Κυριακή, 24 Μαΐου 2020

Αργυρώ Πιπίνη - Ίρις Σαμαρτζή, Όταν ο ήλιος πάει για ύπνο

Εκδόσεις Μάρτης, Αθήνα 2020






Παρατηρώ κάτι παράδοξο τον τελευταίο καιρό σε όλο το φάσμα του βιβλίου (αναφέρομαι και στο ενήλικο): Όλο και πιο συχνά ακούω να γίνεται λόγος για ωραίες και φροντισμένες εκδόσεις, για τυπογραφικά αριστουργήματα, με το τεχνικό κομμάτι να μη συνιστά απλώς παράπλευρο χαρακτηριστικό, αλλά καθοριστικό παράγοντα που αποτελεί από μόνος του στοιχείο καταξίωσης ενός λογοτεχνικού κειμένου. Ως άνθρωπος που δουλεύει στον χώρο του βιβλίου, είμαι η τελευταία που θα αμφισβητήσει την αξία της εκδοτικής επιμέλειας, του χαρτιού και της τυπογραφίας ή πως ένα σπουδαίο κείμενο δε χρήζει της φροντίδας που θα το αναδείξει στα μάτια του αναγνώστη του. Είμαι η τελευταία που δε θα χαζέψει το όμορφο εξώφυλλο, δε θα μυρίσει το χαρτί, δε θα κολλήσει εμμονικά με τη μια ή την άλλη γραμματοσειρά. Αλλά το κείμενο -το καλό κείμενο, εννοείται, γιατί το αδιάφορο ή μέτριο, όπως κι αν το ντύσεις, δε σώζεται- αντέχει και χωρίς αυτά, πιστέψτε με. Θα συμφωνούσε μαζί μου κι ο παιδικός μου εαυτός, μαθημένος να διαβάζει υπέροχα βιβλία τυπωμένα σε άθλιες εκδόσεις – ακόμα θυμάμαι πώς έλαμπαν οι λέξεις πάνω στα παλιόχαρτα. Θα συμφωνούσαν μαζί μου κι ο Θάκερεϊ, ο Τζέιμς, η Γουλφ, ο Φόουλς, ο Μπαρθ, τόσοι άλλοι αραδιασμένοι σε φτηνές χαρτόδετες εκδόσεις με κιτρινισμένο πια χαρτί στα ράφια της βιβλιοθήκης μου. Θα ’ταν υπέροχο όλοι εμείς που εμπλεκόμαστε στην εκδοτική διαδικασία να είχαμε βάλει ένα λιθαράκι έστω στην καταξίωση κάτι τέτοιων μεγαθηρίων, αλλά η αλήθεια είναι πως αυτοί οι τύποι ποτέ δε μας πολυχρειάστηκαν.

Βεβαίως, άλλο λογοτεχνία σκέτη, άλλο κάποια ιδιαίτερα είδη, όπως το εικονοβιβλίο. Εκεί ο ισότιμος ρόλος κειμένου και εικόνας, η αλληλένδετη σχέση τους καθιστούν καταλυτικής σημασίας την υψηλού επιπέδου εκδοτική επιμέλεια. Κακά τα ψέματα, το στήσιμο, το σχήμα, το χαρτί, η ποιότητα της εκτύπωσης είναι ικανά να απογειώσουν ή να χαντακώσουν τόσο το εικαστικό κομμάτι από μόνο του όσο και τον διάλογό του με το ίδιο το κείμενο, και κατ’ επέκταση το βιβλίο στο σύνολό του. Υπάρχουν μάλιστα περιπτώσεις όπου προϋπόθεση για την ανάδειξη συγκεκριμένων κειμενικών και εικαστικών στοιχείων αποτελούν κάποιες «ειδικές», εξαιρετικά «απαιτητικές» εκδοτικές επιλογές. Μια τέτοια περίπτωση συνιστά το βιβλίο-ακορντεόν.

Στην Ελλάδα, απ’ όσο είμαι σε θέση να ξέρω, δεν κυκλοφορούν πολλά τέτοια βιβλία. Το Παπάκι της Isol από τον Μάρτη έχω κατά νου, ενώ έχει τύχει στα χέρια μου να πέσει και το αμετάφραστο στα ελληνικά La Rumeur de Venise της πρόσφατα βραβευμένης με Άντερσεν Albertine και του Germano Zullo. Δεν αναφέρομαι τυχαία σε αυτά τα δυο βιβλία, αφού το πολύ ενδιαφέρον της υπόθεσης είναι πως η ιδιαίτερα απαιτητική από εκδοτική και τυπογραφική άποψη μορφή τους τα καθιστά πολυδύναμα, επιτρέποντας σε καθένα από τα δυο να αναδείξει εντελώς διαφορετικά στοιχεία και προθέσεις: στο Παπάκι, για παράδειγμα, έχουμε μια ιστορία ειπωμένη από διαφορετική οπτική σε καθεμιά από τις δυο του όψεις. Στο silent book της Albertine και του Zullo, πάλι, ακολουθούμε τη διαδρομή μιας φήμης από στόμα σε στόμα κι από σπίτι σε σπίτι μιας πόλης που όταν δούμε ολόκληρο το βιβλίο ανοιχτό μπροστά μας αποκαλύπτεται σε όλη της τη μεγαλοπρέπεια. Μικροεπεισόδια μιας γραμμικής πλοκής δηλαδή, αλλά ενταγμένα όλα στην εντυπωσιακή μεγάλη εικόνα.



Και στο βιβλίο για το οποίο θα μιλήσω σήμερα –γιατί φτάνω επιτέλους σ’ αυτό μετά από κατεβατά φλυαρίας– η μορφή αποδεικνύεται ιδανική ώστε να υπηρετήσει συγκεκριμένες τόσο κειμενικές όσο και εικαστικές προθέσεις. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή: Το Όταν ο ήλιος πάει για ύπνο, σε κείμενο της Αργυρώς Πιπίνη, εικονογράφηση της Ίριδας Σαμαρτζή και εκδοτική επιμέλεια του Μάρτη, είναι ένα εντυπωσιακό βιβλίο- ακορντεόν με βασικό του θεματικό άξονα τα ονειρικά ταξίδια στα οποία μας οδηγεί ο ύπνος. Για τη συγγραφέα, στο μαγικό τοπίο του δε χωράνε εφιάλτες, ίσα ίσα, με το που εμφανιστεί το πρώτο βράδυ της εβδομάδας, φορτωμένος όνειρα και παραμύθια, πρώτη του δουλειά είναι να διώξει μακριά τα τέρατα. Κι από κει και μετά, μέρα τη μέρα, αρχίζει ένα υπέροχο ταξίδι σε τόπους αληθινούς και μαγικούς, με πλάσματα πραγματικά και παραμυθένια, άλλοτε αντλημένο από την ανάμνηση κι άλλοτε κεντρισμένο από την προσδοκία, με διακειμενικές ή και προσωπικές αναφορές, σε κόσμους όπου κυριαρχεί το χρώμα και το γλεντοκόπι. Ο ύπνος έτσι από τη μια συνιστά προέκταση της ζωής όπου όλα, ακόμα και τα πιο τρελά κι απίθανα, είναι δυνατά κι εφικτά κι όπου η πραγματικότητα συμπλέκεται με την τολμηρή φαντασία, ένας κόσμος ασύνορος και συναρπαστικός, χωρίς λογικούς περιορισμούς, κι από την άλλη γίνεται το γλυκό καταφύγιο, το προστατευτικό κουκούλι που αποδιώχνει φόβους και στενοχώριες και που φυλάει μέσα του καθετί θετικό, κάθε χαρά, υπαρκτή και δυνητική. Και που έχει κι ο ίδιος, ως πλάσμα με σάρκα και οστά, ανάγκη από ξεκούραση και ανατροφοδότηση την έβδομη μέρα.

Πάνω σε αυτό ακριβώς το στοιχείο, τον προσωποποιημένο ύπνο, στήνει τον καμβά της η εικονογράφος: ολόκληρη την εσωτερική πλευρά του βιβλίου καταλαμβάνει ο ταξιδιάρης κοιμώμενος ύπνος με το σκουφί και τα καλτσάκια του, ακριβώς όπως περιγράφεται στο κείμενο. Και πάνω του αραδιασμένα από σελίδα σε σελίδα όλα εκείνα τα θαυμαστά τοπία και πλάσματα που ιστορεί η συγγραφέας, με το σώμα-καμβά του να μετατρέπεται πότε σε έναστρο ουρανό και πότε σε ποτάμι, πότε σε ζούγκλα και πότε σε γιορτινή στέγη ή σπιτικό. Γεμάτη εκπλήξεις και εναλλαγές, η εικονογράφηση κατορθώνει να ζωντανέψει μπροστά στα μάτια μας τον σχεδόν άναρχο κι αέναο χαρακτήρα των ονείρων, την τάση τους να πετάγονται πότε εδώ και πότε εκεί, να συνυπάρχουν, να διαλέγονται, να μεταλλάσσονται. Κι αν στην εσωτερική πλευρά του βιβλίου το κεντρικό πρόσωπο είναι ο ύπνος και η δράση καταιγιστική, η εξωτερική καλύπτεται από ένα πελώριο πολύχρωμο προστατευτικό πάπλωμα με σκόρπιες εικόνες από το μαγικό ταξίδι του ύπνου. Απ’ τις δυο πλευρές του παπλώματος αυτού ξεμυτίζει ένα παιδικό πρόσωπο, στην όψη του βιβλίου με μάτια ανοιχτά, στην πίσω πλευρά του κοιμισμένο, παρέα με το αρκουδάκι του. Η εικονογράφος εδώ εικονοποιεί, νομίζω, την αρχική πρόθεση της συγγραφέα, που θέλει τον ύπνο να προστατεύει -όπως το πάπλωμα- το παιδί από κάθε αρνητική σκέψη και εικόνα, γαληνεύοντας την ψυχή του. Σε αντίστιξη με το εσωτερικό του βιβλίου, η εξωτερική αυτή διαδρομή σ’ ένα πάπλωμα με διάσπαρτα θραύσματα ονείρου εμένα τουλάχιστον μ’ έκανε να σκεφτώ τις μεταιχμιακές στιγμές ανάμεσα στον ύπνο και στον ξύπνο με όλες εκείνες τις σκόρπιες εικόνες και τα αισθήματα που τις συνοδεύουν.

Το πιο δύσκολο σ’ ένα εικονοβιβλίο, ειδικά όταν δεν είναι ένας ο δημιουργός του, είναι να μπορέσει ο αναγνώστης να το δει ως ενιαίο σύνολο, όπου κείμενο και εικόνα συνυπάρχουν, διαλέγονται και αλληλοσυμπληρώνονται αρμονικά. Όπου τίποτα δεν είναι αποτέλεσμα εντυπωσιοθηρίας κι όπου το ένα συστατικό δε λειτουργεί ως υποκατάστατο ή ως τονωτική ένεση για το άλλο. Όπου κάθε επιλογή εντέλει υπηρετεί την ίδια την εγγενή ουσία του. Έχοντας διατρέξει πολλές φορές το Όταν ο ήλιος πάει για ύπνο, εστιάζοντας πότε εδώ και πότε εκεί –το βιβλίο ευνοεί τις πολλαπλές διαδρομές έτσι κι αλλιώς– μπορώ να πω με σιγουριά ότι συνιστά μες στη φροντισμένη απλότητα και τη λειτουργικότητά του ένα ευρηματικό και πλούσιο εικονοβιβλίο πολλαπλών συνδηλώσεων και προεκτάσεων όπου τίποτα δεν περισσεύει. Κι αυτό, σε συνάρτηση μάλιστα με την τολμηρή επιλογή του εκδότη να στηρίξει αυτό το απαιτητικό εγχείρημα, δεν το λες καθόλου μα καθόλου απλό.

Δευτέρα, 11 Μαΐου 2020

Philip Kerr, Φρίντριχ, ένας σπουδαίος ντετέκτιβ


Μετάφραση: Στεφανία Φέρρο, Κέδρος, Αθήνα 2019




Φαντάσου, λέει, να είσαι παιδί που λατρεύει τα βιβλία και δίπλα στο σπίτι σου να ζει ο συγγραφέας του πιο αγαπημένου σου απ’ όλα, εκείνου που έχεις διαβάσει ίσαμε είκοσι φορές. Και φαντάσου το αγαπημένο σου βιβλίο να έχει γίνει και ταινία κι εσύ, στην πρεμιέρα, να γνωρίζεσαι και να μιλάς με τους συντελεστές της. Και φαντάσου όλα αυτά να γίνονται σε μια πόλη σπουδαία σαν το Βερολίνο. Αλλά –τι κρίμα– να συμβαίνουν την τελείως λάθος εποχή: τα χρόνια της ανόδου του Χίτλερ στην εξουσία. Τυχερός και μαζί άτυχος της υπόθεσης ο νεαρός Φρίντριχ, μέγας φαν του βιβλίου Ο Αιμίλιος κι οι ντετέκτιβ του Έριχ Κέστνερ και ήρωας του μυθιστορήματος του Φίλιπ Κερ Φρίντριχ, ένας σπουδαίος ντετέκτιβ.

Ο Φρίντριχ, παιδί με έμφυτο αίσθημα του δικαίου, με μεγάλο όνειρο ζωής να γίνει κι ο ίδιος ντετέκτιβ, κινείται στην ίδια εκείνη πόλη όπου εκτυλίσσεται η ιστορία του επαρχιώτη Αιμίλιου του Κέστνερ, στους ίδιους δρόμους και στις ίδιες πλατείες στις οποίες ένα ασκέρι νεαρών ντετέκτιβ κυνηγούσαν τον άντρα που έκλεψε τα χρήματα του Αιμίλιου. Ωστόσο από το βιβλίο του Κερ λείπει η ελαφράδα που χαρακτηρίζει το μυθιστόρημα του Κέστνερ, καθώς την πόλη πια βαραίνει το σύννεφο του ραγδαία επερχόμενου ναζισμού. Ο ήρωάς του θα δει το αγαπημένο του βιβλίο με την υπογραφή του συγγραφέα που θαυμάζει να πετιέται από τα χέρια του αδερφού του και ένθερμου υποστηρικτή των ναζί στην πυρά, θα επιφορτισθεί από έναν αστυνομικό με την αποστολή να παρακολουθήσει τον Έριχ Κέστνερ ως ύποπτο για… κατασκοπεία, αλλά και θα βρεθεί αντιμέτωπος με ένα άγριο έγκλημα που θα αποκαλύψει στα μάτια του ένα μικρό μόνο δείγμα της ναζιστικής θηριωδίας. 

Στο βιβλίο του ο Κερ κατορθώνει να δώσει μια ενδιαφέρουσα τοιχογραφία της γερμανικής κοινωνίας τα χρόνια της εδραίωσης του ναζισμού: οικογένειες διχασμένες λόγω έντονων πολιτικών διαφορών, διακρίσεις σε βάρος Εβραίων και ομοφυλόφιλων που εγκαταλείπουν έντρομοι τη χώρα, σκληρή προπαγάνδα, φίμωση των ελεύθερων φωνών στην εκπαίδευση και στον Τύπο κι ένας λαμπρός πνευματικός και καλλιτεχνικός κόσμος (ο Τρίερ, ο εικονογράφος του Κέστνερ, ο Λίμπερμαν, ο Ουάιλντερ και τόσοι άλλοι) σε άγριο, ανελέητο διωγμό.

Ο Έριχ Κέστνερ είναι ένα από τα πρόσωπα που συνιστούν μοχλούς της πλοκής, παίζοντας βασικό ρόλο σε αυτή, κάτι που φαντάζομαι ότι ούτε θα τον ξένιζε ούτε θα τον ενοχλούσε. Κι ο ίδιος άλλωστε συνήθιζε να κάνει τα περάσματά του και στα δικά του βιβλία, είτε απευθυνόμενος στον αναγνώστη για να μοιραστεί τις σκέψεις του μαζί του, είτε –όπως στην περίπτωση του Αιμίλιου και των ντετέκτιβ του–, ως δευτερεύον πρόσωπο της ιστορίας. Στο βιβλίο του Κερ ο Κέστνερ είναι ο νηφάλιος σύμβουλος που θα σταθεί στο πλευρό του νεαρού Φρίντριχ βοηθώντας τον να διακρίνει την αλήθεια από το ψέμα, αντιμετωπίζοντας με κατανόηση και ανθρωπιά τα ολισθήματά του αλλά και προφυλάσσοντάς τον από τις κακοτοπιές. Είναι ο διανοούμενος που δε στέκει απόμακρος από την κοινωνική πραγματικότητα, ο συγγραφέας που θα γίνει μάρτυρας της καύσης των ίδιων του των βιβλίων. Είναι ο αγνός πατριώτης, ο αμετανόητος Βερολινέζος που όμως δεν αντέχει να βλέπει την κατάντια της χώρας του και της πόλης του κάτω από το ναζιστικό καθεστώς.

Ο Κέστνερ κι ο ήρωάς του είναι τα μοναδικά εντέλει όπλα του απελπισμένου Φρίντριχ όταν αναγκαστεί να έρθει αντιμέτωπος με τη συνείδησή του. Μια κρίση συνείδησης που αποτυπώνεται σουρεαλιστικά στο βιβλίο μέσα από μια συγκλονιστική σκηνή αντιπαράθεσης ανάμεσα στον Αιμίλιο και σε μια καρικατούρα του Χίτλερ μέσα σ' ένα βαγόνι τρένου. Διαβάζοντάς τη, θυμήθηκα το ταξίδι ενός άλλου μυθιστορηματικού ήρωα με τρένο, παρέα με το βιβλίο του Κέστνερ και με κατεύθυνση το σπίτι του Χίτλερ στις Βαυαρικές Άλπεις. Αναφέρομαι στον Πιερό/Πίτερ, πρωταγωνιστή του βιβλίου του Τζον Μπόιν Το αγόρι στην κορυφή του βουνού, που εμπνέεται κι αυτός από τον ήρωα του Κέστνερ, για να λοξοδρομήσει πάντως στη συνέχεια. Αν και πολύ διαφορετικά μεταξύ τους, τα μυθιστορήματα του Μπόιν και του Κερ μοιράζονται άλλο ένα κοινό στοιχείο: και στα δυο είναι ένας συγγραφέας -ο Κέστνερ στον Φρίντριχ, ο Ανσέλ στο Αγόρι- εκείνος που θα κληθεί στο φινάλε να δώσει τον τόνο της ιστορίας, να διατηρήσει τη μνήμη, να συγχωρέσει. Παράξενη η μοίρα και το βάρος τελικά που κουβαλάει στην πλάτη του ο πνευματικός δημιουργός.

Σκεφτόμουν και κάτι άλλο καθώς διάβαζα τον Φρίντριχ: Πόσο αυτό το αγόρι μού θυμίζει στο ήθος τους ήρωες των βιβλίων του ίδιου του Κέστνερ: τίμιος, αγνός, ευφυής, φιλότιμος. Ας βρίσκεται σε πλεονεκτικότερη κοινωνικά θέση από τον Αιμίλιο ή τον Αντώνη, μοιάζει κι αυτός καμωμένος από την ίδια στόφα. Και δεν μπόρεσα να μη θυμηθώ το ερώτημα που είχα θέσει στον εαυτό μου όταν έγραφα πριν από κάποια χρόνια για ένα άλλο βιβλίο του Κέστνερ, την Τάξη που πετάει: «Άραγε», αναρωτιόμουν τότε, «πόσα από εκείνα τα τίμια, καθαρά αγόρια της ιπτάμενης τάξης του μπόρεσαν να επιβιώσουν απ’ το μακελειό, κρατώντας μέσα τους ζωντανό κάτι από τον αγνό εαυτό των παιδικών τους χρόνων;» Δύσκολο να φανταστείς το μέλλον μιας ορμητικής νέας γενιάς ύστερα από κάτι τόσο συντριπτικό όσο το ναζιστικό καθεστώς κι ο ρόλος του ηττημένου στον Β Παγκόσμιο Πόλεμο. Κι όμως, πριν από λίγες μέρες, καθώς έφτανα στην τελευταία σελίδα του Φρίντριχ, συνειδητοποιούσα ότι, κοντά εφτά χρόνια αφότου έθεσα στον εαυτό μου αυτό το ερώτημα, ο Φίλιπ Κερ μού είχε δώσει την απάντηση.



Παρασκευή, 1 Μαΐου 2020

Σοφιάννα Θεοφάνους, Αχ! Φαντάσματα...



Εικονογράφηση Ζαφούκο Γιαμαμότο, Μικρή Σελήνη, Αθήνα 2019

 


Καιρό τώρα ήθελα να γράψω γι’ αυτό το βιβλίο. Κάτι η ιδιαίτερη σύνθεσή του, κάτι το ατρόμητο θέμα του, κάτι η αίσθηση όταν το πιάνεις ότι δε φτιάχτηκε στην Ελλάδα, το Αχ! Φαντάσματα... της Σοφιάννας Θεοφάνους, εικονογραφημένα από τη Ζαφούκο Γιαμαμότο, είναι ένα βιβλίο που απλώς αδυνατείς να το προσπεράσεις.

Ήρωας ο μικρός Τίμος. Κοκκινομάλλης, μικροκαμωμένος, με γυαλάκια, ζει σε μια παλιά μονοκατοικία με τον μπαμπά του. Δε μιλάει πολύ, ακούει ωστόσο ακόμα κι εκείνα που εμείς οι υπόλοιποι δεν παίρνουμε χαμπάρι. Ούτε είναι και τύπος που θα κάτσει να μαραζώσει επειδή τον κοροϊδεύουν οι άλλοι, μια χαρά περνάει στον εναλλακτικό του κόσμο. Και ιδού με το καλημέρα η απενοχοποίηση κι αποδραματοποίηση της διαφορετικότητας (που, σημειωτέον, πουθενά δε δηλώνεται με ταμπελίτσα) χωρίς ν’ ανοίξει  ρουθούνι. Ένα παιδί  αλλιώτικο από τ’ άλλα που δεν του καίγεται καρφί γι’ αυτό. Που δεν επιζητά τον οίκτο του αναγνώστη. Που μια χαρά είναι κι έτσι.

Πάμε παρακάτω, γιατί έχει και συνέχεια το πράγμα: τα φαντάσματα που ζουν εγκλωβισμένα στο σπίτι του. Και που, χωρίς να είναι κι οι καλύτεροι τύποι του κόσμου, τουναντίον, κουβαλάνε ένα κάρο ελαττώματα, έχουν γίνει φιλαράκια με τον μικρό. Στις σελίδες του βιβλίου ξεδιπλώνεται μια υπέροχη σύνθεση έμμετρων ιστοριών όπου το ανάλαφρο χιούμορ παντρεύεται αβίαστα με τη νοσταλγική τρυφερότητα και που μας ξεναγούν σε μια απίστευτη πινακοθήκη φαγάδων, νυσταλέων, φοβητσιάρηδων, ματαιόδοξων, φασαριόζων, τρομακτικών, βαρετών, κακιασμένων κι άλλων περίεργων τύπων (κι άλλη διαφορετικότητα, χωρίς ταμπελίτσα και πάλι - τι πράγμα κι αυτό), οι οποίοι μπορεί να έρχονται από άλλο κόσμο κι άλλη εποχή ο καθένας αλλά παραδόξως κάνουν απίθανη παρέα με τον πιτσιρικά, ως τη στιγμή που…

Αυτό θα το ανακαλύψετε μόνοι σας. Γιατί αρκετά με την ιστορία, πάμε τώρα στις εικόνες: Που παντρεύονται εξαιρετικά με το κείμενο. Ατμόσφαιρα, χρώμα, βάθος, κινηματογραφικές εναλλαγές στην οπτική. Κάθε σαλόνι κι ένα άλλο σκηνικό, μια άλλη ιστορία, με τον Τίμο, ενίοτε και το κουνέλι του, να μας καρφώνουν με τα διάπλατα ανοιχτά μάτια τους, λες και, εκπαιδευμένοι καθώς είναι να ξετρυπώνουν το πέρα απ’ το προφανές, έχουν βάλει στόχο να γυρέψουν κι έξω απ' το βιβλίο όπου είναι κλεισμένοι τα δικά μας φαντάσματα. Καλά ή κακά. Ύπουλα ή αθώα. Σε μια γωνιά πάντως, κάπου γύρω μας ή μέσα μας, να επιζητούν μάταια και τη δική μας προσοχή.

Δευτέρα, 2 Δεκεμβρίου 2019

Maja Lunde, Το πνεύμα του χιονιού


Εικονογράφηση: Lisa Aisato, μτφρ. Χριστίνα Σωτηροπούλου, Εκδόσεις Κλειδάριθμος, Αθήνα 2019



Πρώτα η έκπληξη: Ένα βιβλίο που το σχήμα του κι η πολύχρωμη εικονογράφησή του σε προϊδεάζουν ότι πρόκειται για εικονογραφημένο που απευθύνεται σε μικρά παιδιά, μέχρι που παρατηρείς τον όγκο του –παρά κάτι διακόσιες σελίδες– και το πυκνογραμμένο του κείμενο – στην ουσία ένα μυθιστόρημα που αριθμεί 24 ολόκληρα κεφάλαια. Ασυνήθιστο εγχείρημα για τα ελληνικά δεδομένα, σύμφωνα με τα οποία χρώμα, σχήμα κτλ. διαμορφώνονται αυστηρά με βάση ηλικιακά και μόνο κριτήρια. Δεν είναι όμως αυτό το μόνο ασυνήθιστο στο Πνεύμα του χιονιού.

Η Maja Lunde φτιάχνει μια χριστουγεννιάτικη ιστορία που, παρότι πλημμυρισμένη στο χιόνι και στα χριστουγεννιάτικα στολίδια, κρύβει στον πυρήνα της μια οδυνηρή απώλεια: Ο Κρίστιαν, ο αφηγητής, κατεξοχήν παιδί των Χριστουγέννων, βρίσκεται τις παραμονές των φετινών Χριστουγέννων αποκομμένος από τη γιορταστική ατμόσφαιρα. Στο σπίτι του επικρατεί σιωπή, καθώς οι γονείς του αποφεύγουν να μιλήσουν για την πρόσφατη απώλεια της μεγάλης του αδερφής, ο καλύτερός του φίλος μοιάζει να μην τον καταλαβαίνει στο ελάχιστο κι ο ίδιος φοβάται ότι ίσως τα Χριστούγεννα να μην έρθουν τούτη τη χρονιά για την οικογένειά του. Όλα αυτά ως τη μέρα που γνωρίζει στην πισίνα όπου κολυμπά τη μικρή κοκκινομάλλα Χέντιβιχ. Στο ζεστό, όμορφο σπιτικό της ο Κρίστιαν θα ξαναβρεί κάτι από τη χαμένη χριστουγεννιάτικη μαγεία, στο πρόσωπο του κοριτσιού θα συναντήσει τη συμπαράσταση, την κατανόηση αλλά και την παιδική ανεμελιά που του είχαν λείψει. Ώσπου στο σπίτι της Χέντβιχ εμφανίζεται από το πουθενά ένας μυστηριώδης ηλικιωμένος άντρας. Τι σκοπό έχει; Τι μυστικά κρύβει; Ακολουθώντας τον, ο Κρίστιαν θα μπορέσει να συμπληρώσει το παζλ μιας παλιάς ιστορίας.

Η Lunde με μαεστρία χτίζει ένα εξαιρετικά ισορροπημένο κείμενο που, παρά το βαρύ του θέμα, δεν επιτρέπει στον αναγνώστη να το αφήσει από τα χέρια του ώσπου να φτάσει στην τελευταία σελίδα. Σε αυτό συμβάλλει τόσο η αμεσότητα των διαλόγων όσο και το κλίμα μυστηρίου με το οποίο επενδύει την ιστορία της η συγγραφέας. Και, φυσικά, η αριστοτεχνική ακροβασία ανάμεσα στο άσπρο και στο μαύρο, στο γιορταστικό κλίμα και στο αίσθημα της απώλειας, στον ρεαλισμό και στη μεταφυσική αύρα. 

Φυσικά, τίποτα δε θα ήταν ίδιο για τον αναγνώστη αν έλειπε η πολύχρωμη, ατμοσφαιρική εικονογράφηση της Lisa Aisato, που ζωντανεύει εξαιρετικά τα πρόσωπα και τα σκηνικά και δίνει τον συναισθηματικό τόνο με τα άλλοτε θερμά κι άλλοτε ψυχρά χρώματά της. Ξαναγυρνάω εδώ σε όσα έλεγα στην πρώτη παράγραφο για να προσθέσω ότι το σχήμα του βιβλίου και το είδος της εικονογράφησής του λειτουργούν, όπως αποδεικνύεται, καταλυτικά στην αναγνωστική εμπειρία: Χρώματα κι εικόνες αγκαλιάζουν κυριολεκτικά το κείμενο που θαρρείς ξεπηδά μέσα από αυτές, βυθίζοντας τον αναγνώστη στον κόσμο, εξωτερικό αλλά κι εσωτερικό, που χτίζει η Lunde

Η αναγνωστική αυτή εμπειρία είναι από μόνη της λόγος ικανός να διαβαστεί το Πνεύμα του χιονιού. Αλλά όχι κι ο μόνος, αφού το λυτρωτικό του, αν και όχι ζαχαρωμένο, τέλος έχει να πει πολλά στον μικρό αλλά και στον μεγάλο αναγνώστη για τον τρόπο που διαχειριζόμαστε το παρελθόν, τη μνήμη, την απώλεια, όπως και για το χρέος μας απέναντι σε κείνους που έφυγαν αλλά και, κυρίως, σε κείνους που έμειναν πίσω.