Κυριακή, 9 Φεβρουαρίου 2014

Fabrizio Silei - Maurizio A. C. Quarello, Το λεωφορείο της Ρόζας

Μετάφραση: Δημήτρης Λυμπερόπουλος, Εκδόσεις Κόκκινο, Καλαμάτα 2011 (από 8 ετών)



Ένας Αφροαμερικανός παππούς επισκέπτεται με τον εγγονό του το Μουσείο Χένρυ Φορντ στο Ντιτρόιτ για να τον ξεναγήσει σε ένα και μοναδικό έκθεμα, το παλιό λεωφορείο της γραμμής Κλίβελαντ Άβενιου στο Μοντγκόμερυ της Αλαμπάμα, και να του διηγηθεί μια αληθινή ιστορία που έμελλε να αλλάξει τη μοίρα μιας ολόκληρης χώρας: Αλαμπάμα, αμερικανικός Νότος, ρατσισμός, Κου Κλουξ Κλαν. Οι μαύροι ζουν μια ζωή παράλληλη με κείνη των λευκών. Διαφορετικά σχολεία, διαφορετικά μαγαζιά, ακόμα και διαφορετικά ουρητήρια! Στο λεωφορείο μπορούν να καθίσουν σε συγκεκριμένες θέσεις υπό την προϋπόθεση ότι δεν υπάρχει λευκός όρθιος. Ως την ημέρα του Δεκέμβρη του 1955 που στο συγκεκριμένο λεωφορείο μια γυναίκα, η Ρόζα Παρκς, αρνείται να δώσει τη θέση της σε λευκό! Ο παππούς, που έχει ήδη παραχωρήσει φοβισμένος τη δική του θέση, βλέπει την αστυνομία να συλλαμβάνει τη γυναίκα, μένοντας απλός και άβουλος θεατής. Και μόνο όταν η πράξη της Ρόζας θα αποτελέσει το εφαλτήριο για την κινητοποίηση των μαύρων και την καλυτέρευση των συνθηκών ζωής τους, ο ίδιος, με ανάμεικτα αισθήματα ντροπής για τη δική του ατολμία και θαυμασμού για τη σπουδαία αυτή γυναίκα, θα αντιληφθεί ότι έχασε για πάντα το λεωφορείο της ιστορίας.

Η πρωτοπρόσωπη, συναισθηματικά φορτισμένη αφήγηση του παππού, που εκτείνεται στο μεγαλύτερο τμήμα του κειμένου, προσδίδει βιωματική ένταση και αμεσότητα στα γεγονότα, ενώ ο αντιηρωικός χαρακτήρας του απλού θεατή της ιστορίας, τονισμένος από τα αισθήματα πικρίας και ενοχής για την αδυναμία του, υπογραμμίζει αντιστικτικά τη δύναμη του χαρακτήρα και την αποφασιστικότητα της Ρόζας. Η συγγνώμη του προς τον εγγονό του για το χρέος που ο ίδιος δεν είχε την τόλμη να επιτελέσει απέναντι στις μελλοντικές γενιές βρίσκει την τρυφερή αποδοχή του μικρού – δεν είναι όλοι οι παππούδες πλασμένοι για ήρωες, αλλά αυτό δε μειώνει στο ελάχιστο την αγάπη του παιδιού για κείνον.  

Εξαιρετική εικονογράφηση, όπου το παιχνίδι ανάμεσα στο ασπρόμαυρο και στο έγχρωμο παραπέμπει στην εναλλαγή εικόνων απ’ το παρελθόν και το παρόν, με συμβολικές νύξεις στην γκρίζα πραγματικότητα της δεκαετίας του ’50 και στην πιο φωτεινή σημερινή. Πλάνα απ’ το 1955 μακρινά, πρόσωπα που δεν κοιτάζουν τον αναγνώστη, πλάτες γυρισμένες, μορφές ασαφείς, με τον εικονογράφο να εστιάζει επίμονα μονάχα στη φυσιογνωμία της Ρόζας: στο ήρεμο, αποφασισμένο βλέμμα της, στα χείλη της καθώς προφέρουν το «Όχι». Αλλά και ο σημερινός ανώνυμος αφηγητής, ο παππούς, ο κομπάρσος της ιστορίας, αφηγείται με κατεβασμένο βλέμμα και μισοκρυμμένα χαρακτηριστικά. Ίσως από ντροπή. Ίσως σε μια υπόμνηση του ότι η μορφή του δε θα διασωθεί απ’ το χρόνο, η φωτογραφία του δε θα κοσμήσει κανένα μουσείο. Ίσως κι από το βάρος της γνώσης ότι η ιστορία κάνει μία και μοναδική φορά ένα φευγαλέο πέρασμα στη ζωή μας, με τον ίδιο αναπάντεχο τρόπο που εμφανίζονται προς στιγμήν στην αφήγησή του ένας πάστορας που λεγόταν Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και στο πρωτοσέλιδο της εφημερίδας που διαβάζει η φωτογραφία ενός άντρα ονόματι Μπαράκ Ομπάμα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου