονται από ένα δεντράκι σε γλαστράκι ο καθένας και βγαίνουν βόλτα στη γειτονιά. Κάποιοι τούς βλέπουν και μιμούνται το παράδειγμά τους, άλλοι όχι. Σιγά σιγά η παρέα διευρύνεται, καθώς κι άλλα παιδιά αποφασίζουν να φέρουν τα δικά τους φυτά, πάγκο με πορτοκαλάδες, παγκάκι, πινακίδες, σκουπιδοτενεκέδες, ό,τι με δυο λόγια περιλαμβάνει ένα πάρκο. Στο κόλπο μπαίνουν κι οι παππούδες της γειτονιάς, αλλά και άλλα παιδιά, από άλλες περιοχές της πόλης, που φτιάχνουν κι αυτά τα δικά τους πάρκα...
 
Ένα βιβλίο οικολογικής ευαισθησίας, που με πρωτότυπο τρόπο προσεγγίζει το μεγάλο πρόβλημα της έλλειψης πρασίνου στις κεντρικές περιοχές της Αθήνας. Δεν είναι τυχαίο ότι όλα ξεκινούν όταν δυο παιδιά συζητώντας συνειδητοποιούν πως ό,τι τους λείπει περισσότερο στην πόλη τους είναι πράσινο, σκιά και καθαρός αέρας. 
 
Και, αφού κανείς δε φαίνεται διατεθειμένος να ασχοληθεί με το προβλημά τους, αποφασίζουν να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους. Δίδαγμα πρώτο: Βασίσου στις δυνάμεις σου και πίστεψε ότι μπορείς να πετύχεις το στόχο σου. Μην τα περιμένεις όλα έτοιμα από τους άλλους.
 
Και, αφού χώρος να φυτέψουν δέντρα δεν υπάρχει, πρέπει να βρουν μια εναλλακτική λύση, ρεαλιστική, εφικτή, αλλά και πρωτότυπη. Δίδαγμα δεύτερο: Με απλά υλικά κι ευρηματικό πνεύμα μπορούμε να πετύχουμε θαύματα.
 
Φυσικά, στην αρχή οι πιτσιρικάδες που βολτάρουν πέρα δώθε με γλάστρες και φυτά, εκτός από μιμητές, συναντούν και επιφύλαξη ή δισταγμό. Δίδαγμα τρίτο: Το καινοτόμο πνεύμα κι η αυτενέργεια ποτέ -δυστυχώς- δεν έχουν μαζικό χαρακτήρα, στο ξεκίνημα τουλάχιστον. Κάποιος πρέπει να κάνει την αρχή.
 
Πάντως, όπως συνήθιζε να λέει κι ο παππούς της αφηγήτριας, «τίποτα δεν είναι αδύνατο, εκτός από το να βάλεις την οδοντόκρεμα ξανά στο σωληνάριο», και μ' αυτό το μότο κατά νου ξεκινούν και εντέλει υλοποιούν η μικρή κι ο Μήτσος το φιλόδοξο εγχείρημά τους. Δίδαγμα τέταρτο λοιπόν: Πίστεψε στα όνειρά σου, ακόμα κι αν φαντάζουν τρελά, γιατί πράγματι τίποτα δεν είναι αδύνατο!

Όσο για μας, μικρούς και μεγάλους, το Πλανόδιο πάρκο του Αντώνη Παπαθεοδούλου μάς προτρέπει να βάλουμε λίγο το μυαλουδάκι μας να δουλέψει μπας και καταφέρουμε με απλούς τρόπους να κάνουμε κάπως καλύτερη την καθημερινότητά μας, πιο ανθρώπινη και φιλική προς το χρήστη την πόλη μας. Έχοντας για λίγο αφήσει στην άκρη καναπέδες, πολυθρόνες και λοιπά αναπαυτικά έπιπλα. Και πάντοτε με πυξίδα τα όνειρά μας!