Τρίτη, 5 Δεκεμβρίου 2017

Μαρίζα Ντεκάστρο, Ένας κόσμος σε κίνηση



Επιστημονική επιμέλεια: Μανώλης Πατηνιώτης, Αριστοτέλης Τύμπας, Εκδόσεις Καλειδοσκόπιο, Αθήνα 2017



1821: Μια χρονολογία εμβληματική για την ελληνική ιστορία. Όπως το 1789 για τη γαλλική, άλλες χρονολογίες για άλλους λαούς. Είναι όμως μονάχα αυτό η ιστορία – εμβληματικές χρονολογίες συνδεδεμένες με μάχες, επαναστάσεις και βαρύνουσας σημασίας πολιτικά γεγονότα, αποκομμένα από την υπόλοιπη πραγματικότητα, από το πριν, το μετά και το τώρα που τα περιβάλλουν; Αυτόνομα νησάκια στη μέση του πουθενά του ιστορικού χώρου και χρόνου, ανεπηρέαστα από διεθνείς εξελίξεις, μικρές ή μεγάλες ανακαλύψεις στον χώρο του πνεύματος, των επιστημών, της τεχνολογίας; Οπωσδήποτε όχι, μας ξεκαθαρίζει η Μαρίζα Ντεκάστρο στο βιβλίο της Ένας κόσμος σε κίνηση, που κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες από τις εκδόσεις Καλειδοσκόπιο. Κι αν κάθε εποχή σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό συνδιαμορφώνεται από πλήθος γεγονότων, η περίοδος με την οποία επιλέγει να καταπιαστεί η συγγραφέας, το πριν και το μετά του 1821, δηλαδή από τα τέλη του 18ου ως τα τέλη του 19ου αιώνα, αποτελεί το ιδανικό πεδίο για το εγχείρημά της, αφού στη διάρκειά της οι ταχύτητες στον πλανήτη μοιάζουν να αλλάζουν με τρόπο εντυπωσιακό, ο κόσμος μας να μικραίνει κι οι κατακτήσεις του ανθρώπου να μεγαλώνουν. 

Ένας κόσμος σε κίνηση, λοιπόν, και μάλιστα σε πάρα πολλά επίπεδα: ιδέες, επαναστάσεις, πόλεμοι, αλλά κι εξερευνήσεις, εξελίξεις στις μεταφορές, στην τεχνολογία, στην ιατρική. Όπως και αλλαγές στη συνήθως υποτιμημένη καθημερινότητα: στις βιοτικές, διατροφικές κι ενδυματολογικές συνήθειες, στις επαγγελματικές επιλογές, στα ενδιαφέροντα των ανθρώπων, στην εκπαίδευση, στη ζωή των μικρών παιδιών. Ένας κόσμος σε κίνηση, αλλά όχι αναγκαστικά σε μία μόνο κατεύθυνση. Τα γεγονότα άλλοτε εξωθούν, συμπαρασύρουν το ένα το άλλο κι άλλοτε λειτουργούν ως δυνάμεις αντίρροπες και, αναπόφευκτα, αλληλοσυγκρουόμενες – και στις δυο περιπτώσεις πάντως δρομολογώντας την αλλαγή.

Ένας κόσμος σε κίνηση, αποτυπωμένος, όπως του αρμόζει, με τρόπο κάθε άλλο παρά στατικό, αφού το ανά χείρας βιβλίο, παρά το πλήθος και την ποικιλία των πληροφοριών που παρέχει στον αναγνώστη, κατορθώνοντας να του δώσει μια πανοραμική εικόνα γεγονότων κι εξελίξεων, δεν κουράζει, περνώντας με άνεση από τη μεγάλη εικόνα στο ειδικό και στο συγκεκριμένο, από τα γεγονότα σε παγκόσμια κλίμακα στα επιμέρους κέντρα των εξελίξεων, από τον παγκόσμιο χάρτη στα τεκταινόμενα στη γειτονιά μας. Στην αποτροπή της αναγνωστικής πλήξης συμβάλλει και η διάταξη του υλικού, με την προσθήκη και εναλλαγή χαρτών και πλήθους εικόνων ποικίλης προέλευσης, που ζωντανεύουν και δίνουν ενδιαφέρουσες προεκτάσεις στο ταξίδι στον χρόνο.

Με αυτό τον τρόπο η συγγραφέας και οι συνεργάτες της κατορθώνουν τελικά να αποτυπώσουν, μέσα από μια εξαιρετικά κοπιώδη, φαντάζομαι, διαδικασία σύνθεσης, ένα πλήθος εξελίξεων και μετασχηματισμών τόσο δυναμικών ώστε το τότε να αγγίζει με τρόπο εντυπωσιακό το σήμερα, όπως γίνεται ευδιάκριτο, για παράδειγμα, στην παράθεση βιβλίων που εκδόθηκαν τον 19ο αιώνα – αρκετά εκ των οποίων κλασικά πλέον αναγνώσματα, που διαμόρφωσαν κι εξακολουθούν να διαμορφώνουν αναγνωστικές συνειδήσεις. Και τόσο καθοριστικών που, παρ’ όλες τις διαφορετικές επιμέρους ταχύτητες, τις ιδιαιτερότητες τόπων και πολιτισμών, επηρεάζουν με τρόπο καθολικότερο απ’ όσο νομίζουμε εθνικές μοίρες και διαδρομές, όπως αποκαλύπτει, μεταξύ άλλων, και η νηφάλια πραγμάτευση στα δυο τελευταία κεφάλαια δυο ζητημάτων με εκ διαμέτρου αντίθετο συναισθηματικό φορτίο για τον Έλληνα αναγνώστη: της εμπορίας αρχαιοτήτων και του κινήματος του φιλελληνισμού. Η θεώρηση και των δυο τους υπό ένα ευρύτερο πρίσμα –του πρώτου σε συνάρτηση με το παγκοσμίως διαδεδομένο «σπορ» της αρχαιοκαπηλίας στη διάρκεια του 19ου και όχι μόνο αιώνα, και του δεύτερου σε σχέση με το κίνημα του Ρομαντισμού– επιτρέπει στον νεαρό αναγνώστη να τα κατανοήσει και να τα προσεγγίσει με μεγαλύτερη ψυχραιμία και ευρύτητα βλέμματος.   

Πρόκειται, εν κατακλείδι, για ένα χορταστικό βιβλίο γνώσεων, που δε φιλοδοξεί να αποτελέσει ένα απλό θησαύρισμα εγκυκλοπαιδικών πληροφοριών, αλλά να ψηλαφήσει αιτίες και διασυνδέσεις, να ανοίξει διάλογο ανάμεσα στο γενικό και στο επιμέρους, να λειτουργήσει ως έναυσμα για ένα συναρπαστικό ταξίδι στον πολύμορφο κι αποκαλυπτικό κόσμο του παρελθόντος και, τελικά, νομίζω, ως παράδειγμα για τον τρόπο με τον οποίο οφείλουμε να γνωρίζουμε αυτό το παρελθόν στα παιδιά.     

Δευτέρα, 27 Νοεμβρίου 2017

Από τον Χαμένο Παράδεισο ως το... κατώφλι της κόλασης

  • Δημήτρης Μαμαλούκας, Η μεγάλη ληστεία της χρηματαποστολής, εικόνες Γιώργος Σγουρός, Κέδρος, Αθήνα 2016
  • Δημήτρης Μαμαλούκας, Η απαγωγή του τραπεζίτη Ο'Μπράιαν, εικόνες Γιώργος Σγουρός, Κέδρος, Αθήνα 2017 
  • Αγγελική Ράδου, Ο Έντγκαρ και το μυστικό του θαμμένου φορέματος, εξώφυλλο Α. Παπαδάτος, Polaris, Αθήνα 2015
  • Αγγελική Ράδου, Το ξύπνημα του Γκόλεμ, εξώφυλλο Α. Παπαδάτος, Polaris, Αθήνα 2016  




Σήμερα καταπιάνομαι με δυο αρκετά διαφορετικές μεταξύ τους σειρές βιβλίων μυστηρίου, που, με δύο ως τώρα βιβλία στο ενεργητικό της η καθεμιά, έχουν κατορθώσει να χτίσουν συμπαγείς και ελκυστικούς μυθιστορηματικούς κόσμους και να μας κάνουν να περιμένουμε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τη συνέχεια. Αναφέρομαι στους 4 ξεχωριστούς ντετέκτιβ του Δημήτρη Μαμαλούκα, που απευθύνονται σε παιδιά ηλικίας από εννέα ετών και πάνω, και στις Σκοτεινές ιστορίες του νεαρού Πόε της Αγγελικής Ράδου, που θα προσελκύσουν το ενδιαφέρον παιδιών στην εφηβεία και ενηλίκων.



Αυτό που ευθύς εξαρχής εντυπωσιάζει στα βιβλία του Μαμαλούκα είναι πως η δράση τους εκτυλίσσεται εκτός Ελλάδας, σε μια φανταστική μικρή πόλη των ΗΠΑ που φέρει το πολλά υποσχόμενο όνομα Χαμένος Παράδεισος. Το μιλτωνικής έμπνευσης όνομα της πόλης, παρέα με τα λοιπά τοπωνύμια –Μαύρο Δάσος, Κίτρινος Ποταμός, Γεφύρι της Ελπίδας, Γεφύρι της Λησμονιάς, Σαρκ Σίτι, Νύχι της Αρκούδας κτλ.- συνθέτουν το ιδανικό σκηνικό μυστηρίου και περιπέτειας. Η πόλη, βγαλμένη θαρρείς από τον δικό μου χαμένο τηλεοπτικό παράδεισο της δεκαετίας του ’80, διαθέτει τραπεζίτη, έναν μάλλον καλόβολο κι ελαφρώς αφελή σερίφη, τοπική εφημερίδα κι όλα τα καλά.

Στο πρώτο βιβλίο της σειράς, Η μεγάλη ληστεία της χρηματαποστολής, οι 4 ξεχωριστοί ντετέκτιβ αναλαμβάνουν να λύσουν το μυστήριο μιας μεγάλης ληστείας που φαίνεται να έχει μπερδέψει εντελώς την τοπική αστυνομία. Έτσι, γνωριζόμαστε με τέσσερα φαινομενικά κανονικά παιδιά, από τα οποία μόνο το ένα έχει μια μακρινή σχέση με τη χώρα μας, αφού κουβαλάει ένα δυσκολοπρόφερτο ελληνικό όνομα. Βέβαια, όπως αποδεικνύεται στην πορεία, οι τέσσερις πιτσιρικάδες δεν είναι εντελώς συνηθισμένοι, αφού, χάρη σε μια μυστηριώδη σφαίρα που ανακαλύπτουν τυχαία στο δάσος, αποκτούν υπερφυσικές ικανότητες, οι οποίες πάντως κάνουν την εμφάνισή τους κατά περίπτωση, βοηθώντας κάποιες μόνο φορές στη λύση των μυστηρίων. Κάτι που συνειδητοποιούμε στη δεύτερη ιστορία της σειράς, όπου τα τέσσερα παιδιά κατορθώνουν να λύσουν το μυστήριο της εξαφάνισης του πλούσιου τραπεζίτη Ο’Μπράιαν χωρίς η βοήθεια της μυστηριώδους σφαίρας να είναι καταλυτική. Άλλος πολύτιμος αρωγός τους και στις δυο υποθέσεις ο καθηγητής Μακ Λουκ, αρκούντως μυστηριώδης ώστε να μας κάνει να ελπίζουμε ότι θα τον συναντήσουμε ως πρωταγωνιστή σε κάποια από τις μελλοντικές υποθέσεις των 4 ξεχωριστών ντετέκτιβ.



Τα δυο πρώτα βιβλία της σειράς, χάρη στην αμεσότητα του ύφους τους και τη γρήγορη εξέλιξη της καλοστημένης πλοκής τους, κρατούν ως το τέλος αμείωτο το ενδιαφέρον των μικρών αναγνωστών. Ο συγγραφέας, γνώστης των κανόνων του αστυνομικού μυθιστορήματος, δε φλυαρεί άνευ λόγου, δεν επιμένει σε ανούσιες λεπτομέρειες, αποφεύγει την τυποποίηση και χτίζει παράλληλα με την αφήγηση ένα γοητευτικό σύμπαν που είναι σίγουρο ότι κρατάει καλά φυλαγμένες πολλές εκπλήξεις για το μέλλον. Κάτι που καθιστά σαφές και το εν μέρει ανοιχτό τέλος του δεύτερου βιβλίου της σειράς. 

Η εκφραστική εικονογράφηση του Γιώργου Σγουρού εξοικειώνει τους αναγνώστες με τους χαρακτήρες και το σκηνικό, ενώ οι ιδιαίτερα κατατοπιστικοί χάρτες στην αρχή και των δυο βιβλίων τούς επιτρέπουν να ακολουθήσουν νοερά τις διαδρομές των πρωταγωνιστών. 




Μακριά από τη χώρα μας διαδραματίζονται και οι Σκοτεινές ιστορίες του νεαρού Πόε, διά χειρός Αγγελικής Ράδου, η οποία επιλέγει την Αγγλία, και ειδικότερα το Λονδίνο της νεανικής ηλικίας του Έντγκαρ Άλαν Πόε ως σκηνικό των σκοτεινών της ιστοριών. Εκκινώντας από βιογραφικά στοιχεία του «άρχοντα του μακάβριου», όπως η ορφάνια του κι η νοσταλγία για τη νεκρή μητέρα του, η Ράδου εμπλέκει τον δωδεκαετή ήρωά της σε μυστηριώδεις ιστορίες στις οποίες κυριαρχούν το μακάβριο, ο μεταφυσικός τρόμος και η μαγεία. 

Στο πρώτο βιβλίο της σειράς, Ο Έντγκαρ και το μυστικό του θαμμένου φορέματος, ο Έντγκαρ, μαθητής οικοτροφείου, καλείται να εξιχνιάσει τον μυστηριώδη θάνατο ενός κοριτσιού με τη βοήθεια δυο ανέλπιστων συμμάχων: ενός φαντάσματος που γυρεύει μια ιστορία να χωρέσει και της δεκάχρονης Ελίφ, η οποία φαίνεται να διαθέτει ασυνήθιστες ικανότητες. Αυτή η τελευταία θα είναι και το κεντρικό πρόσωπο του δεύτερου βιβλίου της σειράς, που φέρει τον τίτλο Το ξύπνημα του Γκόλεμ, αφού το παρελθόν το δικό της όσο και της μητέρας της θα θέσουν σε κίνδυνο τη ζωή του ίδιου του Έντγκαρ αλλά και μιας σειράς άλλων προσώπων.



Καλή γνώστρια, όπως φαίνεται, όχι μόνο της λογοτεχνίας του Πόε αλλά και του τόπου και της εποχής που επιλέγει να περιγράψει, η συγγραφέας χτίζει ιστορίες στις οποίες κυριαρχούν οι ατμοσφαιρικές αλλά και συνεπείς πραγματολογικά περιγραφές, που αποτυπώνουν με ζωντάνια το κλίμα της εποχής ισορροπώντας με μαεστρία ανάμεσα στο πραγματικό και στο φανταστικό. Το βρόμικο, ομιχλώδες Λονδίνο, με τα παζάρια και τις κακόφημες γειτονιές του, μετατρέπεται σε ένα σκηνικό αέναου τρόμου, αφού σε κάθε γωνιά, σε κάθε σοκάκι μπορεί να ελλοχεύει το σκοτάδι κι ο θάνατος. 
 
Η λύση σε ιστορίες όπως αυτές ποτέ δε γίνεται να είναι εντελώς αναίμακτη και ειδυλλιακή. Μπορεί όμως να αποκαλύψει αλήθειες στους ήρωες ή να αποδώσει, έστω και με παράδοξο τρόπο, δικαιοσύνη. Το κακό ωστόσο έχει τόσα πρόσωπα ώστε να επανέρχεται με απρόσμενους τρόπους καθιστώντας λιγότερο πληκτική τη ζωή των ηρώων. Η ελαφρά μετατόπιση του κέντρου βάρους από τον Έντγκαρ στην Ελίφ στο δεύτερο βιβλίο της σειράς αλλά και το εν μέρει ανοιχτό τέλος του επιτρέπουν στους αναγνώστες να τρέφουν ισχυρές προσδοκίες για ό,τι πρόκειται να διαβάσουν στο μέλλον.