Σάββατο, 15 Ιουνίου 2019

Ελένη Σβορώνου, Η μπαλάντα της Ζηνοβίας

Εικονογράφηση: Μαιρηλία Φωτιάδου, Ελληνοεκδοτική, Αθήνα 2018






Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα κι αξιόλογα βιβλία γνώσης που μας έδωσε το 2018 ήταν Η μπαλάντα της Ζηνοβίας της Ελένης Σβορώνου. Ένα ιστορικό αφήγημα που καταπιάνεται με τη θρυλική Παλμύρα της Συρίας, και, φυσικά, με την παράτολμη κι αποφασισμένη να υψώσει το ανάστημά της στους ισχυρούς της εποχής της βασίλισσα της πόλης κατά τον 3ο μ.Χ. αιώνα, την περίφημη Ζηνοβία, που χαρίζει και το όνομά της στον τίτλο του βιβλίου.

Η Παλμύρα λοιπόν, πόλη πλούσια κι ευτυχισμένη, μια όαση στη μέση της ερήμου. Σταυροδρόμι εμπόρων, θρησκειών και πολιτισμών. Σημείο ισορροπίας ανάμεσα σε δυο μεγάλες αυτοκρατορίες: την Περσική και τη Ρωμαϊκή. Κι η Ζηνοβία, μια γυναίκα με βεδουίνικο αίμα αλλά πολύγλωσση και ευρυμαθής, θαυμάστρια του Λογγίνου, του Παύλου από τα Σαμόσατα και του Μάνη, γοητευτική μα και δυναμική, ονειροπόλα και παράτολμη. Η ανάρρησή της στον θρόνο του δολοφονημένου άντρα της Οδαίναθου θα σημαδέψει ανεξίτηλα την ιστορία της πόλης, αφού θα την οδηγήσει σε ευθεία σύγκρουση με την κλυδωνιζόμενη από προβλήματα Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και στην τελική υποδούλωσή της σε αυτή.

Το έργο με το οποίο καταπιάνεται η συγγραφέας του βιβλίου δεν είναι καθόλου εύκολο, καθώς επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην ιστορική αλήθεια και στη λογοτεχνική αφήγηση, ανάμεσα στην πραγματολογική συνέπεια και στη φαντασία. Και το κατορθώνει, από τη μια στηριζόμενη σε πηγές που παραθέτει στη βιβλιογραφία στο τέλος του βιβλίου, μετά το κατατοπιστικό της Χρονολόγιο και το Γλωσσάρι, αλλά εύστοχα επισημαίνοντας από την άλλη στο Επίμετρό της ότι δε δίστασε να «πειράξει», όπως χαρακτηριστικά λέει, την ιστορία, χαρίζοντας στους αναγνώστες της όχι ένα ιστορικό βιβλίο αλλά ένα αφήγημα-έναυσμα για περαιτέρω γνώση και αναζήτηση. Ένα αφήγημα που διατρέχεται σε κάθε του σελίδα από μια αύρα παραμυθιού και θρύλου, νοσταλγικού λυρισμού κι αισθαντικότητας, καθώς οι πλούσιες περιγραφές κι οι αβίαστα ενσωματωμένες στη ροή της αφήγησης ιστορικές πληροφορίες μάς ταξιδεύουν σε μια πόλη και σε μιαν εποχή που φαντάζει στα μάτια μας σχεδόν ιδεατή, πέρα από τα εγκόσμια, παραμυθένια.

Αλλά κι όταν, αφού μας συστήσει την πόλη, η συγγραφέας μάς γνωρίζει την πρωταγωνίστριά της, τη Ζηνοβία, επιστρατεύει ένα εξαιρετικά γοητευτικό αφηγηματικό εύρημα που απελευθερώνει την ηρωίδα της από το ασφυκτικό ιστορικό πλαίσιο, προσθέτοντας στην αρχικά αδρή της εικόνα ενδιαφέρουσες χαρακτηρολογικές πτυχές: Τη βάζει να συνομιλεί επανειλημμένα με την από καιρό νεκρή Κλεοπάτρα της Αιγύπτου, ίνδαλμα και κινητήρια δύναμη, καταπώς φαίνεται, για τη φιλόδοξη βασίλισσα της Παλμύρας. Και στο τέλος της ιστορίας της όμως, όταν η Ζηνοβία ηττάται από τους Ρωμαίους κι η ίδια με τον γιο της πέφτουν στα χέρια τους, στο κείμενο της Σβορώνου είναι ο θρύλος της αυτός που επιβάλλεται ως στάση απέναντι στις έτσι κι αλλιώς πολλές εκδοχές της ιστορικής αλήθειας γύρω από την τύχη της ηγέτιδας της Παλμύρας. Και πώς θα μπορούσε να συμβεί διαφορετικά σ’ ένα βιβλίο που κουβαλάει στον τίτλο του τη λέξη «μπαλάντα», καθώς από ατόφιο υλικό θρύλων είναι φτιαγμένο το συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος;

Κάπως έτσι φτάνει στο τέλος του αυτό το πανέμορφο ταξίδι σ’ ένα μάλλον αγνοημένο από τα σχολικά μας βιβλία παρελθόν, διανθισμένο από την ατμοσφαιρική και σε ορισμένα σημεία ευφάνταστη ασπρόμαυρη εικονογράφηση της Μαιρηλίας Φωτιάδου. Και με τα «αν» και τα «γιατί» που αφήνει μετέωρα να κρατούν διάπλατα ανοιχτή την πόρτα όχι μονάχα της περαιτέρω ιστορικής μελέτης, αλλά και της αναγνωστικής φαντασίας.

Πέμπτη, 2 Μαΐου 2019

Μαίρη Τσόγκα, Επάγγελμα τέρας


Εικόνες: Θέντα Μιμηλάκη, Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2019

Τι ζητάμε από ένα βιβλίο – μικρής ή μεγάλης φόρμας; Να είναι στρογγυλό. Να λέει μια ολοκληρωμένη ιστορία. Να μην αναμασά τα λόγια του χοροπηδώντας διαρκώς γύρω από ένα εύρημα ή από ένα σλόγκαν-κεντρική ιδέα. Να μη δίνει ένα σάλτο μορτάλε από το τέλος της αρχής για να πεταχτεί, χωρίς διαμεσολάβηση, όχι στην αρχή του τέλους, αλλά στο τέλος του τέλους, κι αυτό ήταν.

Το Επάγγελμα τέρας της Μαίρης Τσόγκα είναι ένα από τα βιβλία μικρής φόρμας που και μια ολοκληρωμένη ιστορία έχουν να σου πουν, και δεν πέφτουν σε καμία από τις παγίδες που προανέφερα. Ήρωας της συγγραφέα ένα τέρας που μένει άνεργο όταν στον χώρο του θεάματος τα τέρατα παύουν να έχουν πέραση. Αφού βιώνει τη φρίκη της απόλυσης, αρχίζει να αναζητά μια νέα καριέρα. Μετά από πολλές ατυχίες και απορρίψεις, βρίσκει, και κατορθώνει να καταξιωθεί, σε μια δουλειά στην οποία δε χρειάζεται να δείχνει το –απεχθές στους πολλούς– πρόσωπό του. Ως τη στιγμή βέβαια που μια πρόσκληση θα το υποχρεώσει να αποκαλυφθεί εκ νέου στον κόσμο, βάζοντας σε κίνδυνο την καριέρα του…

Η ανεργία βεβαίως στο προσκήνιο. Όπως κι η αγωνία εκείνου που τη βιώνει για μια δεύτερη ευκαιρία. Οι απελπισμένες του προσπάθειες, οι διαρκείς απορρίψεις και ματαιώσεις, οι κοινωνικές προκαταλήψεις, κι εντέλει η καταξίωση μέσα από την ανάδυση ενός νέου, κρυφού ταλέντου του, που όχι μόνο παρέμενε εν υπνώσει για χρόνια ολόκληρα αλλά κι αποτελούσε μειονέκτημα στην προηγούμενη δουλειά του. Η ιστορία όμως δεν τελειώνει εδώ. Όπως δεν τελειώνουν κι οι προκλήσεις της ζωής. Προκλήσεις τις οποίες φαίνεται ότι μπορεί να κοιτάξει κατάματα ο ήρωας του βιβλίου, βρίσκοντας εντέλει τον δρόμο προς την αποδοχή και την ευτυχία.

Η Μαίρη Τσόγκα, εκκινώντας από την αρχική ιδέα του άνεργου τέρατος, αναπτύσσει με αυτοπεποίθηση μια ιστορία που προωθείται από μια σειρά ευρημάτων τα οποία δε λειτουργούν ως πυροτεχνήματα αλλά έχουν οργανικό ρόλο στην πλοκή της. Ο κεντρικός χαρακτήρας και αφηγητής της, στρογγυλός και πολύπλευρος, δεν περιορίζεται στην προσχηματική και προβλέψιμη φιγούρα του παρεξηγημένου τέρατος. Με τα πάνω του και τα κάτω του, τους φόβους, τις αγωνίες, τις απογοητεύσεις του, αλλά και συμφιλιωμένος με την εμφάνισή του και μαχητικός, δε διστάζει να αρπάξει ευκαιρίες, να προσαρμοστεί στη νέα πραγματικότητα, να αυτοσαρκαστεί συστηνόμενος με το ψευδώνυμο «Πεντάμορφος»... Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση αβίαστη, μακριά από εύκολα συνθήματα και απλοϊκά διδάγματα. Η γλώσσα συνολικά προσεγμένη, με μετρημένο χιούμορ και χωρίς λεκτικές υπερβολές.

Αποτέλεσμα: ένα βιβλίο με αρχή, μέση και τέλος, που ξέρει πολύ καλά και τι θέλει να το πει και πώς να το πει, κάνοντάς σε να χαμογελάς κλείνοντάς το.
Ταιριαστή με το πνεύμα του κειμένου η εικονογράφηση της Θέντας Μιμηλάκη.

Τρίτη, 9 Απριλίου 2019

Ταξίδια της ψυχής και της φαντασίας


Πάει πολύς καιρός από την τελευταία φορά που έγραψα σε αυτό το μπλογκ. Φόρτος εργασίας, υποχρεώσεις με τα δικά μου βιβλία αλλά και η ανάγκη να πάρω για λίγο μια ανάσα, ίσως και αποστάσεις, από το τσουνάμι βιβλίων που καταφτάνουν κάθε βδομάδα στο σπίτι. Ωστόσο, όση κούραση κι αν νιώθω, όσο κι αν οι υποχρεώσεις είναι επιτακτικές, πάντα θα υπάρχουν βιβλία που θα με αναγκάζουν να τα παρατάω όλα και να γράφω γι’ αυτά. Πάντοτε βεβαίως εκκινώντας από το δικό μου, υποκειμενικό κριτήριο, τις δικές μου αναφορές κι εμμονές. Μια από τις οποίες είναι το κόλλημά μου με τα βιβλία που, πολυσέλιδα ή μη, επιμένουν να αφηγούνται ιστορίες, να χτίζουν περιπέτειες, να σε χορταίνουν δράση κι ανατροπές. Στοιχεία που βρήκα σε τρία μεταφρασμένα στα ελληνικά εικονογραφημένα βιβλία – για την ακρίβεια, μεταφρασμένα τα δύο από αυτά, αφού το τρίτο είναι silent book, ένα βιβλίο δηλαδή χωρίς κείμενο αλλά μόνο με εικόνες. Μιλάω για τα βιβλία Ο Αρκούδος, το Πιάνο, ο Σκύλος και το Βιολί του David Litchfiled (μτφρ. Μαριάννα Ψύχαλου, Μικρή Σελήνη, Αθήνα 2019), Η φάλαινα και το σαλιγκάρι των Julia Donaldson και Axel Scheffler (απόδ. Φ. Μανδηλαράς, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2018) και, φυσικά, Αναζήτηση του Aaron Becker (Φουρφούρι, Αθήνα 2019).




Ο David Litchflield, που τον αγαπήσαμε διαβάζοντας τον τρυφερό Αρκούδο και το πιάνο, επανήλθε με ένα σίκουελ αντάξιο του πρώτου βιβλίου του. Εδώ ο αρκούδος δεν είναι το κεντρικό πρόσωπο, αλλά ένας φτασμένος μουσικός που θα προσλάβει στην μπάντα του έναν εξαιρετικά ταλαντούχο σκύλο βιολιστή, τον Ούγκο. Ο οποίος δεν ήταν πάντα βιολιστής, αλλά ο πιστός σκύλος του γερο-Έκτορα, ενός ματαιωμένου μουσικού που δεν περνά πια η μπογιά του και που αποφασίζει να αποσυρθεί από τη δράση. Καθώς το ταλέντο του Ούγκο ξεδιπλώνεται, ο Έκτορας τον συμβουλεύει αποκαλύπτοντάς του όλα τα μυστικά του επαγγέλματος, χωρίς ωστόσο να μπορεί να ελέγξει το τσίμπημα της ζήλιας που αισθάνεται μπροστά στο ανερχόμενο άστρο του Ούγκο. Κι είναι αυτό το αίσθημα που θα τους χωρίσει όταν ο Ούγκο θα κληθεί να συμμετάσχει στην μπάντα του αρκούδου πιανίστα. Θα σταθεί όμως και ικανό να κρατήσει για πάντα μακριά τους δυο φίλους;

Και πάλι σε αυτό το βιβλίο τον Litchfield τον απασχολεί έντονα η σχέση ανάμεσα στη φιλία και στην καλλιτεχνική καταξίωση κι η ψυχική διαδρομή που απαιτείται να γίνει για να υπερκεραστούν αισθήματα ανταγωνισμού και ζήλιας. Πόσο ανθεκτικοί μπορεί να αποδειχτούν οι φιλικοί δεσμοί όταν ο ένας από τους δυο φίλους γίνεται διάσημος; Πολλώ δε μάλλον όταν η άνοδος του ενός, του μαθητευόμενου, συμπίπτει χρονικά με την πτώση του άλλου, του μέντορα; Και πόσο μακρύς είναι ο δρόμος για να αποκατασταθούν οι ισορροπίες όταν η σχέση κλονιστεί; Λεπτό το ζήτημα, ξεκάθαρα βγαλμένο από τη ζωή, ίσως αρκετά ζόρικο για να γίνει κατανοητό σ' όλη του την έκταση από παιδιά μικρής ηλικίας, ωστόσο μ’ ένα απρόσμενο, έντεχνα δοσμένο χαρούμενο τέλος, που γλυκαίνει και γεμίζει αισιοδοξία τον αναγνώστη. Και βεβαίως επενδυμένο με την υπέροχη εικονογράφηση του Litchfiled, γεμάτη χρώμα, λάμψη, εντυπωσιακή ανάδειξη των λεπτομερειών κι έντονη ατμοσφαιρικότητα, όπως αποτυπώνεται μοναδικά στις πολύβουες σκηνές, στην τρυφερή εκφραστικότητα και στην απροσποίητη ανθρωπιά των προσώπων. Βαθιά ανθρώπινο και μαζί γοητευτικό σαν όμορφη νυχτερινή μουσική που δε θες ποτέ να τελειώσει.




Ανθρωπιά και τρυφερότητα χαρακτηρίζει και τους κόσμους που φτιάχνουν παρέα η Julia Donaldson κι ο Axel Scheffler. Εκείνη με τις έμμετρες, χαριτωμένες ιστορίες της κι αυτός με τις τόσο εκφραστικές στις λεπτομέρειές τους ζωγραφιές του. Σ’ αυτήν εδώ την ιστορία, ένα σαλιγκάρι που ζει σ’ έναν μαύρο βράχο ποθεί να γνωρίσει τον κόσμο, παρότι κανείς από τους όμοιούς του δε φαίνεται να συμμερίζεται τα όνειρά του. Σύμμαχό του θα βρει μια πολυταξιδεμένη φάλαινα που δέχεται να το κουβαλήσει στην ουρά της σε μέρη μακρινά. Το αταίριαστο δίδυμο θα ζήσει πολλές περιπέτειες, θα γνωρίσει παράξενα μέρη, θα βρεθεί αντιμέτωπο με κινδύνους, ώσπου η φάλαινα θα εξοκείλει σε μιαν ακτή και δε θα μπορεί πια να ξαναπέσει στη θάλασσα. Άραγε θα μπορέσει να τη βοηθήσει το μικρό, αργοκίνητο σαλιγκάρι;

Δεν είναι μόνο η αταίριαστη αυτή φιλία που ξεκινά με αφορμή την κοινή επιθυμία των δυο ζώων κι απρόσκοπτα χτίζεται στην πορεία του ταξιδιού που κάνει τόσο ελκυστικό αυτό το βιβλίο, αλλά κι ο ανέμελα αισιόδοξος τρόπος που οι δυο δημιουργοί αφηγούνται τις περιπέτειες σαλιγκαριού και φάλαινας, η μια με τους στίχους της, ο άλλος με τις εικόνες του, περνώντας με τόλμη από τη μια γωνιά του πλανήτη στην άλλη, από τη νωχελική ομορφιά των τροπικών στον κίνδυνο των τρικυμισμένων θαλασσών, από το σκοτάδι της νύχτας στο φως της μέρας, από τα βάθη των ωκεανών στα παγωμένα πέρατα του κόσμου. Κι όλα αυτά αβίαστα και χαριτωμένα, με τους δυο τους να βουτάνε με κέφι κι ακόρεστη δίψα στην ομορφιά των χρωμάτων, των εικόνων και των λέξεων. Μια χορταστική ιστορία που πλημμυρίζει αισιοδοξία, αλληλεγγύη, τόλμη και τρυφερή ανθρωπιά. Τι παραπάνω να ζητήσει κανείς από ένα παιδικό βιβλίο;




Η Αναζήτηση είναι το δεύτερο μέρος της εκπληκτικής τριλογίας του Aaron Becker που ξεκίνησε με το Ταξίδι. Και εδώ, όπως και στο πρώτο βιβλίο, η εικόνα κυριαρχεί και ο αναγνώστης καλείται να προσθέσει τα λόγια ακολουθώντας τη δράση στην οποία τον παρασύρει η περιπετειώδης, εντυπωσιακή εικονογράφηση. Ήρωες αυτή τη φορά δύο, το κορίτσι και το αγόρι που αφήσαμε στο τέλος του πρώτου βιβλίου της τριλογίας, οι οποίοι, ξαφνικά, κι ενώ προσπαθούν να προφυλαχτούν από μια νεροποντή κάτω από μια γέφυρα, θα βρεθούν πρόσωπο με πρόσωπο μ’ έναν παραμυθένιο βασιλιά που γυρεύει τη βοήθειά τους. Με όπλα τους το κόκκινο και το μοβ μολύβι τους και τον χάρτη που τους προμηθεύει ο βασιλιάς, τα δυο παιδιά θα ριχτούν σε μια μαγική περιπέτεια που περιλαμβάνει μυθικές καστροπολιτείες, ιπτάμενες πολεμικές μηχανές, θαλάσσια τέρατα και πολιτείες του βυθού, πόλεις των Μάγια, καταδιώξεις σε γέφυρες που θυμίζουν Ιντιάνα Τζόουνς, βουδιστικά μνημεία, ως την τελική νίκη και τη σωτηρία του βασιλιά.

Σ’ αυτό εδώ το βιβλίο του Becker η δράση είναι ακόμα πιο καταιγιστική απ’ ό,τι στο πρώτο, το κόκκινο και το μοβ μολύβι γι’ άλλη μια φορά λειτουργούν ως όπλα που επιτρέπουν στα παιδιά να φτιάξουν τα ίδια ζωγραφίζοντάς τα τα μέσα απόδρασης από τους κινδύνους με τους οποίους βρίσκονται αντιμέτωπα, ενώ δίπλα στα δυο αυτά χρώματα έρχεται να προστεθεί εξαρχής το κίτρινο του βασιλιά και του μολυβιού του. Καθώς η ιστορία προχωρά κι οδεύει προς το τέλος, τα χρώματα πληθαίνουν, μ' ένα λαμπρό ουράνιο τόξο να τυλίγει στις τελευταίες της σελίδες τον μουντό κόσμο της, σηματοδοτώντας τη μεγαλειώδη νίκη των παιδιών και τη σωτηρία του βασιλιά. Κινηματογραφική, περιπετειώδης, συναρπαστική, η Αναζήτηση όχι μόνο συμπληρώνει επάξια το Ταξίδι αλλά ανοίγει και την όρεξη του αναγνώστη για το τρίτο μέρος της εκπληκτικής αυτής τριλογίας.