Τετάρτη, 2 Ιανουαρίου 2019

Βασίλης Παπαθεοδώρου, Τη νύχτα που έσβησαν τ' αστέρια


Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2018





Ένα δεκαεφτάχρονο κορίτσι εξαφανίζεται ένα βράδυ του Γενάρη. Κανείς δεν ξέρει το πώς και το γιατί. Κανείς δε γνωρίζει αν είναι ζωντανή ή νεκρή. Εγκληματική πράξη ή συνειδητή επιλογή; Κι αν πρόκειται για το δεύτερο, ποια είναι άραγε τα αίτια που οδήγησαν στην εξαφάνιση της Λένας Μανιέ; Ποιες αναταράξεις προξενεί το γεγονός αυτό στις ζωές των κοντινών της ανθρώπων; Τι ενοχές, φόβους, απωθημένα, επιθυμίες, μικρά και μεγάλα μυστικά αναμοχλεύει μέσα τους; Ο Βασίλης Παπαθεοδώρου χτίζει το τελευταίο βιβλίο του, Τη νύχτα που έσβησαν τ’ αστέρια, πάνω σε μια σειρά από πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις ανθρώπων του στενού ή ευρύτερου περιβάλλοντος της νεαρής Λένας Μανιέ, χαρίζοντάς μας ένα τολμηρό, σκληρό όσο και αποκαλυπτικό νεανικό μυθιστόρημα, που κρατά τον αναγνώστη καθηλωμένο από την πρώτη ως την τελευταία του σελίδα.

Το μυθιστόρημα ως λογοτεχνικό είδος είναι σύνθεση, κι η πολυπρισματική αφήγηση του Παπαθεοδώρου, μέσα από τις πολλαπλές οπτικές των αφηγητών του, ανθρώπων που αγάπησαν ή πλήγωσαν την εξαφανισμένη Λένα, φίλων, ανταγωνιστών, συμμαθητών, καθηγητών, συγγενών, αλλά και μιας ευαίσθητης αστυνομικού που αναλαμβάνει τη διαλεύκανση της υπόθεσης, του επιτρέπει να χτίσει με συνέπεια το περιβάλλον της κοπέλας, ένα περιβάλλον σύνθετο, γεμάτο αντιφατικές σχέσεις, συγκρουόμενα συναισθήματα, εντάσεις και ασάφειες. Κάθε αφήγηση, κάθε οπτική, προσθέτει κι ένα λιθαράκι στη μισοτελειωμένη εικόνα, άλλοτε γεμίζοντας κενά, άλλοτε προξενώντας νέες ρωγμές σε πρόσκαιρες βεβαιότητες, άλλοτε προωθώντας την πλοκή κι άλλοτε στρέφοντάς τη σε άλλη κατεύθυνση από εκείνη που αρχικά φαινόταν να πηγαίνει. Κάθε οπτική και μια άλλη πλευρά του πρίσματος, μια άλλη λήψη της πραγματικότητας, του σχολικού ή οικογενειακού μικρόκοσμου, της ίδιας της Λένας. Μικρά και μεγάλα οικογενειακά μυστικά, απωθημένες ερωτικές επιθυμίες, αντιπάθειες ενδεδυμένες τον μανδύα της φιλίας, κίνητρα όχι και τόσο αλτρουιστικά ή υψηλόφρονα όσο φαντάζουν σε μια πρώτη ματιά, απρόσμενες εκλεκτικές συγγένειες, η ελληνική κοινωνία στο μικροσκόπιο, γυμνή, με έναν τρόπο απροκάλυπτο, χωρίς ωραιοποιήσεις και βολικά στρογγυλέματα. 

Οι χαρακτήρες που χτίζει ο συγγραφέας δεν είναι τέλειοι και ιδανικοί. Ακόμα και οι καλύτεροι από αυτούς, οι λιγότερο ενοχλητικοί, διαθέτουν ατέλειες, αδυναμίες, σκοτεινές πλευρές. Γεγονός που τους καθιστά πολύπλευρους, ανάγλυφους, και επιτείνει το ενδιαφέρον του αναγνώστη, καθώς δεν είναι λίγες οι φορές που οι μεταστροφές τους, οι απρόσμενες αποκαλύψεις και ο τρόπος με τον οποίο αυτοί εξελίσσονται μέσα στη ροή των γεγονότων αλλάζει την εικόνα που έχουμε γι’ αυτούς.

Μέσα σε όλο αυτό το τοπίο, η ίδια η Λένα, το κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας, μοιάζει να περνά σαν σκιά, μέσα από τις διηγήσεις των ανθρώπων που την περιβάλλουν. Απόκοσμη κι ιδιαίτερη, ιδιότυπα επαναστάτρια, αιρετική, αντιπαθής στους πολλούς, διόλου εμφανώς χαρισματική, ένα αερικό που μοιάζει να ασκεί μεγαλύτερη επιρροή στους γύρω του όντας απούσα παρά παρούσα. Η σκιώδης παρουσία της, συνειδητή επιλογή, νομίζω, του συγγραφέα, ο οποίος δεν ενδίδει σε καμία στιγμή στο μελό και στην εύκολη συναισθηματολογία –γι’ αυτό εξάλλου, εικάζω, αποφεύγει στην ομάδα των αφηγητών του να συμπεριλάβει και τη μητέρα του θύματος, την οποία επίσης γνωρίζουμε μόνο μέσα από τις αφηγήσεις άλλων– μοιάζει να αγγίζει χορδές, να κινητοποιεί συναισθήματα, να ξεγυμνώνει κίνητρα και προθέσεις όλων όσοι μένουν πίσω.

Και να λειτουργεί με τρόπο καταλυτικά αποκαλυπτικό. Η Νύχτα που έσβησαν τα αστέρια είναι ένα μυθιστόρημα που ξεχαρβαλώνει στερεότυπα, διαψεύδει βεβαιότητες, ανατρέπει παγιωμένες αντιλήψεις, επαναπροσδιορίζοντας συνολικά την εικόνα μας για τη σημερινή ελληνική πραγματικότητα: φέρνοντας στο προσκήνιο απρόσμενες μορφές ρατσισμού, χλευάζοντας ψευτοεπαναστατικές πρακτικές, σαρκάζοντας την επιδερμικότητα των συναισθηματολογικών ξεσπασμάτων στα σόσιαλ μίντια, ψηλαφώντας προσεκτικά τις αμέτρητες πληγές στο σώμα της αγίας ελληνικής οικογένειας, αμφισβητώντας το μονόπλευρο δικαίωμα στο σωστό και στο αποδεκτό, ξεσκεπάζοντας τη μικροπρέπεια και τη συμφεροντολογία που μπορεί να ελλοχεύει ακόμα και στα μυαλά ανήλικων παιδιών, βάζοντάς μας να δούμε με άλλη ματιά ζητήματα, όπως για παράδειγμα η ενδοσχολική βία ή η πολύπαθη διαφορετικότητα, που η σχηματική και περίπου προκάτ διαχείρισή τους ταλανίζει τόσο την ελληνική κοινωνία όσο και τη λογοτεχνική μας παραγωγή.

Η επιλογή του συγγραφέα, εκατό σελίδες περίπου πριν από το τέλος, να μεταβεί αιφνίδια από το πριν στο μετά, από την αγωνία και το σασπένς της εξαφάνισης της Λένας στα παρεπόμενα της εύρεσης του κακοποιημένου πτώματός της, δεν αποδυναμώνει την πλοκή, αφού είναι αυτό ακριβώς το μετά, το πέρασμα από την αβεβαιότητα της άγνοιας στη σιγουριά της γνώσης, που θα απαλλάξει καθέναν από τους αφηγητές του Παπαθεοδώρου από προσχήματα, φέρνοντάς τους στις απολύτως πραγματικές τους διαστάσεις κι αποκαλύπτοντας τα πραγματικά τους κίνητρα: τη συμφεροντολογία και την ιδιοτέλεια όσων μόνο επιδερμικά ένιωσαν κάποτε την παρουσία της νεκρής πια Λένας. Αλλά και τη συνειδητοποίηση, τη λυτρωτική απελευθέρωση, την ουσιαστική εξέλιξη και υπέρβαση του εαυτού εκείνων που, μακριά από λογικές κοπαδιού, μοναχικοί όπως κι η ίδια, έστω κι εκ των υστέρων, την ένιωσαν, την κατάλαβαν, την αγάπησαν. Κι από την άποψη αυτή, η Νύχτα που έσβησαν τ’ αστέρια, ένα τραγικά επίκαιρο βιβλίο μια και η έκδοσή του συνέπεσε με μια πραγματική όσο και συγκλονιστική ιστορία κακοποίησης μιας νεαρής κοπέλας, είναι ένα βαθιά αισιόδοξο και τρυφερό μυθιστόρημα.

Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2018

Μάκης Τσίτας, Και βγάζω το καπέλο μου...


Εικονογράφηση: Ντανιέλα Σταματιάδη, Κόκκινη Κλωστή Δεμένη, Πάτρα 2018



Πολλές και πολύ ενθουσιώδεις κριτικές έχουν γραφτεί το τελευταίο διάστημα για το Και βγάζω το καπέλο μου…, το βιβλίο που έγραψε ο Μάκης Τσίτας, εικονογράφησε η Ντανιέλα Σταματιάδη και εξέδωσε η Κόκκινη Κλωστή Δεμένη. Και δικαίως, καθώς, πράγμα όχι εντελώς αυτονόητο, πρόκειται για ένα βιβλίο που δικαιολογεί και με το παραπάνω τα διθυραμβικά σχόλια που το συνοδεύουν: τολμηρό χωρίς να είναι μελοδραματικό, ανατρεπτικό χωρίς να εκβιάζει τις εντυπώσεις, λιτό κι απέριττο όπως κάθε έργο που έχει επίγνωση της αρτιότητάς του. Κι επιπλέον, ένα βιβλίο που μας αναγκάζει να σκεφτούμε με σοβαρότητα ζητήματα ουσιώδη, που έχουν να κάνουν με τα όρια, τις θεματικές και τη διαχείρισή τους.

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή: Ένας κύριος για τον οποίο δεν ξέρουμε και πολλά -βοηθούν σε αυτό το καπέλο, τα γυαλιά, το κασκόλ και το παλτό του– ξεκινάει για την πρωινή του βόλτα. Καταλήγει σε ένα πάρκο, όπου προθυμοποιείται να παίξει με μια ανέμελη παρέα μικρών παιδιών. Για τη χαρά του παιχνιδιού, γίνεται ο κακός λύκος στο «Λύκε, λύκε, είσαι εδώ;», το παιχνίδι που παίζουν εκείνη την ώρα τα παιδιά. Μόνο που στην πορεία, κι ενώ βήμα βήμα, χάριν και πάλι του παιχνιδιού, εγκαταλείπει τη μεταμφίεσή του, αποδεικνύεται πως ο καλόβολος κύριος είναι όντως ο κακός λύκος του παραμυθιού που θέλει να βλάψει τα παιδιά. Ευτυχώς για κείνα, συλλαμβάνεται πριν τους κάνει κακό. Αφήνοντας όμως πίσω τη μεταμφίεση, που εν είδει σκυτάλης θα παραλάβει κάποιος άλλος λύκος…

Τολμηρό το θέμα, δύσκολο και άβολο. Ξεπερνώντας ωστόσο τα στεγανά του όποιου εύπεπτου διδακτισμού, ο συγγραφέας στήνει χωρίς πολλά λόγια μια ιστορία πολυεπίπεδη και ευφυή, που υποδηλώνει μακρά θητεία στη γραφή και βαθιά γνώση της αφήγησης και των κανόνων της. Γιατί, σε πείσμα της αφελούς εντύπωσης ότι είναι πανεύκολο να γράψεις μια σύντομη ιστορία γαντζωμένος με νύχια και με δόντια από ένα εύρημα ή προεκτείνοντας περίπου εκβιαστικά μια σχηματική πλοκή ως το αναγκαίο ηθικό δίδαγμα, ο Τσίτας κατορθώνει μέσα σε λιγοστές γραμμές να στήσει μια πυκνή και συναρπαστική πλοκή: πατώντας στην παραμυθική παράδοση, αλλά διαχειριζόμενός την αριστοτεχνικά μέσα από το σταδιακό πέρασμα από τη φωτεινή, ανέμελη αρχή στο σκοτεινό, ζοφερό φινάλε· προλαβαίνοντας να μας χαρίσει μια διπλή ανατροπή – την πρώτη με την αποκάλυψη της ταυτότητας του λύκου, τη δεύτερη με την παράδοση της σκυτάλης στον επόμενο, αφήνοντας ορθάνοιχτο το τέλος της ιστορίας του· βάζοντας τον άφαντο ως εκείνη τη στιγμή παντογνώστη αφηγητή του να παρέμβει με έναν ανέμελο αυτοσαρκασμό από το πουθενά για να μας δηλώσει πως ξεχάστηκε τελείως και δε μας ενημέρωσε εγκαίρως πως ο κυριούλης με την καμπαρτίνα είναι τελικά ο γνωστός κακός λύκος των παραμυθιών· και, τελικά, μιλώντας για το απολύτως υπαρκτό κακό χωρίς να ζαχαρώνει τα λόγια του, με τόλμη αλλά και υποδόριο χιούμορ, δίχως να σπέρνει τον πανικό ή να εκβιάζει διδαχές και στρογγυλές λύσεις.

Η Ντανιέλα Σταματιάδη, από την πλευρά της μας χαρίζει μια εκπληκτική από κάθε άποψη εικονογράφηση. Ατμοσφαιρική και ελλειπτική, τόσο ώστε να μην αποκαλύπτει ό,τι το κείμενο επιμένει να μας κρύβει. Αλλά και τολμηρά υπαινικτική, χρωματίζοντας εμφατικά, για να μην πω κραυγαλέα, ό,τι οι λέξεις αποσιωπούν, ή έστω λένε μισό. Μια εικονογράφηση όχι απλώς ωραία, αλλά σε ανοιχτό διάλογο με το κείμενο, το οποίο συμπληρώνει και σχολιάζει ευφυώς.


Λέγοντας πως το Και βγάζω το καπέλο μου… είναι απλώς ένα τολμηρό και εξαιρετικά ενδιαφέρον από θεματική άποψη εικονογραφημένο βιβλίο, το αδικούμε κατάφωρα, αφού έτσι θα παραβλέψουμε την άρτια δομή του και την ευφυή αφηγηματικά και εικονογραφικά διαχείρισή του. Που, νομίζω, ανεβάζει τον πήχη ψηλά. Και αποδεικνύει πως κάθε βιβλίο, ανεξαρτήτως έκτασης, μπορεί να είναι απλή αλλά και διόλου απλοϊκή υπόθεση.