Πέμπτη, 2 Μαΐου 2019

Μαίρη Τσόγκα, Επάγγελμα τέρας


Εικόνες: Θέντα Μιμηλάκη, Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2019

Τι ζητάμε από ένα βιβλίο – μικρής ή μεγάλης φόρμας; Να είναι στρογγυλό. Να λέει μια ολοκληρωμένη ιστορία. Να μην αναμασά τα λόγια του χοροπηδώντας διαρκώς γύρω από ένα εύρημα ή από ένα σλόγκαν-κεντρική ιδέα. Να μη δίνει ένα σάλτο μορτάλε από το τέλος της αρχής για να πεταχτεί, χωρίς διαμεσολάβηση, όχι στην αρχή του τέλους, αλλά στο τέλος του τέλους, κι αυτό ήταν.

Το Επάγγελμα τέρας της Μαίρης Τσόγκα είναι ένα από τα βιβλία μικρής φόρμας που και μια ολοκληρωμένη ιστορία έχουν να σου πουν, και δεν πέφτουν σε καμία από τις παγίδες που προανέφερα. Ήρωας της συγγραφέα ένα τέρας που μένει άνεργο όταν στον χώρο του θεάματος τα τέρατα παύουν να έχουν πέραση. Αφού βιώνει τη φρίκη της απόλυσης, αρχίζει να αναζητά μια νέα καριέρα. Μετά από πολλές ατυχίες και απορρίψεις, βρίσκει, και κατορθώνει να καταξιωθεί, σε μια δουλειά στην οποία δε χρειάζεται να δείχνει το –απεχθές στους πολλούς– πρόσωπό του. Ως τη στιγμή βέβαια που μια πρόσκληση θα το υποχρεώσει να αποκαλυφθεί εκ νέου στον κόσμο, βάζοντας σε κίνδυνο την καριέρα του…

Η ανεργία βεβαίως στο προσκήνιο. Όπως κι η αγωνία εκείνου που τη βιώνει για μια δεύτερη ευκαιρία. Οι απελπισμένες του προσπάθειες, οι διαρκείς απορρίψεις και ματαιώσεις, οι κοινωνικές προκαταλήψεις, κι εντέλει η καταξίωση μέσα από την ανάδυση ενός νέου, κρυφού ταλέντου του, που όχι μόνο παρέμενε εν υπνώσει για χρόνια ολόκληρα αλλά κι αποτελούσε μειονέκτημα στην προηγούμενη δουλειά του. Η ιστορία όμως δεν τελειώνει εδώ. Όπως δεν τελειώνουν κι οι προκλήσεις της ζωής. Προκλήσεις τις οποίες φαίνεται ότι μπορεί να κοιτάξει κατάματα ο ήρωας του βιβλίου, βρίσκοντας εντέλει τον δρόμο προς την αποδοχή και την ευτυχία.

Η Μαίρη Τσόγκα, εκκινώντας από την αρχική ιδέα του άνεργου τέρατος, αναπτύσσει με αυτοπεποίθηση μια ιστορία που προωθείται από μια σειρά ευρημάτων τα οποία δε λειτουργούν ως πυροτεχνήματα αλλά έχουν οργανικό ρόλο στην πλοκή της. Ο κεντρικός χαρακτήρας και αφηγητής της, στρογγυλός και πολύπλευρος, δεν περιορίζεται στην προσχηματική και προβλέψιμη φιγούρα του παρεξηγημένου τέρατος. Με τα πάνω του και τα κάτω του, τους φόβους, τις αγωνίες, τις απογοητεύσεις του, αλλά και συμφιλιωμένος με την εμφάνισή του και μαχητικός, δε διστάζει να αρπάξει ευκαιρίες, να προσαρμοστεί στη νέα πραγματικότητα, να αυτοσαρκαστεί συστηνόμενος με το ψευδώνυμο «Πεντάμορφος»... Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση αβίαστη, μακριά από εύκολα συνθήματα και απλοϊκά διδάγματα. Η γλώσσα συνολικά προσεγμένη, με μετρημένο χιούμορ και χωρίς λεκτικές υπερβολές.

Αποτέλεσμα: ένα βιβλίο με αρχή, μέση και τέλος, που ξέρει πολύ καλά και τι θέλει να το πει και πώς να το πει, κάνοντάς σε να χαμογελάς κλείνοντάς το.
Ταιριαστή με το πνεύμα του κειμένου η εικονογράφηση της Θέντας Μιμηλάκη.

Τρίτη, 9 Απριλίου 2019

Ταξίδια της ψυχής και της φαντασίας


Πάει πολύς καιρός από την τελευταία φορά που έγραψα σε αυτό το μπλογκ. Φόρτος εργασίας, υποχρεώσεις με τα δικά μου βιβλία αλλά και η ανάγκη να πάρω για λίγο μια ανάσα, ίσως και αποστάσεις, από το τσουνάμι βιβλίων που καταφτάνουν κάθε βδομάδα στο σπίτι. Ωστόσο, όση κούραση κι αν νιώθω, όσο κι αν οι υποχρεώσεις είναι επιτακτικές, πάντα θα υπάρχουν βιβλία που θα με αναγκάζουν να τα παρατάω όλα και να γράφω γι’ αυτά. Πάντοτε βεβαίως εκκινώντας από το δικό μου, υποκειμενικό κριτήριο, τις δικές μου αναφορές κι εμμονές. Μια από τις οποίες είναι το κόλλημά μου με τα βιβλία που, πολυσέλιδα ή μη, επιμένουν να αφηγούνται ιστορίες, να χτίζουν περιπέτειες, να σε χορταίνουν δράση κι ανατροπές. Στοιχεία που βρήκα σε τρία μεταφρασμένα στα ελληνικά εικονογραφημένα βιβλία – για την ακρίβεια, μεταφρασμένα τα δύο από αυτά, αφού το τρίτο είναι silent book, ένα βιβλίο δηλαδή χωρίς κείμενο αλλά μόνο με εικόνες. Μιλάω για τα βιβλία Ο Αρκούδος, το Πιάνο, ο Σκύλος και το Βιολί του David Litchfiled (μτφρ. Μαριάννα Ψύχαλου, Μικρή Σελήνη, Αθήνα 2019), Η φάλαινα και το σαλιγκάρι των Julia Donaldson και Axel Scheffler (απόδ. Φ. Μανδηλαράς, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2018) και, φυσικά, Αναζήτηση του Aaron Becker (Φουρφούρι, Αθήνα 2019).




Ο David Litchflield, που τον αγαπήσαμε διαβάζοντας τον τρυφερό Αρκούδο και το πιάνο, επανήλθε με ένα σίκουελ αντάξιο του πρώτου βιβλίου του. Εδώ ο αρκούδος δεν είναι το κεντρικό πρόσωπο, αλλά ένας φτασμένος μουσικός που θα προσλάβει στην μπάντα του έναν εξαιρετικά ταλαντούχο σκύλο βιολιστή, τον Ούγκο. Ο οποίος δεν ήταν πάντα βιολιστής, αλλά ο πιστός σκύλος του γερο-Έκτορα, ενός ματαιωμένου μουσικού που δεν περνά πια η μπογιά του και που αποφασίζει να αποσυρθεί από τη δράση. Καθώς το ταλέντο του Ούγκο ξεδιπλώνεται, ο Έκτορας τον συμβουλεύει αποκαλύπτοντάς του όλα τα μυστικά του επαγγέλματος, χωρίς ωστόσο να μπορεί να ελέγξει το τσίμπημα της ζήλιας που αισθάνεται μπροστά στο ανερχόμενο άστρο του Ούγκο. Κι είναι αυτό το αίσθημα που θα τους χωρίσει όταν ο Ούγκο θα κληθεί να συμμετάσχει στην μπάντα του αρκούδου πιανίστα. Θα σταθεί όμως και ικανό να κρατήσει για πάντα μακριά τους δυο φίλους;

Και πάλι σε αυτό το βιβλίο τον Litchfield τον απασχολεί έντονα η σχέση ανάμεσα στη φιλία και στην καλλιτεχνική καταξίωση κι η ψυχική διαδρομή που απαιτείται να γίνει για να υπερκεραστούν αισθήματα ανταγωνισμού και ζήλιας. Πόσο ανθεκτικοί μπορεί να αποδειχτούν οι φιλικοί δεσμοί όταν ο ένας από τους δυο φίλους γίνεται διάσημος; Πολλώ δε μάλλον όταν η άνοδος του ενός, του μαθητευόμενου, συμπίπτει χρονικά με την πτώση του άλλου, του μέντορα; Και πόσο μακρύς είναι ο δρόμος για να αποκατασταθούν οι ισορροπίες όταν η σχέση κλονιστεί; Λεπτό το ζήτημα, ξεκάθαρα βγαλμένο από τη ζωή, ίσως αρκετά ζόρικο για να γίνει κατανοητό σ' όλη του την έκταση από παιδιά μικρής ηλικίας, ωστόσο μ’ ένα απρόσμενο, έντεχνα δοσμένο χαρούμενο τέλος, που γλυκαίνει και γεμίζει αισιοδοξία τον αναγνώστη. Και βεβαίως επενδυμένο με την υπέροχη εικονογράφηση του Litchfiled, γεμάτη χρώμα, λάμψη, εντυπωσιακή ανάδειξη των λεπτομερειών κι έντονη ατμοσφαιρικότητα, όπως αποτυπώνεται μοναδικά στις πολύβουες σκηνές, στην τρυφερή εκφραστικότητα και στην απροσποίητη ανθρωπιά των προσώπων. Βαθιά ανθρώπινο και μαζί γοητευτικό σαν όμορφη νυχτερινή μουσική που δε θες ποτέ να τελειώσει.




Ανθρωπιά και τρυφερότητα χαρακτηρίζει και τους κόσμους που φτιάχνουν παρέα η Julia Donaldson κι ο Axel Scheffler. Εκείνη με τις έμμετρες, χαριτωμένες ιστορίες της κι αυτός με τις τόσο εκφραστικές στις λεπτομέρειές τους ζωγραφιές του. Σ’ αυτήν εδώ την ιστορία, ένα σαλιγκάρι που ζει σ’ έναν μαύρο βράχο ποθεί να γνωρίσει τον κόσμο, παρότι κανείς από τους όμοιούς του δε φαίνεται να συμμερίζεται τα όνειρά του. Σύμμαχό του θα βρει μια πολυταξιδεμένη φάλαινα που δέχεται να το κουβαλήσει στην ουρά της σε μέρη μακρινά. Το αταίριαστο δίδυμο θα ζήσει πολλές περιπέτειες, θα γνωρίσει παράξενα μέρη, θα βρεθεί αντιμέτωπο με κινδύνους, ώσπου η φάλαινα θα εξοκείλει σε μιαν ακτή και δε θα μπορεί πια να ξαναπέσει στη θάλασσα. Άραγε θα μπορέσει να τη βοηθήσει το μικρό, αργοκίνητο σαλιγκάρι;

Δεν είναι μόνο η αταίριαστη αυτή φιλία που ξεκινά με αφορμή την κοινή επιθυμία των δυο ζώων κι απρόσκοπτα χτίζεται στην πορεία του ταξιδιού που κάνει τόσο ελκυστικό αυτό το βιβλίο, αλλά κι ο ανέμελα αισιόδοξος τρόπος που οι δυο δημιουργοί αφηγούνται τις περιπέτειες σαλιγκαριού και φάλαινας, η μια με τους στίχους της, ο άλλος με τις εικόνες του, περνώντας με τόλμη από τη μια γωνιά του πλανήτη στην άλλη, από τη νωχελική ομορφιά των τροπικών στον κίνδυνο των τρικυμισμένων θαλασσών, από το σκοτάδι της νύχτας στο φως της μέρας, από τα βάθη των ωκεανών στα παγωμένα πέρατα του κόσμου. Κι όλα αυτά αβίαστα και χαριτωμένα, με τους δυο τους να βουτάνε με κέφι κι ακόρεστη δίψα στην ομορφιά των χρωμάτων, των εικόνων και των λέξεων. Μια χορταστική ιστορία που πλημμυρίζει αισιοδοξία, αλληλεγγύη, τόλμη και τρυφερή ανθρωπιά. Τι παραπάνω να ζητήσει κανείς από ένα παιδικό βιβλίο;




Η Αναζήτηση είναι το δεύτερο μέρος της εκπληκτικής τριλογίας του Aaron Becker που ξεκίνησε με το Ταξίδι. Και εδώ, όπως και στο πρώτο βιβλίο, η εικόνα κυριαρχεί και ο αναγνώστης καλείται να προσθέσει τα λόγια ακολουθώντας τη δράση στην οποία τον παρασύρει η περιπετειώδης, εντυπωσιακή εικονογράφηση. Ήρωες αυτή τη φορά δύο, το κορίτσι και το αγόρι που αφήσαμε στο τέλος του πρώτου βιβλίου της τριλογίας, οι οποίοι, ξαφνικά, κι ενώ προσπαθούν να προφυλαχτούν από μια νεροποντή κάτω από μια γέφυρα, θα βρεθούν πρόσωπο με πρόσωπο μ’ έναν παραμυθένιο βασιλιά που γυρεύει τη βοήθειά τους. Με όπλα τους το κόκκινο και το μοβ μολύβι τους και τον χάρτη που τους προμηθεύει ο βασιλιάς, τα δυο παιδιά θα ριχτούν σε μια μαγική περιπέτεια που περιλαμβάνει μυθικές καστροπολιτείες, ιπτάμενες πολεμικές μηχανές, θαλάσσια τέρατα και πολιτείες του βυθού, πόλεις των Μάγια, καταδιώξεις σε γέφυρες που θυμίζουν Ιντιάνα Τζόουνς, βουδιστικά μνημεία, ως την τελική νίκη και τη σωτηρία του βασιλιά.

Σ’ αυτό εδώ το βιβλίο του Becker η δράση είναι ακόμα πιο καταιγιστική απ’ ό,τι στο πρώτο, το κόκκινο και το μοβ μολύβι γι’ άλλη μια φορά λειτουργούν ως όπλα που επιτρέπουν στα παιδιά να φτιάξουν τα ίδια ζωγραφίζοντάς τα τα μέσα απόδρασης από τους κινδύνους με τους οποίους βρίσκονται αντιμέτωπα, ενώ δίπλα στα δυο αυτά χρώματα έρχεται να προστεθεί εξαρχής το κίτρινο του βασιλιά και του μολυβιού του. Καθώς η ιστορία προχωρά κι οδεύει προς το τέλος, τα χρώματα πληθαίνουν, μ' ένα λαμπρό ουράνιο τόξο να τυλίγει στις τελευταίες της σελίδες τον μουντό κόσμο της, σηματοδοτώντας τη μεγαλειώδη νίκη των παιδιών και τη σωτηρία του βασιλιά. Κινηματογραφική, περιπετειώδης, συναρπαστική, η Αναζήτηση όχι μόνο συμπληρώνει επάξια το Ταξίδι αλλά ανοίγει και την όρεξη του αναγνώστη για το τρίτο μέρος της εκπληκτικής αυτής τριλογίας.


Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2019

Ελένη Γερουλάνου - Ίρις Σαμαρτζή, Ένας αρκούδος μια φορά


Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2018



Ένας αρκούδος με γαλάζια κορδέλα ξεπηδά ένα βράδυ με λιγοστό φεγγάρι από ένα κουτί δίπλα σ’ έναν κάδο ανακύκλωσης, όπου τον έχουν εγκαταλείψει. Περιπλανιέται σε λιμάνια, αγροκτήματα, σιδηροδρομικούς σταθμούς, θέατρα, πανηγύρια, μαγαζιά, γυρεύοντας τον δρόμο για το σπίτι του. Πολλοί εκείνοι που συναντά, πολλοί κι οι πειρασμοί, με τη μορφή υποσχέσεων για μακρινά ταξίδια, όμορφα παιχνίδια, λαμπερές καριέρες, κεράσματα και δώρα. Κι ωστόσο ο αρκούδος δεν κάμπτεται, αφού η ανάγκη του να βρει επιτέλους το σπίτι του και να ξαποστάσει μοιάζει να στέκει πέρα και πάνω απ’ όλα τ’ άλλα. Κι όταν πια η κούραση κι η απελπισία τον έχουν αποκαρδιώσει για τα καλά, ένας πύργος, θαρρείς βγαλμένος από τα παραμύθια, εμφανίζεται μπροστά του. Και μαζί μια φιλόξενη πυργοδέσποινα, που είναι πρόθυμη να τον αγκαλιάσει τρυφερά και να τον υποδεχτεί επιτέλους στο σπίτι του.

Αυτή είναι πάνω κάτω η ιστορία που αφηγείται στο βιβλίο της Ένας αρκούδος μια φορά η Ελένη Γερουλάνου, θέλοντας να μιλήσει στους αναγνώστες της για την αληθινή ιστορία της δημιουργίας του Μουσείου Μπενάκη Παιχνιδιών και την ψυχή του, τη συλλέκτρια Μαρία Αργυριάδη, που έφυγε από τη ζωή στο τέλος του 2018 και της οποίας η πολύτιμη συλλογή παιχνιδιών συνιστά τον πυρήνα του μουσείου. Στο εγχείρημά της αυτό η συγγραφέας προτιμά να αποφύγει κάθε λογής υπερβολή και περιττολογία, αφηγούμενη μια ιστορία που στη δομή της θυμίζει παραμύθι και ντυμένη με μια απλότητα και οικονομία λόγου που της χαρίζουν αμεσότητα και γρήγορο ρυθμό, αφήνοντας παράλληλα την εικόνα να συμπληρώσει όσα οι λέξεις εύγλωττα αποσιωπούν.

Η εικονογράφηση της Ίριδας Σαμαρτζή βασίζεται σε φωτογραφικό υλικό από τα παιχνίδια του μουσείου, τα οποία συντροφεύουν τον κεντρικό ήρωα σε κάθε σελίδα, συνιστώντας ζωντανό κομμάτι κάθε σταθμού της περιπλάνησής του. Με τον τρόπο αυτό, τα εκθέματα του μουσείου βγαίνουν κυριολεκτικά στον δρόμο, γίνονται υλικά που χτίζουν την πραγματικότητα και οργανικό συστατικό της μεγάλης περιπέτειας που βιώνει ο αρκούδος. Γεγονός που επιτρέπει στον μικρό αναγνώστη όχι απλώς να εξοικειωθεί μαζί τους αλλά και να βρει σ’ αυτά την αφορμή να μετατρέψει μια απλή μουσειακή επίσκεψη σ’ ένα συναρπαστικό ταξίδι φαντασίας. Σε αντίθεση με τους συνομιλητές του, ο κεντρικός ήρωας αποτυπώνεται ως ζωγραφιά σε όλες τις σελίδες στις οποίες απλώνεται η ιστορία του εκτός από την τελευταία, όπου κι ο ίδιος πια έχει γίνει κάτοικος του μουσείου.

Σ’ αυτή τη σελίδα βλέπουμε τη Μαρία Αργυριάδη στη βεράντα του πυργόσπιτου με τον αρκούδο στην αγκαλιά της ν’ αγναντεύει το θωρηκτό Αβέρωφ, που πράγματι στέκει απέναντι από το Μουσείο Μπενάκη Παιχνιδιών, αλλά ταυτόχρονα αποτελεί κι αυτό το ίδιο –ή τουλάχιστον η ξύλινη μινιατούρα του– «ένοικο», έκθεμα του μουσείου. Η ιστορία, η μνήμη, οι αλλόκοτες –άλλοτε συλλογικές, άλλοτε ατομικές– διαδρομές της, αποτυπωμένες με τρόπο ευφυή σ’ αυτή –και όχι μόνο– τη σελίδα του βιβλίου. Ενός βιβλίου που, πέρα από πραγματολογικό υλικό και πολύτιμη γνώση, κουβαλάει κι ένα ισχυρό βιωματικό και συναισθηματικό βάρος το οποίο μεταγγίζει αθόρυβα κι ευεργετικά στον αναγνώστη του.